Κυριακή 16 Απριλίου 2017
Ο Αυγερινός κι η Πούλια
Σάββατο 15 Απριλίου 2017
Αποδράσεις για το Τριήμερο
Δε χρειάζεται καν να κλείσεις εισιτήριο με την ταχεία, πας με το κανονικό τρένο που τρέχει περίπου 5 AU την ώρα και φθάνεις στον Ποσειδώνα σε περίπου 6 ωρίτσες, βάλε και τις στάσεις ενδιάμεσα 7,5 ώρες αντί για 4,5 και σου 'ρχεται και πιο φθηνά. Για πολλά πολλά δεν είναι, έχει όμως ωραίο χρώμα, μπλε του κοβαλτίου κι άφθονο μεθάνιο, που ναι μεν δε μυρίζει ωραία, αλλά είναι ένα κι ένα για τους ρευματισμούς.
Η διαμονή κοστίζει το κατιτίς της, αν όμως πλέκεις, ράβεις ή κεντάς κατά το ταξίδι και εκμεταλλευτείς το χρόνο σου επωφελώς, μπορείς να τη βγάλεις και σχεδόν τζάμπα. Για τις ταχύτητες σαλιγκαριού, σαν της αφεντιάς μου, πάλι δεν υπάρχει πρόβλημα, γιατί μέσα στο τρένο αναπτύσσεις αναγκαστικά ταχύτητες τουλάχιστον ένα παρσέκ την ώρα. Φτάνουν και περισσεύουν να φτιάξεις σκουφιά και κασκόλ για όλα τα όντα του πλανήτη, στη δε επιστροφή φτιάχνεις, αν θες, και δαντέλα που να ενώνει όλους τους πλανήτες μεταξύ τους, γιατί η παλιά σχίστηκε σε πολλά σημεία κι έχει γίνει πια κουρέλι.
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009
Θανατικό μας πλάκωσε...
Τη Τζέρρυ όταν τη ρωτούσαν σε ποια σχολεία και πανεπιστήμια φοίτησε έλεγε: «Στη ζωή, στα βιβλία και στο Ίντερνετ».
Η Τζέρρυ ήταν ευφυΐα, με σκοτεινό χιούμορ και μεγάλη καρδιά κι ένοιωσα μ’ αυτήν εξαρχής μεγάλη συγγένεια. Η Τζέρρυ ήξερε να μοιράζει απλόχερα αγκαλιές χωρίς να λέει πολλά. Στη Τζέρρυ άρεσε η ντομάτα με ρίγανη και η φέτα. Τη Τζέρρυ όταν τη ρωτούσαν τα συμβατικά, τι της αρέσει, τι μουσική ακούει, ποιες είναι οι συνήθειές της έλεγε: «Τα σκυλιά μου μού λένε πως μ’ αγαπούν. Μου αρέσει να κοιτάζω ηλιοβασιλέματα και τ’ αστέρια. Μου αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο ανάμεσα στα δέντρα, τον άνεμο που ξέρει τ’ όνομά μου».
Οι σημειώσεις του Walt Whitman στο ποίημά του “O Captain! My Captain!”, που έγραψε το 1865 για το θάνατο του Λίνκολν.
Η Τζέρρυ άφησε εντολή να μην τη θρηνήσουμε. Είπε «γέλα και όλος ο κόσμος θα γελά. Θρήνησε και θα θρηνείς μονάχος».
Η Τζέρρυ είπε «Carpe Diem»· «Όχι μόνο Carpe Diem», της λέω, «αλλά και Carpe Noctem» και τότε έσκασε στα γέλια και είπε «Carpe Diem atque Carpe Noctem».
Τη Τζέρρυ την αγάπησα πολύ. Τη Τζέρρυ την αγαπώ πολύ, όπως αγαπώ και όλες τις σκιές μου.
Για τη Τζέρρυ, O! Captain! my Captain!, Καπετάνισσα.
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 10 Ioυνίου 2009
Σάββατο 4 Απριλίου 2009
Η Αριθμητική στη Σελήνη κι ένα Ταξίδι στην Αφροδίτη
Τα πράγματα δυσκολεύουν στην αφαίρεση: 54 – 5 = 4. Αλλά 54 – 2;
Ο πολλαπλασιασμός είναι επίσης εύκολος∙ για το 2 επί 3, βάζεις το δύο πάνω σε ένα τρία, δηλαδή έτσι: ⅔, οπότε 675 επί 368 μας κάνει κλάσμα, που στον αριθμητή του έχει το 675 και στον προνομαστή το 368.
