Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Γαστρονομικός Αυνανισμός

Είναι το φαινόμενο κατά το οποίον το υποκείμενο ξεφυλλίζει τσελεμεντέδες ή σερφάρει σε ιστότοπους μαγειρικής, ενώ δεν έχει τη δυνατότητα να γευτεί τις συνταγές που ανακαλύπτει. Συχνά συνοδεύεται με ταυτόχρονη βρώση γρήγορου ή junk γεύματος, βλ. ψωμοτύρι, γαριδάκια, μπισκότα.



Όρνεον οπτόν (αρχαιοπτέρυξ) μετά μανεστρακίου (χονδρού)! Μία σύντομη γαστρονομική περιπέτεια, πλην όμως πάθους περιβεβλημένη, όταν η Σοφία μας απέστειλε κριθαράκι από τα πάτρια -δεντοπουλανετογαμημενοστηδανία!

Ο γαστρονομικός αυνανισμός ενδέχεται να έχει διαφορετικές αφετηρίες: πενία ή δυσκολία πρόσβασης σε τροφή (π.χ. εργασιακός χώρος, βιβλιοθήκη, κατοικία απομακρυσμένη άνω των 4 χιλιομέτρων από αστικό κέντρο και αποκλεισμός δυνατότητας delivery), απρονοησία[1] ή οξεία τεμπελίτιδα συνοδεία αφόρητης πείνας. Το τελευταίο μπορεί να διαγνωστεί με ευκολία και συνοδεύεται κι από άλλα συμπτώματα. Τυπικό σύμπτωμα του τελευταίου ασθενούς, οι στοίβες άπλυτων στο νεροχύτη –κι η μετατροπή άλλων σκευών σε πιάτα, π.χ. κατσαρόλια, ταψιά, γλάστρες κ.λ.π.

Ο γαστρονομικός αυνανισμός ιατρικώς προσομοιάζει με επιχείρησιν κορεσμού σεξουαλικής επιθυμίας πανδρεμένου –ης, κατά την οποίαν η επιθυμία ή η ανάγκη στρέφει τον πεινώντα στη σύζυγον, φαντασιωνόμενος ότι συνευρίσκεται μετά της Ζιζέλ Μπιγιονσέ και διαφέρει από τη γαστρονομικήν μοιχείαν, κατά την οποίαν ο αμαρτωλός γεύεται τελικώς την απαγορευμένη τροφή, την οποία του απαγορεύει η δίαιτα ή η θρησκεία. Ζηλωτές της μονογαμίας ωστόσο, συχνά εγείρουν δογματικά ερωτήματα ως προς την επί της ουσίας διαφορά του γαστρονομικού αυνανισμού από τη γαστρονομική μοιχεία συνοψιζόμενα στο «αφού το σκέφτηκες, είναι σα να το διέπραξες», θεωρούμε όμως ότι στερούνται αντικειμενικής βάσεως και δυνατότητας επιστημονικής αποδείξεως.

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 18 Απριλίου 2012



[1] Βλέπε «των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν»

buzz it!

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

"Ειρηνική" και "βίαιη" επανάσταση

"Ειρηνική" επανάσταση δεν υφίσταται ως έννοια, ακόμη κι αν εκδηλώνεται μη-βίαια και κατά τρόπο ειρηνικό. Επί της ουσίας επανάσταση σημαίνει βαθειά δομική αλλαγή του ίδιου του κυττάρου ή μιας παγιωμένης αταβιστικής συμπεριφοράς. Μια τέτοια διαδικασία είναι και επίπονη και δραματική. Και το δράμα δεν είναι ποτέ ειρηνικό. Ακόμη και σε προσωπικό επίπεδο είναι πόλεμος ενάντια στον ίδιο τον εαυτό. Ο χρόνος που απαιτείται για ορατό αποτέλεσμα της ελάχιστης δυνατής δομικής αλλαγής είναι αυτός που "ομαλοποιεί" την έκφραση του εκπεφρασμένου αποτελέσματος, ώστε η επανάσταση στο τέλος να εμφανίζεται ως "ειρηνική".



Jakob Jordaens, Der gefesselte Prometheus, περί το 1640, Wallraf-Richartz-Museum, Κολωνία





© Ελένη Καλλιανέζου, 20 Σεπτεμβρίου 2011 από το Kolding της Δανίας

buzz it!

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Vae Victis!

