Παρασκευή 21 Απριλίου 2017
Παίξε, πέσε κάτω, κυλήσου!
Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009
Έρως Ανεξίτηλος!

Το περιστατικό συνέβη στην Ισλανδία πρίν από 40 περίπου χρόνια. Ο επτάχρονος Χάλλι «τα έφτιαξε» επιτέλους με την ποθητή της καρδιάς του από το σχολείο, τη μικρή Μαρία.
Μοιράζονταν παγωτά και καραμέλλες και αποφάσισαν να «ολοκληρώσουν τον έρωτά τους».

Τότε λέει η Μαρία στο Χάλλι:
-Κι αν μείνω έγκυος;
Τότε ο Χάλλι την αγκάλιασε τρυφερά και τη διαβεβαίωσε ότι αυτό δε γίνεται, γιατί μόνο αν κάνει πιπί του στο πιπί της θα κάνουν παιδάκι κι έτσι η Μαρία ησύχασε και πήγανε σ’ ένα σταύλο. Μαζί τους φρόντισαν να πάρουν και τα απαραίτητα σύνεργα για το σεξ: ανεξίτηλους μαρκαδόρους.

Έτσι, αφού τσιτσιδωθήκανε και τα δυο, πήρανε μαρκαδόρους και ζωγράφισε ο ένας στου άλλου τα απόκρυφα ζιγκ – ζαγκ, τρίγωνα, σπιτάκια, ήλιους και καρδούλες και γινήκανε εμπριμέ.
Τρεις μήνες στη σκάφη από τις μανάδες τους κι ακόμη παιδεύονταν να βγάλουν τα σημάδια εκείνου του ανεξίτηλου έρωτα.
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 18 Ioυνίου 2009
Παρασκευή 3 Απριλίου 2009
Τριάντα Παιδιά στο Μπαούλο.

Καθόλου ευτυχής στο φακό, στημένος με το ζόρι με τα λουλούδια και το κουβαδάκι στο χέρι, τζουγκράνες και άλλα σύνεργα επ' ώμου εύχεται: Les souhaits des enfants portent bonheur toujours. Puissent ceux-ci semer la joie en tous vos jours. (:Οι ευχές των παιδιών φέρνουν ευτυχία πάντα. Είθε να σπείρουν τη χαρά σ' όλες τις μέρες σας). Αν κρίνουμε απ' τη μουρτζουφλιά αυτουνού που μας εύχεται, καλύτερα να μην πάρουμε τοις μετρητοίς τις ευχές του.
Le livre d' images (Το βιβλίο των εικόνων). Ειδυλλιακή στυλιζαρισμένη φωτογραφία κατά τα πρότυπα των Προραφαηλιτών ζωγράφων με υπερεκχυλίζουσα χριστιανοσύνη, σκουφάκια, μελέτη, μπουκλάκια.
Καλό Πάσχα με φιογκάκια, κολλιεδάκια, αυγουλάκια, γραμματάκια, κοκοράκια, κουτσουλίτσες.
Τοποθετείστε το μικρό σκαμνάκι πάνω στο μεγάλο σκαμνάκι. Όταν φθάσετε στην κορυφή του σεκρετέρ θα μπορέσετε να θαυμάσετε την καλλονή σας στον καθρέπτη. (Αh je sais! ) Kαι χειρόγραφο: Catan 28 avril 1903
Καλή Χρονιά και οποία χαρά! Γουνίτσες, μανσόν, κουκουλίτσες και σκουφίτσες.
Να και ο αδερφός της μικρής Jeannette, όπως επεξηγεί από πίσω το 1911 ο αποστολέας. Ο αδερφός της μικρής Jeannette ντυμένος ξωτικό εύχεται Καλή Χρονιά στον κύριο και στην κυρία Bondot, που ζούσαν στο Παρίσι στην οδό Joseph - Dijon 15.
Tρεις προσευχόμενες στο άγαλμα της Παρθένου μικρές εύχονται στην κυρία Camille Calais ταχείαν ανάρρωσιν διά χειρός της Renée, η οποία προσεύχεται ομοίως.
Τα παιδιά της Augustine. Στέλνει τη φωτογραφία στην αγαπημένη της Henriette μαζί με τις ευχαριστίες της.
Μία όμορφη μικρά κόρη που θα στείλει πολλά φιλιά απ' όλους στη Malon.
Σε ψευτοθημωνιές με ψευτολούλουδα ψευτορεμβάζοντας και ελαφρώς αλληθωρίζοντας.
Καλή Χρονιά και πάλι σαν παλιά χαλκομανία που τις κολλούσαμε στο παράθυρο στο Δημοτικό μαζί με βαμβάκι που το φτύναμε για να σταθεί στο τζάμι.
Όμορφη. Κι αυτή και το γατί στο καλάθι.
Στις 12 Απρίλη του 1912 η γιαγιά γράφει στα εγγόνια της. Τα σκέφτεται συνέχεια κι ελπίζει να είναι καλά και φρόνιμα παιδιά.
Καλό Πάσχα με σαφείς χριστιανικούς υπαινιγμούς. Τα χέρια ανοιχτά με τις παλάμες προς τα έξω υπαινισσόμενη τη Σταύρωση.
Μπορεί να είχε έρθει και η άνοιξη. Μπορεί και όχι.
Μa barque est trop petite... adieu notre voyage! Nous la regarderons flotter sur le rivage. (H βάρκα μου είναι πολύ μικρή. Αντίο ταξίδι μας! Θα τη βλέπουμε να πλέει στο ποταμάκι). Και η δική μου έχει περίπου αυτό το μέγεθος. Αλλά δεν είπα ποτέ ότι είναι πολύ μικρή. Χωράει κι εμένα κι αυτούς που αγαπώ.
"Αφού μου είπατε να μη σας πω τ' όνομά μου, επιφόρτισα αυτούς τους φίλους να σας προσφέρουν αυτό το ωραίο ψάρι". Βλέπω δύο ψάρια, μόρτικο βλέμμα, μια καλαθούνα κι ένα μπιλιετάκι. Ο ποιητής σιβυλλικός!
