Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

Μάνα στο Πατάρι

-"Θα μου δώσεις αυτή την καρφίτσα;"

Της την έδινα. 

-"Όταν δίνουμε μια καρφίτσα, δεν την κρατάμε από το κεφάλι, αλλά από τη μύτη, γιατί ο άλλος μπορεί να αγκυλωθεί!"

Της την ξανάδινα κρατώντας την απ' τη μύτη. Με τσιμπούσε, έτρεχε αίμα, έβαζα τα κλάματα. Δίπλα της είχε ένα μαγνητόφωνο NIVICO και μαγνητοφωνούσε το κλάμα μου, για να μείνει ενθύμιο. Είχα πολύ κακόηχο κλάμα.

Θυμάμαι άλλες φορές να ουρλιάζει για κάποιο ασήμαντο παιδικό παράπτωμα, το οποίο διανθιζόταν από τις Γραφές "Ευχαί γονέων στηρίζουσι τέκνα, κατάρα δε μητρός εκριζοί θεμέλια οίκων" και την επωδό "την κατάρα μου να 'χεις!" ή τις δεκάδες φορές που την  άκουσα να μου λέει να μη σώσω ή να φτύσω αίμα.

Ή -άλλες φορές στις δύο τα ξημερώματα να κάνει έφοδο στα συρτάρια μου, να πετάει ρούχα και βιβλία στο πάτωμα και να βάζει υστερικές φωνές "Δεν είναι τακτοποιημένα! Σήκω τώρα αμέσως και φτιάξτα!" Και σηκωνόμουν. Και τα τακτοποιούσα. Και μετά τα ξαναπετούσε κάτω, γιατί πάλι δεν ήταν όπως έπρεπε. 





Η νονά μου. Αδερφή της μάνας μου (τον περισσότερο καιρό ήταν τσακωμένες). Όταν η μάνα μου το πρατράβαγε, μ' έπαιρνε από κοντά. "Το νου σου, τα μάτια σου δεκατέσσερα, μη γίνεις σαν τη μάνα σου! Τη βλέπεις. Δεν είναι σωστά πράματα αυτά". 




Θυμάμαι τότε, που, για το ατενσιοχοριλίκι της έγραφε στο Πρωτάτο του Αγίου Όρους επιστολές ότι είναι μια δυστυχισμένη μάνα, που την εγκατέλειψε ο σύζυγός της και η κόρη της πήρε το δρόμο της αμαρτίας, έβγαινε και στο ραδιοφωνικό σταθμό της Πειραϊκής εκκλησίας και τα 'λεγε χωρίς αιδώ, γιατί έπρεπε να πλάσει το μύθο της αγίας. Οι Άγιοι Πατέρες της υποσχέθηκαν ότι θα κάνουν γέφυρα προσευχής να φωτίσει ο Θεός τη δύστυχη Ελένη να βρει το δρόμο του Θεού. Την επισκέπτονταν και διάφορες θεούσες. Δεν έλεγε ποτέ "Από εδώ η κόρη μου". Έλεγε "από εδώ η κ. Καλλιανέζου". Μια και δεν είχαμε το ίδιο επίθετο, με περνούσαν κι εμένα ως αδερφή του ελέους που συνδράμει μια ατυχήσασα, που την εγκατέλειψαν όλοι, ακόμη κι η κόρη της. Δεν έμπαινα στον κόπο να τους διαλύσω το μύθο. Είδα στην κηδεία της αργότερα άλλες θεούσες, που δεν είχα ξαναδεί, να ορμούν επάνω μου και να μου λένε "Εσύ την πέθανες!". 

Ήταν τυχερή, γιατί κατάφερα ν' αγαπήσω την εικόνα της μέσα από παλιές φωτογραφίες, τα ποιήματά της, την ερωτική αλληλογραφία της. Μια εικόνα που δεν κατάφερε ποτέ να τη βγάλει σ' εμένα. Ήταν τυχερή γιατί στους γέροντες και τους ανήμπορους φέρομαι τρυφερά.  Ήταν τυχερή γιατί την είδα σα γυναίκα και σαν άνθρωπο. Κάποια στιγμή συγκινήθηκα, όταν μια φίλη της μου εκμυστηρεύτηκε ότι της είπε "Δεν ήμουν καλή μάνα. Της φέρθηκα απίστευτα σκληρά". Εκεί επάνω λύγισα. Δεν ξέρω αν τη συγχώρησα, κι ας έχει πια πάνω από 20 χρόνια πεθαμένη. Πάντως καλά είναι εκεί που βρίσκεται. Χρόνια μετά την είδα στον ύπνο μου να έρχεται απ' το νεκροταφείο, να ψάχνει με τη μαγκούρα της κάποιους μπόγους με πράγματα που ετοιμαζόμουν να πετάξω και να με ελέγχει "Αυτό γιατί το πετάς; Το άλλο γιατί το πετάς;" κι ύστερα να ανακοινώνει "Δε μου αρέσει το νεκροταφείο! Είναι στενόχωρα εκεί πέρα. Αποφάσισα να έρθω να μείνω εδώ, μαζί σου. Να, θα κοιμάμαι εδωνά, στο πατάρι".





© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Κυριακή 14 Μαΐου 2017

buzz it!

Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Almost Total Recall

Όταν διάβασα την περίπτωση της Rebecca Sharrock, άρχισα να σκέφτομαι πως κάπου στον κόσμο έχω μια αδερφή ψυχή και πως το HSAP δεν πρέπει να είναι τόσο σπάνιο. Αντίθετα, η μέχρι τώρα κρατούσα άποψη των ψυχιάτρων, ότι δεν είναι δυνατόν να ανακαλέσεις μνήμες κάτω από τα τέσσερά σου, με πίεζε αφόρητα, γιατί με ήθελε περισσότερο ούφο απ' όσο είμαι.

Δε γνωρίζω αν πάσχω από υπερθυμησία, η μνήμη μου είναι επιλεκτική, όμως πάει πολύ μακριά· σίγουρα η παπαγαλία μου είναι μαρτύριο, ένα πρόχειρο γκούγκλισμα σου βγάζει κι άλλα, κι αν δώσω ιστορικό σ' έναν καλό κι όχι σκιντζή ψυχίατρο, ίσως βρει και κάποια γενετική μου ανωμαλία κληρονομική, μιας κι ο ετεροθαλής αδερφός μου έχει σύνδρομο Asperger.

Πάντως, οι μνήμες που έχω δεν είναι εμφυτευμένες, δεν είναι θέμα κατοπινών συζητήσεων, αφού δεν μπορούν όλες τους να κριθούν "τραυματικές",  πολλές είναι φωτογραφικές και αδιάφορες.

Όπως για παράδειγμα, τότε που με είχε πάρει ο πατέρας μου  -νοίκιαζε με τ' αδέρφια του όσο ήταν σε διάσταση με τη μάνα μου ένα σπίτι στην οδό Νεόφρονος στο Παγκράτι. Το σπίτι είχε μια σκάλα, που οδηγούσε στην υπερυψωμένη είσοδο, η οποία χωριζόταν από το κυρίως χωλ κι έκλεινε με δεύτερη πόρτα. Δεξιά ήταν το μπάνιο, είχαν μέσα κι ένα κλουβί με καναρίνι και μπανιέρα με ποδαράκια. Ήμουν μόνη με το μικρό αδερφό του πατέρα μου, το θείο Αντρέα, που ήταν φοιτητής της Νομικής, οι θειάδες μου έλειπαν. Εκείνος διάβαζε καθιστός σ' ένα ντιβάνι και περίμενε τηλέφωνο απ' τη Γιούλα, τη λεγάμενη, την επονομαζομένη από τις γεροντοκόρες αδερφές και πουτάνα. Περπατούσα και μιλούσα, αλλά δε χρησιμοποιούσα ακόμη γκιογκιό.  Τα είχα κάνει στο βρακί μου και πάω και του λέω:

-Έκανα κακά, θα με αλλάξεις;

-Πουφ, φύγε από 'δω, βρωμάς, μου λέει.

Περίμενα τον μπαμπά μου, είχα σχεδόν συγκαεί.

-Καλά, ρε δεν μπορούσες ν' αλλάξεις το παιδί τόση ώρα χεσμένο; Του λέει ο πατέρας μου.

-Δικό σου παιδί είναι, όχι δικό μου, του απαντάει αυτός.

Ο πατέρας μου με παίρνει, με χώνει στην μπανιέρα με τα ποδαράκια, μου βγάζει το νάιλον βρακί που συγκρατεί τις πάνες από ύφασμα και με πλένει με την μπαταρία. Με αλλάζει και μου βάζει και προδέρμ, που μυρίζει ωραία.
..........

Θυμάμαι και το άλλο σπίτι που νοίκιαζαν πιο πριν, πάνω απ' το ζαχαροπλαστείο Το Λυχνάρι. Τη διαρρύθμιση του σπιτιού δεν την καλοθυμάμαι, θυμάμαι όμως ότι έπινε ο πατέρας μου φραπέ στο ζαχαροπλαστείο και μου 'δωσε να δοκιμάσω με το καλαμάκι. Μια φορά έβαφαν οι θειάδες μου τα νύχια τους κόκκινα. 

-Θα μου τα βάψεις κι εμένα; ρωτώ τη θεία μου την Μπέμπα.

Μου τα 'βαψε τσάτρα πάτρα κι ήμουν πολύ χαρούμενη. Όταν με επέστρεψαν στη μάνα μου, εκείνη θύμωσε και μου τα ξέβαψε με ασετόν αμέσως. Νόμιζα ότι έκανα κάτι κακό.

....

Θυμάμαι τον πατέρα μου να τηλεφωνεί να με πάρει και τη μάνα μου να του κάνει γυμνάσια. "Δεν μπορείς να πάρεις το παιδί, έχει 41 πυρετό!" Ήμουν μια χαρά κι έπαιζα κι άκουγα και κατάλαβα με ποιον μιλούσε, όπως καταλάβαινα πάντα κι όταν μιλούσαν συνθηματικά για το λεγάμενο, για να μην καταλάβω. Στη λέξη λεγάμενος έστηνα περισσότερο αυτί.

Μια άλλη φορά πάλι είχαν δώσει ραντεβού να της δώσει διατροφή, θα περνούσε απ' το σπίτι.  Ακούω στην πόρτα τον πατέρα μου, αδημονώ. Τρέχω στο χωλ ξωπίσω της, με σπρώχνει βίαια και κλειδώνει πίσω της την πόρτα κι άρχισα να κλαίω γοερά.

....


