Κυριακή 14 Μαΐου 2017
Μάνα στο Πατάρι
Παρασκευή 5 Μαΐου 2017
Τα Πουλιά - Ε, ουανσιντά!
Τετάρτη 26 Απριλίου 2017
Μακριά απ' τη Συνάφεια
Σάββατο 15 Απριλίου 2017
Αποδράσεις για το Τριήμερο
Δε χρειάζεται καν να κλείσεις εισιτήριο με την ταχεία, πας με το κανονικό τρένο που τρέχει περίπου 5 AU την ώρα και φθάνεις στον Ποσειδώνα σε περίπου 6 ωρίτσες, βάλε και τις στάσεις ενδιάμεσα 7,5 ώρες αντί για 4,5 και σου 'ρχεται και πιο φθηνά. Για πολλά πολλά δεν είναι, έχει όμως ωραίο χρώμα, μπλε του κοβαλτίου κι άφθονο μεθάνιο, που ναι μεν δε μυρίζει ωραία, αλλά είναι ένα κι ένα για τους ρευματισμούς.
Η διαμονή κοστίζει το κατιτίς της, αν όμως πλέκεις, ράβεις ή κεντάς κατά το ταξίδι και εκμεταλλευτείς το χρόνο σου επωφελώς, μπορείς να τη βγάλεις και σχεδόν τζάμπα. Για τις ταχύτητες σαλιγκαριού, σαν της αφεντιάς μου, πάλι δεν υπάρχει πρόβλημα, γιατί μέσα στο τρένο αναπτύσσεις αναγκαστικά ταχύτητες τουλάχιστον ένα παρσέκ την ώρα. Φτάνουν και περισσεύουν να φτιάξεις σκουφιά και κασκόλ για όλα τα όντα του πλανήτη, στη δε επιστροφή φτιάχνεις, αν θες, και δαντέλα που να ενώνει όλους τους πλανήτες μεταξύ τους, γιατί η παλιά σχίστηκε σε πολλά σημεία κι έχει γίνει πια κουρέλι.
Τρίτη 7 Απριλίου 2009
Empathy, Sympathy, Apathy

Johann Heinrich Füssli, Das Schweigen (Η Σιωπή), 1799 – 1801, Kunsthaus, Zυρίχη.
Ένα μπωλάκι σούπα κι ένα μαξιλάρι
Ήμουν περίπου δεκαπέντε χρονών, βράδυ, ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου, σ’ αυτήν την κατάσταση που χαλαρώνεις κι ετοιμάζεσαι να κοιμηθείς, αλλά είσαι ακόμη σε εγρήγορση, τα μάτια μου εστίαζαν στο παράθυρο και στο φως του δρόμου απ’ έξω και βρέθηκα σε μια δίνη, όλα γυρνούσαν, σκηνές περνούσαν μπροστά μου με ταχύτητα απ’ το παρελθόν, φλας μπακ με συνέπεια.
Ύστερα, ένα τίναγμα, ήμουν αλλού, ένα αγροτόσπιτο γύρω στα 1840, ήμουν βέβαιη για την ημερομηνία γιατί έβλεπα από ψηλά τρία πρόσωπα: δύο γυναίκες και έναν άνδρα, τους παρακολουθούσα κανονικά, εκείνοι δε με έβλεπαν και ήξερα τα πρόσωπα.
Η μια γυναίκα ήταν μελαχροινή, ξαπλωμένη στο κρεβάτι – άρρωστη, ο άντρας της δίπλα με μακρυές φαβορίτες και παντελόνι ιππασίας και η άλλη όρθια μ’ ένα μπωλάκι σούπα στο χέρι το πήγαινε στην άρρωστη. Ήταν ξανθιά με τα μαλλιά σε σινιόν κι εγώ την έβλεπα από πίσω και ήξερα αυτό που δεν ήξερε η άρρωστη, πως δηλαδή αυτή η γυναίκα με τη σούπα και ο άντρας της άρρωστης ήταν εραστές.
Ύστερα έγινα εγώ η άρρωστη στο κρεβάτι, η ξανθιά γυναίκα μου έφερνε τη σούπα, ο άντρας μου κοιτάχτηκε με την ξανθιά γυναίκα, ένευσαν σιωπηλά κι αρπάζει εκείνος ένα μαξιλάρι και με πνίγει, δεν μπορώ να πάρω ανάσα, πνίγομαι και λέω μέσα μου «τώρα πεθαίνω» και πάλευα και λέω «έτσι λοιπόν είναι να πεθαίνεις» κι αυτόματα γυρίζω το κεφάλι πλάγια και βλέπω τη μητέρα μου να με κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια επίμονα και τραντάχτηκα και γύρισα στο τώρα.
Πιτσιρίκα, ίσως μικρότερη από πέντε χρονών, ανασηκώνομαι στο κρεβάτι μου και βλέπω απ’ το διάδρομο ένα λιοντάρι αρσενικό με βυσσινιά χαίτη να με κοιτάζει, το λιοντάρι δε σάλευε, μόνο κοιταζόμαστε και τότε λέω:
-Μαμά, μαμά! Το λιοντάρι είναι εδώ. Διώξτο!
Κι εκείνη μου λέει:
-Πέσε κοιμήσου, δεν υπάρχει λιοντάρι.
Και υπάκουσα. Όμως λιοντάρι υπήρχε!
_________________________________
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 7 Aπριλίου 2009
Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009
Επέλεξαν...
Peter Paul Rubens, Η Πτώση των Καταραμένων, 1620, Althe Pinakotek, Μόναχο
Επέλεξαν τον ήλιο να τον καλούν ήλιο και το φεγγάρι τ' ονομάτισαν φεγγάρι και τα 'βαλαν ψηλά στον ουρανό ~να φωτίζουν εναλλάξ~ πόθους και καημούς που εκφέρονται με το άλφα και το χι ~ πότε μπρος και πότε πίσω, να φτιάχνουν το «αχ» και το «χα» κατά περίσταση.
Κι είπαν τη Νύχτα ~ νύχτα και τη φτιάξαν σκοτεινή, μα δεν τους άρεσε. Και τη φώτισαν.
Κι είπαν τη μέρα ~ μέρα και τη φτιάξαν φωτεινή, μα πάλι δεν τους άρεσε. Και τη σκοτείνιασαν.