Συμβατικές ολιγόλογες ευχές από πίσω, γραμμένες βιαστικά σε ομοίως συμβατική άχρωμη και άοσμη κάρτα με άχρωμη και άοσμη παιδίσκη με τα άχρωμα και άοσμα ψεύτικα λουλούδια της και τη δαντελένια σκούφια μοδός γιαγιάς Κοκκινοσκουφίτσας προ του φαγώματός της υπό του κακού λύκου.© Ελένη Καλλιανέζου (προφέρεται Ελένη Καλλιανέζου), Vejen 3 Απριλίου 2009
Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009
...Και ποιανού είναι τα κολλιέ;
"H Μαρία έχει δύο κολλιέ. Το ένα έχει 7 χάντρες και το άλλο έχει 5 χάντρες. Πόσες χάντρες έχουν και τα δυο μαζί;
...Και τα κολλιέ ποιανού είναι;
Συναφής Ανάρτηση: Τα Γράμματα - Οι Λέξεις - O, patria mia!
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 20 Mαρτίου 2009
Τρίτη 17 Μαρτίου 2009
Από τα μάτια των άλλων.
Ευτυχής πτυχιούχος Νηπιαγωγείου στη Στροφή της Νέας Σμύρνης με το άγαλμα του Χρυσοστόμου, τον Ιούνιο του 1973, αφού η μαμά της την έχει πάει για κούρεμα κατά το σύνηθες.Χωρίζεται σε τρία τμήματα:
Ι Ψυχολογική Ωριμότης (Μπαρμπούτσαλα δηλαδή)
ΙΙ Συμμετοχή στην Ομάδα - Συμπεριφορά. (Π.χ. Ακοινώνητο, σιχαμένο, απροσάρμοστο, ελπιδοφόρο να πει καλά το ποίημα αργότερα στη ζωή, με ευγενείς τάσεις όπως: ρουφιάνος, σπασικλάκι, θύμα κ.λ.π.)
ΙΙ Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (π.χ. "ρέπει προς την πορνεία, τα ναρκωτικά, την ομοφυλοφιλία, τον κομμουνισμόν, το οργανωμένο έγκλημα κ.ο.κ.")
Ι. ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΩΡΙΜΟΤΗΣ: Μετρία
ΙΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ - ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ: Καλό και ήσυχο παιδί. Ενδιαφέρεται για τις παιδαγωγικές μας απασχολήσεις και παίρνει μέρος στην εκτέλεση κάθε εργασίας μας. Κατέχεται από μίαν ανησυχία. Προσπαθεί να είναι τυπική σε κάθε περίπτωση, πράγμα που της στερεί τον αυθορμητισμό της.
ΙΙΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Σοβαρό ύφος, συγκρατημένο.
Ι ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΩΡΙΜΟΤΗΣ: Εξελισσομένη
ΙΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ - ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ: Παιδί με ευγένεια και λεπτότητα. Ωραία αφήγησις και περιγραφή. Ήρεμη συνεργατικότης με την ομάδα, αλλά και κάποια απομάκρυνσις. Πολλά ενδιαφέροντα και ικανότητες δεξιοτεχνίας συνεχώς εξελισσόμενες.
ΙΙΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Ευαισθησία, λεπτότης.
Ι. ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΩΡΙΜΟΤΗΣ: Αρκετά Καλή (Ίδια ήταν, αλλά έπρεπε να πουν ότι έκαναν τη δουλειά τους).ΙΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ: Καλό και φρόνιμο παιδί. Έχει ενδιαφέροντα και αρκετές ικανότητες δεξιοτεχνίας. Με την ομάδα της συνεργάζεται καλά.
ΙΙΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ: Όμορφο λεξιλόγιο, άνετη περιγραφή.

Σημειώματα του Γιώργου. Δε μας συμφέρει να πούμε άλλα...

Το 2002 άρχισα ψυχανάλυση. Δεν πήγα βέβαια ως άσχετη, καθόσον παιδιόθεν κατεβάσαμε κάποια βιβλιαράκια περί ψυχολογίας, τα οποία δε φαίνεται να μας βοήθησαν ιδιαίτερα. Το σκίτσο είναι του Δημήτρη για μένα.
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 17 Mαρτίου 2009
Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009
Από παιδί κι από τρελό...
Στην εικόνα η μικρή υποτίθεται είμαι εγώ που ακούω τη γιαγιά μου τη Μαρίκα, κι η μαμά μου ρίχνει ξύλα στη φωτιά. Δεν είναι αποκύημα της φαντασίας μου το τζάκι. Είχαμε τζάκι στη Νέα Σμύρνη.
Ποιος ξέρει τι νυσταλέα πράγματα λέγανε τότε σε παιδάκια της Α' Δημοτικού, που δε θυμάμαι τίποτα απ' τη γιορτή και το σκοπό της. Χάζευα κι ονειροπολούσα ως συνήθως.
Πίκρα...
Λυρισμός...
Πάντα είχα ευκολία στις περιγραφές, αλλά το συναίσθημα φρόντιζα να το κρύβω καλά.
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 16 Mαρτίου 2009
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009
Μετανάστης
Αγνοώ το επιστημονικό όνομα του κλέφτη, αλλά πιθανόν αυτό δεν έχει και πολλά να πει σ' όλους που γνωρίζουμε τι είναι ο κλέφτης. Είναι αυτό το παρασιτικό φυτό με το άνθος του να σχηματίζει μια φουντίτσα που αποτελείται απ' τους σπόρους του. Έχουν κοντολογίς οι σπόροι μια τριχοειδή κεφαλή που απαρτίζεται από πολλές ίνες, που στο πρώτο φύσημα του καλοκαιριάτικου αέρα τους κάνουν να πετούν, να καλύπτουν αποστάσεις μακρινές και να πηγαίνουν στα πιο απομακρυσμένα μέρη. Ύστερα αγκιστρώνονται στο έδαφος και φυτρώνουν με τα πρωτοβρόχια.
Η παράδοση θέλει αν κάποιος πιάσει ένα σπόρο κλέφτη που ίπταται και μετά τον αφήσει, η ευχή του να εκπληρώνεται. Άλλοι πάλι λένε πως αν βάλεις στο μαξιλάρι σου αποξηραμένους σπόρους κλέφτη το βράδυ σ' επισκέπτονται τα αερικά στον ύπνο σου.
Η ουσία όμως είναι μία. Ότι οι κλέφτες είναι εχθροί των καλλιεργητών, γιατί είναι φυτό παρασιτικό κι έτσι τους ξεριζώνουν ανελέητα. Σ' όλες τις χώρες του κόσμου.
Αν γίνεις κλέφτης, κι αν ακόμη οι άνεμοι σε πάνε στα μέρη που πρωτοφύτρωσες, στους δικούς σου τόπους, πάλι σε ξεριζώνουν οι δικοί σου. Δεν ανήκεις πια ούτε εδώ ούτε εκεί. Αυτό το ζουν όλοι οι μετανάστες που έφυγαν, κάηκαν απ' τον πόθο να ξαναγυρίσουν κι ύστερα θέλουν πάλι να ξαναφύγουν.
