Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αστέρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αστέρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Ο Αυγερινός κι η Πούλια

Μια φορά κι έναν καιρό σ' ένα μακρινό νησί, ζούσε μια χήρα, η Αστέρω, με την κόρη της, την Πούλια, που ήτονα έμορφη πολύ κι είχε τις χάρες ούλες, κι ήτονα και καλή και γνωστική και προκομμένη. Η Πούλια αγάπαγε πολύ τη μάνα της που ξενόπλενε για να την αναστήσει και ποτέ χατήρι δεν της χάλαγε. 

Ήρθανε όμως χρόνια δίσεκτα και χαλεποί καιροί κι έπεσε λοιμός μεγάλος στο νησί κι αρρωστήσανε πολλοί και πεθάνανε κι αρρώστησε κι η μάνα της Πούλιας. Γιατρό δεν είχανε μαθές τα χρόνια εκείνα, μόνο τη μάγισσα Κατίγκω που ήξευρε τα βότανα κι έφτιαχνε απ' αυτά φάρμακα κι αλοιφές κι ήτονα και σοφή. Πάει λοιπόν η Πούλια στην Κατίγκω, "το και το, βόηθα με καλή γιαγιά, η μάνα μου πεθαίνει".

-"Αχ, κόρη μου", της λέει η Κατίγκω, "για την αρρώστια αυτή ένα μοναχά φάρμακο υπάρχει, που κανείς δεν μπορεί να το φέρει".

-"Ποιο, μάνα;", ρωτά η Πούλια.

-"Πρέπει να πας να φέρεις τρία δάκρυα. Ένα από τον Ήλιο, ένα απ' τη γυναίκα του, το Φεγγάρι κι ένα από το γιο τους τον Αυγερινό".

-"Και πώς, μαθές θα πάω στον Ήλιο και το Φεγγάρι;"

-"Αυτό δεν το ξεύρω", της λέγει η Κατίγκω. "Μόνη σου θα να τόβρεις".



Την έπιασε την Πούλια απελπισιά και πάει κλαίγοντας στο εικόνισμα της Παναγιάς και παρακαλούσε μ' όλη της την ψυχή να τη βοηθήσει η χάρη Της να βρει το δρόμο για το αρχοντικό του Ήλιου και του Φεγγαριού. Εκεί που παρακαλούσε κι έκλαιγε, αποκάμωσε και τηνε πήρε ο ύπνος. Και βλέπει στον ύπνο της την Παναγιά την Οδηγήτρα  ντυμένη καλογριά, να την παίρνει απ' το χέρι και να την πηγαίνει στη θάλασσα το δειλινό και να της δείχνει το μονοπάτι του Ήλιου μες στη θάλασσα και ύστερα η Παναΐα στ' όνειρο εχάθη.

Ξύπνησε ευθύς η Πούλια, ετοίμασε φαΐ, άφησε της μάνας της τη φροντίδα σε δυο γειτόνισσες, παίρνει μαζί της προσφάι και μόλις πήρε ο ήλιος να γέρνει, τρέχει γραμμή στην ακροθαλασσιά, λύνει απ' τους κάβους τη βάρκα της κι αρχίζει κουπί στο μονοπάτι του Ήλιου. 

Βυθίστηκε όμως ο ήλιος κάτω απ' τη θάλασσα και το μονοπάτι του Ήλιου εχάθη. Τηνε πήρε την Πούλια το παράπονο κι άρχισε να κλαίει και τα δάκρυά της πέφτανε στη θάλασσα. Τηνε λυπήθηκε η θάλασσα και της έστειλε δυο δελφινάκια. Γιατί κλαις; Το και το! Δώσε μας το προσφάι σου και θα σε πάμε εμείς. Ε, τι να κάμει; Τους το 'δωκε.


Παίρνουν τα δελφίνια στην πλάτη τους τη βαρκούλα και την αράξανε στο λιμανάκι έξω απ' του Ήλιου τα παλάτια. Πάει η Πούλια μια και δυο στον Ήλιο και του λέγει:

-"Καλέ μου Ήλιε άρχοντα και χρυσοβασιλιά μου,
δώσε μου ένα δάκρυ σου να γιάνει η μαμά μου!"

-"Έχω δει πολλά, δύσκολα κλαίω", της κρένει ο Ήλιος, "τουλάχιστον κέντησέ μου ένα ζευγάρι παντοφλίτσες να μην περπατώ ξυπόλυτος".


Τι να κάμει η Πούλια, πήρε χρυσοκλωστές και βυσσινί μετάξι κι άρχισε να ράβει και να κεντά στον Ήλιο παντοφλίτσες, μα η δουλειά ήτονα πολλή και της πήρε ένα μήνα και την έτρωγε η αγωνία για τη μάνα της.

Βλέπει ο Ήλιος τις κεντημένες παντοφλίτσες και τόσο συγκινήθηκε που πρώτη φορά θνητός του έκανε κι αυτουνού ένα δώρο, που όλο αυτός χαρίζει κι είναι ούλοι αχάριστοι, που κύλησε ένα δάκρυ απ' τα μάτια του και της το 'δωκε της Πούλιας. 

