Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έστω - έστωσαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έστω - έστωσαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Μικρό - μικρό

Τα πλανεμένα μάτια μας

στα σύννεφα εψαχνόντουσαν

που πήγαιναν κι ερχόντουσαν

κι ύστερα εχανόντουσαν.


Τα πλανεμένα μας αυτιά

τους ήχους μελετούσανε

κι αυτούς που τραγουδούσανε

γι’ αυτά που αγαπούσανε.


Τα μεθυσμένα χείλη μας

κουβέντα αρχινήσανε

κι ύστερα λησμονήσανε

για ποια πρωτομιλήσανε.


Ες Γην Υπερβορείων πάμε, μάτια μου, εκεί που ο Ήλιος δε νυχτεύγει ποτέ.


© Ελένη Καλλιανέζου, Κolding 18 Μαῒου 2011

buzz it!

Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

Δημιουργώντας Θεούς Κατ’ Εικόνα και Καθ’ Ομοίωσίν μας


Oι άνθρωποι είναι όμορφοι γιατί μας μοιάζουν. Κι οι θεοί μπορεί να είναι άσχημοι, γιατί πάλι μας μοιάζουν.

Κληροδοτούμε στα δημιουργήματά μας κάτι απ’ τα δικά μας γονίδια και τη δική μας βούληση για το νέο, όμως η αλυσίδα του DNA έχει τη δική της ευφυΐα στις γενετικές επιλογές που καθορίζονται συχνά απ’ το τυχαίο. Έτσι εκπλησσόμαστε ακόμη απ’ τους ανθρώπους και υπάρχει και εξέλιξη.



Εικονογράφηση του Frédéric Clément, στο βιβλίο ”L’ Oiseau Bleu et autres contes” της Μadame d’ Aulnoy, Editions Grasset – Jeunesse, Παρίσι 1991


Αν δημιουργήσουμε όμως έναν θεό παντοδύναμο, πάλι θα μας ξεφύγει κάτι απ’ το γενετικό του κώδικα, εκτός κι αν τον φτιάξουμε μια μέρα στο εργαστήριο. Απαραίτητος όρος βέβαια για το παραπάνω, να έχουμε κι εμείς δημιουργηθεί στο εργαστήριο, οπότε η ηδονή του ζευγαρώματος πάει περίπατο υπέρ της ηδονής του Δόκτωρα Φρανκενστάιν.



_______________________________________________


Σχετικές αναρτήσεις:
Τροφή, Μυστικά Τσελεμεντέ, η Συνταγή των Θαυμάτων και Λοιπές Αλχημείες
Ατελής Εντελέχεια




© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 28 Mαΐου 2009


buzz it!

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Η Αριθμητική στη Σελήνη κι ένα Ταξίδι στην Αφροδίτη

Όταν αποφάσισα να μεταναστεύσω απ’ τη Γη στη σκοτεινή πλευρά του Φεγγαριού (προσωρινά χρησιμοποιώντας την ως διαμετακομιστικό σταθμό για την Κόμη της Βερενίκης), έλυνα μαθηματικά προβλήματα: 1 + 1 = 11, 5 + 4 = 54 κι αν 1 + 2 = 12 και 2 + 1 = 21, τότε παίζει πολύ μεγάλο ρόλο, αν θα πεις 1 + 2 ή 2 + 1.

Τα πράγματα δυσκολεύουν στην αφαίρεση: 54 – 5 = 4. Αλλά 54 – 2;

Ο πολλαπλασιασμός είναι επίσης εύκολος∙ για το 2 επί 3, βάζεις το δύο πάνω σε ένα τρία, δηλαδή έτσι: ⅔, οπότε 675 επί 368 μας κάνει κλάσμα, που στον αριθμητή του έχει το 675 και στον προνομαστή το 368.

Η διαίρεση είναι διαβολική. Κάτι σαν την αφαίρεση, γιατί ένας αριθμός είναι όμορφος ως έχει κι αν τον κατακερματίσεις, του χάλασες όλη τη μαγεία του. Αλλά τελοσπάντων, πες ότι έχεις ένα 666 που θες να το διαιρέσεις με το 13. Πας σε 13 σεσημασμένους λωποδύτες και τους λες: «Να ένα 666. Βουτήχτε απ’ αυτό, ό,τι μπορεί ο καθένας». Κάπως έτσι λύνεις το πρόβλημα, αλλά αν δεν έχεις λωποδύτες πρόχειρους, δε χρειάζεται να κάνεις και διαίρεση, οπότε όλα συνεχίζουν να είναι αρμονικά και η μαγεία στη θέση της.

Το μοναδικό δύσκολο πρόβλημα στη ζωή είναι οι αφαιρέσεις. Μένεις με μια συνεχή απορία τι να αφαιρέσεις και από πού. Αφαιρείς, ας πούμε, από έναν ζωντανό την ανάσα κι αυτός πεθαίνει. Του αφαιρείς τα μάτια και τυφλώνεται. Του αφαιρείς ένα πόδι και κουτσαίνει. Αν αφαιρέσεις όμως τα ξερόκλαδα από ένα μονοπάτι στο βουνό, προφυλάσσεις το δάσος από τη φωτιά, αν αφαιρέσεις ένα σάπιο δόντι από έναν άνθρωπο, ανακουφίζεται. Οι τελευταίες είναι από τις εύκολες, τις οφθαλμοφανείς αφαιρέσεις, όπως το 54 – 5.

Όπως όμως και να ‘χε το πράγμα με τις αφαιρέσεις και τις διαιρέσεις, όταν είσαι στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού δεν έχεις και πολλά να αφαιρέσεις ούτε νοιάζεσαι να διαιρέσεις, εκτός αν έρθεις σε επαφή με τους Φεγγαράκηδες, οι οποίοι όμως δεν πολυσκοτίζονται για κοινωνικότητες.



Max Ernst, Les Hommes n’en sauront rien (Απ’ αυτό οι άνθρωποι δε θα ξέρουν τίποτα), 1923, Τate Gallery, Λονδίνο

Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού έχει σκοτάδι, αλλά το πρόβλημα λύνεται εύκολα, γιατί η τροφή στο φεγγάρι περιέχει πολύ φώσφορο, που σε κάνει και σένα να φωσφορίζεις, οπότε δεν υπάρχει ποτέ κίνδυνος να γκρεμοτσακιστείς. Θες να πας παρακάτω, βάζεις το χέρι σου μπροστά κι αυτό φέγγει. Σ’ αυτό βέβαια βοηθάει και το βάρος. Αν είσαι 48 κιλά, στο φεγγάρι ζυγίζεις μόλις οκτώ. Ωραίος αριθμός το 8. ΄Οταν ξαπλώνεις, γίνεται άπειρο. Έτσι, όσοι σκέφτονται να έρθουν στο φεγγάρι θα είναι καλό να μην είναι βαρύτεροι από 48 κιλά. Διευκολύνονται και τα ταξίδια.

Τη σκοτεινή πλευρά του Φεγγαριού οι άνθρωποι την αποφεύγουν, το ίδιο όπως αποφεύγουν τους ίσκιους κι αυτό γιατί ποτέ δεν έμαθαν γι’ αυτούς (και λόγω απέχθειας για τα σκουλήκια που είναι γνώστες όλων των μυστικών των σκιών). Όμως τα σκουλήκια κάνουν πάντα όλη τη βρωμοδουλειά που αρνούνται να κάνουν οι άνθρωποι, οι τελευταίοι αυτό το αναγνωρίζουν, αλλά δεν αρέσκονται να έρχονται σε επαφή μαζί τους, και μένει το πάνω από τη γη στους ανθρώπους και το κάτω στα σκουλήκια και στην Ιστορία των Σκιών. Αν μετακομίσεις όμως στη σκοτεινή πλευρά του Φεγγαριού για λίγο, αρχίζεις να μυείσαι στις σκιές, χωρίς να χρειάζεται να ανατρέχεις για βοήθεια στα σκουλήκια της γης.

Σκιές έχουν και οι αριθμοί. Το μηδέν και όλοι οι αριθμοί με αρνητικό πρόσημο που πλησιάζουν στο μηδέν είναι φωτεινοί αριθμοί. Οι πολύ απομακρυσμένοι σκουραίνουν, παίρνουν τα χρώματα του χειμώνα του Βορρά και είναι χαμένοι στην ομίχλη, αλλά όσο πλησιάζουμε στο -∞ πλησιάζουν προς το λευκό. Γίνονται δηλαδή μη-χρώμα. Αντίθετα, όσο πλησιάζουν στο +∞ τείνουν να γίνουν μαύρο, δηλαδή όλα τα χρώματα. Αυτό βέβαια δε σημαίνει καθόλου ότι η διαβάθμιση στις σκιές των θετικών αριθμών είναι ομαλή. Ενώ, φερειπείν, το 11 έχει ένα φωτεινό κιτρινομπέζ χρώμα από λαδομπογιά, οι αριθμοί από το 20 ώς το 30 σκουραίνουν πολύ. Μετά ξανοίγουν πάλι. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στη μελέτη της Ιστορίας. Όλος ο όψιμος Μεσαίωνας δεν είναι τόσο σκοτεινός που να δικαιολογεί την ονομασία «Σκοτεινοί Χρόνοι». Αντίθετα ο Διαφωτισμός είναι σκούρος μπλε και ίσως όχι και τόσο φωτισμένος. Ο 19ος αιώνας πάλι είναι περί τα μέσα του ροζ, οι αρχές του 19ου μεταξύ πράσινου και μουντού βεραμάν κ.ο.κ. Άρα, στη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης μπορείς να μελετήσεις Ιστορία μια χαρά παρακολουθώντας τις σκιές και τα χρώματα. Το ίδιο μπορείς να μελετήσεις και μουσική∙ οι νότες έχουν χρώματα. Αρμονικοί ήχοι δίνουν μια πληθώρα χρωμάτων και σχημάτων πουαντιγιστικού ή αφηρημένου χαρακτήρα, κακοφωνίες και θόρυβοι ανακατέβουν όλα τα χρώματα και μουντζουρώνουν τα πάντα. Αλλά, εκεί που το φεγγάρι είναι σκοτεινό, δεν διατρέχεις τέτοιο κίνδυνο, γιατί ζεις μόνο εσύ κι οι Φεγγαράκηδες κι αυτοί σε προειδοποιούν πότε κάνεις θόρυβο, γιατί έρχονται και σου τρώνε το φαΐ, οπότε αρχίζει και σου λείπει απ’ τον οργανισμό ο φώσφορος, παύεις να είσαι φωσφοριζέ και όλο σκουντουφλάς.



