Πρώτη Γυμνασίου – πρώτη μέρα στο Ομήρειο Παρθεναγωγείο Νέας Σμύρνης, που κρατούσε τ' όνομα μόνο απ' το ομώνυμο παρθεναγωγείο της Σμύρνης ενώ είχε γίνει ήδη μικτό, όπου η κυρία απ' την Εστία Νέας Σμύρνης εξακολουθούσε κάθε Αη Δημητριού για χρόνια να δίνει μετάλλιο στην καλύτερη μαθήτρια του σχολείου, άσχετα αν ο σημαιοφόρος ήταν αγόρι...

Η Μαρία Κάλλας στην ιστορική παράσταση της Τραβιάτας, Σκάλα του Μιλάνου 1955, σε σκηνοθεσία Luchino Visconti και μουσική διεύθυνση Carlo Maria Giulini
Κιαλάρω ένα καλό κοριτσάκι και ρωτώ ευγενικά, αν μπορώ να κάτσω δίπλα του (πρώτο θρανίο, το σύνδρομο του σπασικλακίου). Το κοριτσάκι ήταν ήσυχο κι ευγενικό, μου είπε ότι τη λένε Μαιρούλα και πιάνουμε κουβέντα, η φιλόλογος αργούσε:
ΥΠΟΦΑΙΝΟΜΕΝΗ: Μαιρούλα! Ω, Θεέ μου! Σαν τη Μαρία Κάλλας! Σ' αρέσει η κλασική μουσική;
ΜΑΙΡΟΥΛΑ: Πολύ. Παίζω και πιάνο. Ο μπαμπάς μου είναι και ψάλτης.
ΥΠΟΦΑΙΝΟΜΕΝΗ: Σου αρέσει η Κάλλας;
ΜΑΙΡΟΥΛΑ: Η αγαπημένη του μπαμπά μου.
Λάτρεψα τη Μαιρούλα και την πιάνω σ' ένα μπουρ – μπουρ χωρίς σταματημό: Και η Κάλλας γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στο Flower Hospital της Νέας Υόρκης και ήρθε στην Ελλάδα το 1937 και πρώτη της δασκάλα στο Εθνικό Ωδείο ήταν η Μαρία Τριβέλλα και στο Ωδείο Αθηνών η Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, και δώστου πάρλα, και καλή η παράσταση της Τραβιάτας στη Λισαβόνα το 1958, αλλά στη Σκάλα του Μιλάνου το 1955 σε σκηνοθεσία Βισκόντι άφθαστη, στη Μήδεια του 1953 σκηνοθετούσε η Μαργαρίτα Βάλμαν, αλλά αυτή που άφησε εποχή ήταν το 1959 σε σκηνοθεσία Μινωτή... και η Κάλλας αυτό και η Κάλλας το άλλο και πέθανε ημέρα Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου του 1977 στο Παρίσι, Λεωφόρος Ζωρζ Μαντέλ 36, 2ος όροφος ώρα 13:30... και αυτό που θα μπορούσε να πει κανείς για την Κάλλας είναι οι στίχοι του Γάλλου ποιητή του 19ου αιώνα Αλφρέντ ντε Μυσσέ, που είχε αφιερώσει για τον πρόωρο χαμό της άλλης μεγάλης ντίβας του 19ου αιώνα της Μαρίας Μαλιμπράν:
«Αν είναι να κλάψει κάτι κανείς στον πρόωρο τάφο σου, δεν είναι η θεία Τέχνη ή τα μεγάλα μυστικά της. Είναι μάλλον αυτή η φωνή της καρδιάς, που μόνο αυτή ήξερε στην καρδιά να μιλάει και που μετά από σένα δε θα μπορέσει καμιά να μας το τραγουδήσει πια».
Εδώ πήρα ανάσα κι η Μαίρη αισθάνθηκε το κεφάλι της να βουΐζει, αλλά ήταν πολύ ήσυχο και ντροπαλό και ευγενικό κοριτσάκι και είπε μέσα του:
«Μπλέξαμε, αλλά φαίνεται καλό κορίτσι και θα το κάνω παρέα».
Γίναμε αχώριστες. Στην παρέα προστέθηκε και η Τέσσυ, μυαλό ξυράφι και με φοβερό χιούμορ, νυν λέκτορας στο Μετσόβειο, και μετά από δύο χρόνια και η Τόνια, με την οποία αλληλογραφούσαμε για να μιμηθούμε τους ποιητές της γενιάς του '30 και ανταλλάσσαμε μέσα στην τάξη ραβασάκια με προβληματισμούς πάνω στην Απολογία του Σωκράτη, στη Λογοτεχνία αλλά και ποιήματα. Ο πατέρας της έβρισκε τα γράμματά μου στο γραμματοκιβώτιο της πολυκατοικίας, μένανε κοντά στο Άλσος, και τής τα πήγαινε με την ατάκα:
-Ε, ρε μαλακία που σας δέρνει.