Είπαν πως κάναν λάθος που φώτισαν τη νύχτα κι είδαν πως δεν ήταν καλή ιδέα να σκοτεινιάσουν τη μέρα και ξανάψαξαν να βρουν τον ήλιο και το φεγγάρι. Αλλά ο ήλιος είχε σχεδόν καεί και το φεγγάρι κόντευε να παγώσει.
Τότε σκέφτηκαν πως είναι καλό να φέρουν κοντά τον ήλιο στο φεγγάρι, για να δροσίσουν τον μεν και να ζεστάνουν το δε. Kι ονόμασαν το φαινόμενο όσμωση. Όμως το φεγγάρι ήταν μικρό κι έλυωσε. Κι ο ήλιος έσκασε σε εκατομμύρια μικρά κομμάτια φωτιάς που έπεσαν στη γη.
Οι άνθρωποι είπαν στην αρχή «αχ», έκπληκτοι, προσπαθώντας να κάνουν σωστή χρήση των άλφα και των χι τους. Ύστερα, διπλώθηκαν βγάζοντας ένα «χα» απροσδιόριστο, να 'ταν γέλιο ή τάχα εκπνοή ή μήπως άναρχο «αχά» επιβεβαίωσης κάποιας ανακάλυψης;
Έγειραν στην άκρη τ' αστέρια και φτιάξαν ένα μεγάλο κενό. Και τότε ακούστηκε η ηχώς του άλφα και του χι σαν «χαχαχαχα» ή και «αχαχαχαχ», στην αρχή δυνατά κι ύστερα αδυνατισμένο, μέχρι τα πέρατα του κόσμου.
Επειδή όμως περιείχαν αυτά τα «αχ» και τα «χα» εισπνοές κι εκπνοές, μεγάλωσε το σύμπαν κατά μισό περίπου yocto.[1]
Jerry Uelsmann, Συμβολική Μετάλλαξη, 1961
____________________________________________
Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008
Παλιά Δαντέλα με ή χωρίς Αρσενικό

Η Μαρία Κάλλας στην ιστορική παράσταση της Τραβιάτας, Σκάλα του Μιλάνου 1955, σε σκηνοθεσία Luchino Visconti και μουσική διεύθυνση Carlo Maria Giulini
Κιαλάρω ένα καλό κοριτσάκι και ρωτώ ευγενικά, αν μπορώ να κάτσω δίπλα του (πρώτο θρανίο, το σύνδρομο του σπασικλακίου). Το κοριτσάκι ήταν ήσυχο κι ευγενικό, μου είπε ότι τη λένε Μαιρούλα και πιάνουμε κουβέντα, η φιλόλογος αργούσε:
ΥΠΟΦΑΙΝΟΜΕΝΗ: Μαιρούλα! Ω, Θεέ μου! Σαν τη Μαρία Κάλλας! Σ' αρέσει η κλασική μουσική;
ΜΑΙΡΟΥΛΑ: Πολύ. Παίζω και πιάνο. Ο μπαμπάς μου είναι και ψάλτης.
ΥΠΟΦΑΙΝΟΜΕΝΗ: Σου αρέσει η Κάλλας;
ΜΑΙΡΟΥΛΑ: Η αγαπημένη του μπαμπά μου.
Λάτρεψα τη Μαιρούλα και την πιάνω σ' ένα μπουρ – μπουρ χωρίς σταματημό: Και η Κάλλας γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στο Flower Hospital της Νέας Υόρκης και ήρθε στην Ελλάδα το 1937 και πρώτη της δασκάλα στο Εθνικό Ωδείο ήταν η Μαρία Τριβέλλα και στο Ωδείο Αθηνών η Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, και δώστου πάρλα, και καλή η παράσταση της Τραβιάτας στη Λισαβόνα το 1958, αλλά στη Σκάλα του Μιλάνου το 1955 σε σκηνοθεσία Βισκόντι άφθαστη, στη Μήδεια του 1953 σκηνοθετούσε η Μαργαρίτα Βάλμαν, αλλά αυτή που άφησε εποχή ήταν το 1959 σε σκηνοθεσία Μινωτή... και η Κάλλας αυτό και η Κάλλας το άλλο και πέθανε ημέρα Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου του 1977 στο Παρίσι, Λεωφόρος Ζωρζ Μαντέλ 36, 2ος όροφος ώρα 13:30... και αυτό που θα μπορούσε να πει κανείς για την Κάλλας είναι οι στίχοι του Γάλλου ποιητή του 19ου αιώνα Αλφρέντ ντε Μυσσέ, που είχε αφιερώσει για τον πρόωρο χαμό της άλλης μεγάλης ντίβας του 19ου αιώνα της Μαρίας Μαλιμπράν:
«Αν είναι να κλάψει κάτι κανείς στον πρόωρο τάφο σου, δεν είναι η θεία Τέχνη ή τα μεγάλα μυστικά της. Είναι μάλλον αυτή η φωνή της καρδιάς, που μόνο αυτή ήξερε στην καρδιά να μιλάει και που μετά από σένα δε θα μπορέσει καμιά να μας το τραγουδήσει πια».
Εδώ πήρα ανάσα κι η Μαίρη αισθάνθηκε το κεφάλι της να βουΐζει, αλλά ήταν πολύ ήσυχο και ντροπαλό και ευγενικό κοριτσάκι και είπε μέσα του:
«Μπλέξαμε, αλλά φαίνεται καλό κορίτσι και θα το κάνω παρέα».
Γίναμε αχώριστες. Στην παρέα προστέθηκε και η Τέσσυ, μυαλό ξυράφι και με φοβερό χιούμορ, νυν λέκτορας στο Μετσόβειο, και μετά από δύο χρόνια και η Τόνια, με την οποία αλληλογραφούσαμε για να μιμηθούμε τους ποιητές της γενιάς του '30 και ανταλλάσσαμε μέσα στην τάξη ραβασάκια με προβληματισμούς πάνω στην Απολογία του Σωκράτη, στη Λογοτεχνία αλλά και ποιήματα. Ο πατέρας της έβρισκε τα γράμματά μου στο γραμματοκιβώτιο της πολυκατοικίας, μένανε κοντά στο Άλσος, και τής τα πήγαινε με την ατάκα:
-Ε, ρε μαλακία που σας δέρνει.
Με τη Τόνια συχνά επινοούσαμε και διαλόγους στα βήματα του Τσέχωφ.
Έλεγε:
-Θα πάρετε ένα τσάι, στρατηγέ μου;
Η σωστή απάντηση που έπρεπε να δώσω ήταν:
-Μόνο αν έχετε καλά βουτήματα.