-"Άμε τώρα στη γυναίκα μου", της λέει. 


Πάει η Πούλια στην Κυρα Σελήνη, πέφτει στα γόνατα και λέγει της:

-"Φεγγάρι εσύ καλοκυρά κι αρχόντισσα Σελήνη,
δώσε μου ένα δάκρυ σου να γιάνει η μαμά μου!"

-"Έχω δει πολλά, δύσκολα κλαίω", της αποκρίνεται το Φεγγάρι, "τουλάχιστον πλέξε μου στο τσιγκελάκι μια μπόλια για τα μαλλιά μου!"

Κάμει η κόρη την ανάγκη φιλοτιμία, πήρε ασημοκλωστές κι άρχισε να πλέκει στο Φεγγάρι μπόλια με μαργαριτάρια και φεγγαρόπετρες, μα η δουλειά ήταν πολλή, μήνας στρογγυλός και μέσα της την έτρωγε η αγωνία. 

Βλέπει το Φεγγάρι την ασημένια μπόλια κι ήτανε τόση η χαρά του που πρώτη φορά άνθρωπος χάρισε και σ' αυτό κάτι, που δάκρυσε. Πήρε το Φεγγάρι το δάκρυ και το 'δωκε της Πούλιας.

-"Ευχαριστώ σε, Κυρα Σελήνη", λέγει η Πούλια, "όμως δυο μήνες εδωνά πλέκω, ράβω και κεντώ κι η μάνα μου θ' αποθάνει!"


-"Μη σε νοιάζει, της λέγει το Φεγγάρι, ζει η μάνα σου, αλλιώς κυλάει ο χρόνος εδώ κι οι δυο μήνες ήτανε στη Γη δυο ώρες μοναχά".

Χάρηκε η Πούλια κι έτρεξε στα δώματα του Αυγερινού. Ο Αυγερινός μόλις την είδε από μακριά συνταράχθη όλος, τόσο που τον άρεζε, που η καρδιά του χτύπησε τρελά κι άρχισε να κλαίει και σκούπισε τα δάκρυά του κρυφά και τα φύλαξε.


Προστρέχει του η Πούλια και του λέγει:

-"Κύρη μου, άστρο της Αυγής, άρχοντα Αυγερινέ μου,
δώσε μου ένα δάκρυ σου να γιάνει η μαμά μου!"


Τι να της πει, μπάρεμ ο Αυγερινός, που 'θελε να τηνε κρατήσει κοντά του όσο πιο πολύ γίνεται;  Γυρνάει λοιπόν κι αυτός και τηνε λέγει:



-"Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, δύσκολα κλαίω, θες να μου πλέξεις όμως ένα ζευγάρι γάντια στις βελόνες, που ξεπαγιάζουν τα χεράκια μου απ' τ' αγιάζι βράδυ και πρωί που πρέπει να βγαίνω να φωτίζω;"

-"Να στα πλέξω", του λέγει η Πούλια και πήγε και κούρεψε τα προβατάκια τ' ουρανού που 'ναι γυάλινα και βγάζουν μαλλάκι λαμπρό και διάφανο και το 'γνεσε κλωστή κι έπλεξε  του Αυγερινού στις βελόνες γαντάκια, που 'ταν ζεστά και λαμποκοπούσαν. Η δουλειά ήταν πολλή, η Πούλια την υπολόγιζε στον ένα μήνα, μα ερχόταν στο παραγώνι της ο Αυγερινός και της κρατούσε συντροφιά και της τραγουδούσε με το λαούτο του και κουβεντιάζανε κι ο καιρός κυλούσε πριν να το καταλάβει και περάσανε δυο μήνες. "Άλλες δυο ώρες", σκέφτηκε η Πούλια και λέει μέσα της "δεν πειράζει, είμαι μόνο τέσσερις ωρίτσες εδώ, στο χωριό δεν έχει ακόμη ξημερώσει". 

Όμως, εκειδά πάνου έρχεται βιαστικός ο Ήλιος και της λέγει:

-"Δυο μέρες περάσανε στη Γη κι η μάνα σου πεθαίνει!"

Δίνει βιαστικά ο Αυγερινός το δάκρυ του στην Πούλια, το πήρε η κόρη, την αρπάζει τότε ο Ήλιος με τη χερούκλα του και την κατεβάζει κάτω στο σπίτι της στο νησί. Απιθώνει γοργά η Πούλια τα τρία δάκρυα στην καρδιά της μάνας της και ζωντάνεψε εκείνη.

Έγινε στο χωριό γλέντι τρικούβερτο που ανάρρωσε η Αστέρω χάρη στο ταξίδι της Πούλιας, την Πούλια όμως την έτρωγε το μαράζι για τον Αυγερινό, όμως κουβέντα δεν έλεγε και συνέχισε να είναι καλή κι εργατική.








Προέλευση εικόνας British Library

Πέρασε λίγος καιρός και λέγει μια μέρα η Αστέρω στην κόρη της.

-"Πάνε, κόρη μου να κόψεις ξυλαράκια, πάγω λίγο στο βουνό να μαζέψω ζοχιούς και καυκαλήθρες να τα φάμε σήμερα με ψαράκι.