Θυμάμαι ένα χειμωνιάτικο απόγευμα να ξυπνώ από την υποχρεωτική μεσημεριανή σιέστα -αλλιώς σ' έπαιρνε ο Μεσημεράς- μονάχη μου στο σπίτι. Η γιαγιά μου κι η μάνα μου ήταν δίπλα στης νονάς μου για καφέ. Εγώ δεν μπορούσα να σκαρφαλώσω ακόμη τα κάγκελα του κρεβατιού κι αισθάνομαι πως είμαι μόνη, παρατημένη. Κλαίω.

Θυμάμαι πώς με σήκωναν απ' το κρεβάτι το απόγευμα και με τύλιγαν σε μια κουβέρτα το χειμώνα με μερικά παιχνίδια τριγύρω μου και βιβλία που χάζευα τις εικόνες τους.  Κάποιες με τρόμαζαν, ήταν από κακές μάγισσες, αλλά παραδόξως έμοιαζαν στη γιαγιά μου τη Μαρίκα που την αγαπούσα.


Θυμάμαι πώς με τύλιγε η μάνα μου με κουβέρτες στο κρεβάτι μου με τα κάγκελα, και πώς καρφίτσωνε με παραμάνες ασφαλείας τις κουβέρτες στο στρώμα, για να μην ξεσκεπαστώ, θυμάμαι πώς ίδρωνα απ' το βάρος, η τελευταία ήταν και στρατιωτική χακί κι αγκύλωνε· θυμάμαι τη μυρωδιά της καμφοράς, όταν κρυολογούσα, που με ζάλιζε.

Θυμάμαι μια φορά, που πήρα κουτρουβάλα την πίσω σκάλα της κουζίνας. Κάτω της ήταν έναν ποδόμακτρο από αλουμίνιο για να παίρνει τις λάσπες. Θυμάμαι πώς έσκισα τα γόνατά μου, θυμάμαι πόσο έτσουζε το ιώδιο.

...


Θυμάμαι γιατί κρατούσα μούτρα στο νονό μου στη βάφτισή μου και δεν τον ήθελα. Νονός μου ήταν ο πρώτος μου ξάδερφος, γιος της αδερφής της μάνας μου, 14 χρονών τότε. Ήταν γιατί μ' έπαιρνε αγκαλιά και με πετούσε στον αέρα, μ' έπαιζε βίαια κι εγώ φοβόμουν. Ήμουν 13 μηνών, όταν με βάφτισαν.

Θυμάμαι τη βάφτισή μου. Πόσο με τρομοκρατούσε η θέα του αχνιστού νερού κι έβαλα τα κλάματα από πριν, γιατί η μάνα μου στο μπάνιο πάντα με ζεματούσε. Θυμάμαι πως ήθελα να σβήσω τα κεριά της κολυμπήθρας. Όταν άναβαν τσιγάρο, μου έτειναν πάντα το σπίρτο κι εγώ το έσβηνα.  Μ' άρεσε να σβήνω φλόγες.

...

Θυμάμαι πώς με βάζανε να λέω ποίηματα, ατάκες από διαφημίσεις ή να τραγουδώ και μου 'διναν χαρτζιλίκι, καραμέλες, σοκολάτες.

Θυμάμαι πόσο μου άρεσε να περπατώ με μεγάλους στο πεζοδρόμιο δίπλα σε μάντρες. Ήθελα να με ανεβάζουν στο πεζούλι κι εγώ να περπατώ παράλληλα, να είμαι πιο ψηλή απ' αυτούς.

...

Θυμάμαι πόσο ντροπαλή ήμουν, πώς κρυβόμουν πίσω απ' του μπαμπά μου τα παντελόνια και πόσο γαλιάντρα γινόμουν, όταν μου έδιναν θάρρος.



Θυμάμαι τη γλώσσα των αδερφών και των αδερφάδων του πατέρα μου, όταν κατέβαζαν Χριστοπαναγίες, ιδίως για τη μάνα μου. Καταλάβαινα ότι κάπου υπάρχει κάτι κακό και παπαγάλιζα αυτολογοκρινόμενη στο μέρος που μου φαινόταν ύποπτο. Δεν έβρισκα τίποτα κακό να πω "την Παναγία σου", "το Χριστό σου", η κακιά λέξη ήταν εκτός κι εγώ φώναζα το Χριστούλη και την Παναγίτσα.  Η μάνα μου όμως καταλάβαινε.

-Ποιος τα λέει αυτά, παιδί μου; Ο μπαμπάς σου; Ρωτούσε.

-Όχι, ο θείος ο Νιόνιος. 

Μήνυση μετά στο θείο Νιόνιο και πυρετοί δικοί μου που έφταναν το 42. "Δεν μπορείς να πάρεις το παιδί, ψήνεται στον πυρετό".

...


Θυμάμαι το ανέβα μήλο, κατέβα ρόδι, θυμάμαι τη γιαγιά μου που μου έβαζε κεράσια στ' αυτιά για σκουλαρίκια.

Θυμάμαι πόσο αθώο κι εύπιστο ήμουν, όπως τότε που μου έφερε η νονά μου ένα σκουπάκι κι ένα φαρασάκι νεροχύτη και μου λέει "Μ' αυτό αύριο να σκουπίσεις όλη την αυλή. Όταν γυρίσω απ' τη δουλειά, δε θέλω να δω ούτε ένα φυλλαράκι χάμω!", και κοψομεσιαζόμουν μικρό τοσοδά, να σκουπίζω κοτζαμάν αυλή με τόσο λιλιπούτειο σκουπάκι.