Με τη Τόνια συχνά επινοούσαμε και διαλόγους στα βήματα του Τσέχωφ.
Έλεγε:
-Θα πάρετε ένα τσάι, στρατηγέ μου;
Η σωστή απάντηση που έπρεπε να δώσω ήταν:
-Μόνο αν έχετε καλά βουτήματα.
-Η μαγείρισσά μας φτιάχνει τα καλύτερα βουτήματα σ' ολόκληρη την Πετρούπολη.
Ο διάλογος συνέχιζε σ' αυτό το στυλ.
Με τη Τόνια αποφασίσαμε να κάνουμε ένα ταξίδι με βοϊδάμαξα στη Λατινική Αμερική, κι εγώ θα έκανα έναν νόθο γιο το Φρεδερίκο Γκαρθία Λόρκα Β', που θα μας μάζευε απ' τα καπηλειά όταν θα ήμαστε λέει λιώμα απ' την τεκίλα που θα πίναμε, όταν δε θα γράφαμε ποίηση.
Μια μέρα ήρθαν επίσκεψη στο σπίτι της Τόνιας κάποιοι οικογενειακοί φίλοι που ήταν χορτοφάγοι και τούς έφεραν δώρο μία γλάστρα, ενώ η Τέσσυ σχολίαζε:
-Μα, καλά, πώς και δεν την έφαγαν στο δρόμο;
Στα αγόρια μιλούσαμε με το επίθετο και γενικά ήμαστε στην κοσμάρα μας.
Κάποιο σούσουρο στις κουβέντες:
-Η τάδε τα έφτιαξε με τον τάδε και φαντάσου: έκαναν το ανεπανόρθωτο!
-Το ανεπανόρθωτο; Ο Χριστός και η Παναγία!
Κάποια στιγμή πέφτει και ο προβληματισμός, τι θα κάνουμε στη ζωή μας και θα ζούσαμε λέει μια ζωή γεμάτη ποικιλία και γνώση όπως ο Οδυσσέας, αλλά κάποια στιγμή θα φτάναμε και στα γεράματα. Εντάξει, θα ερωτευόμαστε λέει, αλλά οι άντρες δε ζουν και πολύ σε σχέση με τις γυναίκες, ακόμη κι αν κάναμε παιδιά πού να τα εμπιστεύεσαι τη σήμερον ημέρα, θα σε πετάξουν σε κανένα γηροκομείο.
Άρα; Θα αγοράσουμε ένα νεοκλασικό σπίτι και θα μαζευτούμε όλες οι γραίες και κολλητές και θα συγγράφουμε, θα κλειδοκυμβαλλίζουμε και θα φοράμε άσπρα δαντελένια γιακαδάκια και θα ασχολείται η καθεμιά με τη μούρλια που θα την κατέχει εκείνο τον καιρό και την όποια εμμονή της. Απ' το να μάθουμε όψιμα κοπανέλλι, να ασχοληθούμε με υφαντική, γλυκά του κουταλιού, να συνθέτουμε μουσική δωματίου, να αρθρογραφούμε. Μέρος της σύνταξης στη νοσοκόμα που θα μας φροντίζει και στην κοπέλλα που θα κάνει τις δουλειές κι ένα μέρος στον κηπουρό.
Τα κορίτσια μάλλον εγκατέλειψαν την ιδέα του νεοκλασικού, κακώς κατά τη γνώμη μου, εγώ πάντα ελπίζω να βρω καμιά συνομήλικη που να ταιριάζουν τα χνώτα μας, να 'χει η καθεμιά την αυτονομία της ως περήφανο γηρατειό, κι όποτε θέλουμε να πίνουμε τσάι ή βότκα, να τσακωνόμαστε και να είμαστε οι φοβερές grannies, γιατί καλοί οι άντρες δε λέω, αλλά σου βγάζουνε την Παναγία με αηδίες, όπως από το πού θα παρκάρουν μέχρι αν κάποιος στην ταβέρνα τους ακούμπησε το σακάκι ή εκεί που βγαίνεις να φας μια μπουκιά φαγητό και να πιεις ένα ποτηράκι αυτοί να τρώνε γρήγορα και φεύγουν σαν κυνηγημένοι... Αμάν, βρε παιδιά, cool! Eίναι ανάγκη να με πιάνει βαρυστομαχιά απ' το φαī και να κάθομαι να προβληματίζομαι ποιος τους αγριοκοίταξε και τίνι τρόπω θα του ξηγηθούνε; Ενώ με τις συνομήλικες, όλο και κάποιο λικεράκι φτιάχνεις για μοναχικά αρσενικά -από φιλανθρωπία- που να περιέχει ένα κουταλάκι αρσενικό, μισό κουταλάκι στρυχνίνη και μια πρέζα υδροκυάνιο!