Ευλογημένοι οι οικτρά ηττημένοι, που ένας Βρέννος τους είπε το «Ουαί τοις ηττημένοις!» και κατάλαβαν ότι μόνη ελπίδα του χαμένου είναι να μην περιμένει σωτηρία από πουθενά. Μόνο έτσι χτίζεται και πάλι η Ρώμη, άσχετα αν οι Έρουλοι θα τη μακελέψουν και πάλι, αν γεννηθούν Καλλιγούλες, η Σύγκλητος πήξει και πάλι στη διαφθορά κι η Δημοκρατία κινδυνεύσει.





Paul Jamin, O Βρέννος και το μερίδιο των λαφύρων του, 1893, Ιδιωτική Συλλογή


© Ελένη Καλλιανέζου, 14 Ιουνίου 2011 εν Δανία

buzz it!

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Οι Ασυνήθεις Υποψιασμένοι και το Μεγαλεπήβολο Σχέδιό τους που θα Ανέτρεπε τον Κόσμο

[Η ιδέα ενός μαζικού ονειρικού κόσμου γεννήθηκε από τη νοσταλγία: μένουμε ολομόναχοι απέναντι στα όνειρά μας, και μες στην ίδια μας την αγκαλιά η αγαπημένη φεύγει μακριά, σε μοναχικά μέρη τρόμου ή ευτυχίας· και τι δε θα δίναμε για να μπορούσαμε να συνοδεύουμε την αγαπημένη μας στους εφιάλτες της και να την υπερασπιζόμαστε κι εκεί ακόμα απ’ τα ξεσηκωμένα δαιμόνια ή να μοιραζόμαστε μαζί της την τέλεια χαρά που προσφέρει η φαντασία] –Ούγκο Ιριάρτ, Γκαλαόρ· Ο Περιπλανώμενος Ιππότης και η Βαλσαμωμένη Κόρη, εκδ. Κέδρος, μτφρ. Βασιλική Κνήτου

Ασυνήθεις υποψιασμένοι ήταν Αυτός κι Αυτή που αποφάσισαν να μην πεθάνουν στην πόλη που θάβουν τους εστεμμένους.

Ο ασυνήθης Αυτός υπήρξε κάποτε εστεμμένος, τώρα έκπτωτος στη Xώρα των Yπερώων και των Kεραμοσκεπών, ψηλός αρκετά ώστε να βλέπει απευθείας τα δρώμενα των ουρανών χωρίς να πολυσηκώνει το κεφάλι του. Στη Xώρα των Yπερώων κρέμασε το μαγικό σπαθί του σ’ ένα δοκάρι της σκεπής ακριβώς πάνω απ’ το κρεβάτι του με τη λεπίδα να στοχεύει στο προσκεφάλι, όμως δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας να πέσει ποτέ απ’ τα καρφιά που το συγκρατούσαν· δε θα έβγαιναν από τη θέση τους ακόμα κι αν ερχόταν η Συντέλεια και το σπαθί δε θα το ξεκρεμούσε ποτέ κανείς, ακόμα κι αν ήταν δωδεκάχρονος μέλλων βασιλιάς της Αγγλίας που κάποια μυστηριώδης μαγική δύναμη τον οδηγούσε στο πεπρωμένο του.

Ασυνήθης ήταν και Αυτή, μέλλουσα εστεμμένη στο Bασίλειο των Mεσαίων Oρόφων, πιθανώς και μια σοφίτας στη Χώρα των Μάλλον Χαμηλών Κτηρίων, αλλά Ψηλών Δέντρων. Το δικό της όπλο ήταν ένα μαγικό κουτί γεμάτο καρτελάκια με λέξεις· ήταν ένα παιχνίδι επινοήσεων, όπου τυχαία συνταίριαζε λέξεις χωρίς να έχει ιδέα εκ των προτέρων για το τι είδους ιστορία θα φτιαχτεί. Από τη στιγμή όμως που οι λέξεις κολλούσαν η μια δίπλα στην άλλη και η ιστορία τέλειωνε, γινόταν η ιστορία χρησμός που όριζε τα πεπρωμένα των ανθρώπων πέρα απ’ τις Χώρες των Υπερώων, των Κεραμοσκεπών και των Μάλλον Χαμηλών Κτηρίων. Όντα μυστηριακά και τέρατα, σκηνές κάλλους και αποτρόπαιες υπόκεινταν στο νόμο του κουτιού κι επιδρούσαν στην Ιστορία των Ανθρώπων.