Κι άλλη μια φορά, που η νονά μου έφερε στη μάνα μου αυγό ζεστό από κάποια που είχε κότες κι έκανε κολπάκια πως δε μου το δίνει και θα το δώσει του γιου της, γιατί δεν ήμουν φαγανό και στήσανε σκευωρία με τη μάνα μου "Όχι, εμείς θα σου το πάρουμε" και γυρίζει και λέει η νονά μου:

-Σας το δανείζω λίγο να το πάρετε σπίτι σας να το δείτε, αλλά μην το φάτε, είναι το Δημήτρη μου. 

Κι όταν πήγαμε σπίτι, μου λέει η μάνα μου 

-Ε, λοιπόν, θα τη γελάσουμε. Θα το φας, αλλά δε θα το καταλάβει.

-Και πώς δε θα το καταλάβει; 

-Να, θα κάνουμε από πάνω μια μικρή τρυπούλα και μετά θα κολλήσουμε ένα χαρτί από πάνω και δε θα φαίνεται τίποτα.

-Μα θα ξεκολλήσει.

-Μη σε νοιάζει, θα το κολλήσουμε με σελοτέιπ.


Και το 'φαγα και του κολλήσαμε και χαρτί και της πάμε το τσόφλι του αυγού

-Να, ορίστε, μόνο το είδαμε!

-Δεν το βλέπω όπως σας το έδωσα, κάτι έχει εδώ πάνω, λέει η νονά.

-Δεν έχει τίποτα, λέει η μάνα μου.

-Δε φαντάζομαι να το έφαγε η Λένα, δυσπιστεί εκείνη.

-Όχι, όχι, δεν το έφαγα.

-Σα να μη μου λες αλήθεια. Κάτι βλέπω να γράφει στο μέτωπό σου. "φλου...", "φλουδ...", δε φαίνεται καλά!

-Φλουρί!, πετιέται η μάνα μου ολοκληρώνοντας τη σκευωρία κι εγώ χαιρόμουν, που της ξεφύγαμε!




© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund Τετάρτη 26 Απριλίου 2017





buzz it!

Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

Μακριά απ' τη Συνάφεια



Να δυο σπίτια αχλάδια, ειδικά σχεδιασμένα για ζευγάρια. Χωρίζεις, παίρνει το αχλάδι του και φεύγει. Ή σου αφήνει το αχλάδι, το οποίο μετατρέπεις σε καλλιτεχνικό εργαστήρι ή σε γατόσπιτο.








Ο κύριος Γκου ζει σ' ένα σπίτι-τσαγιέρα στο χωριό Τσεν στην Γκουαγκντόνγκ και θα μπορούσα να πάω να τον βρω, αν λίγα χιλιόμετρα μόλις έξω απ' το χωριό μου, έξω από τη Ribe, την αρχαιότερη πόλη της Δανίας, δε ζούσε ο Γιέππε, που στον ελεύθερο χρόνο του ζωγραφίζει και φτιάχνει από τσιμέντο στάνες - ελέφαντες, στάνες - ιπποπόταμους, στάνες - ρινόκερους με πορτάκι από τον πισινό των μεγαθηρίων. Ο ρινόκερος είναι για να παίρνει έναν υπνάκο ο τσοπάνης, γι' αυτό έχει μέσα και χαλιά, ενδεχομένως και με ψύλλους και με κορέους, πάντως έχει ανέσεις.









Οι γίδες είναι ευτυχείς και περιδιαβαίνουν με γουρούνια, κότες και το μέγα τράγο στον κήπο του Γιέππε, που είναι μεγάλος κι έχει μέσα και συκιά που βγάζει σύκα κανονικά σαν τα δικά μας κι αυτό οφείλουμε να το χαιρετίσουμε με ενθουσιασμό, μιας και τα σύκα που έρχονται καμιά φορά στα σουπερμάρκετ του Βορρά είναι άγουρα για να βλαστήσουν στο ταξίδι κι αν τα αφήσεις λίγο να ωριμάσουν σουφρώνουν και γίνονται μίζερα και κακά σαν τ' αχαμνά του Αβραάμ, όταν αποφάσισε να κάνει γιο μ' εκείνη τη Σάρα, που ήταν στα νιάτα της τόσο ωραία, που ο Αβραάμ την έκανε πάσα στο Φαραώ κι έπαιρνε για αντάλλαγμα γιδοπρόβατα και καμήλες. 







Ο Γιέππε θέλει να φτιάξει και μια μεγάλη φάλαινα, υπνοδωμάτιο με μπάνιο κι άλλα κομφόρ, να τη νοικιάζει ως B&B σε βαρεμένους τουρίστες, που θα για μία τουλάχιστον νύχτα φαντασιώνονται πως είναι Ιωνάδες που αποφεύγουν τη Νινευή. 

Υπάρχουν κι άλλα σπίτια παράξενα. Σπίτια-παπούτσια, σπίτια-ούφο, σπίτια-μανιτάρια, σπίτια-καράβια, σπίτια-σαλιγκάρια, σπίτια-ραπτομηχανές,  δεντρόσπιτα, εγώ θέλω ένα μικρό, χωμένο στο δάσος, να μπορώ να χάνομαι απ' του κόσμου τη συνάφεια, που είπε κάπου κι ο θείος Κώστας, Θεός σχωρέστον! 



© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Τετάρτη 26 Απριλίου 2017


*Οι φωτογραφίες απ' τις στάνες του Γιέππε τραβήχτηκαν στις 2 Αυγούστου 2015 και 13 Αυγούστου 2016


buzz it!