Πάγει η Αστέρω στο βουνό να μαζέψει χόρτα, όμως ξεπρόβαλε μια οχιά φαρμακερή κάτω από μια πέτρα και τη δάγκωσε και δεν πρόκαμε η κακομοίρα να σώσει ως το χωριό. Την έκλαψε την Αστέρω η Πούλια και μαυροφορέθηκε κι έπιασε το μοιρολόι που για το χατήρι της πήγε ως τον Ουρανό να της φέρει τα δάκρυα του Ήλιου, του Φεγγαριού και του Αυγερινού για να τη γιατρέψει και την έγιανε, αλλά της έμελλε να της αποθάνει από τσίμπημα οχιάς, όμως αυτές ήταν οι βουλές του Θεού και πήγαινε η Πούλια καθημερνώς στο μνήμα της Αστέρως και της φύτεψε βασιλικούς και της άναβε το καντηλάκι.



Μια μέρα, Πάσχα ανήμερα, ήρθανε στο νησί τους πειρατές να κουρσέψουν το έχει ολωνών και πιάσανε και την Πούλια να την πουλήσουν σκλάβα. Την αλυσοδέσαν στο λιμάνι και μαζέψανε κι ούλους τους προεστούς να τους σφάξουν.

-"Αχ, μανούλα μου γλυκιά", στέναξε η Πούλια και ξάφνου έρχεται δίπλα της η μάνα της από τον Άλλο Κόσμο σα φωτεινή σκιά. Της λύνει τα δεσμά και της απίθωσε δίπλα της τις παντοφλίτσες του Ήλιου, την μπόλια του Φεγγαριού και τα γαντάκια του Αυγερινού.

Τα φοράει η Πούλια, δίνει μια κλωτσιά στον αρχηγό, έπιασε αυτός φωτιά και πάει. Δίνει μια κουτουλιά στο ένα πρωτοπαλίκαρό του κι αυτός πάγωσε και πέτρωσε. Δίνει ένα χαστούκι στο δεύτερο πρωτοπαλίκαρο κι ήσπασε σα γυαλί κι οι άλλοι απ' το φόβο τους δώσανε μια βουτιά στη θάλασσα και πέρασε ένα σκυλόψαρο και τους ήκαμε ούλους μια χαψιά. 

Στήσανε τότε τσιμπούσι και χορό και φέρανε κι όργανα και κι αρχίσανε να τρώνε και να πίνουνε και στολίσανε την Πούλια με άνθη και δαντέλες. Κι έσχισε τότε ένα αστέρι το στερέωμα κι έπεσε καταγής μπροστά στα πόδια της Πούλιας. Ήταν ο Αυγερινός. 

-"Ε, Πούλια, θες να γίνεις γυναίκα μου;", τη ρώτησε.

-"Θέλω", του απαντάει αυτή. Κι αναλήφθηκαν τότε η Πούλια κι ο Αυγερινός στους Ουρανούς και παντρεύτηκαν κι ήκαμαν επτά παιδιά, που φωτίζουν τον ουρανό τις νύχτες και δείχνουν το δρόμο στους ναυτικούς και στους οδοιπόρους. 

Ήμουνα κι εγώ στους γάμους τους κι ήφαγα ένα κοπάδι αρνιά κι ήπια και δώδεκα βαρέλια κρασί και χόρεψα τρεις μέρες και τρεις νύχτες.


© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Κυριακή του Πάσχα 16 Απριλίου 2017

buzz it!

Σάββατο 15 Απριλίου 2017

Αποδράσεις για το Τριήμερο

Τον Ίωνα δεν τον ξέρω. Ξέρω μονάχα πως είναι φυσικός και πως του αρέσουν τα παγκάκια. Παγκάκια που ατενίζουν έναν ορίζοντα, παγκάκια που έχουν άνοιγμα στον ουρανό, στη Γη ή αλλού. Ο Ίωνας έβγαλε έναν κατάλογο προτάσεων για κοντινές αποδράσεις. Να ο κατάλογος του Ίωνα:





Ε, λοιπόν οι αποστάσεις μέχρι το Δία είναι αμελητέες. Πας και με τα πόδια, που λέει ο λόγος. Ο Κρόνος είναι για πικνίκ. Ουρανός όμως και Ποσειδώνας προσφέρονται κι ως προορισμοί για τριήμερο με διανυκτέρευση. 

Δε χρειάζεται καν να κλείσεις εισιτήριο με την ταχεία, πας με το κανονικό τρένο που τρέχει περίπου 5 AU την ώρα και φθάνεις στον Ποσειδώνα σε περίπου 6 ωρίτσες, βάλε και τις στάσεις ενδιάμεσα 7,5 ώρες αντί για 4,5 και σου 'ρχεται και πιο φθηνά. Για πολλά πολλά δεν είναι, έχει όμως ωραίο χρώμα, μπλε του κοβαλτίου κι άφθονο μεθάνιο, που ναι μεν δε μυρίζει ωραία, αλλά είναι ένα κι ένα για τους ρευματισμούς. 