Έτσι, κάθε κύριος ή κυρία του κουτιού στα βάθη του χρόνου επιφορτιζόταν και την ευθύνη για το πλέξιμο των γεγονότων του καιρού τους, που κάποτε έσπαζε και τα όρια του χρόνου και άλλαζε τα πάντα, ακόμα και την ίδια την ουσία του κουτιού και τη μαγική του δύναμη, κατά τρόπο αμετάκλητα μετακλητό –που πάει να πει: μετακλητό όσο υπάρχει φαντασία και αμετάκλητο όσο υπάρχει θάνατος.

Υποψιασμένοι οι δυο τους για το ασυνήθιστο των όπλων τους, το σπαθί που δε θα φέρει κανενός το θάνατο και το κουτί που γράφει τα πεπρωμένα και με τρόπο μετακλητά αμετάκλητο συναποφάσισαν μια παραμονή Πρωτομαγιάς ότι 1 + 1 δεν κάνει αμετάκλητα 2, αλλά και 0, 1, 3, 4 και ό,τι άλλο ένα γνωστό α (αλλά με άγνωστες περαιτέρω ιδιότητες) κι ένα ομοίως γνωστό-άγνωστο β συναποφασίσουν. Έτσι, συναποφάσισαν να κάνουν το σπαθί να λειτουργήσει κατά τρόπο αμετάκλητα μετακλητό, που πάει να πει: αν το σπαθί δε μέλλει να φέρει κανενός το θάνατο, διά της δύναμης των λέξεων του κουτιού οφείλει να καταργήσει και το θάνατο σε κάθε του μορφή, ακόμα κι εκεί που το ίδιο αυτό σπαθί δεν μπορεί από τη φύση του να επέμβει.

Βασική φυσικά προϋπόθεση σ’ αυτό το ξόρκι θα ήταν ένας συντονισμός ονείρων και μια αλχημιστική μεταμόρφωση που θα έκανε Αυτόν Κύριο του Κουτιού κι Εκείνην Κυρά του Σπαθιού που δεν κόβει, που θα έκανε Αυτόν γυναίκα κι Εκείνη άνδρα, Αυτόν μέλλοντα εστεμμένο στο Βασίλειο των μεσαίων ορόφων στη Χώρα των χαμηλών Κτηρίων – αλλά μάλλον ψηλών Δέντρων κι Εκείνη πρώην εστεμμένη στη Χώρα των Υπερώων και των Κεραμοσκεπών.

Κι είπαν με τη δύναμη των λέξεων του κουτιού: «Ας αρχίσει τώρα το σπαθί να κόβει και πρώτα απ’ όλα να σκοτώσει το Θάνατο».

Και τράβηξαν το σπαθί απ’ τα καρφιά του και το κάρφωσαν στην Κάρτα 13 της Μεγάλης Αρκάνας που απεικονίζει το Θάνατο και διαλύθηκε ο σκελετός της φιγούρας με το μαύρο μανδύα και έγιναν κουρνιαχτός και τέφρα τα κόκαλά του, κι ο Θάνατος πέθανε.

Επειδή όμως ήταν η πρώτη φορά που το σπαθί κατάφερνε θανάσιμο πλήγμα ακόμα και στον ίδιο το Θάνατο, άλλαξε η φύση του κι έπαψε να είναι πια το σπαθί που δεν έφερνε κανενός το θάνατο κι έγινε σπαθί θανάτου κατά τρόπο αμετάκλητα μετακλητό, που πάει να πει: μετακλητό όσο υπάρχει φαντασία και αμετάκλητο όσο υπάρχει θάνατος – ο προερχόμενος εκ του σπαθιού, γιατί κατά έναν περίεργο τρόπο ο θάνατος παραμένει αμετάκλητα αθάνατος και η ζωή αμετάκλητα θνητή και σ’ αυτό το γρίφο του παραλόγου δεν απάντησε ποτέ κανείς, ει μη μόνον κάποιοι γελωτοποιοί από αρχαιοτάτων χρόνων, όταν ήθελαν να σπάσουν πλάκα με τους φόβους των θνητών δίνοντάς τους φρούδες ελπίδες.

Κατάλαβαν ότι θα έπρεπε να εξαφανίσουν διά παντός το σπαθί που αντικατέστησε το θάνατο και με τη δύναμη των λέξεων του κουτιού είπαν: «Ας εξαφανιστεί το σπαθί διά παντός κι ας περάσει στην ανυπαρξία». Και πέρασε το σπαθί στην ανυπαρξία ως μη όπλο, που δεν επέφερε πλήγμα σε κανέναν –ούτε και στον ίδιο το θάνατο.