Μένει όμως ένα πείσμα να συνεχίσεις να ζεις ένεκα των φτερωτών σου σπόρων. Τους αφήνεις να αφεθούν στο φύσημα του αέρα, να φυτρώσουν παντού κι όσο κι αν μοχθήσουν οι γεωργοί, δε γίνεται να τους ξεριζώσουν όλους.
Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008
Όταν πεθαίνει μια Παναγιά, βγάλε τα φασόλια απ' το ψυγείο...
Φασόλια και φασολάδες έτρωγα πάντα, καμιά μιζέρια, κι ας απέφευγα το φαγητό, όπως ο διάολος το λιβάνι (ας όψεται η θανατηφόρα μαγειρική της μαμάς μου, στην οποία έκανα την εφηβική μου επανάσταση μαθαίνοντας να μαγειρεύω).
Η μάνα μου μαγείρευε ένα καζάνι φαγητό μια φορά την εβδομάδα, που τις περισσότερες φορές δεν τρωγόταν και το έβαζε στο ψυγείο για να έχουμε να τρώμε.
Και πέρασε καιρός κι έφτασα στα δεκαοχτώ και γνώρισα τον Αντρέα και τον ερωτεύτηκα τρελά[3]. Στο ψυγείο υπήρχε μια τεράστια τσανάκα με φασολάδα για εκείνη τη βδομάδα κι έπειτα ήρθε η Κυριακή. Πήγα στον πατέρα μου.
-Έχουμε φοβερό φαγητό, μου λέει θριαμβευτικά. Φασολάδα!
Φυσικά χάρηκα πάρα πολύ που το μενού της εβδομάδας πλουτίστηκε: απ' τη φασολάδα στη φασολάδα.
Και πέρασε η Κυριακή και η Δευτέρα και η Τρίτη, που επέστρεψα στη μάνα μου κι έφαγα φασολάδα. Κι ήρθε η αποφράς Τετάρτη, που ενέδωσα στον Αντρέα και πήγα για πρώτη φορά στο σπίτι του. Δίπλα στο σπίτι του ήταν το σπίτι των δικών του.
-Περίμενε, μου κλείνει το μάτι ο Αντρέας. Πάω να φέρω φαγητό απ' τα γερόντια.
Θρίαμβος! Φασολάδα!
Μετά η μητέρα μου κονόμησε ένα φοβερό κουνέλι. Κατάφερε να ακολουθήσει πιστά μια συνταγή και το έκανε στιφάδο. Επειδή πάλι δε φαγώθηκε και το 'χε αμαρτία να πετάξει φαγητό, κάθησε και το ξεκοκάλισε κι έβαλε το στιφάδο να βράσει μαζί με φασόλια. Το φασουλαδοκούνελο πάλι έμεινε. Στο ζουμί του έβρασε ρύζι. Έτσι είχαμε πια στο ψυγείο φασουλαδοκούνελο πιλάφι.

Η μητέρα μου έγινε όψιμα χριστιανή, παλιά ήταν άθεη. Τις τρεις τελευταίες μέρες της ζωής της έπεσε σε κώμα. Άνοιξε τα μάτια μια φορά, κι οι τελευταίες λέξεις της ήταν «Παναγία μου!» με απόγνωση. Λίγο πριν την κηδεία, επέστρεψα στο σπίτι που είχα νοικιάσει στου Γκύζη να βρω μαύρο φουστάνι. Πέταξα και τη φασολάδα που είχα αφήσει έξω απ' το ψυγείο, όταν έτρεξα αλαφιασμένη στο πατρικό μου, γιατί είχε χαλάσει. Δεν πρόλαβα να φάω μπουκιά.
Η Παναγία κάθε Δεκαπενταύγουστο πεθαίνει. Έτσι, πέθανε φέτος το καλοκαίρι κι ο πατέρας μου, την επομένη που πέθανε η Παναγιά.
Το πρωΐ της Παναγίας του λέει η αδερφή του:
-Πάω ν' ανάψω ένα κεράκι. Σήμερα είναι της Παναγίας.
Χαμογέλασε αδύναμα κι είπε με δυσκολία μελαγχολικά:
-Πάει κι η Παναγία. Πέθανε...
Το μεσημέρι του έκαναν μορφίνη, για να μην υποφέρει πολύ. Ήταν που είχε και διαβολεμένη διαύγεια ως το τέλος... Έπεφτε σε λήθαργο, αλλά και πάλι ξυπνούσε κοιτάζοντας το κενό. Κι οι τελευταίες του λέξεις ήταν:
-Βγάλε τα φασόλια απ' το ψυγείο.
Τα χαράματα της επομένης πέθανε, ενώ απ' το στόμα του έβγαινε αίμα με αφρούς. Έπειτα, δυο ανάσες. Και τέλος.
Αχ, αυτά τα φασόλια!
Σημειώσεις:
[1], [2] Βλέπε ανάρτηση Σπόρια
[3] Βλέπε ανάρτηση Hippocampus Guttulatus σε μια μαύρη Ford.
Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008
Παλιά Δαντέλα με ή χωρίς Αρσενικό

Η Μαρία Κάλλας στην ιστορική παράσταση της Τραβιάτας, Σκάλα του Μιλάνου 1955, σε σκηνοθεσία Luchino Visconti και μουσική διεύθυνση Carlo Maria Giulini
Κιαλάρω ένα καλό κοριτσάκι και ρωτώ ευγενικά, αν μπορώ να κάτσω δίπλα του (πρώτο θρανίο, το σύνδρομο του σπασικλακίου). Το κοριτσάκι ήταν ήσυχο κι ευγενικό, μου είπε ότι τη λένε Μαιρούλα και πιάνουμε κουβέντα, η φιλόλογος αργούσε:
ΥΠΟΦΑΙΝΟΜΕΝΗ: Μαιρούλα! Ω, Θεέ μου! Σαν τη Μαρία Κάλλας! Σ' αρέσει η κλασική μουσική;
ΜΑΙΡΟΥΛΑ: Πολύ. Παίζω και πιάνο. Ο μπαμπάς μου είναι και ψάλτης.
ΥΠΟΦΑΙΝΟΜΕΝΗ: Σου αρέσει η Κάλλας;
ΜΑΙΡΟΥΛΑ: Η αγαπημένη του μπαμπά μου.