-Η μαγείρισσά μας φτιάχνει τα καλύτερα βουτήματα σ' ολόκληρη την Πετρούπολη.
Ο διάλογος συνέχιζε σ' αυτό το στυλ.
Με τη Τόνια αποφασίσαμε να κάνουμε ένα ταξίδι με βοϊδάμαξα στη Λατινική Αμερική, κι εγώ θα έκανα έναν νόθο γιο το Φρεδερίκο Γκαρθία Λόρκα Β', που θα μας μάζευε απ' τα καπηλειά όταν θα ήμαστε λέει λιώμα απ' την τεκίλα που θα πίναμε, όταν δε θα γράφαμε ποίηση.
Μια μέρα ήρθαν επίσκεψη στο σπίτι της Τόνιας κάποιοι οικογενειακοί φίλοι που ήταν χορτοφάγοι και τούς έφεραν δώρο μία γλάστρα, ενώ η Τέσσυ σχολίαζε:
-Μα, καλά, πώς και δεν την έφαγαν στο δρόμο;
Στα αγόρια μιλούσαμε με το επίθετο και γενικά ήμαστε στην κοσμάρα μας.
Κάποιο σούσουρο στις κουβέντες:
-Η τάδε τα έφτιαξε με τον τάδε και φαντάσου: έκαναν το ανεπανόρθωτο!
-Το ανεπανόρθωτο; Ο Χριστός και η Παναγία!
Κάποια στιγμή πέφτει και ο προβληματισμός, τι θα κάνουμε στη ζωή μας και θα ζούσαμε λέει μια ζωή γεμάτη ποικιλία και γνώση όπως ο Οδυσσέας, αλλά κάποια στιγμή θα φτάναμε και στα γεράματα. Εντάξει, θα ερωτευόμαστε λέει, αλλά οι άντρες δε ζουν και πολύ σε σχέση με τις γυναίκες, ακόμη κι αν κάναμε παιδιά πού να τα εμπιστεύεσαι τη σήμερον ημέρα, θα σε πετάξουν σε κανένα γηροκομείο.
Άρα; Θα αγοράσουμε ένα νεοκλασικό σπίτι και θα μαζευτούμε όλες οι γραίες και κολλητές και θα συγγράφουμε, θα κλειδοκυμβαλλίζουμε και θα φοράμε άσπρα δαντελένια γιακαδάκια και θα ασχολείται η καθεμιά με τη μούρλια που θα την κατέχει εκείνο τον καιρό και την όποια εμμονή της. Απ' το να μάθουμε όψιμα κοπανέλλι, να ασχοληθούμε με υφαντική, γλυκά του κουταλιού, να συνθέτουμε μουσική δωματίου, να αρθρογραφούμε. Μέρος της σύνταξης στη νοσοκόμα που θα μας φροντίζει και στην κοπέλλα που θα κάνει τις δουλειές κι ένα μέρος στον κηπουρό.
Τα κορίτσια μάλλον εγκατέλειψαν την ιδέα του νεοκλασικού, κακώς κατά τη γνώμη μου, εγώ πάντα ελπίζω να βρω καμιά συνομήλικη που να ταιριάζουν τα χνώτα μας, να 'χει η καθεμιά την αυτονομία της ως περήφανο γηρατειό, κι όποτε θέλουμε να πίνουμε τσάι ή βότκα, να τσακωνόμαστε και να είμαστε οι φοβερές grannies, γιατί καλοί οι άντρες δε λέω, αλλά σου βγάζουνε την Παναγία με αηδίες, όπως από το πού θα παρκάρουν μέχρι αν κάποιος στην ταβέρνα τους ακούμπησε το σακάκι ή εκεί που βγαίνεις να φας μια μπουκιά φαγητό και να πιεις ένα ποτηράκι αυτοί να τρώνε γρήγορα και φεύγουν σαν κυνηγημένοι... Αμάν, βρε παιδιά, cool! Eίναι ανάγκη να με πιάνει βαρυστομαχιά απ' το φαī και να κάθομαι να προβληματίζομαι ποιος τους αγριοκοίταξε και τίνι τρόπω θα του ξηγηθούνε; Ενώ με τις συνομήλικες, όλο και κάποιο λικεράκι φτιάχνεις για μοναχικά αρσενικά -από φιλανθρωπία- που να περιέχει ένα κουταλάκι αρσενικό, μισό κουταλάκι στρυχνίνη και μια πρέζα υδροκυάνιο!
Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008
Στη Χώρα του Καθρέφτη με το Νίκο Γκάτσο και τι Είδα Εκεί
Είπες:
Όποιος χωρίς δαιμόνους δαιμονίζεται, [1]
πάει μια δεξιά, μια αριστερά,
ποτέ δεν πάει μπροστά.
Σου λέω:
Όποιος θέλει δαιμόνους να δαιμονίζεται
είναι ανθός στους κλώνους
που όλο σκορπίζεται.
Είπες:
Όποιος χωρίς ανέμους ανεμίζεται, [2]
πάει μια ψηλά, μια χαμηλά,
ποτέ δεν πάει σωστά.
Σου λέω:
Όποιος με τους ανέμους μόνο ανεμίζεται
στης Άρτας το γιοφύρι
στο τέλος χτίζεται.
Είπες:
Όποιος χωρίς φεγγάρια φεγγαριάζεται, [3]
πάει μια κρυφά, μια φανερά,
ποτέ δεν πάει στρωτά.
Σου λέω:
Όποιος θέλει φεγγάρια να φεγγαριάζεται
απ’ τη ζωή στον τάφο
περνάει σα να βιάζεται.
Τoni Frissel, Lady in the Water, 1947 Είπες:
Μαζί μου θέλω σεμνά να περπατάς [4]
αλλού να μην κοιτάς
ο κόσμος σου να είμαι εγώ.
Σου λέω:
Πάντα αλλού θε να κοιτώ,
στου φεγγαριού τις στράτες
να τρέχω και να περπατώ.
Σημ.
[1], [2],[3], [4] Από το ποίημα του Νίκου Γκάτσου «Ο Κόσμος σου να είμαι εγώ», που μελοποιήθηκε από το Μάνο Χατζηδάκι στους Aντικατοπτρισμούς.
© Νίκος Γκάτσος – Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 18 Ιουνίου 2008, Για την Πανσέληνο.
Πέμπτη 12 Ιουνίου 2008
Η Χελιδόνα κι ο Λυράρης
Μα η χελιδόνα αυγά δεν εγένναγε μηδέ χελιδόνο επέταεν να βρει. Μόνον ετσουρτσούριζε κάθε που ο Γιωργής έπιανεν το δοξάρι.