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

Παίξε, πέσε κάτω, κυλήσου!

Ήταν ένα άθλιο ροζ συνολάκι, το κονόμησα απ' τη θεία μου την Αλέκα την άνοιξη του '74. Εγώ όμως το λάτρευα, ήταν ροζ και οι βασιλοπούλες φορούν ροζ μακρύ φόρεμα με γαλάζια λουλούδια ή -εναλλακτικά στις μεγάλες γιορτές- λαμέ χρυσαφί ή ασημί ή και τα δυο, π.χ. χρυσό φόρεμα με ασημένια κάπα.

Η μάνα μου είχε να το λέει πόσο πρόσεχα τα παιχνίδια μου, δεν τα κακομεταχειριζόμουν ποτέ· κατά βάσιν δε μου επέτρεπε να παίζω με τα παιχνίδια μου, τα έβγαζα από το κουτί τους μόνο, τα στόλιζα, τα κοίταζα, έπληττα, τα ξανάβαζα στο κουτί τους και μετά στο ράφι της ντουλάπας που προοριζόταν για τα παιχνίδια. 



Εξαίρεση ήταν "Το Παλαιοπωλείο". Το Παλαιοπωλείο ήταν ένα μεγάλο ξεχαρβαλωμένο καλάθι βαμμένο με λαδομπογιά καφέ και κίτρινο, ματισμένο με σπάγγο. Μέσα είχε τα αυτοκινητάκια που έβαζε δέλεαρ το κουτί της Οβομαλτίνης και του μουρουνόλαδου, γκαζές, καλειδοσκόπια, κουδούνια χωρίς γλωσσίδι, στρακαστρούκες, καναδυό τάκα τάκα που είχε απαγορεύσει η χούντα, μερικά στρατιωτάκια, κουτιά άδεια, πλαστικά βραχιόλια που μου έφερνε με το σωρό απ' τη φαρμακοβιομηχανία που δούλευε η νονά μου, άδεια μπουκαλάκια από κολόνιες και φάρμακα ή καραμούζες και μια πλαστική κιθάρα με κομμένα τέλια. Αυτά μπορούσα να τα κάνω ό,τι θέλω, μπορούσα και να τα παίξω. Με αποζημίωσαν, γιατί μου χάρισαν ωραία ταξιδέματα, κυρίως οι γκαζές, όταν από μέσα τους κοιτούσα το φεγγάρι.

Στις επισκέψεις ήμουν τύπος και υπογραμμός. Όπου μ' έβαζες, καθόμουν, συχνά χωρίς να κουνηθώ για ώρες. Ήμουν ευγενική, ήσυχη, σιωπηλή -εκτός των ωρών που με έβαζαν να απαγγείλω ένα ποίημα, που το έλεγα θεατρικά, με  τις σωστές παύσεις στα κόμματα και στις τελείες. Κοντολογίς, ήμουν το παιδί "Να-μας-ξανάρθετε".

Σε μια τέτοια επίσκεψη στη θεία Αλέκα ανακοινώνει η μάνα μου "και θα της φορέσω τα καλά της, να την πάω επιτέλους στην Παιδική Χαρά του Σκυλίτση, δεν αξιώθηκα ακόμη να την πάω". Το μόνο που ήξερα για τον Σκυλίτση ήταν οι οδοκαθαριστές που τους είχε ντύσει παγωτατζήδες, είχα δει και καμπόσους, νύχτα, γυρνώντας  με τη μάνα μου από κάποιους "Να-μας-ξανάρθετε" στον Πειραιά.

Κι έρχεται η αποφράς ημέρα. Και φοράω τη ροζ κουστουμιά και παίρνουμε το τρόλεϊ και βγήκαμε Φάληρο. Στην παιδική χαρά δεν υπήρχε ψυχή ζώσα, μόνο εγώ με τις τεράστιες τσουλήθρες και τους κύβους και τα σκάμματα με την άμμο κι η εντολή "Παίξε, πέσε κάτω, κυλήσου ελεύθερα στην άμμο!" Κι εγώ δεν ήθελα, αλλά έπεφτα κάτω και κυλιόμουν, μην παρακούσω τη μαμά.

Γυρίσαμε σπίτι και τότε έπεσε κι η ανακοίνωση στη γιαγιά: "Έπαιξε και κυλίστηκε, πολύ το ευχαριστήθηκε!"


© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Παρασκευή 21 Απριλίου 2017


buzz it!

Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

Το Σπίτι Μου

Όταν κουράζομαι απ' αυτόν τον Κόσμο, ανηφορίζω για το σπίτι μου. Το Σπίτι μου είναι στον Παράδεισο, το σπίτι μου είναι όλος ο Παράδεισος.

Είμαι τυχερή. Έχω Πατέρα το Θεό, Αδερφός μου είναι ο Ιησούς και κατοικίδιό μας το Άγιο Πνεύμα. Τροφή παίρνει μόνο από τον Πατέρα. Μάνα μας είναι η Μαριάμ.

Η Μάνα μας είναι σεμνή και γλυκιά, γνέθει, υφαίνει, πλέκει, ράβει και κεντά τις ομορφιές του Κόσμου. Ζυμώνει άρτους και μας χορταίνει, μαγειρεύει ακούραστη, και τα βράδια μας νανουρίζει με το Άσμα Ασμάτων. Πάντα όμως μας κυνηγάει με τη σκούπα εμένα και τον Αδερφό μου, όταν ξεμοναχιαζόμαστε και πίνουμε τις κοινωνιές κι αρχίζουμε τα σόκιν ανέκδοτα. Ο Πατέρας γελά. 