Η διαίρεση είναι διαβολική. Κάτι σαν την αφαίρεση, γιατί ένας αριθμός είναι όμορφος ως έχει κι αν τον κατακερματίσεις, του χάλασες όλη τη μαγεία του. Αλλά τελοσπάντων, πες ότι έχεις ένα 666 που θες να το διαιρέσεις με το 13. Πας σε 13 σεσημασμένους λωποδύτες και τους λες: «Να ένα 666. Βουτήχτε απ’ αυτό, ό,τι μπορεί ο καθένας». Κάπως έτσι λύνεις το πρόβλημα, αλλά αν δεν έχεις λωποδύτες πρόχειρους, δε χρειάζεται να κάνεις και διαίρεση, οπότε όλα συνεχίζουν να είναι αρμονικά και η μαγεία στη θέση της.
Το μοναδικό δύσκολο πρόβλημα στη ζωή είναι οι αφαιρέσεις. Μένεις με μια συνεχή απορία τι να αφαιρέσεις και από πού. Αφαιρείς, ας πούμε, από έναν ζωντανό την ανάσα κι αυτός πεθαίνει. Του αφαιρείς τα μάτια και τυφλώνεται. Του αφαιρείς ένα πόδι και κουτσαίνει. Αν αφαιρέσεις όμως τα ξερόκλαδα από ένα μονοπάτι στο βουνό, προφυλάσσεις το δάσος από τη φωτιά, αν αφαιρέσεις ένα σάπιο δόντι από έναν άνθρωπο, ανακουφίζεται. Οι τελευταίες είναι από τις εύκολες, τις οφθαλμοφανείς αφαιρέσεις, όπως το 54 – 5.
Όπως όμως και να ‘χε το πράγμα με τις αφαιρέσεις και τις διαιρέσεις, όταν είσαι στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού δεν έχεις και πολλά να αφαιρέσεις ούτε νοιάζεσαι να διαιρέσεις, εκτός αν έρθεις σε επαφή με τους Φεγγαράκηδες, οι οποίοι όμως δεν πολυσκοτίζονται για κοινωνικότητες.

Max Ernst, Les Hommes n’en sauront rien (Απ’ αυτό οι άνθρωποι δε θα ξέρουν τίποτα), 1923, Τate Gallery, Λονδίνο
Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού έχει σκοτάδι, αλλά το πρόβλημα λύνεται εύκολα, γιατί η τροφή στο φεγγάρι περιέχει πολύ φώσφορο, που σε κάνει και σένα να φωσφορίζεις, οπότε δεν υπάρχει ποτέ κίνδυνος να γκρεμοτσακιστείς. Θες να πας παρακάτω, βάζεις το χέρι σου μπροστά κι αυτό φέγγει. Σ’ αυτό βέβαια βοηθάει και το βάρος. Αν είσαι 48 κιλά, στο φεγγάρι ζυγίζεις μόλις οκτώ. Ωραίος αριθμός το 8. ΄Οταν ξαπλώνεις, γίνεται άπειρο. Έτσι, όσοι σκέφτονται να έρθουν στο φεγγάρι θα είναι καλό να μην είναι βαρύτεροι από 48 κιλά. Διευκολύνονται και τα ταξίδια.
Τη σκοτεινή πλευρά του Φεγγαριού οι άνθρωποι την αποφεύγουν, το ίδιο όπως αποφεύγουν τους ίσκιους κι αυτό γιατί ποτέ δεν έμαθαν γι’ αυτούς (και λόγω απέχθειας για τα σκουλήκια που είναι γνώστες όλων των μυστικών των σκιών). Όμως τα σκουλήκια κάνουν πάντα όλη τη βρωμοδουλειά που αρνούνται να κάνουν οι άνθρωποι, οι τελευταίοι αυτό το αναγνωρίζουν, αλλά δεν αρέσκονται να έρχονται σε επαφή μαζί τους, και μένει το πάνω από τη γη στους ανθρώπους και το κάτω στα σκουλήκια και στην Ιστορία των Σκιών. Αν μετακομίσεις όμως στη σκοτεινή πλευρά του Φεγγαριού για λίγο, αρχίζεις να μυείσαι στις σκιές, χωρίς να χρειάζεται να ανατρέχεις για βοήθεια στα σκουλήκια της γης.