Μιαν ημέραν του ‘ριξε ένα βοτσαλάκι πάνω στη λύρα του κι αμέσως ο Γιωργής αρχινάει και γράφει ένα τραγούδι για ένα βότσαλο που ερωτεύτηκε το φεγγάρι.
Μιαν άλλην πάλε του πετάει ένα άχυρο κι ευθύς έπλεξε εκείνος στιχάκια για το θερισμό και για μια κοπελιά που εσκίστηκε το φουστανάκι της με το δρέπανο και φανήκανε τα ποδάρια τση κι ούλοι θαυμάζανε τα μεριά τση.
Όταν ο Γιωργής εχαμπέριασεν πως η χελιδόνα τρόπους πολλούς εβρήκε για να τονε κάμει να πλέκει καινούργια τραγούδια, αρχίνησε να γράφει στιχάκια και για τη χελιδόνα. Πως ήτανε τάχατες μια κόρη λυγερή με μαύρα μαλλιά, που μάισσες την εμάγεψαν κι ήχασε τη μορφήν τση, και θα την έβρισκε μοναχά από κείνονα που θα την έκαμε να γεννήσει το χρυσό αυγό.
Μόλις ο Γιωργής έγραψε αυτό το τραγούδι κι εταίριασε και τη μελωδία του και τηνε τραγούδησε κάτω απ’ την αστρέχα, πιάνει η χελιδόνα και γεννάει ένα χρυσό αυγό και βάλθηκε να το κλωσσάει, μα χελιδόνος πουθενά.
Βλέπει ο Γιωργής τη χελιδόνα πάνω απ’ τ’ αυγό και της επήαινεν φαγί καθημερνώς. Κι ετσουρτσούριζεν η χελιδόνα κι έπαιζεν ο Γιωργής τη λύρα του.
Τότε γράφει δεύτερο τραγούδι ο Γιωργής για το χρυσό αυγό που δεν είχε μέσα του πουλί, μα μιαν ωραία φορεσιά, που την υφάνανε αερικά για μια κόρη πανώρια και τηνε βλέπεις την κοπελιά μοναχά αν γράψεις την καλύτερη μελωδία.
Σκάει τότενες τ’ αυγό της χελιδόνας και πέφτει στα γόνατα του Γιωργή ένα φουστάνι κεντητό μ’ αστέρια και φεγγάρια.
William Blake, Όνειρο Καλοκαιριάτικης Νύχτας, περίπου 1785, Tate Gallery
Εθάμπωσαν τα μάτια του Γιωργή, του λυράρη και πιάνει παρευθύς τραγούδι πως η πανώρια κόρη που της πρέπει το φουστάνι είναι η κόρη του Φεγγαριού.
Ενύχτωσε και το φεγγάρι εφάνηκε στον ουρανό. Κι ετσουρτσούρισεν η χελιδόνα κι επέταξεν και μεταμορφώθη σε κόρη λυγερή μ’ ολόμαυρα μαλλιά κι αρπάει και το φουστάνι το κεντητό μ’ αστέρια και φεγγάρια και το φορεί.
Κι αγαπήθηκε τότες η χελιδόνα με το λυράρη με το φεγγάρι να λάμπει πάνω απ’ την αστρέχα. Και κάθε βράδυ το ίδιο γινόντανε κι έσμιγε ο λυράρης με τη χελιδόνα.
Κι ετρελάθηκεν ο Γιωργής απ’ τα μάγια κι άλλο πλιο τραγούδια δεν έγραφεν ουδέ το δοξάρι της λύρας του άγγιζε, μόνο τη χελιδόνα αναλογίζουνταν και πώς θα ξανασμίξει και πάλε με δαύτηνα.
Κι εχάθη το φεγγάρι απ’ τον ουρανό κι εκείνο το βράδυ η χελιδόνα δεν εφάνη στο Γιωργή που την περίμενε. Και δίνει μια εκείνος στη λύρα του και την έκαμε χίλια κομμάτια κι ήσπασε και το δοξάρι στα δυο.
Και σχίστηκαν τότες οι ουρανοί κι ήφτασε η φωνή του Αυγερινού στο Γιωργή:
Τα μάγια και τα θάματα, του φεγγαριού οι κόρες
τ’ αστέρια και ο ουρανός, τα χρώματα της δύσης,
που ’ρχονται απ’ το Πουθενά και του Ποτέ τις χώρες
χάνονται, όταν λησμονείς ξανά να τραγουδήσεις.
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 12 Ιουνίου 2008
Παρασκευή 2 Μαΐου 2008
“Τσετ ισλαβέκ, στις 18 του μήνα Brumaire”
Hieronymus Bosch, λεπτομέρεια από τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου, 1505 - 06, Museu Nacional de arte Antiga, ΛισαβόναΚάποια στιγμή νόμισα πως μου κλέψαν τα φωνήεντα, τη Μουσική και τη θάλασσά μου την Τέρπουσα...
Ξάπλωσα για ένα μισάωρο περίπου, λόγω αρχής ημικρανίας, παρά το αναβράζον δισκίο που πήρα πριν από καμμιά ώρα.
Κλείνοντας τα μάτια, χωρίς καλά - καλά να μ’ έχει πάρει ο ύπνος, μου ήρθε στο μυαλό η μορφή ενός άγνωστου άνδρα που τον ρωτούσαν:
-Τα γενέθλιά σου είναι κοντά στη γιορτή σου;
Κι αυτός απάντησε:
-Τσετ ισλαβέκ.
Κοιμήθηκα με τη φράση να στριφογυρίζει στο μυαλό μου κι αποφάσισα να τη σημειώσω, μπας και βρω αν σημαίνει κάτι.
Κι είδα στον ύπνο μου μετά τον ίδιο άντρα και του λέω:
-Πότε θα δούμε χαΐρι και προκοπή;
-Στις 18 Brumaire, μ’ απαντάει.
François Bouchot, Coup d'État des 18-19 brumaire an VIII, 1840, Musée national du château de Versailles.