Έχω κι άλλα αδέρφια πολλά. Κατοικούν σ' όλο τον Κόσμο και σ' όλους τους Κόσμους· άλλοι έχουν σάρκα και οστά, σ' αλλωνών τις φλέβες κυλάει αίμα, σ' άλλων ιχώρ, άλλοι είναι μόνο φως, άλλοι - όπως κι εγώ- ζουν στο βασίλειο των φωτοσκιάσεων, επειδή έχουν μέσα τους και λίγο σκοτάδι. Το κατοικίδιο όμως μας φωτίζει.

Τα αδέρφια μου είναι Εσύ, τα αδέρφια μου είμαι εγώ, τα αδέλφια μου είναι ο Αδερφός μου ο αγαπημένος. Ο Αδερφός μου πέθανε σαν σήμερα, όμως ο Αδερφός μου πεθαίνει κάθε φορά που κάποιος πεθαίνει. Πεθαίνει και γεννιέται εκατομμύρια φορές, ανασταίνεται εκατομμύρια φορές, έχει στα κύτταρά του την Ανάμνηση όλου του Κόσμου, όλων των Κόσμων, έχει την Ανάμνηση ακόμη κι αυτών που δεν έχουν ακόμη υπάρξει. Ο Αδερφός μου θα μπορούσε, αν ήθελε, να αναιρέσει τον εαυτό Του κι από Ων θα μπορούσε να γίνει μη-Ων. Όταν όμως αγαπάς, δεν αναιρείς κανέναν και τίποτα - ούτε καν τον εαυτό σου. Γιατί μαζί θα αναιρεθεί κι ο Κόσμος κι οι Κόσμοι κι η Καθαρή Αγάπη αυτό δε στο επιτρέπει.

Σ' αγαπώ - είσαι εγώ - είμαι Εσύ κι αντανακλώ το φως και τις σκιές σου. 



© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Μ. Παρασκευή  14 Απριλίου 2017

buzz it!

Κυριακή 9 Απριλίου 2017

Θυμάσαι την 9η Απριλίου;


Το 2011 είχα ακόμη το παλιό σπίτι στο Vejen, με κομμένη τη θέρμανση και το ίντερνετ. Σχεδόν κάθε μέρα περπατούσα με το σακίδιο με το παλιό λάπτοπ τρία χιλιόμετρα για τη βιβλιοθήκη του Brørup, του κοντινού χωριού. Από την ώρα που άνοιγε ως την ώρα που έκλεινε. Εκεί είχε ζέστη, είχε δωρεάν ίντερνετ κι είχε και τη φιγούρα της βιβλιοθηκαρίου να κινείται ανάμεσα στα ράφια με τα βιβλία, από τις λίγες ανθρώπινες παρουσίες που γλύκαινε λίγο την αγριάδα της μοναξιάς μου. Δεν τη γνώριζα, δεν είχαμε ανταλλάξει και πολλές κουβέντες, ήταν όμως μια παρουσία που την είχα οικειοποιήσει εν αγνοία της.

Δεν είχα λεφτά ούτε για την περιβόητη licens, την άδεια δηλαδή για ίντερνετ και ραδιοτηλεόραση κι έτσι ούτε καν ραδιόφωνο δεν μπορούσα να έχω στο σπίτι ν' ακούω μια κουβέντα, να μην αγριεύω εντελώς. 

Δανειζόμουν κόμιξ του Storm P., βιβλία τεχνικής για πλέξιμο, audio-βιβλία και κινηματογραφικές ταινίες που έβλεπα στο σπίτι στο λάπτοπ κουκουλωμένη με το πάπλωμα, στην αρχή με τη γάτα πάνω μου, μετά, όταν πέθανε η γατούλα, με νήματα πλεξίματος που είχα από την Ελλάδα, μια Καινή Διαθήκη, σπανιότερα με κάποιο ελληνικό βιβλίο που ξετρύπωνα από τις κλειστές ακόμη κούτες της μετακόμισης από Ελλάδα. 

H επιλογή στα ηχητικά βιβλία ήταν περιορισμένη κι επειδή εκείνο το φεγγάρι δεν άντεχα βιβλία για παιδιά, έβρισκα κάποια ιστορικά μυθιστορήματα, ο Θεός να τα κάνει, για να κάνω εξάσκηση και στα δανέζικα. Κακογραμμένα τα περισσότερα, άρλεκιν του σωρού με μεσαιωνικό ντεκόρ, τα ερωτικά πάθη της καμαριέρας της Σοφίας του Μινσκ, της γυναίκας του Βάλντεμαρ του Μεγάλου, που της διέφθειρε την παρθενία το καθίκι ο διάδοχος, ο μετέπειτα επονομαζόμενος Βάλντεμαρ ο Νικητής, και την κατέστησε έγκυο κι αυτή εξηπατήθη και δεν ήξερε πώς να κρύψει την ντροπή της, αλλά έπρεπε και να το βουλώσει, γιατί ο λεγάμενος δεν ήταν δα κι ο πάσα εις. 