Joan Miró, Λουομένη Γυναίκα, 1925, Centre Georges Pompidou, Παρίσι

Ένα απόγευμα αποφάσισα ν’ αφήσω για λίγο το Φεγγάρι (κρύωνα κιόλας) κι είπα να πεταχτώ μέχρι την Αφροδίτη να ζεστάνω το κοκαλάκι μου. Φόρεσα παπούτσια μπαλλαρίνας τζαζ χορού κι άρχισα να κάνω γκέλες. Το να φτάσω στην άλλη πλευρά ήταν παιχνιδάκι. Μετά, τεντώθηκα – τεντώθηκα (βοήθησε και η εξάσκησή μου στη γιόγκα) κι εκτινάχθηκα στο διάστημα, αλλά κάτι δεν πήγε καλά κι άρχισα να πέφτω και να πέφτω... Κι έπεσα στη Γη και πωπώ! Πόσο είχα βαρύνει! Άντε τώρα να κάνω γκέλες για την Αφροδίτη! Βρε αμάν, βρε δώστου, τίποτα! Νοικιάζω κι ένα σπίτι κι άρχισα να κάνω ασκήσεις πτήσης. Μηδέν αποτέλεσμα. Αλλάζω λοιπόν διατροφή, μήπως έφταιγε αυτό. Κόβω τα μαγειρευτά κι αρχίζω να τρώω ωμά φρούτα, γιαούρτι και μέλι και να πίνω ζωμούς. (Ο ζωμός πικροράδικων ζεστός με λεμόνι βοηθάει πολύ). Ύστερα άρχισα λίγο – λίγο εξάσκηση να ξαναβρώ πώς πετάνε. Άρχισα από τα βασικά: Ανεβαίνοντας σε σκαμνί και πηδώντας στο έδαφος. Μια, δυο, τρεις, άρχισε η πτώση να επιβραδύνεται, να γίνεται σα slow motion. Μετά δοκίμασα τις καρέκλες, ύστερα το γραφείο. Πιο ψηλά δε δοκίμασα, γιατί με κάλεσαν για φαγητό κάποιοι Γήινοι και μονομιάς έχασα ό,τι είχα καταφέρει με κόπο. Με λυπήθηκαν όμως κάποιοι Αφροδιτιανοί τουρίστες και με πήραν μαζί τους κι έφτασα σε έναν τόπο ηφαιστειακό και πολύ ζεστό, που οι κάτοικοι της Γης με την ελλιπή τους γνώση ονόμαζαν κέντρο της Κολάσεως, ένεκα κάποιων μύθων τους ότι τάχα μου η Αφροδίτη είναι ο Εωσφόρος, το άστρο του Διαβόλου. Και κάθομαι εδώ και κάνω σάουνα. Κι όταν χάσω τα περιττά κιλά, λέω να πάω προς τον Ουρανό που έχει περίεργη τροχιά και περιστρέφεται γύρω από τους ισημερινούς του, ένεκα περιεργείας πώς να ‘ναι να περπατάς πλάγια και να κοιμάσαι όρθιος.





Mediæval Bæbes
, "I am Eve", Album The Rose



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 4 Απριλίου 2009

buzz it!

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Οπτικές Απάτες και Πολυπλευρικότητα της Αλήθειας, Αρμονίες, Δυσαρμονίες και Πολυφωνικότητα του Ψεύδους.

"Εάν η αλήθεια είναι πολύπλευρη, το ψέμα είναι πολύφωνο. "

Ουίνστον Τσώρτσιλ



Λαγός ή Πάπια;


Η πρώτη σκέψη στην πολυπλευρικότητα της αλήθειας και στην πολυφωνικότητα του ψεύδους ήταν ακαριαία: η οπτική απάτη, συνήθης σε παιδικά περιοδικά του καιρού μου, που επιβίωσε μέσα από τον Βικτωριανό Τύπο μαζί με τα ρέμπους και τις μαγικές εικόνες τύπου "ψάξτε να βρείτε την κούκλα της Λιλίκας" ή "ποιο από τα δύο τρίγωνα είναι μεγαλύτερο", που τελικά κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει για οπτική εξαπάτηση τη στιγμή που μέσα τους κρύβουν και την αλήθεια τους. Θυμήθηκα κι άλλο ένα απόφθεγμα του κυβιστή ζωγράφου Georges Braques, ότι η αλήθεια υπάρχει, το ψέμα πρέπει να εφευρεθεί. Όχι απόλυτα αληθές, αφού και η αλήθεια (συνηγορούσης της πολυμορφικότητάς της και των πολλών της όψεων) μπορεί επίσης να συντεθεί, άρα τελικά και να εφευρεθεί, όμοια όπως και το ψέμα μπορεί να υπάρχει: Τα όνειρα που βλέπω το βράδυ απ' τη στιγμή που απέκτησαν αυτήν τη λειψή, την έστω μισερή και σουρρεαλιστική υπόσταση, υπάρχουν, το ίδιο υπάρχουν και τα παραμύθια απ' τη στιγμή που εκφέρονται ως λόγος, πολλώ δε μάλλον απ' τη στιγμή που καταγράφονται.

Ο Τσώρτσιλ από τη στιγμή που ορίζει την αλήθεια ως πολύπλευρη (που είναι) και το ψέμα πολύφωνο προσδίδει οπτικότητα στην αλήθεια και ακουστικότητα στο ψέμα. Αληθές, αν στο ψέμα δούμε μόνο την ηθική του υπόσταση, της αποφυγής του φερειπείν στον πολιτικό και κοινωνικό βίο και στην αρχή της προπαγάνδας του Γκαίμπελς. Το ακουστικό μήνυμα λόγω του φευγαλέου αισθήματος που δημιουργεί μέσω των φωνών των ψευδομένων, εάν δεν έχει καταγραφεί και μάλιστα κατά τρόπο αξιόπιστο (κατά το δυνατόν), κάλλιστα μπορεί να ενορχηστρωθεί ως μια συμφωνία ψεύδους που εξαρτάται και από την αντίληψη και την ικανότητα αυτοσχεδιασμού των κατά σειράν παραληπτών, όπως στο παιχνίδι με το χαλασμένο τηλέφωνο: Ακούω α, αντιλαμβάνομαι β, εννοώ γ, μεταφέρω δ, έως το αρχικό ψευδές μήνυμα να μεταφερθεί αληθώς στον τελικό του αποδέκτη και να καταλήξουμε τυχαία και πάλι στην αλήθεια. Χαριτωμένος παραλογισμός που θυμίζει τα παράδοξα στην "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων": Ένα σταματημένο ρολόι θα μου δείξει τη σωστή ώρα δυο φορές την ημέρα. Έτσι, αν θέλω να μάθω τη σωστή ώρα, κάθομαι ολόκληρη τη μέρα μπροστά στο σταματημένο ρολόι, που δυο φορές θα μου πει την αλήθεια.

Ας το συνθετοποιήσουμε και ας υποθέσουμε ότι το γνωστικό πεδίο μιας ομάδας στην οποία μεταφέρονται τα ψευδή μηνύματα είναι περιορισμένο και χαρακτηρίζεται από προβλεψιμότητα στις αντιδράσεις της. Τότε, εάν α = αληθές και το πρώτο αρχικό μήνυμα, που οφείλει να διαδοθεί ως ψεύδος ορίζεται ως β, κάλλιστα μπορούμε, διά της μεταφοράς των μηνυμάτων μέσω του παιχνιδιού αυτού του χαλασμένου τηλεφώνου, να εικάσουμε ότι θα καταλήξουμε νομοτελειακά και στο α, στην αρχική αλήθεια, όπως στο παράδοξο της Αλίκης. Τι πλάνη όμως! Γιατί και η αλήθεια μεταβάλλεται.

Εδώ ας προσθέσουμε κι άλλη παράμετρο. Στο προηγούμενο παιχνίδι του χαλασμένου τηλεφώνου ας αλλάξουμε τους παίχτες σε υψηλού νοητικού δυναμικού, ευφάνταστους και απρόβλεπτους, οι οποίοι ποτέ δε θα φτάσουν και στο σκοπό: να εντοπίσουν δηλαδή την αρχική αλήθεια, γιατί θα αυτοσχεδιάσουν με τέτοιον τρόπο, ώστε θα είναι αδύνατον να διακριθεί το ψέμα από την αλήθεια.