***
Η 18η του μήνα Brumaire, είναι η 9η Νοεμβρίου 1799 και αναφέρεται σ’ ένα πραξικόπημα του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, όταν κατήργησε το Διευθυντήριο στη Γαλλία. Το όνομα το χρησιμοποίησε κι ο Karl Marx αργότερα στο βιβλίο του Der achtzehnte Brumaire des Louis Bonaparte και το αρχινάει με τη φράση: «ο Χέγκελ σημειώνει κάπου ότι όλα τα σπουδαία ιστορικά γεγονότα στον κόσμο κι όλες οι προσωπικότητες εμφανίζονται δυο φορές. Παρέλειψε να συμπληρώσει: την πρώτη φορά εμφανίζονται ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα.»
Η 18η λοιπόν του μήνα Brumaire σημασιοδοτεί το τέλος της δημοκρατίας. Ο Βοναπάρτης δεν ήταν ο μόνος που από εθνοσωτήρας, επαναστάτης κι υπέρμαχος της δημοκρατίας αποφάσισε να στεφτεί αυτοκράτορας και να περιβληθεί την αίγλη ενός συμβόλου, που πριν πολέμησε να το καταργήσει. Κι ο Γάιος Ιούλιος Καίσαρας έκανε το ίδιο και δολοφονήθηκε το 44 π.Χ στη Σύγκλητο από το Μάρκο Ιούνιο Βρούτο, το Γάιο Κάσσιο Λογγίνο, το Δέκιμο Ιούνιο Βρούτο και κάμποσους ακόμη συγκλητικούς στις Ειδούς του Μάρτη.
Αν ήτανε λοιπόν τ’ όνειρό μου προφητικό, τότε το Νοέμβρη, όταν καταργηθεί και η δημοκρατία, ίσως δω άσπρη μέρα, πριν εξοριστώ σε κάποια νήσο της Αγίας Ελένης ή δολοφονηθώ σε κάποιες Ειδούς του Μάρτη. Ως ημερομηνία εξάλλου η τελευταία έχει σημαδέψει τα χρονικά θανάτων της οικογένειας. Ο παππούς ο Σπύρος πέθανε στις 15 Μάρτη του 1985.
Gerry Uelsmann, Real and Surreal © Ελένη Καλλιανέζου
Πέμπτη 1 Μαΐου 2008
Eγκώμιον ες Ουρανόν ή Τα Όνειρα του Φρήντριχ Βίλχελμ Χέρσελ.
-Τι θέλεις να πεις;
-Όταν θα κοιτάζεις τον ουρανό, τη νύχτα, κι αφού εγώ θα γελώ σ’ ένα απ’ αυτά, για σένα λοιπόν θα είναι σα να γελούν όλα τ’ αστέρια. Εσύ θα έχεις άστρα που ξέρουν να γελούν!]
Antoine de Saint – Exupéry, “Ο Μικρός Πρίγκιπας’’, Μτφρ. Στρατή Τσίρκα, Εκδόσεις «Ηριδανός», Αθήνα 1983.
***
Ο Φρήντριχ Βίλχελμ Χέρσελ ήταν σίγουρα πνεύμα ανήσυχο. Αυτό όμως που έκανε την οικογένειά του να ανησυχεί και ιδιαίτερα τ’ αδέρφια του, τον Γιάκομπ και την Καρολίνε, ήταν η τελευταία του αφηρημάδα. Ξεχνούσε να φάει, δεν έδινε σημασία στις συζητήσεις και περνούσε ώρες πολλές μόνος του στο παρατηρητήριό του, στη σοφίτα του σπιτιού. Ακόμη και την ώρα του απογευματινού καφέ, ανάμεσα στις ασκήσεις φωνητικής και στις χαρούμενες φλυαρίες της Καρολίνε, εκείνος αρεσκόταν να τοποθετεί τα βουτήματα σε κύκλους γύρω απ’ την καφετιέρα και να παίζει σαν παιδί, κάνοντάς τα να κινούνται κυκλικά, κι αλλάζοντας κατά διαστήματα τις αποστάσεις μεταξύ τους. Σα να προσπαθούσε να εφαρμόσει το νόμο του μαθηματικού Τίτιους, όπως τον είχε δημοσιεύσει ο αστρονόμος Μπόντε εννέα χρόνια πριν στα κουλουράκια, για να προσδιορίσει την απόσταση των πλανητών, αδιαφορώντας για τα ψίχουλα που γέμιζαν το τραπεζάκι – και που σίγουρα θα έκαναν την κυρία Χαλς, που καθάριζε το σπίτι, να παραπονιέται περισσότερο απ’ το συνηθισμένο.
Εκείνο το απόγευμα του Μαρτίου, πέταξε μακριά το νοτισμένο απ’ την αγγλική υγρασία πανωφόρι του, άφησε στην άκρη την περούκα του που ο αέρας είχε αναστατώσει, πήγε βιαστικός στο γραφείο, άνοιξε το ημερολόγιό του κι έγραψε:
«…13 Μαρτίου 1781
0, 3 , 6 , 12, 24, 48, 96, 192, 384, 768
S^9 = α1 (λ^ν –1 ) / λ-1 ... ν = 9, α1 =3, λ =2
Οπότε για εννέα πλανήτες έχω:
S^9= 3 ( 2^9 – 1) / 2-1 = 1533 + 4 = 1537 : 10 = 153,7
Δε νομίζω τελικά ότι πρόκειται για κομήτη…»
Κατόπιν κατέγραψε σ’ έναν χοντρό δερματόδετο τόμο κάποιες ακόμη παρατηρήσεις του σχετικά με το ύψος κάποιων ακόμη σεληνιακών ορέων, άφησε στην άκρη το φτερό κι έβγαλε τα γυαλιά του. Βημάτισε στο δωμάτιο τρίβοντας και χνωτίζοντας τα δάχτυλά του και ξάπλωσε στο ντιβανάκι του γραφείου.