Λάτρεψα τη Μαιρούλα και την πιάνω σ' ένα μπουρ – μπουρ χωρίς σταματημό: Και η Κάλλας γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στο Flower Hospital της Νέας Υόρκης και ήρθε στην Ελλάδα το 1937 και πρώτη της δασκάλα στο Εθνικό Ωδείο ήταν η Μαρία Τριβέλλα και στο Ωδείο Αθηνών η Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, και δώστου πάρλα, και καλή η παράσταση της Τραβιάτας στη Λισαβόνα το 1958, αλλά στη Σκάλα του Μιλάνου το 1955 σε σκηνοθεσία Βισκόντι άφθαστη, στη Μήδεια του 1953 σκηνοθετούσε η Μαργαρίτα Βάλμαν, αλλά αυτή που άφησε εποχή ήταν το 1959 σε σκηνοθεσία Μινωτή... και η Κάλλας αυτό και η Κάλλας το άλλο και πέθανε ημέρα Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου του 1977 στο Παρίσι, Λεωφόρος Ζωρζ Μαντέλ 36, 2ος όροφος ώρα 13:30... και αυτό που θα μπορούσε να πει κανείς για την Κάλλας είναι οι στίχοι του Γάλλου ποιητή του 19ου αιώνα Αλφρέντ ντε Μυσσέ, που είχε αφιερώσει για τον πρόωρο χαμό της άλλης μεγάλης ντίβας του 19ου αιώνα της Μαρίας Μαλιμπράν:
«Αν είναι να κλάψει κάτι κανείς στον πρόωρο τάφο σου, δεν είναι η θεία Τέχνη ή τα μεγάλα μυστικά της. Είναι μάλλον αυτή η φωνή της καρδιάς, που μόνο αυτή ήξερε στην καρδιά να μιλάει και που μετά από σένα δε θα μπορέσει καμιά να μας το τραγουδήσει πια».
Εδώ πήρα ανάσα κι η Μαίρη αισθάνθηκε το κεφάλι της να βουΐζει, αλλά ήταν πολύ ήσυχο και ντροπαλό και ευγενικό κοριτσάκι και είπε μέσα του:
«Μπλέξαμε, αλλά φαίνεται καλό κορίτσι και θα το κάνω παρέα».
Γίναμε αχώριστες. Στην παρέα προστέθηκε και η Τέσσυ, μυαλό ξυράφι και με φοβερό χιούμορ, νυν λέκτορας στο Μετσόβειο, και μετά από δύο χρόνια και η Τόνια, με την οποία αλληλογραφούσαμε για να μιμηθούμε τους ποιητές της γενιάς του '30 και ανταλλάσσαμε μέσα στην τάξη ραβασάκια με προβληματισμούς πάνω στην Απολογία του Σωκράτη, στη Λογοτεχνία αλλά και ποιήματα. Ο πατέρας της έβρισκε τα γράμματά μου στο γραμματοκιβώτιο της πολυκατοικίας, μένανε κοντά στο Άλσος, και τής τα πήγαινε με την ατάκα:
-Ε, ρε μαλακία που σας δέρνει.
Με τη Τόνια συχνά επινοούσαμε και διαλόγους στα βήματα του Τσέχωφ.
Έλεγε:
-Θα πάρετε ένα τσάι, στρατηγέ μου;
Η σωστή απάντηση που έπρεπε να δώσω ήταν:
-Μόνο αν έχετε καλά βουτήματα.
-Η μαγείρισσά μας φτιάχνει τα καλύτερα βουτήματα σ' ολόκληρη την Πετρούπολη.
Ο διάλογος συνέχιζε σ' αυτό το στυλ.
Με τη Τόνια αποφασίσαμε να κάνουμε ένα ταξίδι με βοϊδάμαξα στη Λατινική Αμερική, κι εγώ θα έκανα έναν νόθο γιο το Φρεδερίκο Γκαρθία Λόρκα Β', που θα μας μάζευε απ' τα καπηλειά όταν θα ήμαστε λέει λιώμα απ' την τεκίλα που θα πίναμε, όταν δε θα γράφαμε ποίηση.
Μια μέρα ήρθαν επίσκεψη στο σπίτι της Τόνιας κάποιοι οικογενειακοί φίλοι που ήταν χορτοφάγοι και τούς έφεραν δώρο μία γλάστρα, ενώ η Τέσσυ σχολίαζε:
-Μα, καλά, πώς και δεν την έφαγαν στο δρόμο;
Στα αγόρια μιλούσαμε με το επίθετο και γενικά ήμαστε στην κοσμάρα μας.
Κάποιο σούσουρο στις κουβέντες:
-Η τάδε τα έφτιαξε με τον τάδε και φαντάσου: έκαναν το ανεπανόρθωτο!
-Το ανεπανόρθωτο; Ο Χριστός και η Παναγία!
Κάποια στιγμή πέφτει και ο προβληματισμός, τι θα κάνουμε στη ζωή μας και θα ζούσαμε λέει μια ζωή γεμάτη ποικιλία και γνώση όπως ο Οδυσσέας, αλλά κάποια στιγμή θα φτάναμε και στα γεράματα. Εντάξει, θα ερωτευόμαστε λέει, αλλά οι άντρες δε ζουν και πολύ σε σχέση με τις γυναίκες, ακόμη κι αν κάναμε παιδιά πού να τα εμπιστεύεσαι τη σήμερον ημέρα, θα σε πετάξουν σε κανένα γηροκομείο.
Άρα; Θα αγοράσουμε ένα νεοκλασικό σπίτι και θα μαζευτούμε όλες οι γραίες και κολλητές και θα συγγράφουμε, θα κλειδοκυμβαλλίζουμε και θα φοράμε άσπρα δαντελένια γιακαδάκια και θα ασχολείται η καθεμιά με τη μούρλια που θα την κατέχει εκείνο τον καιρό και την όποια εμμονή της. Απ' το να μάθουμε όψιμα κοπανέλλι, να ασχοληθούμε με υφαντική, γλυκά του κουταλιού, να συνθέτουμε μουσική δωματίου, να αρθρογραφούμε. Μέρος της σύνταξης στη νοσοκόμα που θα μας φροντίζει και στην κοπέλλα που θα κάνει τις δουλειές κι ένα μέρος στον κηπουρό.