Αλλά ποιοι είναι οι παίχτες ενός τέτοιου ιδιοφυούς παιχνιδιού, που έχουν το δικαίωμα να παίξουν ένα τέτοιο παιχνίδι με τους όρους τους; Συνήθως η intelligentsia, που πέρα από ιδαίτερη κάστα διανοητών διαθέτει και τα μέσα να παίξει το παιχνίδι αυτό.

Εάν όμως τα ψεύδη ενορχηστρώνονται, τότε μπορούν και να παράξουν αρμονίες. Και εάν ταυτόχρονα οι αρμονίες αυτές γίνουν τα ζωτικά ψεύδη κοινωνικών ομάδων σε σημείο που η ευτυχία τους να εξαρτάται από αυτά, τότε θα έπρεπε πιθανόν να μιλήσουμε για απενοχοποίηση του ψεύδους ακόμη και στην ηθική του χροιά.

Θα μπορούσε όμως ταυτόχρονα να νομιμοποιηθεί η ψευδαίσθηση και η παραίσθηση και πού αυτή θα μπορούσε να αποβεί και ηθικά κατακριτέα; Ας υποθέσουμε ότι αυτός που τρέφει ψευδαισθήσεις αδυνατεί να διακρίνει αλήθεια από ψέμα και ότι ο έχων παραισθήσεις είναι ή ο κλινικά ψυχοπαθής ή ο λήπτης ψυχοτρόπων ουσιών. Κι ας μου επιτραπεί εδώ να χαρακτηρίσω τους λήπτες ψυχοτρόπων ουσιών ως στερούμενους φαντασίας, αφού η κατάσταση διευρυμένης συνείδησης μπορεί να γίνει κατά βούλησιν από το υποκείμενο και σε οποιαδήποτε στιγμή το θελήσει. Πηγαίνω επί παραδείγματι στο κέντρο της πόλης και βλέπω πολλούς ανθρώπους μαζεμένους. Εάν το θελήσω, μπορώ κάλλιστα να εστιάσω σε μια παραπληρωματική λεπτομέρεια, όπως λογουχάριν μύτες. Εκατοντάδες μύτες και κάποιοι άνθρωποι τριγύρω. Ή περιγράμματα. Υπάρχουν μόνο περιγράμματα και όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα στοιχεία των περιγραμμάτων. Ή χρώμα κόκκινο. Όλα κινούνται γύρω από το κόκκινο κ.ο.κ., διαδικασία σχεδόν αυτόματη στους αυτιστικούς ή σύμπτωμα της συναισθησίας: "βλέπω" ήχους, "ακούω" χρώματα, "μυρίζω" αριθμούς, συνδυάζω συγκεκριμένους ήχους με συγκεκριμένα χρώματα ή σχήματα, ικανότητα που είχε ο
Μότζαρτ και που πραγματεύεται και ο Βασίλι Καντίνσκυ στο βιβλίο του "Σημείο - Γραμμή - Επίπεδο" και στο "Για το Πνευματικό στην Τέχνη", ιδέα που απασχόλησε εκείνη την εποχή και το μουσικοσυνθέτη Μάλερ ή τις εσωτεριστικές αναζητήσεις της Elena Blavatski και της Annie Bessant στις "Σκεπτομορφές" της, το βιβλίο που έγραψε μαζί με τον Leadbeater, όταν τους κύκλους της εποχής απασχολούσε μια ενοποιητική αρχή των αισθήσεων με φιλοσοφικοθρησκευτικές προεκτάσεις.

Πώς ορίζεται τότε η πολυφωνία του ψεύδους και η πολυοπτικότητα της αλήθειας; Το ψέμα μπορεί να είναι τόσο πολύπλευρο όσο και η αλήθεια και η αλήθεια τόσο πολυφωνική όσο και το ψέμα.


Maurits Cornelis Escher, Σχετικότητα, 1960

Δύσκολοι καιροί για παραμυθάδες. Και το πιο δύσκολο απ' όλα είναι να μπορείς να εφεύρεις τα ζωτικά σου ψεύδη, χωρίς όμως να διαθέτεις και την απαραίτητη κλινική τρέλα που θα σε κάνει ταυτόχρονα να πιστεύεις και σ' αυτά.


________________________________________

Σχετικές Αναρτήσεις:

1. Ψεύδους Εγκώμιον, Ζωτικό Ψεύδος, Σύνδρομο του Πινόκιο και Σύγχρονο Παραμύθι

2. Πλατύπους ο Περιττοδάκτυλος

3. Εξ Ιωνίας



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen Δανίας 1 Απριλίου 2009

buzz it!

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

Η Συνταγή των Θαυμάτων απ' την Ανάποδη και Πώς Σταμάτησαν τα Αυγά να Είναι Μαλλιαρά



Η Συνταγή των Θαυμάτων απ' την Ανάποδη.


Αφού μάθαμε καταλεπτώς πώς κουρεύουμε τα αυγά, ώρα να δούμε και γιατί είναι δύσκολο το κούρεμα ενός αυγού, όπως ήταν πάντα από Κτίσεως Κόσμου από τότε που ο Μεγαλοδύναμος έφτιασε το τυρί, τον τραχανά, τη σκούπα και άλλα πολλά καλούδια, μεγάλη η χάρη Του και δοξασμένο το όνομά Του.




Marc Chagall, Les Fiancés de la Tour Eiffel (Οι Αρραβωνιασμένοι του Πύργου του Άιφελ), 1913


Πώς σταμάτησαν τα αυγά να είναι μαλλιαρά.


Ήφκιασε ο Θιος το κτηματάκι Του, φύτεψε και τα δεντράκια Του κι ήβαλε τσ' αγγέλους να καλλιεργήσουν το σιτάρι, το κριθάρι και το καλαμπόκι. Είχε τα τυριά Του και τα βουτύρατά Του στο κελάρι και τότε κάθεται και συλλογάται και λέει:

-Καλός ο τραχανάς, μπάρε μ', αλλά και μια χυλοπιτίτσα φουρνιστή, διόλου κακή ιδέα.

Πάγει τότε στ' αγγέλους Του και τούς λέγει το και το, να με φκιάσετε σήμερα να φάγω χυλοπίτες.

-Θεουλάκη μου, οι χυλοπιτίτσες θένε αυγά για να ζυμωθούνε.

Το γύρισε, το παίδεψε και τότε ήφκιασε το κοκόρι και την κότα.

Πάγει το λοιπόν το κοκόρι, κουτουπώνει μια κότα, βεντουζώνει τ' αχαμνά του στα δικά τση, η κότα καθόντανε, και μετά από λίγο σφίγγεται κι ιδρωκοπάει κι αμολάει ένα αυγουλάκι. Την άλλη μέρα ξανασφίγγεται, να κι άλλο ένα.

Τα πρώτα αυγουλάκια της όρνιθας ήσαντε μαλλιαρά, ένεκα που απάνω στον Παράδεισο έκαμε και ψόφο κι οι φωτιές δεν καλοδουλεύγανε, γιατί ο Οξαποδώ δεν είχε μετακομίσει ακόμη στο λεβητοστάσιο. Το μαλλίν τωνε όμως ήτονα πολύ και γινότανε και τζίβα, καθόσον και τα γατσούλια παίζανε με τ' αυγά κι έτσι πιάνανε ψείρες και κορέους.

Οι αγγέλοι ήσαντε σιχασιάρηδες κι είπανε του Μεγαλοδύναμου να κάμει κάτι διά να λύσει το πρόβλημα. Τότε Aυτός χτένισε τ' αυγουλάκια με πετρέλαιο, καθώς και τα πούπουλα της όρνιθας διά να τα απολυμάνει και να ψοφήσουνε και οι κόνιδες. Παιδεύτηκε όμως στο χτένισμα των αυγών πολύ και Τον έπιασε τσαντίλα και λέγει στον Αρχάγγελό Του:

-Πιάσ' τ' αυγό και κούρευτο με την ψιλή!

Αλλά με το κούρεμα και το πολύ πετρέλαιο πότισε τ' αυγό και το πετσί τση κότας κι ύστερις του κοκόρου κάθε που τη βεντούζωνε, κι έτσι από τότες τα αυγά βγαίνουνε καραφλά.



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 11 Mαρτίου 2009

buzz it!

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

Τροφή, Μυστικά Τσελεμεντέ, Η Συνταγή των Θαυμάτων και λοιπές Αλχημείες.

Βάζεις το κρέας στο ταψί κι όταν γίνει λουκούμι, προσθέτεις το μανεστράκι να ψηθεί στη σάλτσα ή την πατάτα που παίρνουν όλη την ουσία του κρέατος κι είναι θελκτικότερα του ίδιου του κρέατος. Όταν τα τρως, λαίμαργα ή αργά, το στόμα σου γεμίζει ευωδιές, ουσίες, συνουσίες, ώσεις στον οισοφάγο, παλινδρομήσεις στο έντερο. Τρέφεσαι.

Πηρούνι - κουτάλι, μπρος - πίσω, πάνω - κάτω, με ρυθμό, με την ανάσα σου να συντονίζεται στην κατάποση, όμοια όπως και οι κινήσεις του αυτιστικού ή του νανουρίσματος. Και πέρα - πέρα και γύρω - γύρω, με τα ρουθούνια ανοιχτά, με τις κόρες των ματιών διεσταλμένες, τους ήχους να χάνονται, τους ήχους να έρχονται, αφού παιχνιδίσουν με δυο μπούκλες απ' τα μαλλιά της Βερενίκης στον ουρανό, και Βερενίκη σημαίνει και Vera Icon: αληθής εικόνα.