Μπροστά του άρχισαν να χορεύουν αριθμοί, που μόνοι τους τοποθετήθηκαν σε πεντάγραμμο κι εμφανίστηκαν τυπωμένοι σε μια παρτιτούρα που φαινόταν να μην έχει τέλος. Πάνω απ’ τη σύνθεση ήταν γραμμένη η φράση: «Τοκκάτα και Φούγκα του Μακρόκοσμου», ήταν όμως γραμμένη σε μια περίεργη κλίμακα που ακολουθούσε αντιστικτικούς κανόνες οι οποίοι του ήταν ολότελα άγνωστοι. Καμιά σχέση με την musica mundana, όπως την περιέγραφε ο Κέπλερ στο πέμπτο βιβλίο των “Harmonices mundi”, την αρμονία με άλλα λόγια του κόσμου των σφαιρών, των εποχών και του σύμπαντος× όλα αυτά εξάλλου του ήταν γνωστά ήδη από τα παιδικά του χρόνια, όταν ο πατέρας, με ύφος γλυκύ, μυούσε τα παιδιά του στα μυστικά της μουσικής και της αστρονομίας, δίπλα στο τζάκι με τις φλόγες που χόρευαν, στο σπίτι τους στο Αμβούργο. Ο πατέρας αρεσκόταν συχνά να επαναλαμβάνει στα παιδιά του την αγαπημένη ρήση του Schütz πως «η μουσική είναι ανάμεσα στις ελευθέριες τέχνες όπως ο Ήλιος μεταξύ των επτά πλανητών». Οι διδασκαλίες αυτές του πατέρα του σημάδεψαν την ψυχή του, κι έτσι ο Φρήντριχ Βίλχελμ έμεινε και στην υπόλοιπη ζωή του να αιωρείται ανάμεσα σε μια άποψη για τη μουσική απ’ τη μια μυστικιστική και πυθαγόρεια, κι απ’ την άλλη στην καθαρότητα και τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της κλασικιστικής παράδοσης του διαφωτισμού -παρά τη γοητεία που ασκούσε επάνω του το αισθηματικό ύφος της σύγχρονής του Σχολής του Μανχάιμ και το εύληπτο, μελωδικό ύφος του Σκαρλάτι και του Τέλεμαν-. Ξύπνησε και κοίταξε με το τηλεσκόπιό του τον ουρανό. Δεν είχε ακόμη πέσει σκοτάδι και τα παράτησε.
Έριξε μερικά κάρβουνα στην πορσελάνινη σόμπα και την ένοιωσε να πυρώνει. Χαμογέλασε σαν υπνωτισμένος κοιτάζοντας το δωμάτιο, χωρίς να το βλέπει. Απ’ το σαλόνι ακουγόταν η φωνή της Καρολίνε να τραγουδά την άρια της Ευρυδίκης απ’ τον «Ορφέα» του Γκλουκ συνοδεύοντας τον εαυτό της στο τσέμπαλο. Κατέβηκε στην κουζίνα, διάλεξε ένα κολονάτο ποτήρι με φύλλα αμπέλου χαραγμένα στο κρύσταλλο κι έναν μικρό Διόνυσο, το γέμισε κόκκινο κρασί κι ανέβηκε στη σοφίτα. Ήπιε δυο τρεις γουλιές και ξαπλώθηκε στην κουνιστή πολυθρόνα δίπλα στη σόμπα, ρίχνοντας μια μικρή κουβέρτα στα πόδια του.
Έκλεισε πάλι τα μάτια του κι είδε φεγγάρια και πέρα απ’ αυτά έναν άνθρωπο ψηλό και γέροντα, με έντεκα στέμματα στο κεφάλι και τα παιδιά του ολόγυρά του -παιδιά όμορφα και παιδιά τέρατα μιας φυλής εξωανθρώπινης- . Και χόρευαν τα παιδιά γύρω απ’ τον πατέρα και στρέφονταν γύρω απ’ τον εαυτό τους, όπως ακριβώς του είχε διηγηθεί ο κύριος Γουάτσον, ο ιδρυτής της φιλοσοφικής Εταιρείας του Μπαθ, που ήταν πέραν όλων των άλλων και πολυταξιδεμένος, πως χορεύουν κάποιες φυλές Ινδιάνων στο Νέο Κόσμο. Δεν του ήταν βολετό να κρίνει τι είδους εξουσία ασκούσε ο γέροντας, πολλά όμως απ’ τα παιδιά του φαίνονταν να τυραννιούνται όντας τέρατα, σαν κάτι να τα εξανάγκαζε να χορεύουν δίχως σταματημό, για να κερδίσουν την συμπάθεια αυτουνού που τα γέννησε, κι όχι την περιφρόνηση που τους έδειχνε × όμως μάταια, τίποτα δε μαρτυρούσε πως θα μπορούσε να τον εξευμενίσει. Και πρόσφεραν όλοι φρούτα και καρπούς της γης σε καλάθια από λυγαριά κι άλλα ο γέροντας δεχόταν κι έτρωγε απ’ αυτά, κι άλλα τα πέταγε στην άκρη να σαπίσουν. Στο τέλος του χορού, ο μεγαλύτερος γιος μ’ ένα χρυσό δρεπάνι θέρισε το μόριο του πατέρα και ούρλιαξε ο γέροντας κι έπεσε απ’ το θρόνο του και καταβαραθρώθηκε. Και κυλιόταν εκείνος στο πλευρό κι έπεσε η ανδρική του ρώμη στη θάλασσα κι απ’ τους αφρούς γεννήθηκε μια γυναίκα όμορφη σαν αίμα και σα θάλασσα.
–« Κυθήρεια…» ψιθύρισε ο Χέρσελ κι άνοιξε τα μάτια.
Εκείνο το ίδιο βράδυ του Μαρτίου ο Βίλχελμ Χέρσελ ανακάλυψε την τροχιά ενός καινούργιου πλανήτη που τον ονόμασε ‘αστέρι του Γεωργίου’, προς τιμήν του βασιλιά της χώρας που τόσα χρόνια τον φιλοξένησε και του πρόσφερε απλόχερα ό,τι θα μπορούσε να επιθυμήσει η ψυχή του. Επρόκειτο για τον ίδιο πλανήτη που σύγχρονοί του αστρονόμοι θα καλούσαν εφεξής Ουρανό, και που αυτός θα αρνιόταν πεισματικά να τον ονομάσει μ’ αυτό το όνομα, μέχρι το τέλος της ζωής του. Μολαταύτα, το όνειρο που είχε δει πριν λίγο τον έκανε να παρατηρήσει καλύτερα το στέμμα του εκπεσόντος πατέρα Ουρανού στο διάδοχο γιο, τον πλανήτη Κρόνο, κι έτσι χάζευε για ώρα πολλή τους δακτυλίους του.
Την επομένη όλοι μιλούσαν για την ανακάλυψη, κι ήπιαν στην υγειά του Χέρσελ και του Διευθυντή του Αστεροσκοπείου της Αυτού Μεγαλειότητας, του Μάσκελυν, ενώ δεν παρέλειψαν να κάνουν πρόποση και για τον Χόρνσμπυ, το διευθυντή του Αστεροσκοπείου της Οξφόρδης. Κάποια χρόνια αργότερα θα ανακάλυπταν ότι ο έβδομος πλανήτης, ο Ουρανός, ήταν γαλάζιος σαν ουρανός, πιο πολύ γαλάζιος κι απ’ τη γη όπως τη βλέπει ένας ταξιδιώτης τ’ ουρανού.