Σκιές έχουν και οι αριθμοί. Το μηδέν και όλοι οι αριθμοί με αρνητικό πρόσημο που πλησιάζουν στο μηδέν είναι φωτεινοί αριθμοί. Οι πολύ απομακρυσμένοι σκουραίνουν, παίρνουν τα χρώματα του χειμώνα του Βορρά και είναι χαμένοι στην ομίχλη, αλλά όσο πλησιάζουμε στο -∞ πλησιάζουν προς το λευκό. Γίνονται δηλαδή μη-χρώμα. Αντίθετα, όσο πλησιάζουν στο +∞ τείνουν να γίνουν μαύρο, δηλαδή όλα τα χρώματα. Αυτό βέβαια δε σημαίνει καθόλου ότι η διαβάθμιση στις σκιές των θετικών αριθμών είναι ομαλή. Ενώ, φερειπείν, το 11 έχει ένα φωτεινό κιτρινομπέζ χρώμα από λαδομπογιά, οι αριθμοί από το 20 ώς το 30 σκουραίνουν πολύ. Μετά ξανοίγουν πάλι. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στη μελέτη της Ιστορίας. Όλος ο όψιμος Μεσαίωνας δεν είναι τόσο σκοτεινός που να δικαιολογεί την ονομασία «Σκοτεινοί Χρόνοι». Αντίθετα ο Διαφωτισμός είναι σκούρος μπλε και ίσως όχι και τόσο φωτισμένος. Ο 19ος αιώνας πάλι είναι περί τα μέσα του ροζ, οι αρχές του 19ου μεταξύ πράσινου και μουντού βεραμάν κ.ο.κ. Άρα, στη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης μπορείς να μελετήσεις Ιστορία μια χαρά παρακολουθώντας τις σκιές και τα χρώματα. Το ίδιο μπορείς να μελετήσεις και μουσική∙ οι νότες έχουν χρώματα. Αρμονικοί ήχοι δίνουν μια πληθώρα χρωμάτων και σχημάτων πουαντιγιστικού ή αφηρημένου χαρακτήρα, κακοφωνίες και θόρυβοι ανακατέβουν όλα τα χρώματα και μουντζουρώνουν τα πάντα. Αλλά, εκεί που το φεγγάρι είναι σκοτεινό, δεν διατρέχεις τέτοιο κίνδυνο, γιατί ζεις μόνο εσύ κι οι Φεγγαράκηδες κι αυτοί σε προειδοποιούν πότε κάνεις θόρυβο, γιατί έρχονται και σου τρώνε το φαΐ, οπότε αρχίζει και σου λείπει απ’ τον οργανισμό ο φώσφορος, παύεις να είσαι φωσφοριζέ και όλο σκουντουφλάς.
Ένα απόγευμα αποφάσισα ν’ αφήσω για λίγο το Φεγγάρι (κρύωνα κιόλας) κι είπα να πεταχτώ μέχρι την Αφροδίτη να ζεστάνω το κοκαλάκι μου. Φόρεσα παπούτσια μπαλλαρίνας τζαζ χορού κι άρχισα να κάνω γκέλες. Το να φτάσω στην άλλη πλευρά ήταν παιχνιδάκι. Μετά, τεντώθηκα – τεντώθηκα (βοήθησε και η εξάσκησή μου στη γιόγκα) κι εκτινάχθηκα στο διάστημα, αλλά κάτι δεν πήγε καλά κι άρχισα να πέφτω και να πέφτω... Κι έπεσα στη Γη και πωπώ! Πόσο είχα βαρύνει! Άντε τώρα να κάνω γκέλες για την Αφροδίτη! Βρε αμάν, βρε δώστου, τίποτα! Νοικιάζω κι ένα σπίτι κι άρχισα να κάνω ασκήσεις πτήσης. Μηδέν αποτέλεσμα. Αλλάζω λοιπόν διατροφή, μήπως έφταιγε αυτό. Κόβω τα μαγειρευτά κι αρχίζω να τρώω ωμά φρούτα, γιαούρτι και μέλι και να πίνω ζωμούς. (Ο ζωμός πικροράδικων ζεστός με λεμόνι βοηθάει πολύ). Ύστερα άρχισα λίγο – λίγο εξάσκηση να ξαναβρώ πώς πετάνε. Άρχισα από τα βασικά: Ανεβαίνοντας σε σκαμνί και πηδώντας στο έδαφος. Μια, δυο, τρεις, άρχισε η πτώση να επιβραδύνεται, να γίνεται σα slow motion. Μετά δοκίμασα τις καρέκλες, ύστερα το γραφείο. Πιο ψηλά δε δοκίμασα, γιατί με κάλεσαν για φαγητό κάποιοι Γήινοι και μονομιάς έχασα ό,τι είχα καταφέρει με κόπο. Με λυπήθηκαν όμως κάποιοι Αφροδιτιανοί τουρίστες και με πήραν μαζί τους κι έφτασα σε έναν τόπο ηφαιστειακό και πολύ ζεστό, που οι κάτοικοι της Γης με την ελλιπή τους γνώση ονόμαζαν κέντρο της Κολάσεως, ένεκα κάποιων μύθων τους ότι τάχα μου η Αφροδίτη είναι ο Εωσφόρος, το άστρο του Διαβόλου. Και κάθομαι εδώ και κάνω σάουνα. Κι όταν χάσω τα περιττά κιλά, λέω να πάω προς τον Ουρανό που έχει περίεργη τροχιά και περιστρέφεται γύρω από τους ισημερινούς του, ένεκα περιεργείας πώς να ‘ναι να περπατάς πλάγια και να κοιμάσαι όρθιος.