Αν πάρεις χειραποσκευή, πρέπει να έχεις οπωσδήποτε ζεστά ρούχα, διότι το κρύο δεν είναι οι αστείες θερμοκρασίες των γήινων πόλων, πάει στους -218 °C μια ζεστή μέρα. Έχουν όμως ωραίες ξενοδοχειακές μονάδες με λέβητες που λυώνουν τους πάγους. Πας σκεβρωμένος και με δυο μπανάκια ισιώνεις, πετάς από πάνω σου 30 και βάλε χρόνια ταλαιπωρίας και μετά σου κάνουν μασάζ κάτι ξηγημένοι τυπάδες απ' τον Τρίτωνα και κάποιες χταποδίνες από τη Νηρηίδα, που βεντουζώνουν λέει τα πλοκάμια τους όλα μαζί στο πονεμένο σου μέλος και στο κάνουν καινούργιο! 





Η διαμονή κοστίζει το κατιτίς της, αν όμως πλέκεις, ράβεις ή κεντάς κατά το ταξίδι και εκμεταλλευτείς το χρόνο σου επωφελώς, μπορείς να τη βγάλεις και σχεδόν τζάμπα.  Για τις ταχύτητες σαλιγκαριού, σαν της αφεντιάς μου, πάλι δεν υπάρχει πρόβλημα, γιατί μέσα στο τρένο αναπτύσσεις αναγκαστικά ταχύτητες τουλάχιστον ένα παρσέκ την ώρα. Φτάνουν και περισσεύουν να φτιάξεις σκουφιά και κασκόλ για όλα τα όντα του πλανήτη, στη δε επιστροφή φτιάχνεις, αν θες, και δαντέλα που να ενώνει όλους τους πλανήτες μεταξύ τους, γιατί η παλιά σχίστηκε σε πολλά σημεία κι έχει γίνει πια κουρέλι.

Το κάπνισμα δεν επιτρέπεται μέσα στο τρένο παρά μόνο στους ενδιάμεσους σταθμούς (έχει τρεις στάσεις της μιάμισης γήινης ώρας συνολικά), επιτρέπεται όμως ο ναργιλές και το ηλεκτρονικό τσιγάρο (σχεδόν επιβάλλονται), επειδή δημιουργούν μια νέφωση, απαραίτητη για να διατηρηθεί το μυστήριο των μακρινών πλανητών.



© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Μ. Σάββατο 15 Απριλίου 2017


buzz it!

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009

Θανατικό μας πλάκωσε...




Η Τζέρρυ ήτανε γυναίκα σπουδαία και σοφή, ίδια ράτσα με τα κοπράκια του δρόμου με χαρακτήρα, που ή θα λατρέψεις παράφορα ή θα περιφρονήσεις, ημι-Αυστραλέζα βεριτάμπλ κι όχι ιμιτασιόν, που κρατούσε από Αβορίγινες κι από τρελοϊρλανδούς κι αυτό το τιμούσε με γενναίες δόσεις μπύρας και ουΐσκι.

Τη Τζέρρυ όταν τη ρωτούσαν σε ποια σχολεία και πανεπιστήμια φοίτησε έλεγε: «Στη ζωή, στα βιβλία και στο Ίντερνετ».

Η Τζέρρυ ήταν ευφυΐα, με σκοτεινό χιούμορ και μεγάλη καρδιά κι ένοιωσα μ’ αυτήν εξαρχής μεγάλη συγγένεια. Η Τζέρρυ ήξερε να μοιράζει απλόχερα αγκαλιές χωρίς να λέει πολλά. Στη Τζέρρυ άρεσε η ντομάτα με ρίγανη και η φέτα. Τη Τζέρρυ όταν τη ρωτούσαν τα συμβατικά, τι της αρέσει, τι μουσική ακούει, ποιες είναι οι συνήθειές της έλεγε: «Τα σκυλιά μου μού λένε πως μ’ αγαπούν. Μου αρέσει να κοιτάζω ηλιοβασιλέματα και τ’ αστέρια. Μου αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο ανάμεσα στα δέντρα, τον άνεμο που ξέρει τ’ όνομά μου».


Οι σημειώσεις του Walt Whitman στο ποίημά του “O Captain! My Captain!”, που έγραψε το 1865 για το θάνατο του Λίνκολν.

Η Τζέρρυ άφησε εντολή να μην τη θρηνήσουμε. Είπε «γέλα και όλος ο κόσμος θα γελά. Θρήνησε και θα θρηνείς μονάχος».

Η Τζέρρυ είπε «Carpe Diem»· «Όχι μόνο Carpe Diem», της λέω, «αλλά και Carpe Noctem» και τότε έσκασε στα γέλια και είπε «Carpe Diem atque Carpe Noctem».

Τη Τζέρρυ την αγάπησα πολύ. Τη Τζέρρυ την αγαπώ πολύ, όπως αγαπώ και όλες τις σκιές μου.





Για τη Τζέρρυ, O! Captain! my Captain!, Καπετάνισσα.
"Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών" (Dead Poets Society), Peter Weir, 1989


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 10 Ioυνίου 2009


buzz it!