Τα κορίτσια μάλλον εγκατέλειψαν την ιδέα του νεοκλασικού, κακώς κατά τη γνώμη μου, εγώ πάντα ελπίζω να βρω καμιά συνομήλικη που να ταιριάζουν τα χνώτα μας, να 'χει η καθεμιά την αυτονομία της ως περήφανο γηρατειό, κι όποτε θέλουμε να πίνουμε τσάι ή βότκα, να τσακωνόμαστε και να είμαστε οι φοβερές grannies, γιατί καλοί οι άντρες δε λέω, αλλά σου βγάζουνε την Παναγία με αηδίες, όπως από το πού θα παρκάρουν μέχρι αν κάποιος στην ταβέρνα τους ακούμπησε το σακάκι ή εκεί που βγαίνεις να φας μια μπουκιά φαγητό και να πιεις ένα ποτηράκι αυτοί να τρώνε γρήγορα και φεύγουν σαν κυνηγημένοι... Αμάν, βρε παιδιά, cool! Eίναι ανάγκη να με πιάνει βαρυστομαχιά απ' το φαī και να κάθομαι να προβληματίζομαι ποιος τους αγριοκοίταξε και τίνι τρόπω θα του ξηγηθούνε; Ενώ με τις συνομήλικες, όλο και κάποιο λικεράκι φτιάχνεις για μοναχικά αρσενικά -από φιλανθρωπία- που να περιέχει ένα κουταλάκι αρσενικό, μισό κουταλάκι στρυχνίνη και μια πρέζα υδροκυάνιο!
Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008
Μαθήματα Σεξ για Αρχαρίους
Από τον πασατέμπο στην ένεση.
Η θεία μου η Αθηνά είχε ένα βιβλίο με τον Σπερμούλη και την Αυγούλα. Το ξεσκόνισα στο πιτς φυτίλι και έμαθα ότι η Αυγούλα πάει κομμωτήριο, βάζει το καλό της φουστανάκι κι ένα φιόγκο στα μαλλιά.
Ο Σπερμούλης την ερωτεύεται. Αφού λοιπόν της στείλει καμιά ντουζίνα ανθοδέσμες και κρυφοκοιτάζονται σε ραντεβού τη νύχτα, κάποια στιγμή τη φιλάει και συντελείται το μοιραίο:
Σπερμούλης και Αυγούλα ενώνονται και μεταμορφώνονται σε παιδάκι.
-Ποιος έχει τον Σπερμούλη;
-Ο μπαμπάς.
-Πού ακριβώς κατοικεί ο Σπερμούλης μέσα στον μπαμπά;
-Βρίσκεται μέσα στην ουρά του. (Οι άντρες διαφέρουν από τις γυναίκες, διότι έχουν χοντρή φωνή, γένια και ουρά).
-Πού ζει η Αυγούλα;
-Στη μαμά, μέσα από τον αφαλό της.
Άρα, σαφές και το βιβλικό χωρίο «Ο άνδρας γεννά η δε γυναίκα τίκτει».
Πέφτουμε όμως σε βαθειά περισυλλογή πώς δίνεται αυτό το ραντεβού του Σπερμούλη και της Αυγούλας για να γίνει ένα παιδάκι. Το ερώτημα τοποθετήθηκε σ' ένα συρταράκι στο κεφάλι της μικρής Λένας και μόνη της αναφώνησε μετά από λίγα χρόνια και πάλι το «Εύρηκα!». Διότι στο μεταξύ έμαθε ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει μεταξύ αντρών και γυναικών την πρώτη νύχτα του γάμου τους: Πρώτα φιλιούνται και αγκαλιάζονται (Κανένα πρόβλημα). Μετά όμως; Γδύνονται! (Πρόβλημα! Δεν ντρέπονται;)
Το σενάριο σκαρώνεται τότε ως εξής:
Μετά την εκκλησία, ο γαμπρός και η νύφη πάνε στην κρεβατοκάμαρα. Αγκαλιάζονται και φιλιούνται. Μετά ο γαμπρός πάει στην τουαλέτα. Παίρνει από την ουρά του το Σπερμούλη και τον τοποθετεί σε μια σύριγγα. Και αφού αγκαλιάζει και πάλι τη νύφη και της λέει να μη φοβάται τη βελόνα, της ζητάει ευγενικά να κατεβάσει το βρακί της για να της κάνει την ένεση στον πωπό της. Αυτή ντρέπεται, αλλά το ξεπερνά. Ε, μετά η εγκυμοσύνη είναι θέμα επιστημονικό και θα το μάθω, όταν μεγαλώσω.
Παιδικές εγκυμοσύνες.
Μετά τη Δευτέρα Δημοτικού με βάζανε να κάνω υποχρεωτικά παρέα με τη Σοφούλα, την οποία και δε χώνευα. Οι λόγοι που μου καθόταν στο στομάχι ήταν πολλοί.
Βρώμαγε. Ήταν χοντρή, αντιπαθητική και σκράπας στα μαθήματα, αλλά τακτική μαθήτρια στο Κατηχητικό, όπως και η μαμά της ήταν μέλος του Κύκλου των Κυριών της Ενορίας. Ενώ όμως η Σοφούλα ήξερε απέξω ρητά απ' τους μακαρισμούς κι έλεγε ότι νήστευε τις Σαρακοστές, διηγόταν κάτι σιχαμένες ιστορίες, όπως π.χ. πώς τη στρίμωχνε ο θείος της σε γωνίες, όταν δεν ήταν μπροστά η θεία της ή οι γονείς της και της πασπάτευε τα βυζιά κι αυτηνής της άρεσε, κάτι που θεωρούσα αηδιαστικό. Επίσης έλεγε και κάτι θηριώδη ψέματα πως τα ζευγάρια φιλιούνται ακουμπώντας τις γλώσσες τους! Μπλιαχ! Κανένα ζευγάρι δεν μπορεί να κάνει τέτοιες βλακείες! Η Σοφούλα επίσης ήταν καλή νοικοκυρά και ήξερε να κεντάει, κάτι που εγώ σνόμπαρα, κι είχε κεντήσει μέχρι τα δέκα της 32 κεντήματα με ανεβατό κι άλλα τόσα με σταυροβελονιά και δε θυμάμαι και πόσους τσεβρέδες, ενώ εγώ μετά βίας κατάφερα να κεντήσω το ¼ σε ένα πανί με σταμπωτά λουλουδάκια από τη Δευτέρα Δημοτικού ως την Έκτη. Η μάνα μου για να με φιλοτιμήσει μου έλεγε ότι θα στόλιζε το κέντημά μου στο ψυγείο, αλλά της απάντησα:
-Έλα μωρέ, μόνο η μία γωνία θα φαίνεται. Δε σου φτάνει;
Είδε κι απόειδε και το τελείωσε το κέντημα μόνη της, κάτι που και σ' αυτήν δεν άρεσε, γιατί στα οικοκυρικά ήταν εξίσου με μένα ή και ακόμη περισσότερο άσχετη.