Μάθαινα πλέξεις καθώς ο διάδοχος τη φιλούσε κι αυτή ριγούσε, εκνευριζόμουν, για να έρθω στα ίσα μου πάταγα από πάνω μια μουσική μπαρόκ, αλλά επέστρεφα στην ακουστική παπάρα του δράματος της καμαριέρας, όντας ψυχαναγκαστική· μια και το άρχισα έπρεπε και να το τελειώσω. Ύστερα το γύριζα στις ταινίες. Οι περισσότερες που δανειζόμουν ήταν δραματικές, κάτι δραματοποιημένες σειρές του BBC του Ντίκενς -όπου οι ήρωες με τα χρέη καταλήγουν στη φυλακή, την Πείνα του Henning Carlsen του '66 βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Χάμσουν, το Άκου, δε γέλασε κάποιος;" πάλι του Henning Carlsen, με τον ήρωα που είναι άνεργος στην Κοπεγχάγη του '30 και μένει κι άστεγος στο τέλος και γελάει κι ο Θεός με το χάλι του. 

Κάποια στιγμή μέσα στις ταινίες δανείστηκα και το Flammen og Citronen, Φλόγα και Λεμόνι, στην Ελλάδα έμαθα κυκλοφόρησε με τον τίτλο Μέρες Θυμού, Κύριος οίδε γιατί. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στη Δανία τον καιρό της Κατοχής και διηγείται την ιστορία δυο σαμποτέρ, που παίρνουν το όνομά τους ο ένας από τα κατακόκκινα μαλλιά του, ο άλλος από την κιτρινιάρικη όψη του. Με πρόσχημα ότι θα κάνω εξάσκηση στα δανέζικα, περισσότερο για να είμαι απασχολημένη να μην σκέφτομαι, κάθισα και κατέγραψα όλους τους διαλόγους της ταινίας, σταματώντας την ανά τρίλεπτο. Η ταινία άρχιζε έτσι: 


"Kan du huske, da de kom? Kan du huske den 9. april? Det tror jeg, du kan. Det kan alle. De var pludselig alle vegne. Gestapo, Wehrmaht, Abwehr, SS. Alle de tyske korps. Tyske nazister. Danske nazister. De kom alle frem fra mørket. De havde bare ventet på dagen. Gik du ud og så på det? Hvad tænkte du?"1


Ένα χρόνο μετά, το '12 γνωρίστηκα με το γατούλη. Πέντε χρόνια από σήμερα. "Έναρξη κατοχής της Δανίας", σχολίασε. Η κατοχή στη Δανία έληξε στις 5 Μάη του 1945. Κράτησε πέντε χρόνια. Δεν είχα ποτέ μου αίσθημα κτητικότητας σ' ανθρώπους. Αλλά περιμένω να περάσει η 5η του Μάη. Να δω τι σόι απελευθέρωση προοιωνίζεται. 



© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Κυριακή των Βαΐων 9 Απριλίου 2017 


1 Μπορείς να θυμηθείς τότε που ήρθαν; Μπορείς να θυμηθείς την 9η Απριλίου; Νομίζω μπορείς. Όλοι μπορούν. Ήταν ξαφνικά παντού. Η Γκεστάπο, η Βέρμαχτ, η Αντικατασκοπεία, τα SS. Όλα τα γερμανικά σώματα. Οι Γερμανοί ναζιστές. Οι Δανοί ναζιστές. Βγήκαν όλοι απ' τα σκοτάδια. Περίμεναν απλώς τη μέρα. Βγήκες έξω να τους δεις; Τι σκέφτηκες;

buzz it!

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Magnificat -Παρά τον Μύθον

Magnificat θα πει "μεγαλύνει η ψυχή μου". Μagnificat είναι το όνομα της γάτας μου. Η γάτα μου φυσικά είναι μια ξεχωριστή γάτα και δε μοιάζει με τη γάτα κανενός! Όχι μόνο γιατί αρέσκεται στην μπαρόκ μουσική, τρώει φράουλες, ντομάτες, ροδάκινα ή φακές ή γιατί είναι η καλύτερη κυνηγός της περιοχής του Ribe, αλλά και για τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά της σπάνιας δασκάλας, που ξέρει να συνδυάζει την ηρεμία με τη διαολιά, τα νάζια - με τη σοφία. Αποφάσισε να με υιοθετήσει αμέσως μόλις γεννήθηκε, αλλά προτίμησε να έρθει σπίτι μου το Γενάρη, όταν πια ήταν δυόμισυ μηνών, για να με νταντέψει και να μου μάθει πώς νταντεύουν.Όταν η Magnificat με τίμησε με την εύνοιά της, το χιόνι είχε φτάσει απέξω σχεδόν το ένα μέτρο κατά τόπους. Το βράδυ πάγωνε και γινόταν σκληρό και το μόνο που είχε σημασία στην παγωνιά και την ασπρίλα ήταν αυτό που θα έδινε χρώμα στο λευκό -
σ' αυτό το λευκό που ξεπερνά το μη-χρώμα, το παραμυθένιο ή το suréel. Κι είναι αλήθεια πως βρέθηκαν κάποιοι να πουν πως "με ζηλεύουν για το χιόνι", πιθανόν όμως παράβλεψαν πως όταν όλοι οι δρόμοι παγώνουν, δεν έρχεται ο Άγιος Βασίλης με το έλκηθρο να σου φέρει να φας.