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Η Αριθμητική στη Σελήνη κι ένα Ταξίδι στην Αφροδίτη

Όταν αποφάσισα να μεταναστεύσω απ’ τη Γη στη σκοτεινή πλευρά του Φεγγαριού (προσωρινά χρησιμοποιώντας την ως διαμετακομιστικό σταθμό για την Κόμη της Βερενίκης), έλυνα μαθηματικά προβλήματα: 1 + 1 = 11, 5 + 4 = 54 κι αν 1 + 2 = 12 και 2 + 1 = 21, τότε παίζει πολύ μεγάλο ρόλο, αν θα πεις 1 + 2 ή 2 + 1.

Τα πράγματα δυσκολεύουν στην αφαίρεση: 54 – 5 = 4. Αλλά 54 – 2;

Ο πολλαπλασιασμός είναι επίσης εύκολος∙ για το 2 επί 3, βάζεις το δύο πάνω σε ένα τρία, δηλαδή έτσι: ⅔, οπότε 675 επί 368 μας κάνει κλάσμα, που στον αριθμητή του έχει το 675 και στον προνομαστή το 368.

Η διαίρεση είναι διαβολική. Κάτι σαν την αφαίρεση, γιατί ένας αριθμός είναι όμορφος ως έχει κι αν τον κατακερματίσεις, του χάλασες όλη τη μαγεία του. Αλλά τελοσπάντων, πες ότι έχεις ένα 666 που θες να το διαιρέσεις με το 13. Πας σε 13 σεσημασμένους λωποδύτες και τους λες: «Να ένα 666. Βουτήχτε απ’ αυτό, ό,τι μπορεί ο καθένας». Κάπως έτσι λύνεις το πρόβλημα, αλλά αν δεν έχεις λωποδύτες πρόχειρους, δε χρειάζεται να κάνεις και διαίρεση, οπότε όλα συνεχίζουν να είναι αρμονικά και η μαγεία στη θέση της.

Το μοναδικό δύσκολο πρόβλημα στη ζωή είναι οι αφαιρέσεις. Μένεις με μια συνεχή απορία τι να αφαιρέσεις και από πού. Αφαιρείς, ας πούμε, από έναν ζωντανό την ανάσα κι αυτός πεθαίνει. Του αφαιρείς τα μάτια και τυφλώνεται. Του αφαιρείς ένα πόδι και κουτσαίνει. Αν αφαιρέσεις όμως τα ξερόκλαδα από ένα μονοπάτι στο βουνό, προφυλάσσεις το δάσος από τη φωτιά, αν αφαιρέσεις ένα σάπιο δόντι από έναν άνθρωπο, ανακουφίζεται. Οι τελευταίες είναι από τις εύκολες, τις οφθαλμοφανείς αφαιρέσεις, όπως το 54 – 5.

Όπως όμως και να ‘χε το πράγμα με τις αφαιρέσεις και τις διαιρέσεις, όταν είσαι στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού δεν έχεις και πολλά να αφαιρέσεις ούτε νοιάζεσαι να διαιρέσεις, εκτός αν έρθεις σε επαφή με τους Φεγγαράκηδες, οι οποίοι όμως δεν πολυσκοτίζονται για κοινωνικότητες.



Max Ernst, Les Hommes n’en sauront rien (Απ’ αυτό οι άνθρωποι δε θα ξέρουν τίποτα), 1923, Τate Gallery, Λονδίνο

Στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού έχει σκοτάδι, αλλά το πρόβλημα λύνεται εύκολα, γιατί η τροφή στο φεγγάρι περιέχει πολύ φώσφορο, που σε κάνει και σένα να φωσφορίζεις, οπότε δεν υπάρχει ποτέ κίνδυνος να γκρεμοτσακιστείς. Θες να πας παρακάτω, βάζεις το χέρι σου μπροστά κι αυτό φέγγει. Σ’ αυτό βέβαια βοηθάει και το βάρος. Αν είσαι 48 κιλά, στο φεγγάρι ζυγίζεις μόλις οκτώ. Ωραίος αριθμός το 8. ΄Οταν ξαπλώνεις, γίνεται άπειρο. Έτσι, όσοι σκέφτονται να έρθουν στο φεγγάρι θα είναι καλό να μην είναι βαρύτεροι από 48 κιλά. Διευκολύνονται και τα ταξίδια.

Τη σκοτεινή πλευρά του Φεγγαριού οι άνθρωποι την αποφεύγουν, το ίδιο όπως αποφεύγουν τους ίσκιους κι αυτό γιατί ποτέ δεν έμαθαν γι’ αυτούς (και λόγω απέχθειας για τα σκουλήκια που είναι γνώστες όλων των μυστικών των σκιών). Όμως τα σκουλήκια κάνουν πάντα όλη τη βρωμοδουλειά που αρνούνται να κάνουν οι άνθρωποι, οι τελευταίοι αυτό το αναγνωρίζουν, αλλά δεν αρέσκονται να έρχονται σε επαφή μαζί τους, και μένει το πάνω από τη γη στους ανθρώπους και το κάτω στα σκουλήκια και στην Ιστορία των Σκιών. Αν μετακομίσεις όμως στη σκοτεινή πλευρά του Φεγγαριού για λίγο, αρχίζεις να μυείσαι στις σκιές, χωρίς να χρειάζεται να ανατρέχεις για βοήθεια στα σκουλήκια της γης.