Μεθυσμένος απ’ το κρασί και τη χαρά της ανακάλυψης ο Χέρσελ πλάγιασε ευτυχισμένος. Ανακάλυψε πως το κορμί της Σάρας είχε κι άλλες στρογγυλάδες κι αναρωτιόταν πώς δεν τις είχε προσέξει τα δέκα χρόνια τώρα που εκείνη μοιραζόταν το κρεβάτι του. Έπεσε σε έκσταση πρωτόγνωρη, και στην ίδια έκσταση αποκοιμήθηκε.
Κι ήταν άραγε η έκσταση ή τ’ όνειρο πως είχε τάχα βρέξει παντού πορτοκάλια… Χωριά ολόκληρα είχαν ταφεί κάτω από βουνά πορτοκαλιών. Ένα κορίτσι στα δεκατρία κι ένα εικοσάχρονο αγόρι βρήκαν κι αυτοί θάνατο εξ’ ουρανού εν ώρα συνουσίας. Τα σώματα των δυο παιδιών όπως φαίνονταν σε κοντινό πλάνο ήταν γεμάτα μώλωπες, και τα πρόσωπά τους είχαν πάρει μιαν όψη χρυσαφιά απ’ τις ανταύγειες του πορτοκαλοχυμού στον ήλιο και από τα ανοιγμένα στα δυο πορτοκάλια τριγύρω, καρπός αστράπτων, καρπός που η μυρωδιά του φέρνει στο νου υγιή βρέφη, καρπός ως πλαίσιο στον ωραιότερο πίνακα που απεικόνισε ποτέ τη σχέση ανάμεσα στον έρωτα και στο θάνατο.
***
Το τελευταίο όνειρο του Βίλχελμ Χέρσελ έμελλε να ταλαιπωρήσει ένα νεαρό κορίτσι, την Εύα, κοντά διακόσια δέκα χρόνια μετά. Στύβει πορτοκάλια για τη μάνα της που ισχυρίζεται πως ο γιατρός της σύστησε να πίνει βιταμίνες σε φυσική μορφή και βρίζει. Δυο χρόνια μετά οι ειδήσεις στην τηλεόραση έδειξαν ένα χωριό της Πελοποννήσου που οι βρύσες του έτρεχαν αντί για νερό πορτοκαλάδα. Αιτιολογία του γεγονότος κάποιοι τόνοι εσπεριδοειδών της Αργολίδας που δεν απορροφήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και αναπαύτηκαν εν ειρήνη σε χωματερές.
Πέρασαν κάποια χρόνια. Το ίδιο κορίτσι, γυναίκα πια ζευγαρώνει με τον Αλέξανδρο σε μια παραλία των Μεθάνων, κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό. –«Σ’ αγαπώ, Ουρανέ μου», του ψιθυρίζει την ύστατη στιγμή κι αυτός εκσπερματίζει έναν καινούργιο γαλαξία.
Έπρεπε να έρθει η πανσέληνος του Αυγούστου του 2000, για να ονειρευτεί η Εύα τον Χέρσελ να ονειρεύεται εκείνη. Την ονειρευόταν τη νύχτα της 14ης Μαρτίου του 1781 να ονειρεύεται εκείνον την αυγουστιάτικη Πανσέληνο του 2000.
-Αυτό που με προβληματίζει, έλεγε η Εύα στον Αλέξανδρο την επαύριο, είναι αν υπάρχουν ρήγματα στο χρόνο. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, δεν υπάρχει παρόν, δεν υπάρχει παρελθόν, δεν υπάρχει μέλλον. Τότε ο Παρατατικός επεμβαίνει στον Μέλλοντα δυναμικά κι εμείς αλλάζουμε την κατά αξίωμα δοσμένη ιστορία. Ίσως παραλογίζομαι απ’ το μεθάνιο που εκλύεται κατά ποσότητες στην περιοχή καθιστώντας τα νερά των Μεθάνων ιαματικά, σκέψου όμως πως και ο πλανήτης Ουρανός αποτελείται κι αυτός από υδρογόνο, ήλιο και μεθάνιο, τα πρωταρχικά στοιχειακά δηλαδή, της αρχέγονης συμπαντικής σούπας που δημιουργεί ζωή.
-Αν ο Χέρσελ ονειρευόταν εμένα που ονειρευόμουν εκείνον είναι ψευδαίσθηση εκείνος ή εγώ; συνέχισε με τα μάτια της να γυαλίζουν, σα να ‘χε πυρετό. Κι είμαστε πραγματικότητα ή μέρος ενός καλοσκηνοθετημένου ονείρου μιας διάνοιας ύπουλης και κατεργάρας;
Εκείνος της απάντησε ότι παρόμοιοι αντιφατικοί συλλογισμοί ενσωματώνονται σε διαφορετική μορφή στα μαθηματικά παράδοξα του Ζήνωνα και στα σοφίσματα που χρησιμοποιεί ο Λιούις Κάρρολ στην «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων».
Όταν πάλι ζευγάρωσαν πάνω στα μαύρα ηφαιστειογενή βότσαλα, πάλι εκείνη του ψιθύρισε στ’ αυτί εκείνο το «Σ’ αγαπώ - Ουρανέ μου». Τούτη όμως τη φορά, ο Αλέξανδρος δεν ήταν καθόλου σίγουρος, αν αυτό το «Ουρανέ μου» αναφερόταν σ’ εκείνον, στο στερέωμα ή στον πλανήτη Ουρανό. Κι έμεινε με την απορία του.
***
Όταν ξημέρωσαν οι Ειδοί του Μαρτίου του 1781, ο Βίλχελμ Χέρσελ ήξερε πως την ίδια μέρα το 44 π.Χ. δολοφονήθηκε ο Ιούλιος Καίσαρας. Ήξερε πως δυο μέρες πριν είχε μάλλον κάνει την ανακάλυψη ενός νέου πλανήτη κι ότι τ’ όνομά του θα γραφόταν στα αστρονομικά χρονικά. Ήξερε επίσης ότι το προηγούμενο βράδυ είχε κάνει έρωτα με την καμαριέρα της κυρίας Πιτ και πως ονειρεύτηκε μια νεαρή γυναίκα να τον ονειρεύεται διακόσια είκοσι χρόνια μετά. Ένα μυαλό σαν το δικό του, τόσο τετράγωνο και διαποτισμένο απ’ το ρασιοναλισμό της εποχής δεν θα του επέτρεπε ποτέ να δώσει περισσότερη σημασία στο όνειρο.