Τους έμεινε μόνο το κουτί με τις λέξεις, κατά τρόπο αμετάκλητα – μετακλητό, τυχαία να συνταιριάζουν λέξεις και να φτιάχνουν ιστορίες που επιδρούν στα πεπρωμένα κατά τρόπο αμετάκλητα μετακλητό, όσο δηλαδή κρατά το στιγμιαίο κι όσο να πεθάνει το ζωντανό, δίχως συνοχή και νόημα, καθώς όλα τα νοήματα είναι κι αυτά στιγμιαία και υποκειμενικά κι εφήμερα και μετακλητά, έως ότου έρθει το μόνο αμετάκλητο που δεν κατάφερε να σταματήσει το σπαθί που δεν υπήρξε ποτέ.

Έπεσαν και κοιμήθηκαν κι ονειρεύτηκαν κι οι δυο πως έσμιξαν και μετακλητά και στιγμιαία ξέχασαν το αμετάκλητο και ξύπνησαν αγκαλιασμένοι, μετακλητά κι εφήμερα ευτυχείς μέχρι το επόμενο μετακλητό ή αμετάκλητο. Ύστερα βγήκαν μια βόλτα στην πόλη και έριξαν μια ματιά σ’ ένα ζευγάρι ερωτευμένων που είχε την πεποίθηση ότι γνώριζε την ουσία της ζωής κι οι ασυνήθεις υποψιασμένοι χαμογέλασαν με την επίγνωση της πλήρους τους άγνοιας κι έκλεισαν το μάτι συναινετικά και κατεργάρικα μπροστά στη άγνοια της άγνοιας των συνήθων ανυποψίαστων και των μεγαλεπήβολων σχεδίων τους να ανατρέψουν τον Κόσμο. Επίσης διαπίστωσαν πως αγαπιούνταν κατά έναν τρόπο εξαίσια αμετάκλητα μετακλητό.

© Ελένη Καλλιανέζου στις 13 Ιουνίου 2011 και στη Δανία, κατά τρόπο αμετάκλητα μετακλητό.

buzz it!

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Η Γυναίκα με τη Ζυγαριά

Με ύφος περισπούδαστο μαζεύτηκαν οι επαΐοντες και είπαν πως η έγκυος γυναίκα στον πίνακα του Βερμέερ με τη μικρή χρυσή ζυγαριά στο χέρι ήταν τάχα μου μια αλληγορία της ματαιότητας του κόσμου ή της Θείας Αλήθειας και Δικαιοσύνης ή ότι είναι η Παρθένος Μαρία που ζυγίζει τις ψυχές των αγέννητων παιδιών. Άλλοι πάλι είπαν πως ήταν απλώς ένα πορτρέτο της Κατερίνας Βερμέερ, της γυναίκας του καλλιτέχνη, θεωρία που μοιάζει να είναι κοντά στην πραγματικότητα, αφού η Κατερίνα Μπόλνες Βερμέερ γέννησε δεκατέσσερα παιδιά.




Η αλήθεια ωστόσο φαίνεται να είναι διαφορετική. Ο Γιαν Βερμέερ τον Οκτώβριο του 1661, λίγο μετά τα εικοστά ένατα γενέθλιά του, συνάντησε στο πανηγύρι της Nτελφτ έναν Ισπανό που τον έλεγαν Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ, που είχε μια ουλή πάνω απ’το αριστερό φρύδι κι ήταν ντυμένος στα ολόμαυρα και στο λαιμό του κρεμόταν με χρυσή καδένα ένα μυστήριο κόσμημα, που έδειχνε έναν άνδρα με τόξο στην πλάτη, να αγκαλιάζει απ’ το λαιμό μια έγκυο καμηλοπάρδαλη, η οποία ημιγονατισμένη ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο του.

Ο ξένος δε μιλούσε καλά ολλανδικά, στην πραγματικότητα δε μιλούσε καθόλου, μόνο καθόταν στον κορμό ενός δέντρου πάνω σ’ έναν μπόγο από πολύχρωμα υφάσματα και στύλωνε κατά καιρούς το βλέμμα του επίμονα σε δύο σαλτιμπάγκους που ξεφυσούσαν φωτιές κι έκαναν ζογκλερικά κόλπα με επτά μπαλάκια.