-Δες, βρε τη Σοφούλα πόσα κεντήματα έχει φτιάξει!
-Προτιμάς να φτιάχνω κεντήματα και να φέρνω εφτά στην ορθογραφία ή να διαβάζω;
Το επιχείρημα ήταν ακλόνητο. Καλύτερα να έχεις κόρη διαβαστερή, που ακούει όπερα.
-Να πας να παίξεις με τη Σοφούλα!
Επιλογή δεν υπήρχε.
-Τι θα παίξουμε;
Την ξαπέστελνα με συνοπτικές διαδικασίες, επινοώντας το παιχνίδι:
-Λοιπόν, θα είμαστε βασίλισσες. Εσύ τάχα μου θα φοράς χρυσό φόρεμα και πέπλο κι εγώ ασημένιο φόρεμα και πέπλο. Είμαστε και οι δύο έγκυοι τώρα και θα καθήσουμε στον καναπέ. Μέχρι να γεννήσουμε, εσύ θα κεντάς κι εγώ θα διαβάζω.
Ευτυχώς, οι παιδικές μας εγκυμοσύνες ήταν απανωτές. Εκείνη τέλειωσε πολλά ακόμη κεντήματα και τέλος έμεινε κι έγκυος στ' αλήθεια, απ' ό,τι έμαθα, χωρίς να χρειαστεί να βελτιωθεί στην ορθογραφία, γιατί παντρεύτηκε. Εγώ διάβασα κάμποσα ακόμη βιβλία και παρέμεινα αχαīρευτη κι ανεπρόκοπη.
Συμπέρασμα: Το διάβασμα είναι ο καλύτερος τρόπος αντισύλληψης.
Το λάστιχο ποτίσματος.
-Χθες το απόγευμα η μαμά μου δε με άφησε να παίξω στο πάρκο, είπε η Ρένα.
-Γιατί;
-Άστα! Βρήκε στο πάρκο κάτι λάστιχα. Το είπε και στο μπαμπά μου κι αυτός βγήκε έξω κι έβρισε κι είπε ότι πετάνε τις καπότες τους όπου λάχει.
-Τι θα πει καπότες;
-Να είναι ένα λάστιχο σαν του ποτίσματος. Η μία άκρη μπαίνει στο πιπί του άντρα και η άλλη στης γυναίκας. Έτσι το κάνουνε.
-Πώς είναι δυνατόν να κάνουν τέτοια πράγματα με λάστιχο; Χωρίς ένεση; Και πώς θα γίνει μετά το παιδάκι;
-Βρε βλάκα, το λάστιχο είναι για να μην κάνουν παιδάκι!
-Καλά, ηλίθιοι είναι; Αντί να αγκαλιαστούνε κάθεται ο ένας στη μια άκρη και ο άλλος στην άλλη και βάζουνε στο πιπί τους λάστιχα ποτίσματος; Θα πάθουν μόλυνση!
Συναφείς αναρτήσεις:
Ο άνδρας γεννά η δε γυναίκα τίκτει ή από πού έρχονται τα μωρά
© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 24 Οκτωβρίου 2008
Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008
Oι Αρχικοί Σπόροι
Χειραφετημένη, ανεξάρτητη, femme fatale, με ταλέντο στην πένα και πολυγραφότατη, θυμική και παράφορη, η ψυχή των πάρτυ, ευφάνταστη, διαζευγμένη από τον κατά τουλάχιστον τριάντα χρόνια μεγαλύτερο σύζυγό της, τον οποίο και παντρεύτηκε στα 35 της, όχι από πρεμούρα για το γάμο, αλλά γιατί στη δεκαετία του ’50 οι συγγενείς και οι φίλοι την έφαγαν ότι «προορισμός της γυναίκας είναι να παντρεύεται και να κάνει παιδιά». Είχε ενδώσει στις προτροπές, μήνα Οκτώβρη του 1959 και τον παντρεύτηκε στον Ορθόδοξο Μητροπολιτικό Ναό της Βιέννης, αφού πρώτα έκανε πολιτικό γάμο στο Ρατχάουζ. Γιατί Βιέννη; Γιατί γνωρίστηκαν στη Βιέννη, εκείνος κοσμοπολίτης συνταξιούχος δημοσιογράφος, καλής οικογένειας, πρόσφυγας απ’ τ’ Aϊβαλί με τα γαλλικά του και παρέες με διανοούμενους της εποχής, bon viveur. Όταν γνωρίστηκαν, εκείνος είχε δεσμό με μια χήρα, την οποία και εχώρισε αυθωρί για τα μάτια και τα κάλλη της μαμάς μου. Επιπλέον, σε μια εκδρομή στις Αυστριακές Άλπεις, εκείνος παρολίγο να χάσει τη ζωή του σε κάτι γκρεμνά στην προσπάθεια να κόψει ένα εντελβάις για να της το προσφέρει. Εγκαταστάθηκαν στην Εκάλη και είχαν και σκυλί, τη Λάικα. Ο γάμος δεν τους φτούρησε πάνω από τρία χρόνια. Η μαμά ήθελε νύχτες χρωματιστές, που ο εις απόσυρσιν σύζυγος δεν μπορούσε να της προσφέρει. Εξάλλου, είχε μάθει να είναι το επίκεντρο της προσοχής, να σφάζονται για χάρη της, να πηγαίνει εκδρομές, να της γράφουν ποιήματα, γλύπτες να της φτιάχνουν την προτομή και ζωγράφοι το πορτραίτο, και κανταδόροι να της κάνουν καντάδες κάθε βράδυ, όταν εκείνη δεν έλειπε σε κάποιο γλέντι ή πάρτυ ή εκδρομή για να δει την ανατολή του ήλιου και κοιμόταν σπίτι της νωρίς.
***
Εκείνος.