__________________________
Την επομένη, έπεσε στα χέρια μου το ένθετο της Ελευθεροτυπίας "Βιβλιοθήκη". Προκηρυσσόταν διαγωνισμός για νέους συγγραφείς, ο οποίος και εξέπνεε στις 31 Οκτωβρίου. Το αγνόησα, εξάλλου εκείνο τον καιρό διάβαζα μετά μανίας αστρονομία. Άφησα το Σαββατοκύριακο να περάσει. Ο Δημήτρης στο μεταξύ να με τσιγκλάει, γράψε και γράψε, να γράψω τι και με τι θέμα δεν ήξερα, οπότε του απαντούσα "αμάν, ρε παπάκι, παράτα μας", αλλά λέγε- λέγε το κοπέλλι κάνει την κοπελλιά να θέλει...
Τελοσπάντων, Δευτέρα 30 Οκτωβρίου τηλεφωνώ στην Ελευθεροτυπία να μάθω λεπτομέρειες, πέφτω πάνω στον ίδιο το Φυντανίδη, ο οποίος προφανώς πρεσσαρισμένος και εκνευρισμένος, μόνο που δε με έστειλε στον αγύριστο, απορώντας με το ούφο που του τηλεφωνούσε.
Laptop δεν είχα, μου είχε πέσει στο πάτωμα και αποδήμησε στην κόλαση των κομπιούτερ, οπότε πάω το βράδυ σε ένα Internet-Café και σκάρωσα τούτο εδώ, εν μιά νυκτί. Το έστειλα στο τσακ στην Ελευθεροτυπία και ξέχασα τα πάντα επ' αυτού.
Ιούνιος 2001, πάλι ο Δημήτρης να μου τηλεφωνεί σε παραληρηματική κατάσταση "παπάκι, είσαι ανάμεσα στους 13 που κέρδισαν". Το υποφαινόμενο "παπάκι" τα 'χασε. Τον Ιούλιο του 2001 δημοσιεύτηκε και στην Ελευθεροτυπία με τα απαραίτητα τυπογραφικά: Ο Oυρανός είχε 13 στρέμματα αντί στέμματα στο κεφάλι, 13 στρέμματα τι; Αγκινάρες; Η αναφορά είναι στο μύθο του τιτάνα Ουρανού, όταν ο γιος του Κρόνος, αμφισβητώντας την πατρική εξουσία θα τον ευνουχίσει. Ο μύθος λέει ότι όταν τα γεννητικά όργανα του Ουρανού έπεσαν στη θάλασσα, γεννήθηκε η Αφροδίτη, η θεά της ομορφιάς. Ακριβής τόπος δεν προσδιαρίζεται, αλλά οι προσφιλέστερες εκδοχές του μύθου τη θέλουν να γεννιέται στις θάλασσες της Πάφου, στην Κύπρο (βλέπε νησί Αφροδίτης) ή στις θάλασσες των Κυθήρων. (Πίστευα ότι η αλληγορία θα ήταν και ευκόλως κατανοητή, εννοούσα φυσικά τους δορυφόρους του, αλλά ως φαίνεται, οι τυπογράφοι δε χαμπαριάζουν από αλληγορίες, οπότε τους έστειλα κι εγώ χαιρετίσματα με το πουλί τ' αηδόνι).
Δυο χρόνια μετά, όλως τυχαίως από το Internet, μαθαίνω ότι συμπεριλήφθηκε σε βιβλίο που έβγαλαν οι Εκδόσεις Νεφέλη μαζί με τα υπόλοιπα 12 διηγήματα που διακρίθηκαν στο διαγωνισμό. Όλο λέω να κάνω μια βόλτα από τις εκδόσεις Νεφέλη να πάρω το περίφημο βιβλίο στα χέρια μου, όλο κάτι τυχαίνει και το ξεχνάω.
Από την άλλη λέω, κι αν δω πάλι στρέμματα στο κεφάλι του Ουρανού και με πιάσουνε δαιμόνια; Άντε μετά να εκπληστηριάζεις τα δαιμόνιά σου...
...Για να είμαι ειλικρινής μια ζωή απαξίωνα αυτά που έγραφα. Η άποψή μου για το κείμενο εκπορεύεται από την ίδια την ετυμολογία της λέξεως κείμενο > εκ του ρήματος κείμαι. Άρα, φιλοσοφικώς, από τη στιγμή που δημοσιεύεται, είναι νεκρό (τουλάχιστον για το γράφοντα), ήδη το έχει ξεπεράσει και πάει για κάτι άλλο. Η δύσκολη και άτιμη ώρα είναι όταν γυρεύει η ψυχή σου την έμπνευση και νοιώθεις στέγνωμα. Η έλλειψη του έρωτος (σε πολλαπλά επίπεδα). Μόνο με έρωτα δημιουργούμε. Αυτή η ρημάδα η έννοια μας στοιχειώνει είτε με την παρουσία της είτε με την απουσία της.
Στο Δημήτρη χρωστάω ένα ακόμη ευχαριστώ. Ως μαθηματικός, ήταν αυτός που συνέβαλε στη διατύπωση των μαθηματικών τύπων που ο Χέρσελ υποτίθεται ότι έγραψε στο σημειωματάριό του. Για τα λοιπά βιογραφικά στοιχεία του Χέρσελ στηρίχτηκα σε πηγές και σε ιστορικά στοιχεία της εποχής. Δε γνωρίζω ωστόσο, αν είχε κάποια ερωμένη, πολλώ δε μάλλον, αγνοώ το όνομά της.
Κι όσο για το περιστατικό με τις βρύσες να τρέχουν πορτοκαλοχυμό στην Αργολίδα, το είχα γράψει στο προσωπικό μου ημερολόγιο το 1987 σε τύπο ονειροδράματος. Ανατρίχιασα πολλά χρόνια αργότερα, όταν άκουσα από το δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση ότι όντως στην Αργολίδα οι βρύσες έτρεχαν για κάποιες μέρες πορτοκαλοχυμό αντί νερού και αιτία ήταν πράγματι πορτοκάλια που δεν απορροφήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και θάφτηκαν σε χωματερές. Το ρασιοναλιστικό μου κομμάτι δηλώνει ότι δεν έχω προφητικές ικανότητες.
Ελένη Καλλιανέζου