Τα πιπέρια στη θέση τους κι είναι απαραίτητα τα πιπέρια, γιατί πες μου τα πιπέρια σου να δω τη μαγεριά σου, γιατί για τα πιπέρια γίνανε πόλεμοι κι εκστρατείες, όμοιες με της Τροίας, για την κάψα. Και δεν είναι καθόλου επουσιώδης η κάψα. Είναι το non plus ultra και το αδειανό πουκάμισο της Ελένης ήταν, όσο να πεις, καλοϋφασμένο, γιατί δεν υπάρχει ζωή και συνέχειά της χωρίς ηδονή.

Έπειτα είναι και το αλάτι και το λέει κι ο δάσκαλος ο Άντερσεν. Ήτανε λέει σε μια πόλη της Ρωσίας ένας πλούσιος έμπορος με τρεις γιους, το Φεντόρ, το Βάσια και τον Ιβάν. Οι δυο πρώτοι προκομένοι και μοχθηροί, ο τρίτος ακαμάτης -αλλά αγαθιάρης, που κέρδισε χρυσάφι πολύ και την όμορφη κόρη του Τσάρου για γυναίκα και σώθηκε χάρη σ' έναν γίγαντα, επειδή απάντησε στην ερώτηση: "Ποιο είναι το πιο πολύτιμο πράγμα της γης και της θάλασσας;" Και ο Ιβάν απάντησε: "Μα το αλάτι, φυσικά" και χάρη στο αλάτισμα των φαγητών τρώγανε πια όλοι νόστιμα φαγητά και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Αν σου πέσει πολύ αλάτι στο φαγητό, ρίχνεις στην κατσαρόλα μια - δυο πατάτες. Αυτές τραβούν το περίσσιο αλάτι, γιατί οι πατάτες έχουν αυτό το κρυφό προσόν: να γίνονται αποθήκες της περισσευούμενης νοστιμιάς. Μόνο αυτό το τελευταίο δικαιολογεί τον Ιωάννη Καποδίστρια που έβαλε χωροφυλακή να φρουρεί τις πατάτες που εισήγαγε, πέραν του παιδαγωγικού τρυκ να καταστήσει επιθυμητό το απαγορευμένο. Να αναρωτιέται κιόλας δηλαδή κανείς, αν η απαγόρευση της βρώσης μήλων στον κήπο της Εδέμ ήταν κι αυτό στα παιδαγωγικά κολπάκια του Μεγάλου Γιαχβέ, γιατί η παράβαση είναι αναγκαιότητα, αρκεί να είσαι διατεθειμένος να πληρώσεις την ύβρη σου, για να κάνεις την περίφημη υπέρβαση.


Frans Francken II, Eine Hexenküche (Κουζίνα Μαγισσών), 1610, Kunsthistorisches Museum, Βιέννη

Κάποτε, στο τσακίρ κέφι επάνω, κάθησα και σκάρωσα τη συνταγή των θαυμάτων. Λέει:

Πώς κουρεύουμε ένα αυγό σε 5 πρακτικά βήματα. Μαγειρικές προτάσεις.

Yλικά

-Χάος
-Έρως
-Φίλτρο
-Αυγό
-Χρόνος

Εκτέλεση

1. Εν αρχή ην το Χάος. Και εκ του Χάους γεννήθη ο Έρως. Και δύο ενώνονται εις σάρκα μίαν και κάνουν ένα Αυγό.

2. Μέριμνά μας το αυγό να βγάλει μαλλιά, για να μπορούμε να του περιποιηθούμε και την κόμμωση. Οδηγίες για την αντιμετώπιση της φαλάκρας στα αυγά βρίσκονται στο τεύχος του Αστερίξ, «Αστερίξ ο Γαλάτης», ήγουν: Ο αιχμάλωτος στο ρωμαϊκό στρατόπεδο Πανοραμίξ ο Δρυΐδης αντί να παρασκευάσει το φίλτρο της δύναμης στους Ρωμαίους, φτιάχνει το φίλτρο κατά της τριχόπτωσης. Άρα;

3. Φτιάχνουμε το Φίλτρο!!!
Δηλαδή; Το φίλτρο πρέπει να είναι το λάθος φίλτρο.

4. Πασαλείβουμε το αυγό με το φίλτρο και περιμένουμε το σωστό Xρόνο, ώστε να φτάσουν τα μαλλιά του αυγού στο επιθυμητό μήκος.

5. Κατόπιν, το κουρεύουμε με μεθόδους που μπορούν να ποικίλλουν. Βλέποντας την ταινία «Η ωραία του Κουρέα» ή την όπερα «Ο Κουρέας της Σεβίλλης».

ΠΡΟΣΟΧΗ: Το αυγό μας δε θα πρέπει να είναι κλούβιο!

Με τα σωστά φίλτρα και το λάθος χρόνο δεν έγινε τίποτα σπουδαίο στην Ιστορία των Ανθρώπων. Αλλά, αν δεν υπάρχει έρωτας, ξέχνα τα θαύματα, αγόρι.




© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 9 Mαρτίου 2009

buzz it!

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

Γεννητούρια ενός Πολιτικού Blog και Ιστολογικοί Προβληματισμοί επί gadgetακίων.



Ludmilla Balfour, Premier, Galerie Gerly, Κοπεγχάγη


Α. Γεννητούρια.


Νέο Πολιτικό Ιστολόγιο.

Ένα νέο πολιτικό ιστολόγιο προέκυψε μέσα από τον προβληματισμό και τις ανησυχίες bloggers επ' αφορμή της ανάρτησης του Σπίθα Μη Δημοσκοπικές Αντιλήψεις περί του Φωτός και της συζήτησης που επακολούθησε στα σχόλια για τη βαθειά πολιτική κρίση και την απαξίωση των θεσμών και την ανάγκη για επαναπροσδιορισμό του ρόλου της Αριστεράς με ποιοτική αναβάθμιση του πολιτικού της λόγου και πράξης και με βασικές αρχές την καταδίκη του Σταλινισμού σε όλες τις εκφράσεις του, που πέρα από τα άλλα έχουν σχέση και με την βία, με την ενοχοποίηση της διαφορετικής γνώμης ή την αποδοχή της ενοχής για τη διαφορετική γνώμη. (Βλέπε και Fausto Bertinotti του κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς).

Συντάκτες στο νέο Ιστολόγιο που φέρει τον τίτλο ΕΥ-ΩΝΥΜΑ. Συν-ώνυμα και Αντ-ώνυμα, ο Σπίθας κι εγώ, ενώ ενδέχεται και συμμετοχή και άλλων ιστολόγων από τον επόμενο μήνα, οι οποίοι και χαίρουν του σεβασμού και της αποδοχής μας κι έχουν την ίδια με μας οπτική ματιά στα προβλήματα της κοινωνίας και στο ρόλο που σε αυτά οφείλει να παίξει η Αριστερά.


Προσδιορισμός.

Μιλάμε εξ' αριστερών, και ασκούμε κριτική εξ' αριστερών. Επιθυμούμε να κρατήσουμε στο blog αυτό υψηλή ποιότητα, οπότε και τα σχόλια οφείλουν να παραμείνουν πολιτικά και οι πολιτικές διαφωνίες να μην πέφτουν στο επίπεδο του λαϊκισμού και το παρα-πολιτικό.

Κρίνουμε λοιπόν ή διαφωνούμε με σαφή λογική επιχειρηματολογία και όχι με γνώμονα τις προσωπικές μας συμπάθεις ή αντιπάθειες.

Η μπλογκόσφαιρα έχει γεμίσει με αμφισβητούμενα και φασίζοντα sites που κινούνται από έναν αριστερίστικο προσανατολισμό έως τα πλαίσια μιας ευτελούς προπαγάνδας, πιάνοντας το σφυγμό των μαζών και επιθυμώντας κοινό ή / και σπεκουλάροντας ταυτόχρονα τις πραγματικές αρχές της Αριστεράς

Οι άλλες τάσεις:

-οι επαγγελματίες (συνήθως απολίτικοι) εθελοντές
-οι λαϊκιστές με τον αμετροεπή καταγγελτικό λόγο
-οι ακροδεξιοί εθνικιστές
-οι παράφρονες, που βλέπουν παντού συνωμοσιολογικά σενάρια
-οι στρατευμένοι προπαγανδιστές της κομματικής γραμμής
-οι αμφισβητητές των πάντων, αρνητές των πάντων και επικριτές των πάντων
-η μειοψηφία: (ελάχιστα) ποιοτικά blogs, που ανεξαρτήτως του πολιτικού χώρου που προσδιορίζονται καταφέρνουν να κρατήσουν στο λόγο τους υψηλό επίπεδο
-οι ομαδούλες με τους κολλητούς που μπλοκάρουν, εάν ένας εκτός της παρέας υπεισέλθει με προβληματισμό, με αποτέλεσμα να εκλαμβάνεται ως ο παρείσακτος, εάν δε συμφωνεί με όλα όσα ο ιστολόγος πρεσβεύει και να περιθωριοποιείται απ' την ομάδα και τα κολλητάρια.

Η Αριστερά ξεχώριζε κάποτε για την κουλτούρα της και την αισθητική της στον πολιτικό λόγο και αυτήν την κουλτούρα και αισθητική δηλώνουμε αποφασισμένοι να διαφυλάξουμε και να προβάλλουμε. Η θολοκουλτούρα υπήρξε πάντα εχθρός της αληθινής κουλτούρας.