Κατά δεκατρία χρόνια μικρότερός της. Από την επαρχία[1], απολυμένος από την Αστυνομία κατά τα Ιουλιανά, όταν τα έβαλε με τον Καραπαναγιώτη[2]. Περιοδεύων βιβλιοπώλης. Πλασιέ. Με λατρεία στα βιβλία και πολυδιαβασμένος· από αρχαίους συγγραφείς, Ιστορία, Φιλοσοφία, Λογοτεχνία, Αστρονομία, Φυσική. Άσχημος ως άντρας, ψηλός, με μεγάλο μέτωπο και μύτη γαμψή, υπέροχα χέρια, βλέμμα διεισδυτικό, δεινός ρήτορας που ήξερε να μαγνητίζει το κοινό του, εξαιρετικά ευφυής και με συνδυαστική φαντασία, ετοιμόλογος, γοητευτικός και απίστευτα ερωτικός.
***
Γνωρίστηκαν σε πάρτυ στα τέλη του ’65. Έγιναν εραστές. Το ειδύλλιο παράφορο, κάποια στιγμή αποφάσισαν να παντρευτούν.
Ο γάμος θα έβρισκε αντίθετη την οικογένειά του (κυρίως λόγω της διαφοράς ηλικίας τους) και θα αντιμετώπιζε προβλήματα, αν και φημολογείται ότι εκείνο τον καιρό διατηρούσε και ερωτική σχέση με μεγαλοεκδότρια, η οποία δε θα έπρεπε να μάθει κάτι για τη γυναίκα η οποία επρόκειτο να γίνει η μητέρα μου.
Η εποχή που αποφάσισαν να παντρευτούν, Μάρτης του 1966, έπεφτε μέσα στη Σαρακοστή, κι εκείνη την εποχή η εκκλησία δεν πάντρευε σε περίοδο Σαρακοστής. Έπειτα λοιπόν από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες να παντρευτούν στην Αθήνα, κανονίζουν να παντρευτούν στην Ελασσόνα, όπου και ο άντρας ο οποίος επρόκειτο να γίνει πατέρας μου θα ταξίδευε για δουλειές μ’ έναν συνάδελφο και με κοινό αυτοκίνητο, το αυτοκίνητο του συναδέλφου.
Η μαμά έβαλε σε μια βαλίτσα ένα κοντό λαμέ φόρεμα και παράγγειλε γόβες κεντητές με ασημοκλωστές –με τα παπούτσια είχε ψύχωση, αγόραζε τουλάχιστον δύο ζευγάρια την εβδομάδα ή παράγγελνε να της τα φτιάξουν με ειδικό καλαπόδι που ήταν φτιαγμένο στο πόδι της- και πήγε και τον βρήκε.
Ο άνδρας που επρόκειτο να γίνει ο πατέρας μου λέει στο συνάδελφό του:
-Μπορώ να έχω το αυτοκίνητο μόνος μου για σήμερα;
-Ψώνισες καμιά Λαρισινή;
-Ναι, του απαντάει εκείνος.
Πηγαίνουν στην εκκλησία, εκείνη με τα λαμέ της, εκείνος με τζην. Σ’ ένα λουστράκι του δρόμου γυάλισε τα παπούτσια του εκείνος για να είναι ευπρεπής.
Ο παπάς άρχισε τις εικασίες:
-Η κοπέλα πρέπει να είναι πλουσιοκόριτσο κι εσύ φτωχό παιδί και δε σε θέλουν;
Κρυφογέλασαν, αλλά ένευσαν «ναι», για να ξεμπερδεύουν. Βρήκαν και μια τυχαία, τη Λόλα και την έκαναν κουμπάρα.
Κάποιοι άσχετοι παριστάμενοι τους πέταξαν ρύζι και τους ευχήθηκαν καλούς απογόνους. Έριξαν και μπόλικο ρύζι μέσα στο αυτοκίνητο.
Το ρύζι όμως θα ήταν προδοτικό, και ο άνδρας ο οποίος επρόκειτο να γίνει πατέρας μου κρατούσε το γάμο κρυφό απ’ τους πάντες, άρα κι απ’ το συνάδελφο (ίσως λόγω της πιθανής του σχέσης με την εκδότρια). Πηγαίνει λοιπόν σε ένα μπακάλικο και αγοράζει σπόρους[5] διάφορους: φασόλια, φακές και ρεβύθια, πήρε μια χούφτα απ’ το κάθε είδος και τα σκόρπισε στο αυτοκίνητο.
Η γυναίκα που επρόκειτο να γίνει μητέρα μου τον ρώτησε γιατί.
-Αν με ρωτήσουν, επειδή δεν προλαβαίνω να καθαρίσω το αμάξι απ’ τα ρύζια, θα δικαιολογηθώ ότι ψώνισα τρόφιμα και μου έσπασαν οι σακούλες, της αποκρίνεται.
Εκείνη γέλασε.
Επιστρέφοντας στην Αθήνα συνέχισαν τη ζωή τους κανονικά. Εκείνη δήλωσε στη δουλειά της το γάμο, και συνέχισε να μένει με τους γέρους γονείς της. Εκείνος συνέχισε να μένει στο σπίτι που είχε νοικιάσει με τ’ αδέρφια του και προσποιήθηκε ότι δε συνέβαινε τίποτα.

Aνεβασμένη σε εξωμειωτή πλώρης, ντυμένη νάυαρχος. Η «θάλασσα» πρέπει να είχε φουρτούνα, γιατί το δεξί χέρι της μαμάς μου με στηρίζει. (Ίσως από φόβο μη με πάρουν τα κύματα).
Κάθε βράδυ, ο άνδρας ο οποίος επρόκειτο να γίνει ο πατέρας μου και η γυναίκα η οποία επρόκειτο να γίνει η μητέρα μου έβγαιναν με την κοινή τους παρέα. Στο μεταξύ εκείνος είχε αποκτήσει και δικό του αυτοκίνητο, ένα Τάουνους.
Μετά από την έξοδο, εκείνος, ως ο διαθέτων αμάξι, επέστρεφε στα σπίτια τους όλες τις κυρίες (μαζί και την εκδότρια), το ίδιο όπως πρώτα, και ομοίως πήγαινε τη μητέρα μου στο σπίτι της, πρώτη απ’ όλους, κατ’ απαίτησιν της εκδότριας, που κάτι είχε αρχίσει και ψυλλιαζόταν.
Όταν τελείωνε με τις διανομές ερχόταν έξω απ’ το σπίτι της και κόρναρε. Εκείνη, συνεννοημένη από πριν, έβγαινε, έμπαινε στο αμάξι και πάταγαν γκάζι. Σταθμός κάποιο ξενοδοχείο στη Ραφήνα ή τη Χαλκίδα όπου έβγαζαν τα μάτια τους. Εκείνη μετά πήγαινε κατευθείαν για δουλειά.