Mediæval Bæbes, "I am Eve", Album The Rose
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 4 Απριλίου 2009
Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008
Του Θεού το Τυροκομειό
Δευτέρα 19 Μαΐου 2008
Η Κυρά της Γης κι ο Αφέντης των Άστρων
Ήγγικεν, της είπανε, η ώρα και πια δεν πάει άλλο. Όταν πια κουράστηκε ν’ ακούει πως είναι κόρη της παντρειάς, έπεσε σε βαθύ συλλογισμό ποιος να της πρέπει τάχα γι’ άντρας… Ο κυρ αφέντης Ήλιος θα την έκαιγε, ο γιος του Φεγγαριού τρώει κρέας ανθρωπινό, ο σιορ Χιονιάς θα ‘ κανε τα κρινοδάχτυλά της να ξυλιάζουν, ο άρχοντας Πόντος θα την κλείδωνε στα γαλάζια παλάτια του… Μόνο ένας, ένας μόνο ο άξιος κι ήταν απ’ άλλους κόσμους, κι ήταν ο Αφέντης των Άστρων. Κοίταζε λοιπόν τον ουρανό κι έλεγε:-Άρχοντά μου, Κύριέ μου και των Άστρων Κυβερνήτη,
γέλασέ μου, μίλησέ μου, κι αν το θες τραγουδήσέ μου
είμαι η Κυρά της Γης,
λυγερή, πρασινομάτα και των τραγουδιών τεχνίτρα
κι άμα η δική σου χάρη ανταμώσει τη δική μου,
θα γενούνε κι άλλα άστρα, για να φέγγουν, να φλογίζουν
και των ουρανών τους δρόμους περισσά να τους φωτίζουν.
-Άρχοντά μου, Κύριέ μου και τον άστρων Καπετάνιε,
γέλασέ μου, μου μίλησέ μου, κι αν το θες τραγούδησέ μου
είμαι η Κυρά της Γης.
Λυγερή, πρασινομάτα και των υφαντών τεχνίτρα
κι άμα η δική σου χάρη ανταμώσει τη δική μου
κι άλλα άστρα θα σου φάνω σ’ ένα μαγικό χαλί,
που το μέλλον θα σου λένε, όποτε τους το ζητήσεις
κι όλα ‘θε να τα γνωρίζεις, κι όλα θα τα διαφεντεύεις
και στον πόλεμο θα είσαι πάντα συ ο νικητής.
Ο Αφέντης όμως των Άστρων ήταν σε συμβούλιο με το σιορ Χιονιά, τον κυρ αφέντη Ήλιο, το γιο του Φεγγαριού και τον Άρχοντα Πόντο και πάλι δεν άκουγε την Κυρά της Γης.
Τρίτη φορά πάλι υψώνει εκείνη το βλέμμα στον ουρανό και λέει:
-Άρχοντά μου, Κύριέ μου και τον άστρων Βασιλιά
γέλασέ μου, μίλησέ μου, κι αν το θες τραγούδησέ μου
είμαι η Κυρά της Γης,
λυγερή πρασινομάτα και των δέντρων η αφέντρα
κι άμα η δική σου χάρη ανταμώσει τη δική μου,
κάθε δέντρο θα καρπίζει με αθάνατους καρπούς,
που αν τους φας δε θα πεθάνεις μήτε συ μήτε και τ’ άστρα
και στον άπαντα αιώνα συ θα είσαι πάντα νέος,
όμορφος κι αντρειωμένος, ξακουστός και δοξασμένος.