Όσο για την πολιτική κοσμοθεωρία είναι γράμμα κενό, όταν δε συνοδεύεται από βιοθεωρία. Και δεν μπορεί κανείς να πολιτικολογήσει, εάν δεν έχει ο ίδιος ξεκαθαρίσει το σύστημα αξιών του.




Β. Ιστολογικά – (Βρε, βρε! Ένα gadgetάκιον!)


Gadgets από το Blogger στην υπηρεσία των Ιστολόγων.

Μέσα στις διευκολύνσεις και τα εργαλεία που μας προσφέρει ο Blogger και ένα νέο gadget με ορατή προβολή των αναγνωστών του blog. Kατόπιν ωρίμου σκέψεως το αφαίρεσα από την παρασελίδια στήλη:

1) Γιατί δεν πιστεύω ότι μπορεί να είναι δείκτης κατ' ανάγκην πραγματικών αναγνωστών του blog (πολλοί επιλέγουν να είναι αναγνώστες όλων σε μία τάση να τα έχουν καλά με όλους).

2) Γιατί ενδέχεται να είναι δείκτης αποτρεπτικός στους αναγνώστες (ιδίως σε ένα πολιτικό blog), όταν ο πολιτικός προσανατολισμός των αναγνωστών αυτών είναι συγκεχυμένος.



Widgets «φιλανθρωπικά».

Δηλώνω βαθειά σκεπτικίστρια σε όλα τα widgets: Από την εικόνα της Αμαλίας Καλυβίνου έως και τις φυλακές και από τα οικολογικά έως αυτά που μάχονται για την ελευθερία του λόγου. Εάν όντως κάποιες αρχές μας προσδιορίζουν, τότε τα widgets αυτά είναι περιττά. Για προπαγάνδα; Αυτός που θέλει να είναι ενεργό μέλος μιας ομάδας θα το πράξει.

Μέσα από δυόμιση χρόνια ιστολογικής ιστορίας γνώρισα ιστολόγους – οικολόγους και ακτιβιστές επί της ουσίας, που έφτιαξαν λίμνες σε βουνά συγκροτώντας ομάδες εθελοντών, έστρωσαν με σχιστόλιθους κακοτράχαλα μονοπάτια σε μέρη αδιάβατα, καθάρισαν αγκάθια σε μέρη δυσπρόσιτα και ούτε μία φορά δε διανοήθηκαν να πουν ότι έπραξαν με γνώμονα την οικολογική τους συνείδηση (καραμέλα στα στόματα όλων όσοι θέλουν να αυτοαποκαλούνται ευαισθητοποιημένοι). Αγαπούν τον τόπο τους και θεωρούν αυτονόητο να τον προστατέψουν και να αναδείξουν την ομορφιά του με μέσα που τους παρέχονται από την Πολιτεία μηδαμινά. Αυτούς τους τρεις ιστολόγους τους ξεχωρίζω για το ήθος τους (σπάνια εμφανίζονται ως σχολιαστές, αλλά όταν εμφανίζονται παίζουν ρόλο καταλύτη), για το χιούμορ τους και το βαθύ ρομαντισμό τους που δεν τον ευτελίζουν με αισθηματολογίες και κενές αερολογίες.

Υ.Γ. Τέλος να ανακοινώσω ότι θα απουσιάσω για αόριστο χρονικό διάστημα από τα δρώμενα της μπλογκόσφαιρας. Πέραν της Αριστεράς, οφείλω και εγώ να επαναπροσδιορίσω το ρόλο μου επιστρέφοντας στη Δανία. Αδυνατώ να βρω τη Μούσα μου εν Ελλάδι, και μιας και τα παραμύθια γεννιώνται ως ανάγκη προς παραμυθίαν ψυχής, κουράστηκα να αυτο-παραμυθιάζομαι, απ' τη στιγμή που τα παραμύθια των άλλων έχουν το χαρακτήρα του πομφόλυγα. Οι ποιητές απεβίωσαν ή νοσούν βαρέως.



© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 19 Ιανουαρίου 2009

buzz it!

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2008

Το Ζευγάρι Που Νίκησε Το Θάνατο

Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσει
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.

Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει,
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.

Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι,
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.

Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.


Λορέντζος Μαβίλης, Λήθη, από Tα ποιήματα, Ίδρυμα Kώστα και Eλένης Oυράνη 1990)


Όταν οι νεκροί διαβαίνουν τον Αχέροντα για να πάνε στον Κάτω Κόσμο, πίνουν νερό απ' τον ποταμό της Λήθης για να ξεχάσουν τη ζωή τους στη γη κι όλους τους τους συγγενείς και τους αγαπημένους φίλους. Έτσι, οι νεκροί δεν πεθυμούν λέει τους ζωντανούς. Γι' αυτό και ο Οδυσσέας, όταν χρειάστηκε να κατέβει στον Κάτω Κόσμο στη ραψωδία λ της Οδύσσειας για να επικοινωνήσει με τις ψυχές της μάνας του -της Αντίκλειας, του Αχιλλέα, του μάντη Τειρεσία και του συντρόφου του -Ελπήνορα, τούς δίνει πρώτα να πιουν αίμα από πρόβατο που θυσίασε.


ΛΗΘΑΡΓΟΣ ΠΑΕΙ ΝΑ ΠΕΙ: Ο ΤΗι ΛΗΘΗι ΤΑΧΥΣ






Eugène Delacroix, Η Βάρκα του Δάντη, 1822, Louvre, Παρίσι



Ζούσε στα χρόνια τα παλιά ένα αντρόγυνο πολύ αγαπημένο. Ο Νικόλας με την Αννιώ. Μάτι όμως φθονερό έπεσε πάνω στ' αντρόγυνο κι έπεσε θανατικό κι αρρώστησε η Αννιώ κι αδυνάτισε κι έλυωνε σαν το κεράκι κι απόθανε νεώτατη αφήνοντας το Νικολή απαρηγόρητο.

Έκλαιγε ο φουκαράς ο Νικόλας και δεν ημπόργιε να το χωνέψει πώς έμεινε χήρος έτσι αναπάντεχα κι έχασε το ταίρι του, κι επήγαινε καθημερνώς στο μνήμα της και μοιρολογούσε κι έλεγε:

-Κυρά μου ομορφοπλέξουδη με τα μεγάλα μάτια
απόθανες και μ' άφησες μονάχο να σε κλαίγω
κι εγίνηκε η καρδούλα μου σαρανταδυό κομμάτια
σε ποιον να πω τον πόνο μου; Μόνε τον Χάρο ψέγω

Με τα πολλά τον απάντησε μια μέρα στο νεκροταφείο η Κατίγκω, η μάγισσα.

-Άει, βρε Νικόλα, μου σκίζεις, μπάρε μ' την καρδιά, έλα το βράδυ απ' την καλύβα μου να πιούμε μιαν αλισφακιά.

Σφούγγισε ο Νικόλας τα μάτια του κι είπε εντάξει.

Το βράδυ έφτασε και πάγει ο Νικολής στης Κατίγκως κι ήπιανε δυο τσίπουρα και με τα πολλά του λέγει η Κατίγκω:

-Γιε μου, υπάρχει τρόπος να ξανασμίξεις με τη γυναίκα σου.

-Ποιος;

-Θα πας στο μνήμα αποπάνω στου φεγγαριού τη χάση και θα σφάξεις ένα κοκόρι. Κράτα το αίμα του σ' ένα λαγήνι και τότε θ' ανοίξει μια τρύπα στο μνήμα και θα δεις την είσοδο του Άδη. Μη φοβηθείς τις σκιές μηδέ το μαύρο σκύλο με τα τρία κεφάλια, μόνε δώστου να πιει λίγο αίμα κοκόρου και μετά θα δεις τον αφέντη του Κάτω Κόσμου και θα σε πει αυτός καταπώς να κάμεις.

Αναπήδησε από χαρά η καρδιά του Νικόλα και σα χάθηκε το φεγγάρι πάγει στο κοτέτσι κι αρπάζει έναν βαρβάτο κόκορα. Πάει και στο νεκροταφείο και τονε σφάζει πάνου απ' το μνήμα της Αννιώς. Κι άνοιξε ξάφνου μια τρούπα μεγάλη με μια σκάλα όλο στροφές και τηνε κατέβηκε ο Νικόλας μέχρι κάτου κι είδε και το φοβερό σκύλο με τα τρία κεφάλια. Χωρίς να φοβηθεί του δίνει να πιει απ' το αίμα του κοκόρου κι ηρέμισε το σκυλί κι ήρθε στην πόρτα ένας παραγιός του αφέντη Χάρου.

-Τι θες από τα μέρη μας εσύ ο ζωντανός;

-Να δω τον αφέντη σου.

-Ακολούθα με.

Και φτάνει ο Νικολής μπροστά στο θρόνο του αφέντη Χάρου.

-Άρχοντά μου, το και το, δεν ημπορώ να ζήσω χωρίς το γυναικάκι μου, κάλλιο πάρε με και μένα.

-Νάτη η γυναίκα σου, τηνε βλέπεις;

-Τηνε βλέπω.

-Τράβα δώστης να πιει απ' το αίμα του κοκόρου να σε θυμηθεί και κανονίστε τα. Θα σε ακολουθήσει ως πάνω, βάρδα μη γυρίσεις να την κοιτάξεις πριν ανεβείς τη σκάλα και φτάσεις πάλε πάνω στη γης. Πρόσεξε καλά.