Σκιές έχουν και οι αριθμοί. Το μηδέν και όλοι οι αριθμοί με αρνητικό πρόσημο που πλησιάζουν στο μηδέν είναι φωτεινοί αριθμοί. Οι πολύ απομακρυσμένοι σκουραίνουν, παίρνουν τα χρώματα του χειμώνα του Βορρά και είναι χαμένοι στην ομίχλη, αλλά όσο πλησιάζουμε στο -∞ πλησιάζουν προς το λευκό. Γίνονται δηλαδή μη-χρώμα. Αντίθετα, όσο πλησιάζουν στο +∞ τείνουν να γίνουν μαύρο, δηλαδή όλα τα χρώματα. Αυτό βέβαια δε σημαίνει καθόλου ότι η διαβάθμιση στις σκιές των θετικών αριθμών είναι ομαλή. Ενώ, φερειπείν, το 11 έχει ένα φωτεινό κιτρινομπέζ χρώμα από λαδομπογιά, οι αριθμοί από το 20 ώς το 30 σκουραίνουν πολύ. Μετά ξανοίγουν πάλι. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στη μελέτη της Ιστορίας. Όλος ο όψιμος Μεσαίωνας δεν είναι τόσο σκοτεινός που να δικαιολογεί την ονομασία «Σκοτεινοί Χρόνοι». Αντίθετα ο Διαφωτισμός είναι σκούρος μπλε και ίσως όχι και τόσο φωτισμένος. Ο 19ος αιώνας πάλι είναι περί τα μέσα του ροζ, οι αρχές του 19ου μεταξύ πράσινου και μουντού βεραμάν κ.ο.κ. Άρα, στη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης μπορείς να μελετήσεις Ιστορία μια χαρά παρακολουθώντας τις σκιές και τα χρώματα. Το ίδιο μπορείς να μελετήσεις και μουσική∙ οι νότες έχουν χρώματα. Αρμονικοί ήχοι δίνουν μια πληθώρα χρωμάτων και σχημάτων πουαντιγιστικού ή αφηρημένου χαρακτήρα, κακοφωνίες και θόρυβοι ανακατέβουν όλα τα χρώματα και μουντζουρώνουν τα πάντα. Αλλά, εκεί που το φεγγάρι είναι σκοτεινό, δεν διατρέχεις τέτοιο κίνδυνο, γιατί ζεις μόνο εσύ κι οι Φεγγαράκηδες κι αυτοί σε προειδοποιούν πότε κάνεις θόρυβο, γιατί έρχονται και σου τρώνε το φαΐ, οπότε αρχίζει και σου λείπει απ’ τον οργανισμό ο φώσφορος, παύεις να είσαι φωσφοριζέ και όλο σκουντουφλάς.



Joan Miró, Λουομένη Γυναίκα, 1925, Centre Georges Pompidou, Παρίσι

Ένα απόγευμα αποφάσισα ν’ αφήσω για λίγο το Φεγγάρι (κρύωνα κιόλας) κι είπα να πεταχτώ μέχρι την Αφροδίτη να ζεστάνω το κοκαλάκι μου. Φόρεσα παπούτσια μπαλλαρίνας τζαζ χορού κι άρχισα να κάνω γκέλες. Το να φτάσω στην άλλη πλευρά ήταν παιχνιδάκι. Μετά, τεντώθηκα – τεντώθηκα (βοήθησε και η εξάσκησή μου στη γιόγκα) κι εκτινάχθηκα στο διάστημα, αλλά κάτι δεν πήγε καλά κι άρχισα να πέφτω και να πέφτω... Κι έπεσα στη Γη και πωπώ! Πόσο είχα βαρύνει! Άντε τώρα να κάνω γκέλες για την Αφροδίτη! Βρε αμάν, βρε δώστου, τίποτα! Νοικιάζω κι ένα σπίτι κι άρχισα να κάνω ασκήσεις πτήσης. Μηδέν αποτέλεσμα. Αλλάζω λοιπόν διατροφή, μήπως έφταιγε αυτό. Κόβω τα μαγειρευτά κι αρχίζω να τρώω ωμά φρούτα, γιαούρτι και μέλι και να πίνω ζωμούς. (Ο ζωμός πικροράδικων ζεστός με λεμόνι βοηθάει πολύ). Ύστερα άρχισα λίγο – λίγο εξάσκηση να ξαναβρώ πώς πετάνε. Άρχισα από τα βασικά: Ανεβαίνοντας σε σκαμνί και πηδώντας στο έδαφος. Μια, δυο, τρεις, άρχισε η πτώση να επιβραδύνεται, να γίνεται σα slow motion. Μετά δοκίμασα τις καρέκλες, ύστερα το γραφείο. Πιο ψηλά δε δοκίμασα, γιατί με κάλεσαν για φαγητό κάποιοι Γήινοι και μονομιάς έχασα ό,τι είχα καταφέρει με κόπο. Με λυπήθηκαν όμως κάποιοι Αφροδιτιανοί τουρίστες και με πήραν μαζί τους κι έφτασα σε έναν τόπο ηφαιστειακό και πολύ ζεστό, που οι κάτοικοι της Γης με την ελλιπή τους γνώση ονόμαζαν κέντρο της Κολάσεως, ένεκα κάποιων μύθων τους ότι τάχα μου η Αφροδίτη είναι ο Εωσφόρος, το άστρο του Διαβόλου. Και κάθομαι εδώ και κάνω σάουνα. Κι όταν χάσω τα περιττά κιλά, λέω να πάω προς τον Ουρανό που έχει περίεργη τροχιά και περιστρέφεται γύρω από τους ισημερινούς του, ένεκα περιεργείας πώς να ‘ναι να περπατάς πλάγια και να κοιμάσαι όρθιος.