Τούτη τη φορά όμως ο Αφέντης των Άστρων είχε γυρίσει απ’ τα συμβούλια και τα διαβούλια κι έτυχε ν’ ακούσει το τραγούδι της Κυράς της Γης απ’ τ’ ανοιχτό παραθύρι του εκεί που έπινε τ’ αγαπημένο του ρακόμελο. «Φαντάσου και να γίνει αλήθεια, λέει μέσα του, πωπώ, γλέντια και χαρές εις τον αιώνα που τέλος δεν έχει!»
Μια και δυο σελώνει το άλογό του και τραβάει κατά το σπίτι της Κυράς της Γης.
Περιμένει λοιπόν ν’ ακούσει το τραγούδι κοντοστέκεται κι ακούει:
-Άρχοντά μου, Κύριέ μου, της καρδιάς μου Πορθητή,
γέλασέ μου, μίλησέ μου κι αν το θες τραγούδησέ μου
είμαι η Κυρά της Γης
κι άμα γίνω και δική σου, συ θα γίνεις και θεός
και τις Μοίρες θα ορίζεις γεννημάτων και αστέρων.
Έλυωσε ο Αφέντης των Άστρων στο άκουσμα των λόγων και σπηρούνησε τ’ άλογό του να συναντήσει την Κυρά της Γης μια ώρα αρχύτερα...
-Άρχοντά μου, Κύριέ μου, άντρα μου αστραποβόλε
φίλησέ με και θα γίνεις των συμπάντων συ ο Κύρης...
Και τρέχει ο Αφέντης των Άστρων να δώσει στην Κυρά της Γης εκείνο το φιλί, μες στη λαχτάρα. Την ώρα που τα χείλη του ακούμπαγαν τα δικά της, του λέει η Κυρά της Γης:
-Άρχοντά μου, Κύριέ μου και των Άστρων Κυβερνήτη
Της Αχερουσίας Λίμνης είμαι εγώ η Οδηγός
και στο Χάροντα Αφέντη έλαβα την προσταγή
σήμερα να σ’ οδηγήσω.
Πάγωσε ο Αφέντης των Άστρων που αντί αθάνατος θα πέθαινε εκείνο το ίδιο βράδυ, μα το φιλί πια το είχε δώσει.
Κι η Κυρά της Γης τον τύλιξε με τη μαύρη κάπα της κι από τότε τ’ αστέρια πεθαίνουν. Αλλά κάτι απ’ τη λάμψη του αφέντη των άστρων έμεινε στο παλάτι του στον ουρανό, κι έτσι γεννιούνται ακόμη κι άλλα αστέρια.
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 19 Μαΐου 2008
Σάββατο 10 Μαΐου 2008
Έστωσαν άστρα!
1 + 1 = ΕΝΑ ή ΟΥΔΕΝ ή 2 ή ΤΡΙΑ ή 11
Λες φερειπείν: «έστω ένας κύκλος». Και δε συνειδητοποιείς ότι αυτό το «έστω» δεν είναι καθόλου συγκαταβατικό, παρά μια προστακτική ενεστώτα του ρήματος «ειμί». Προστάζεις έναν κύκλο να αποκτήσει υπόσταση. Από εκεί και πέρα παίζεις κατά το δοκούν, αλλά πάντα σύμφωνα με κάποιους κανόνες που προαποφασίζονται.
Το ίδιο γίνεται και στη μουσική. Δεν είναι τυχαίο που Μουσική και Μαθηματικά βρίσκονται τόσο κοντά στη θεωρία τους. Ίσως ήταν αυτό που έσπρωξε ασυνείδητα τον Πυθαγόρα να παντρευτεί τη Θεανώ, που ήταν μουσικός, κατά τον ίδιο τρόπο που ο Μανόλης Ανδρόνικος παντρεύτηκε μια γυναίκα που άκουγε στο όνομα Ολυμπιάς, κι αυτό πολύ πριν ανακαλύψει τον τάφο του Φιλίππου του Β’.
Αν μετάνοιωσα για ένα πράγμα στη ζωή μου, είναι που δεν έμαθα μαθηματικά. Να μπορώ να λέω «έστω ένας κύκλος» και να γεννιέται ένας κύκλος...
Το μόνο που με παίρνει να πω είναι «έστωσαν άστρα!» και να γεννιούνται κι άλλα αστέρια. Κι έχω την υποψία πως απόψε στ’ αλήθεια γεννήθηκαν καινούργια αστέρια. Ρωτήστε όποιον αστρονόμο θέλετε και θα σας το βεβαιώσει επιστημονικά.
© Αστερόεσσα ή Ελένη Καλλιανέζου