Και πάγει ο Νικολής κι έδωσε στην Άννα να πιει αίμα κοκόρου κι ευθύς τον αναγνώρισε εκείνη κι έπεσε με δάκρυα στην αγκαλιά του.

-Αχ, βρε Αννιώ! Τι μου 'κανες και μ' άφησες το δόλιο μοναχό μου;

Βάνει κι η Αννιώ τα κλάματα και του λέγει:

-Θα 'ρθω μαζί σου και θα μείνουμε για πάντα μαζί. Όμως κάθε μέρα πρέπει ο καθένας να πίνει απ' το αίμα του άλλου κι έτσι τίποτα πια δε θα μας χωρίσει.

Τ' ορκίστηκε ο Νικολής και την έπιασε τότε απ' το χέρι κι εκείνη τον ακολουθούσε ανεβαίνοντας τη σκάλα κι ούτε μια φορά δε γύρισε να την κοιτάξει από φόβο μην τηνε χάσει πάλε ξανά.

Κι επήγανε σπίτι τους κι επήρε ο Νικολής μια βελόνα κι ετρύπησε το δάχτυλό του και το δάχτυλο της γυναικός του κι ήπιε ο καθείς απ' το αίμα του άλλου.

Κι αυτό κάνανε κάθε μέρα και χαιρόντουσαν την αγάπη τους.

Και τότε χορέψανε τ' άστρα στους ουρανούς κι ανέτειλε ο ήλιος απ' τη δύση.

Περάσανε χρόνια πολλά και ζούσε η Άννα με το Νικολή ευτυχισμένοι κι ήσαντε πάντα νέοι και ωραίοι, όπως την πρώτη μέρα που συναντηθήκανε. Μα είδανε οι χωριανοί πως τούτοι εδώ δε γερνούσανε ούτε μέρα, ενώ εκείνοι γερνάγανε και πεθαίνανε κι είπαν πως είναι βουρβούλακες και πως πίνουν το αίμα των ζωντανών και τους διαολέβουν. Κι ένα βράδυ κινήσανε να πάνε να τους κάψουνε ζωντανούς.

Μα τους επήρε ο Νικολής χαμπάρι και πήρε την Άννα κι εφύγανε γοργά απ' το χωριό και ζήσανε κρυμμένοι πότε στην καλύβα της Κατίγκως και πότε στα δάση και στ' ακροσπήλια. Κι όλο γυρνούσαν τον κόσμο εκεί που δεν τους ήξερε κανείς κι ακόμη και σήμερα γυρίζουνε τον κόσμο και δε ζουν για πολύν καιρό πουθενά. Λένε μάλιστα πως όπου να 'ναι θα φανούνε κι από τα μέρη μας. Εκείνη τη μέρα τ' άστρα θα στήσουνε χορό στους ουρανούς κι ο ήλιος θ' ανατείλει απ' τη δύση.





William Blake, Mercy and Truth are met together, Righteousness and Peace have kissed each other, Victoria and Albert Museum, Λονδίνο


A l’alta fantasia qui mancò possa;
ma già volgeva il mio disio e ‘l velle,
sì come rota ch’igualmente è mossa,
l’amor che move il sole e l’altre stelle

Dante Alighieri, La Divina Commedia, Paradiso XXXII, 142 – 145 [1]


Το παραμύθι αφιερώνεται στη μνήμη των προπάππων μου, Πάνου Σκοταρά και Κατερίνας το γένος Αθανασίου. Σαν πέθανε η γιαγιά η Κατερίνα γρήγορα την ακολούθησε στον τάφο κι ο παππούς ο Πάνος απ' τον καημό του.

______________

Σημείωση


[1] Kι εδώ το σθένος νίκησε τη μεγάλη φαντασιά
αλλά ήδη γύριζε την πεθυμιά μου και τη βούληση
σαν της Μοίρας τον τροχό που όμοια γυρίζει
η Αγάπη που κινεί τον ήλιο και τ' άλλα αστέρια.

Μτφρ. δική μου


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 29 Νοεμβρίου 2008

buzz it!

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

«Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ»

«Πάντες οι της ελληνικής παιδείας μετέχοντες Έλληνές εισι» – Ισοκράτης




Γιάννης Τσαρούχης, 1940, Για την Ποιητική Συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη «Προσανατολισμοί»



Υπάρχουν ανά τον κόσμο Έλληνες. Κι εντός της Ελλάδας Έλληνες, Ελληναράδες, Γραικοί και Γραικύλοι.

Έλληνας όμως δεν είναι ο ιθαγενής μήτε ο γαλουχημένος με τα εθνικά ιδανικά Ελληναράς, ο «μαγκάκος», ο «η Ελλάδα δεν πεθαίνει, ρε», αλλά και ούτε η φαιδρή εκδοχή φασιστοειδών εθνικιστών που υπεραμύνονται για τη διαφορετικότητα του ελληνικού κυττάρου (βλέπε θεωρίες Λιακόπουλου, Πλεύρη και Σία).

Έλληνας είναι ο σκεπτόμενος άνθρωπος, ο διανοητής.

Έλληνας είναι ο της ελληνικής παιδείας μετέχων. Όχι απαραίτητα ο μελετητής όλων των αρχαίων ελληνικών συγγραμμάτων.

Αλλά, αν η ελληνική παιδεία επικεντρώνεται στο ουμανιστικό ιδεώδες, τότε Έλληνας είναι ο βαθιά και απροκάλυπτα ανθρωπιστής.

Έλληνας είναι αυτός που καταδίκασε την αποδιδόμενη στον Αλκιβιάδη (έξυπνου και προικισμένου κατά τα άλλα Αθηναίου) βεβήλωση των Ερμών και του απέδωσε ευθύνες για τα λάθη του στη Σικελική Εκστρατεία.

Έλληνας ήταν ο Κλείτος ο Μέλας, ο στενός φίλος του Αλεξάνδρου που τού έσωσε τη ζωή στο Γρανικό και ως πραγματικός του φίλος δε δίστασε να τον ψέξει για τρυφηλή ζωή και να στιγματίσει τη γλοιώδη συμπεριφορά των κολάκων που τον περιτριγύριζαν, για να χάσει τελικά τη ζωή του στη Σαμαρκάνδη απ' το χέρι του ευεργετηθέντος μεγάλου στρατηλάτη.

Έλληνας είναι ο λιτοδίαιτος, ο παράγων αρμονία μέσα από την αφαίρεση.

Έλληνας είναι ο αμφισβητητής, αλλά και ο μη – μισαλλόδοξος.

Ελληνίδα ήταν η Μαντώ Μαυρογένους που ξόδεψε όλη της την περιουσία στον αγώνα για τη λευτεριά και πέθανε στην ψάθα.

Έλληνας είναι αυτός που δε βιάζεται να μιλήσει, πριν ακούσει.

Έλληνες ήταν οι Αθηναίοι που απευθύνθηκαν στον Παύλο στον Άρειο Πάγο κι όταν εκείνος χρησιμοποίησε στωϊκή φιλοσοφία για να τους προσεγγίσει του απάντησαν: «Αυτά που μας λες τα γνωρίζουμε, αλλά θα έρθουμε και αύριο να σε ακούσουμε». Όχι, δεν εκόμισε ο Παύλος καμιά γλαύκα εις Αθήνας, όταν κήρυττε το νέο θεό. Κι όχι, ο βωμός «τω αγνώστω Θεώ» δεν ήταν ο βωμός στο Γιαχβέ. Ήταν ο βωμός των αγνωστικιστών στο θείο. Απλώς οι Αθηναίοι θέλησαν για μια ακόμη φορά να ταχθούν θετικά απέναντι στην ιδέα ενός σωτήρα. Ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά. Έκτοτε πολλοί σωτήρες εμφανίστηκαν. Κι αποδείχθηκαν ζούφιοι.

Για να αγαπήσουμε τον άνθρωπο, είναι καλό να γνωρίζουμε ότι σωτήρες δεν υπήρξαν ποτέ οι άνθρωποι. Απλώς μαρτυροποιούνται όσοι πεθαίνουν νωρίς.

Πιο καλά να εξανθρωπίζεσαι πιστεύοντας σε κάποιες ιδέες. Όσο για τους θεούς, «απέσβετο και λάλον ύδωρ»...







© Eλένη Καλλιανέζου, Αθήνα 15 Νοεμβρίου 2008

buzz it!

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

Η Μαρίδα και το Βλίτο

Eρυθρόμορφος κιονωτός κρατήρας του ζ. του Μελεάγρου, αθηναϊκής προέλευσης. Χρονολογείται μεταξύ 400 και 300 π.Χ και βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο του Δουβλίνου, α.ε. 217956. Εικονίζεται σκηνή συμποσίου με συμποσιαστές, κάποιοι εκ των οποίων παίζουν κότταβο[1], μοτίβα με τροφή, Μαινάδα, σατύρους, και Έρωτα. Η φωτογραφία προέρχεται από το Αρχείο Βeazley, Classical Art Research Centre.


Ζούσε πολύ παλιά στην Αρχαία Αθήνα μια κοπελιά που τηνε λέγανε Μαρίδα και ήτονα έξυπνη πολύ και τσαχπίνα κι αρεσκόντανε να κόβει τσάρκες στο Φάληρο, μ' ένα τσούρμο μικρά παιδιά που τηνε παίρνανε αποπίσω και την εβάζανε στη μέση, γιατί τότες δεν ήτο πρέπον οι γυναίκες να βγαίνουνε μόνες τους όξω, εξόν κι αν ήτανε για δουλειά παστρική.