Όταν ζεις στη σιωπή και παρά τον μύθον, τότε ζητάς στην πραγματικότητα την παραμυθίαν ψυχής να σε γειώσει. Αυτό όμως που είναι και το πιο πραγματικό τελικά στην απόλυτη ερημιά είναι ένα σμάρι πουλιά που πετά ψάχνοντας να βρει τροφή ή το πόδι σου που βουλιάζει στο χιόνι μέχρι το γόνατο. Τίποτε άλλο δεν είναι πιο πραγματικό ή δεν έχει σημασία. Μια τραχειά πραγματικότητα γυρεύει το παραμύθι εκείνο που θα μιλήσει απευθείας στην καρδιά και η καρδιά δε γλυκαίνει με σπουδαίους μύθους (λόγια) ούτε μ' εμβριθείς αναλύσεις της πολιτικής κατάστασης στην παγκόσμια σκηνή ή της οικονομικής κρίσης. Hχούν ψεύτικα όταν μεγαλοστομούν, γλιτσιάρικα όταν μελοδραματοποιούν, ύπουλα όταν εθίζουν στο splash, κακόηχα όταν περιγράφουν το γκροτέσκο. Πιθανόν γιατί οι άνθρωποι χάσαμε τους μύθους, τα παρά τον μύθον και τα ρήματά μας και κρατήσαμε μόνο κάποια ενδεικτικά επιρρήματα, όπου το "ευ" λίγο πια ρόλο παίζει.

Το "ευ" είναι ακριβό γιατί χρειάζεται ικανότητα καλλιτέχνη για να μπορείς να το καδράρεις. Το μη εξασκημένο μάτι τείνει να το αγνοεί ή να επικεντρώνεται στο πρωτογενές ωφελιμιστικό συναίσθημα σε κάθε ερέθισμα. Παράδειγμα η λέξη "πάγος". Πάγος ίσον κάτι το ευχάριστο στον καύσωνα ή σ' ένα ποτήρι βότκα, δυσάρεστο όταν παγώνεις, ακινητοποιείσαι, κρυώνεις ή πεινάς και στη μία όμως και στην άλλη περίπτωση μπορεί να είναι όμορφος, γιατί είναι αληθινός και μπορεί να πάρει μορφή ή μπορεί άριστα να χρησιμεύσει κι ως υλικό για παραμύθι, για να ξεχάσεις προς στιγμήν ότι είσαι νηστική κι ατσίγαρη και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, αφού η θύελλα μαίνεται πέρα απ' το να περιμένεις να κοπάσει.
Όμως μια γάτα είναι η καλύτερη παραμυθατζού, γιατί θα σε καταφέρει να την κεντράρεις μέσα από ένα πλήθος παραπληρωματικές λεπτομέρειες. Είτε σου μιλάει (και οι γάτες στους δικούς τους ανθρώπους είναι πολύ ομιλητικές) είτε γιατί πειραματίζεται να μεταμορφωθεί σε κουνέλι και χοροπηδά, άλογο κι αρχίζει τρελούς καλπασμούς, μαντάμ ντε Πομπαντούρ όταν ξαπλώνει με ηδυπάθεια και μισοκλείνει τα μάτια, σαχλοκούδουνο όταν κρύβεται και πηδάει ξαφνικά επάνω σου, πεπειραμένη Ανατολίτισσα δασκάλα του μασάζ όταν σ' αρχίζει στα ζυμώματα κι αγαπησιάρα σέξυ κι απαιτητική ερωμένη, όταν σου 'ρχεται κι αρχίζει να σου τρίβεται και να σου γλείφει τη μύτη με τις ώρες. Oι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται τη γάτα. Γιατί η γάτα είναι απρόβλεπτη και ανεξάρτητη και η αγάπη της καθόλου δεδομένη. Kι ύστερα είναι κι αυτό της το χαμόγελο, να παραμένει δίχως το σώμα της γάτας. Όμως, λίγοι γνωρίζουν ότι η γάτα αφοσιώνεται, εάν κι εφόσον σε εγκρίνει, ειδικά αν της μιλάς στη γλώσσα της και άριστος γνώστης της γλώσσας της γάτας δε γίνεσαι ποτέ, αν δεν έχεις κάτι το γατίσιο από φύση. Για να αγαπήσεις τη γάτα, πρέπει να έχεις πάει ένα βήμα παραπέρα απ' την αγάπη του σκύλου, που είναι πιο χαζοχαρούμενος, εύπιστος, χλεχλές, μεγαλόθυμος κι υποτελής σου, ενώ η γάτα σε μαθαίνει να μην εφησυχάζεις ποτέ. Όμως, η γάτα η δικιά μου έχει ακριβώς τους ίδιους λόγους να μην εφησυχάζει μαζί μου κι έτσι, καμιά απ' τις δυο μας δε βρίσκεται σε σχέση υποτέλειας.

Αν με ρωτούσαν πόσο και πώς θα ήθελα να αγαπηθώ από άνθρωπο, θα έλεγα όσο και όπως με αγαπάει η γάτα μου. Η γάτα μου δε θα με αγαπούσε ποτέ, αν δεν την αγαπούσα έτσι όπως την αγαπώ. Κι ύστερα... λατρεύω τις τρίχες της. Γιατί μπορώ να τις βλέπω, να τις χαϊδεύω ή να τις σκουπίζω. Τις τρίχες όμως των ανθρώπων δεν καταφέρνω πάντα να τις διακρίνω, εκτός κι αν με πνίξουν ή μου μπουν στα ρουθούνια.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 27 Σεπτεμβρίου 2010

buzz it!