Η γιαγιά, η Μαρίκα[3] αγόρασε κουφέτα να τρατάρει τις αδερφάδες της για το γεγονός, να της ευχηθούν.
Η Σμαρώ[4] γκρίνιαζε:
-Αμάν με την κόρη σου! Εμείς να μην τηνε φιλήσομε νύφη, μπρε; Τη μια μας παντρεύεται στη Βιέννη, την άλλη Ελασσόνα;
Κάθε βράδυ πάρτυ κι εκδρομή και ξενοδοχείο.
Κάποια στιγμή αποφασίζουν να κάνουν και διακοπές μαζί. Τις πρώτες τους. Πήγανε λοιπόν το καλοκαίρι του 1966 στη Σάμο κι ύστερα από μερόνυχτα πάθους αποφάσισαν, παντρεμένοι όντες, να συμβιώσουν.
Κι ήρθε εκείνος που επρόκειτο να γίνει πατέρας μου στο σπίτι εκείνης που επρόκειτο να γίνει η μητέρα μου «με ένα τρύπιο σώβρακο και τρεις κάλτσες», όπως έλεγε αυτή η οποία επρόκειτο να γίνει η γιαγιά μου. Κι όταν χειμώνιασε για τα καλά, κάποιο βράδυ, τέλη του ’66 ή αρχές του ‘67 ένα σπερματοζωάριό του συνάντησε ένα ωάριό της κι ύστερα από μήνες εννέα, ένα απόγευμα του Οκτώβρη ήρθα στον κόσμο και αντίκρυσα αυτόν που έγινε πατέρας μου και εκείνην που έγινε η μητέρα μου.
[5] Βλέπε αναρτήσεις: α) Σπόρια και β) O άνδρας γεννά, η δε γυναίκα τίκτει ή από πού έρχονται τα μωρά
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 17 Ioυλίου 2008
Πέμπτη 12 Ιουνίου 2008
O Γιος της Βερυκοκιάς
Τον πόνο της ήκουεν η βερυκοκίτσα που είχε στην αυλή κι ετίναζε τα κλαδιά τση και της έστελνε τ’ άνθια τση, για να τηνε παρηγορήσει.
Σαν ήλθε ο Ιούνης κι έδεσε η βερυκοκιά βερύκοκα ευωδιαστά, τα μάζεψε η Μαριωρή κι άλλα τα κράταγε για να φαγωθούν φρέσκα, κι άλλα πάλι για να γίνουνε γλυκό, μαρμελάδα και κομπόστα για τις μέρες του χειμώνα και ξεχώριζε και τα κουκούτσια τους για να κάμει ποτό.
Ένα βράδυ που ‘χε τα κουκούτσια ξεχωρισμένα σε μια μεγάλη τσανάκα, σκάει ένα κουκούτσι κι απομέσα ξεπρόβαλε ένα αγοράκι.
Χαρά την άλλη μέρα η Μαριωρή που πάγει στην κουζίνα τση κι είδε το Κουκουτσόπαιδο!
Το ‘ντυσε, το χτένισε, το τάιζε τα πιο εκλεκτά κι ύφαινε στον αργαλειό τση τα πιο όμορφα ρούχα για να το ντύσει.
Το Κουκουτσόπαιδο μεγάλωσε και σ’ ούλα του ξεχώριζε απ’ τ’ άλλα παιδιά, στη γνώση και τη λεβεντιά, στο μπόι και τη θωριά, στη σοφία και τη φρονιμάδα.
Ούλες οι κοπελιές τονε θέλανε γι’ άντρα τους κι ούλες οι μανάδες ονειρευόντανε να τονε κάμουνε γαμπρό τους, μα κείνος, γιοκαρίνι μου, ούτε να γυρίσει να τις κοιτάξει!
-Άει, γιόκα μου, δεν κάμει να ‘σαι τόσο ακατάδεκτος, πρέπει κι εσύ να νοικοκυρευτείς μια μέρα και να φκιάσεις το σπιτικό σου, του ‘λεγε η Μαριωρή.
-Μάνα, καμώνου, δεν ήρθε η ώρα, της αντιγύριζε τότενες της Μαριωρής το Κουκουτσόπαιδο.
Μιαν ημέρα επήγε ο γιος της βερυκοκιάς, το παλικάρι της Μαριωρής, το ξακουστό το Κουκουτσόπαιδο στο δάσος, να μάσει βατόμουρα.

Robert Burns, Dianα and her Nymphs (H Άρτεμις κι οι Νύμφες της), περί το 1926 © Estate of Robert Burns, National Galleries of Scotland, Ηνωμένο Βασίλειο.
-Είμαι το κουκουτσόπαιδο, της Μαριωρής καμάρι
και θεν να με παντρέψουνε με των ανθρώπων θρέμμα
μα είμαι και του δέντρου μας ο γιος και το βλαστάρι
και πώς εγώ να παντρευτώ από θνητών το αίμα;
Δεν πρόκαμε ν’ αποσώσει το λόγο του κι άνοιξε ο κορμός της πλατανιάς κι από μέσα ξεπρόβαλε μιαν ανεραΐδα, που τρελαινόσουνα να τηνε βλέπεις.
Και του ‘τεινε του Κουκουτσόπαιδου η ανεραΐδα το χέρι και του εγέλασεν και το ήπιασεν το χεράκι της εκείνος κι ύστερις τηνε πήρε στην αγκάλην του.
Κι έκλεισε πάλε ο κορμός του δέντρου και μέσα του εκράτησε το γιο της Βερυκοκιάς και την κόρη του Πλάτανου και τους έσμιξε.
Σαν πας καταμεσίς στο δάσος κι ακούσεις τραγούδια γυναίκεια κι αντρικά είναι του Κουκουτσόπαιδου και της Πλατανοκόρης, που τραγουδούν ο ένας στον άλλον τα μάγια, τα στοιχειά των δέντρων και της αγάπης τις ευωδιές.
______________________
Σήμερα το απόγευμα στο παραμύθι Ο Κωστής, η Λεμονιά και το Στοιχειό της Φωτιάς η Αmεliε * Dήmηtρa μου ζήτησε ένα παραμύθι για βερυκοκιά. Χατήρια δε χαλώ, όταν πρόκειται για παραμύθια και περπατώντας προς το χωριό για τσιγάρα φανταζόμουν την υπόθεση ενός παραμυθιού που να έχει μέσα βερυκοκιά. Αμ’ έπος αμ’ έργον, το παραμύθι γράφτηκε και της το αφιερώνω.
© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 12 Iουνίου 2008