Mediæval Bæbes
, "I am Eve", Album The Rose



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 4 Απριλίου 2009

buzz it!

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

Του Θεού το Τυροκομειό


John August Swanson, Peaceable Kingdom, 1994

Πάνω στο τυροκομειό του Θεού εβόσκανε πρόβατα πολλά, η σοδειά ήτονα καλή και τα γάλατα μπόλικα. Είπε λοιπόν ο Θεός να φκιάσει τραχανά, διά να ζεστοκοπιέται τους χειμώνες. Τον άπλωσε για να στεγνώσει στους ουρανούς και γι’ αυτό και οι ανθρώποι απ’ τη γη βλέπουνε τον ουρανό ν’ ασπρίζει σα μια ζώνη τα καλοκαίρια. Το χειμώνα πάλε, αυτό που βλέπουμε ψηλά δεν είναι ο τραχανάς, διότι ο Θεός τον μαγειρεύει, αλλά η φέτα που ρίχνει μέσα διά να νοστιμεύσει, γιατί τραχανάς χωρίς φέτα δε λογίζεται. Η λευκή αυτή ζώνη στον ουρανό καλείται Γαλαξίας από τα γάλατα. Γιατί και φέτα και τραχανάς με γάλα φκιάχνονται.


© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 26 Ioυνίου 2008

buzz it!

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

Η Κυρά της Γης κι ο Αφέντης των Άστρων

Ήγγικεν, της είπανε, η ώρα και πια δεν πάει άλλο. Όταν πια κουράστηκε ν’ ακούει πως είναι κόρη της παντρειάς, έπεσε σε βαθύ συλλογισμό ποιος να της πρέπει τάχα γι’ άντρας… Ο κυρ αφέντης Ήλιος θα την έκαιγε, ο γιος του Φεγγαριού τρώει κρέας ανθρωπινό, ο σιορ Χιονιάς θα ‘ κανε τα κρινοδάχτυλά της να ξυλιάζουν, ο άρχοντας Πόντος θα την κλείδωνε στα γαλάζια παλάτια του… Μόνο ένας, ένας μόνο ο άξιος κι ήταν απ’ άλλους κόσμους, κι ήταν ο Αφέντης των Άστρων. Κοίταζε λοιπόν τον ουρανό κι έλεγε:

-Άρχοντά μου, Κύριέ μου και των Άστρων Κυβερνήτη,
γέλασέ μου, μίλησέ μου, κι αν το θες τραγουδήσέ μου
είμαι η Κυρά της Γης,
λυγερή, πρασινομάτα και των τραγουδιών τεχνίτρα
κι άμα η δική σου χάρη ανταμώσει τη δική μου,
θα γενούνε κι άλλα άστρα, για να φέγγουν, να φλογίζουν
και των ουρανών τους δρόμους περισσά να τους φωτίζουν.

Ο Αφέντης των Άστρων όμως έλειπε ταξίδι κι εκείνη του κάκου περίμενε απόκριση, αλλά κάθε βράδυ συνέχιζε:

-Άρχοντά μου, Κύριέ μου και τον άστρων Καπετάνιε,
γέλασέ μου, μου μίλησέ μου, κι αν το θες τραγούδησέ μου
είμαι η Κυρά της Γης.
Λυγερή, πρασινομάτα και των υφαντών τεχνίτρα
κι άμα η δική σου χάρη ανταμώσει τη δική μου
κι άλλα άστρα θα σου φάνω σ’ ένα μαγικό χαλί,
που το μέλλον θα σου λένε, όποτε τους το ζητήσεις
κι όλα ‘θε να τα γνωρίζεις, κι όλα θα τα διαφεντεύεις
και στον πόλεμο θα είσαι πάντα συ ο νικητής.

Ο Αφέντης όμως των Άστρων ήταν σε συμβούλιο με το σιορ Χιονιά, τον κυρ αφέντη Ήλιο, το γιο του Φεγγαριού και τον Άρχοντα Πόντο και πάλι δεν άκουγε την Κυρά της Γης.

Τρίτη φορά πάλι υψώνει εκείνη το βλέμμα στον ουρανό και λέει:

-Άρχοντά μου, Κύριέ μου και τον άστρων Βασιλιά
γέλασέ μου, μίλησέ μου, κι αν το θες τραγούδησέ μου
είμαι η Κυρά της Γης,
λυγερή πρασινομάτα και των δέντρων η αφέντρα
κι άμα η δική σου χάρη ανταμώσει τη δική μου,
κάθε δέντρο θα καρπίζει με αθάνατους καρπούς,
που αν τους φας δε θα πεθάνεις μήτε συ μήτε και τ’ άστρα
και στον άπαντα αιώνα συ θα είσαι πάντα νέος,
όμορφος κι αντρειωμένος, ξακουστός και δοξασμένος.