Στη Μαρίδα άρεζε πολύ το κολύμπι. Πέταγε τα ρούχα της και δώστου βουτιές στ' ανοιχτά, μαζί κι η πιτσιρικαρία.

Μια μέρα την επήρε χαμπάρι ένας άντρας βλάκας κι επαρμένος, ο Βλίτος κι ούλο ετριγύριζε στις παραλίες, γιατί του εμπήκαν στο μυαλό σκέψεις πονηρές.

Τούτη όμως πάντα του ξεγλίστραγε σαν το ψάρι μαζί με τα παιδιά.

Μια και δυο πάει ο Βλίτος και ζητάει απ' τους ψαράδες ένα δίχτυ κι ανοίγεται με το βαρκάκι του μια νύχτα κι αμόλησε το δίχτυ κρυφά.

Πάει η Μαρίδα με τα παιδόπουλα την άλλη μέρα για κολύμπι και πιάνεται στα δίχτυα του Βλίτου του τρισκατάρατου. Και πολεμώντας να λευτερωθεί με τα μικρά επνίγηκε, μαζί και τα πιο πολλά παιδιά.

Τότες οι θεοί τη μεταμορφώσανε με τα παιδιά σε ψάρια. Κάποια απ' τα μικρότερα γλιτώσανε, γιατί καταφέρανε να το σκάσουν κολυμπώντας, ανάμεσα απ' τις τρύπες του διχτιού μεταμορφωμένα σε ψάρια. Το Βλίτο για την κακία του το μεταμορφώσανε οι θεοί σε χορτάρι με κοτσάνι σκληρό.


Οι ψαράδες ηύρανε την επαύριο στ' ανοιχτά ένα δίχτυ γεμάτο ψάρια και τα πουλήσανε στο λιμάνι της Ζέας και τα δοκιμάσανε οι νοματαίοι στο τηγάνι και τα βρήκανε νόστιμα πολύ.

Κι εβγήκανε κι οι γυναίκες παγανιά σε χωράφια και μαζέψανε το χόρτο, το βλίτο. Το δοκιμάζανε ωμό, αλλά δε μασιόντανε. Το καθαρίσανε απ' το χοντρό βλαστάρι και το βράσανε κι εβάλανε από πάνου λαδόξυδο κι είδανε ότι πάει με τις τηγανητές μαρίδες. Ακόμη όμως και σα χορτάρι ο Βλίτος τιμωρήθηκε σκέτος να είναι άνοστος, αν δεν υπάρχει στο τραπέζι και μαρίδα τηγανητή.


Η θάλασσα του Φαλήρου εγέμισε απ' τα καινούργια ψάρια, τις μαρίδες, που πολλαπλασιαστήκανε από εκείνα τα παιδιά που γλιτώσανε παλιά απ' το δίχτυ του Βλίτου.

Από τότες οι ψαράδες βγαίνανε συχνά και ψαρεύανε μαρίδες, που γίνανε τόσο ονομαστές, ώστε δε λογιζόντανε γλέντι, αν δεν υπήρχε στο τραπέζι και μαρίδα του Φαλήρου.

____________________________

[1] Για τον κότταβο βλέπε πληροφορίες εδώ


-Aφετηρία κι έμπνευση για το παρόν παραμύθι το γεγονός ότι χθες, 24 Οκτωβρίου 2008, τηγάνησα μαρίδες! Το γεγονός είναι κοσμοϊστορικό για δυο λόγους:

α) Ότι ξανάρχισα να μαγειρεύω ύστερα από σχεδόν δύο χρόνια.

β) Ότι τηγάνησα ψάρια για τρίτη φορά μέσα σ' ένα δίμηνο.

Μέσα σ' όλα τ' άλλα, γνωστό ότι αδυνατώ να διαχειριστώ την καθημερινότητά μου χωρίς να είμαι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο φευγάτη, κι έπειτα θεώρησα ότι ήταν πρέπον κάποιος να γράψει ένα παραμυθάκι για τη μαρίδα, γιατί αδικείται απ' τη μυθοπλασία.



© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 25 Οκτωβρίου 2008


giati de me 8es ku...

buzz it!

Τρίτη 29 Ιουλίου 2008

ΕΠΕΙΓΟΝ ΜΗΝΥΜΑ

Σοβαροί οικογενειακοί λόγοι με υποχρεώνουν να ταξιδέψω αύριο για Ελλάδα και για χρονικό διάστημα που δε δύναμαι να προσδιορίσω. Πρόσβαση σε υπολογιστή θα είναι από δύσκολη έως αδύνατη.
Ευχαριστώ θερμά τους πάντες που συμμετέχετε στο σχολιασμό των αναρτήσεων, προσθέτοντας ο καθένας τη δική του πινελιά, ώστε κάθε ανάρτηση να μην παραμένει στην ανάρτηση, αλλά να την υπερβαίνει στα σχόλια και (μέσα στις όλες μου ιδιοτροπίες), όπου κάλλιστα μπορούμε να συνεχίσουμε κουβέντα επί σοβαρού ή να παίξουμε, ακόμη και στις παλιές αναρτήσεις, χωρίς να χρειαστεί να ανατυπωθούν, αναθεωρώντας όπου χρειάζεται. Και μέσα απ' το παιχνιδίζειν μπορούμε να καταλήξουμε σε κάτι βαθύ. Η σοβαροφάνεια είναι μόνο για τους "δήθεν". Ο πραγματικά σοβαρός έχει και χιούμορ και γνωρίζει και να διασκεδάζει τα δεινά του.
Όσοι έχετε διαβάσει όλο μου το ιστολόγιο και όλα τα σχόλια, ίσως θα έχετε αντιληφθεί ότι το πρόσωπο που βρίσκεται πίσω απ' το ψευδώνυμο Αστερόεσσα έχει παραπάνω της μιας πτυχής.
Γελάει, θυμώνει, κλαίει, σαρκάζει, παίζει, σκέφτεται, φτιάχνει παραμυθάκια και ιστοριούλες με το τίποτα, γράφει σα μανιακή, αμφιβάλλει, είναι γεροπαράξενη και φαντασιόπληκτη, είναι ανικανοποίητη, είναι τελειοθήρας, αλλά παραμένει μια αδιόρθωτη ρομαντική ξεροκέφαλη που πιστεύει ακόμη στις νεράιδες και στα πλασματάκια που μπορούν να ζουν μέσα σ' ένα κουκούτσι βερυκοκιάς και στην ομορφιά που ο καθένας κρύβει μέσα του - ακόμη και σε σπαργώσα κατάσταση, αρνούμενη πεισματικά να δεχθεί νόρμες, κλισέ και δόγματα και πολεμώντας με το δικό της τρόπο την ασχήμεια.

Με την αγάπη μου σε όλους που εμφανίζονται σχολιάζοντας και σ' αυτούς που δεν εμφανίζονται και απλώς διαβάζουν.

Ελένη Καλλιανέζου

Η παρούσα ανάρτηση θα σβηστεί από το ιστολόγιό μου, άμα τη επιστροφή μου σε ομαλές συνθήκες.

(Πιθανόν και να μην τη σβήσω τελικά, μόνο και μόνο επειδή... μου το είπε ο b|a|s|n\i/a)

Υ.Γ. O εν λεοντή θηρίου primitif αποικιακός κι εδώδιμος σπηλαιάνθρωπος μου επεσήμανε στα σχόλια ότι ξέχασα να αναφέρω μέσα στις πτυχές μου και ότι το ξύνω. Δε μας διευκρίνησε βεβαίως τι, οπότε και συμπληρώνω: Ξύνω το κεφάλι μου, να κατεβάσω ιδέες. Βοηθάει.

buzz it!

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Oι Αρχικοί Σπόροι

Εκείνη.

Χειραφετημένη, ανεξάρτητη, femme fatale, με ταλέντο στην πένα και πολυγραφότατη, θυμική και παράφορη, η ψυχή των πάρτυ, ευφάνταστη, διαζευγμένη από τον κατά τουλάχιστον τριάντα χρόνια μεγαλύτερο σύζυγό της, τον οποίο και παντρεύτηκε στα 35 της, όχι από πρεμούρα για το γάμο, αλλά γιατί στη δεκαετία του ’50 οι συγγενείς και οι φίλοι την έφαγαν ότι «προορισμός της γυναίκας είναι να παντρεύεται και να κάνει παιδιά». Είχε ενδώσει στις προτροπές, μήνα Οκτώβρη του 1959 και τον παντρεύτηκε στον Ορθόδοξο Μητροπολιτικό Ναό της Βιέννης, αφού πρώτα έκανε πολιτικό γάμο στο Ρατχάουζ. Γιατί Βιέννη; Γιατί γνωρίστηκαν στη Βιέννη, εκείνος κοσμοπολίτης συνταξιούχος δημοσιογράφος, καλής οικογένειας, πρόσφυγας απ’ τ’ Aϊβαλί με τα γαλλικά του και παρέες με διανοούμενους της εποχής, bon viveur. Όταν γνωρίστηκαν, εκείνος είχε δεσμό με μια χήρα, την οποία και εχώρισε αυθωρί για τα μάτια και τα κάλλη της μαμάς μου. Επιπλέον, σε μια εκδρομή στις Αυστριακές Άλπεις, εκείνος παρολίγο να χάσει τη ζωή του σε κάτι γκρεμνά στην προσπάθεια να κόψει ένα εντελβάις για να της το προσφέρει. Εγκαταστάθηκαν στην Εκάλη και είχαν και σκυλί, τη Λάικα. Ο γάμος δεν τους φτούρησε πάνω από τρία χρόνια. Η μαμά ήθελε νύχτες χρωματιστές, που ο εις απόσυρσιν σύζυγος δεν μπορούσε να της προσφέρει. Εξάλλου, είχε μάθει να είναι το επίκεντρο της προσοχής, να σφάζονται για χάρη της, να πηγαίνει εκδρομές, να της γράφουν ποιήματα, γλύπτες να της φτιάχνουν την προτομή και ζωγράφοι το πορτραίτο, και κανταδόροι να της κάνουν καντάδες κάθε βράδυ, όταν εκείνη δεν έλειπε σε κάποιο γλέντι ή πάρτυ ή εκδρομή για να δει την ανατολή του ήλιου και κοιμόταν σπίτι της νωρίς.