Ο Γιαν Βερμέερ είχε πιει πολύ το προηγούμενο βράδυ κι είχε πονοκέφαλο, αποφάσισε λοιπόν να απομακρυνθεί απ’ τη βουή στο κέντρο της πλατείας και πήγε και κάθησε κοντά στον Ισπανό. Αφού αντάλλαξαν κάποιες τυπικές κουβέντες συστάσεως και κάποιες άλλες αδιάφορες για τη συννεφιά που πιθανόν να έφερνε σε λίγο βροχή, οι δυο άντρες βάλθηκαν να μιλούν, και σύντομα ο ζωγράφος ρώτησε τον Ισπανό τι απεικονίζει το κόσμημα που κρεμόταν απ’ το λαιμό του και ποια η ιστορία του. Ο Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ τότε, αφού κατέβασε δυο γουλιές ισπανικό κρασί απ’ τη μποτίλια που είχε δίπλα του, διηγήθηκε στον Γιαν Βερμέερ την ακόλουθη ιστορία:

«Μια φορά ζούσε στη Μαυριτανία ένας πλούσιος γαιοκτήμονας, που είχε δυο γιους και μια κόρη. Όταν κατάλαβε πως πλησίαζε το τέλος του, αποφάσισε να μοιράσει τα υπάρχοντά του στους δυο του γιους, πιστεύοντας ότι θα φροντίσουν να δώσουν και μια καλή προίκα στη μικρή τους αδερφή, η οποία θα της εξασφάλιζε έναν καλό γάμο και μια πλούσια ζωή. Στο μεγάλο του γιο άφησε το υποστατικό του με τα αμπέλια στα υψίπεδα της Ταγκάτ και στο μικρό πέντε αραβικά άλογα, μια κασέλα με υφάσματα υφασμένα από Βέρβερους, ένα χωραφάκι στο Σάχελ με ακακίες κι ένα μπαομπάμπ στη μέση και δίπλα ένα μικρό σπιτάκι να προστατεύει όταν φυσάνε το χειμώνα οι τροπικοί άνεμοι Χαρματάν, καθώς κι ένα σακούλι χρυσά νομίσματα.

Ο μεγάλος γιος παντρεύτηκε μια καλή γυναίκα κι αφοσιώθηκε στην καλλιέργεια των αμπελιών, έκανε επτά παιδιά και έζησε μια ήσυχη ζωή, αφού καλοπάντρεψε και τη μικρή αδερφή του μ’ έναν Άραβα χρυσοχόο.

Ο μικρότερος, που τον έλεγαν Χαρούν, πούλησε τέσσερα απ’ τα πέντε άλογά του κι αποφάσισε να γυρίσει τον κόσμο μ’ ένα μπογαλάκι με τα απαραίτητα που μπορούσε να κουβαλήσει το άλογο που κράτησε για τον εαυτό του, με μόνα του όπλα ένα τόξο κι ένα μικρό εγχειρίδιο με ελεφάντινη λαβή, να προστατεύεται από τις επιθέσεις των ληστών και να προσπορίζεται την τροφή του.

Μια μέρα, καθώς περιπλανιόταν στις σαβάνες του νότου είδε ένα αρσενικό λιοντάρι να επιτίθεται σε μια θηλυκή ετοιμόγεννη καμηλοπάρδαλη κι αυθόρμητα το τόξευσε και το σκότωσε. Η καμηλοπάρδαλη πληγωμένη γονάτισε έτοιμη να υποκύψει στα τραύματά της κι ο άντρας έτρεξε και την αγκάλιασε απ’ το λαιμό καθώς έγερνε και πέθαινε, ενώ ταυτόχρονα έδινε ζωή σ’ ένα μικρό θηλυκό με πελώρια μάτια. Το μικρό ήταν καταδικασμένο χωρίς τη μάνα του κι ευάλωτο στις επιθέσεις των θηρίων, όμως ο νέος άρχισε να αγωνιά για την τύχη του κι ούτε που μπορούσε να το αφήσει εκεί μόνο του στις ερημιές κι ούτε αυτό, μικρό όντας κι αδύναμο, μπορούσε να τον ακολουθήσει.

Περάσανε καμπόσες ώρες κάτω από έναν ουρανό μ’ ένα τεράστιο φεγγάρι επάνω του και πέρασε ένα καραβάνι από νομάδες κι ο Χαρούν πλήρωσε δυο χρυσά νομίσματα για μια προβατίνα για να εξασφαλίσει στο καμηλοπαρδαλάκι του γάλα για τον πρώτο καιρό και το βάφτισε Άμπλα, που στη γλώσσα των Αράβων σημαίνει «τέλεια στην όψη».