Τούτη τη φορά όμως ο Αφέντης των Άστρων είχε γυρίσει απ’ τα συμβούλια και τα διαβούλια κι έτυχε ν’ ακούσει το τραγούδι της Κυράς της Γης απ’ τ’ ανοιχτό παραθύρι του εκεί που έπινε τ’ αγαπημένο του ρακόμελο. «Φαντάσου και να γίνει αλήθεια, λέει μέσα του, πωπώ, γλέντια και χαρές εις τον αιώνα που τέλος δεν έχει!»

Μια και δυο σελώνει το άλογό του και τραβάει κατά το σπίτι της Κυράς της Γης.

Περιμένει λοιπόν ν’ ακούσει το τραγούδι κοντοστέκεται κι ακούει:

-Άρχοντά μου, Κύριέ μου, της καρδιάς μου Πορθητή,
γέλασέ μου, μίλησέ μου κι αν το θες τραγούδησέ μου
είμαι η Κυρά της Γης
κι άμα γίνω και δική σου, συ θα γίνεις και θεός
και τις Μοίρες θα ορίζεις γεννημάτων και αστέρων.

Έλυωσε ο Αφέντης των Άστρων στο άκουσμα των λόγων και σπηρούνησε τ’ άλογό του να συναντήσει την Κυρά της Γης μια ώρα αρχύτερα...

-Άρχοντά μου, Κύριέ μου, άντρα μου αστραποβόλε
φίλησέ με και θα γίνεις των συμπάντων συ ο Κύρης...

Και τρέχει ο Αφέντης των Άστρων να δώσει στην Κυρά της Γης εκείνο το φιλί, μες στη λαχτάρα. Την ώρα που τα χείλη του ακούμπαγαν τα δικά της, του λέει η Κυρά της Γης:

-Άρχοντά μου, Κύριέ μου και των Άστρων Κυβερνήτη
Της Αχερουσίας Λίμνης είμαι εγώ η Οδηγός
και στο Χάροντα Αφέντη έλαβα την προσταγή
σήμερα να σ’ οδηγήσω.

Πάγωσε ο Αφέντης των Άστρων που αντί αθάνατος θα πέθαινε εκείνο το ίδιο βράδυ, μα το φιλί πια το είχε δώσει.
Κι η Κυρά της Γης τον τύλιξε με τη μαύρη κάπα της κι από τότε τ’ αστέρια πεθαίνουν. Αλλά κάτι απ’ τη λάμψη του αφέντη των άστρων έμεινε στο παλάτι του στον ουρανό, κι έτσι γεννιούνται ακόμη κι άλλα αστέρια.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 19 Μαΐου 2008

buzz it!

Σάββατο 10 Μαΐου 2008

Έστωσαν άστρα!

1 + 1 = ΕΝΑ ή ΟΥΔΕΝ ή 2 ή ΤΡΙΑ ή 11
H μαθηματική γλώσσα έχει κάτι το απίστευτα ποιητικό, που λίγοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται.

Λες φερειπείν: «έστω ένας κύκλος». Και δε συνειδητοποιείς ότι αυτό το «έστω» δεν είναι καθόλου συγκαταβατικό, παρά μια προστακτική ενεστώτα του ρήματος «ειμί». Προστάζεις έναν κύκλο να αποκτήσει υπόσταση. Από εκεί και πέρα παίζεις κατά το δοκούν, αλλά πάντα σύμφωνα με κάποιους κανόνες που προαποφασίζονται.

Το ίδιο γίνεται και στη μουσική. Δεν είναι τυχαίο που Μουσική και Μαθηματικά βρίσκονται τόσο κοντά στη θεωρία τους. Ίσως ήταν αυτό που έσπρωξε ασυνείδητα τον Πυθαγόρα να παντρευτεί τη Θεανώ, που ήταν μουσικός, κατά τον ίδιο τρόπο που ο Μανόλης Ανδρόνικος παντρεύτηκε μια γυναίκα που άκουγε στο όνομα Ολυμπιάς, κι αυτό πολύ πριν ανακαλύψει τον τάφο του Φιλίππου του Β’.

Αν μετάνοιωσα για ένα πράγμα στη ζωή μου, είναι που δεν έμαθα μαθηματικά. Να μπορώ να λέω «έστω ένας κύκλος» και να γεννιέται ένας κύκλος...

Το μόνο που με παίρνει να πω είναι «έστωσαν άστρα!» και να γεννιούνται κι άλλα αστέρια. Κι έχω την υποψία πως απόψε στ’ αλήθεια γεννήθηκαν καινούργια αστέρια. Ρωτήστε όποιον αστρονόμο θέλετε και θα σας το βεβαιώσει επιστημονικά.


© Αστερόεσσα ή Ελένη Καλλιανέζου

buzz it!