***

Εκείνος.

Κατά δεκατρία χρόνια μικρότερός της. Από την επαρχία[1], απολυμένος από την Αστυνομία κατά τα Ιουλιανά, όταν τα έβαλε με τον Καραπαναγιώτη[2]. Περιοδεύων βιβλιοπώλης. Πλασιέ. Με λατρεία στα βιβλία και πολυδιαβασμένος· από αρχαίους συγγραφείς, Ιστορία, Φιλοσοφία, Λογοτεχνία, Αστρονομία, Φυσική. Άσχημος ως άντρας, ψηλός, με μεγάλο μέτωπο και μύτη γαμψή, υπέροχα χέρια, βλέμμα διεισδυτικό, δεινός ρήτορας που ήξερε να μαγνητίζει το κοινό του, εξαιρετικά ευφυής και με συνδυαστική φαντασία, ετοιμόλογος, γοητευτικός και απίστευτα ερωτικός.

***

Γνωρίστηκαν σε πάρτυ στα τέλη του ’65. Έγιναν εραστές. Το ειδύλλιο παράφορο, κάποια στιγμή αποφάσισαν να παντρευτούν.

Ο γάμος θα έβρισκε αντίθετη την οικογένειά του (κυρίως λόγω της διαφοράς ηλικίας τους) και θα αντιμετώπιζε προβλήματα, αν και φημολογείται ότι εκείνο τον καιρό διατηρούσε και ερωτική σχέση με μεγαλοεκδότρια, η οποία δε θα έπρεπε να μάθει κάτι για τη γυναίκα η οποία επρόκειτο να γίνει η μητέρα μου.

Η εποχή που αποφάσισαν να παντρευτούν, Μάρτης του 1966, έπεφτε μέσα στη Σαρακοστή, κι εκείνη την εποχή η εκκλησία δεν πάντρευε σε περίοδο Σαρακοστής. Έπειτα λοιπόν από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες να παντρευτούν στην Αθήνα, κανονίζουν να παντρευτούν στην Ελασσόνα, όπου και ο άντρας ο οποίος επρόκειτο να γίνει πατέρας μου θα ταξίδευε για δουλειές μ’ έναν συνάδελφο και με κοινό αυτοκίνητο, το αυτοκίνητο του συναδέλφου.

Η μαμά έβαλε σε μια βαλίτσα ένα κοντό λαμέ φόρεμα και παράγγειλε γόβες κεντητές με ασημοκλωστές –με τα παπούτσια είχε ψύχωση, αγόραζε τουλάχιστον δύο ζευγάρια την εβδομάδα ή παράγγελνε να της τα φτιάξουν με ειδικό καλαπόδι που ήταν φτιαγμένο στο πόδι της- και πήγε και τον βρήκε.

Ο άνδρας που επρόκειτο να γίνει ο πατέρας μου λέει στο συνάδελφό του:

-Μπορώ να έχω το αυτοκίνητο μόνος μου για σήμερα;

-Ψώνισες καμιά Λαρισινή;

-Ναι, του απαντάει εκείνος.

Πηγαίνουν στην εκκλησία, εκείνη με τα λαμέ της, εκείνος με τζην. Σ’ ένα λουστράκι του δρόμου γυάλισε τα παπούτσια του εκείνος για να είναι ευπρεπής.

Ο παπάς άρχισε τις εικασίες:

-Η κοπέλα πρέπει να είναι πλουσιοκόριτσο κι εσύ φτωχό παιδί και δε σε θέλουν;

Κρυφογέλασαν, αλλά ένευσαν «ναι», για να ξεμπερδεύουν. Βρήκαν και μια τυχαία, τη Λόλα και την έκαναν κουμπάρα.

Κάποιοι άσχετοι παριστάμενοι τους πέταξαν ρύζι και τους ευχήθηκαν καλούς απογόνους. Έριξαν και μπόλικο ρύζι μέσα στο αυτοκίνητο.

Το ρύζι όμως θα ήταν προδοτικό, και ο άνδρας ο οποίος επρόκειτο να γίνει πατέρας μου κρατούσε το γάμο κρυφό απ’ τους πάντες, άρα κι απ’ το συνάδελφο (ίσως λόγω της πιθανής του σχέσης με την εκδότρια). Πηγαίνει λοιπόν σε ένα μπακάλικο και αγοράζει σπόρους[5] διάφορους: φασόλια, φακές και ρεβύθια, πήρε μια χούφτα απ’ το κάθε είδος και τα σκόρπισε στο αυτοκίνητο.

Η γυναίκα που επρόκειτο να γίνει μητέρα μου τον ρώτησε γιατί.

-Αν με ρωτήσουν, επειδή δεν προλαβαίνω να καθαρίσω το αμάξι απ’ τα ρύζια, θα δικαιολογηθώ ότι ψώνισα τρόφιμα και μου έσπασαν οι σακούλες, της αποκρίνεται.

Εκείνη γέλασε.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα συνέχισαν τη ζωή τους κανονικά. Εκείνη δήλωσε στη δουλειά της το γάμο, και συνέχισε να μένει με τους γέρους γονείς της. Εκείνος συνέχισε να μένει στο σπίτι που είχε νοικιάσει με τ’ αδέρφια του και προσποιήθηκε ότι δε συνέβαινε τίποτα.


Aνεβασμένη σε εξωμειωτή πλώρης, ντυμένη νάυαρχος. Η «θάλασσα» πρέπει να είχε φουρτούνα, γιατί το δεξί χέρι της μαμάς μου με στηρίζει. (Ίσως από φόβο μη με πάρουν τα κύματα).

Κάθε βράδυ, ο άνδρας ο οποίος επρόκειτο να γίνει ο πατέρας μου και η γυναίκα η οποία επρόκειτο να γίνει η μητέρα μου έβγαιναν με την κοινή τους παρέα. Στο μεταξύ εκείνος είχε αποκτήσει και δικό του αυτοκίνητο, ένα Τάουνους.

Μετά από την έξοδο, εκείνος, ως ο διαθέτων αμάξι, επέστρεφε στα σπίτια τους όλες τις κυρίες (μαζί και την εκδότρια), το ίδιο όπως πρώτα, και ομοίως πήγαινε τη μητέρα μου στο σπίτι της, πρώτη απ’ όλους, κατ’ απαίτησιν της εκδότριας, που κάτι είχε αρχίσει και ψυλλιαζόταν.

Όταν τελείωνε με τις διανομές ερχόταν έξω απ’ το σπίτι της και κόρναρε. Εκείνη, συνεννοημένη από πριν, έβγαινε, έμπαινε στο αμάξι και πάταγαν γκάζι. Σταθμός κάποιο ξενοδοχείο στη Ραφήνα ή τη Χαλκίδα όπου έβγαζαν τα μάτια τους. Εκείνη μετά πήγαινε κατευθείαν για δουλειά.

Η γιαγιά, η Μαρίκα[3] αγόρασε κουφέτα να τρατάρει τις αδερφάδες της για το γεγονός, να της ευχηθούν.

Η Σμαρώ[4] γκρίνιαζε:

-Αμάν με την κόρη σου! Εμείς να μην τηνε φιλήσομε νύφη, μπρε; Τη μια μας παντρεύεται στη Βιέννη, την άλλη Ελασσόνα;

Κάθε βράδυ πάρτυ κι εκδρομή και ξενοδοχείο.

Κάποια στιγμή αποφασίζουν να κάνουν και διακοπές μαζί. Τις πρώτες τους. Πήγανε λοιπόν το καλοκαίρι του 1966 στη Σάμο κι ύστερα από μερόνυχτα πάθους αποφάσισαν, παντρεμένοι όντες, να συμβιώσουν.

Κι ήρθε εκείνος που επρόκειτο να γίνει πατέρας μου στο σπίτι εκείνης που επρόκειτο να γίνει η μητέρα μου «με ένα τρύπιο σώβρακο και τρεις κάλτσες», όπως έλεγε αυτή η οποία επρόκειτο να γίνει η γιαγιά μου. Κι όταν χειμώνιασε για τα καλά, κάποιο βράδυ, τέλη του ’66 ή αρχές του ‘67 ένα σπερματοζωάριό του συνάντησε ένα ωάριό της κι ύστερα από μήνες εννέα, ένα απόγευμα του Οκτώβρη ήρθα στον κόσμο και αντίκρυσα αυτόν που έγινε πατέρας μου και εκείνην που έγινε η μητέρα μου.
_________________________________________________________
[2] Βλέπε ανάρτηση Ο Πατέρας από το Μέλλον
[3] Βλέπε ανάρτηση Εξ Ιωνίας

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 17 Ioυλίου 2008

buzz it!