Όταν η Άμπλα θέριεψε λίγο και δεν είχε πια ανάγκη το γάλα της προβατίνας, ξεκίνησαν ταξίδι προς το Σάχελ, εκεί που ο Χαρούν είχε το χωραφάκι με τις ακακίες, το μεγάλο μπαομπάμπ και το σπιτάκι. Ένα βράδυ με Πανσέληνο κι ύστερα από εξήντα πέντε φεγγάρια που ο Χαρούν και η Άμπλα ζούσαν μαζί, σκαρφάλωσε ο Χαρούν σ’ ένα κλαδί του μπαομπάμπ να θαυμάσει το φεγγάρι και να μπορεί να βλέπει την καμηλοπάρδαλή του στα μάτια –χωρίς ν’ αναγκάζεται να στραβώνει το λαιμό του κοιτάζοντας ψηλά κι ούτε να την υποχρεώνει να ψάχνει εκείνη να συναντήσει το βλέμμα του χαμηλά στη γη. Τότε ξαφνικά ένα ουρί του παραδείσου ακούστηκε να τραγουδά ένα τραγούδι που μιλούσε για την ανταμοιβή των ουρανών στις αγαθές ψυχές που κάνουν το καλό κι έξαφνα η καμηλοπάρδαλη - Άμπλα αναλήφθηκε στους ουρανούς μέσα σ’ ένα δαχτυλίδι φωτιάς και στη θέση της βρέθηκε μια κόρη με μαύρα μάτια και μαλλιά, Άμπλα στο όνομα και τις χάρες κι αυτή, να του δίνει μια γαβάθα ρύζι μοσχομυριστό κι ένα κουπάκι με τσάι γιασεμιού.

Ο Χαρούν την έπιασε απ’ το χέρι κι ακούμπησε εκείνη το κεφάλι της στο λαιμό του κι έσμιξαν πολλές φορές μέσα στο σπιτάκι, αλλά κι απ’ έξω κάτω απ’ τη σκιά του μπαομπάμπ σαν έπεφτε ο ήλιος και σαν ξημέρωνε και σαν εναλλασσόταν με το φεγγάρι που πότε γέμιζε και πότε λίγευγε, μέχρι που ύστερα από οκτώ φεγγάρια βρέθηκε η Άμπλα έγκυος στο σπόρο του Χαρούν και δεν υπήρχε άντρας στη χώρα των Μαυριτανών ή πάνω στη γη πιο ευτυχισμένος απ’ το Χαρούν, που απροσδόκητα γνώρισε τη χαρά του έρωτα, επειδή κάποτε έσωσε μια καμηλοπάρδαλη ετοιμόγεννη από ένα λιοντάρι που ετοιμαζόταν να την καταβροχθίσει.»

Στο σημείο αυτό ο Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ, έκοψε την αφήγησή του και κατέβασε πάνω απ’ το μισό απ’ το κρασί που είχε η μποτίλια του, στυλώνοντας επίμονα το βλέμμα του στους σαλτιμπάγκους της πλατείας που ξεφυσούσαν φωτιές κι έκαναν ζογκλερικά κόλπα με τα επτά μπαλάκια.

Ο Γιαν Βερμέερ ξαφνικά θυμήθηκε πως πεινούσε, αλλά δεν είχε καθόλου όρεξη να δει την πεθερά του. Σκέφτηκε να φάει στην κουζίνα με τους υπηρέτες κι ευγενικά ρώτησε τον ξένο αν ήθελε να τον ακολουθήσει σπίτι του. Εκείνος ένευσε ναι.

Κατευθύνθηκαν στην κουζίνα του σπιτιού της Μαρίας Τινς, της πεθεράς του, όπου ο Βερμέερ ζούσε σώγραμπος και που, ως πολύ πλουσιότερη απ’ τον ίδιο, του υπαγόρευε το καταπώς θα ζήσει με την κόρη της. Η υπηρέτρια σέρβιρε σιωπηλή λάχανο βραστό και λουκάνικα, τυρί, φρέσκο φουρνιστό ψωμί, κόκκινο κρασί της Προβηγκίας και κομπόστα δαμάσκηνα. Ύστερα απ’ το γεύμα, οι δυο άντρες κάθησαν κοντά στη φωτιά της κουζίνας με το κρασί τους κι ο Φερδινάνδο Λούκας, λιγότερο αγριωπός στην όψη, έψαξε στον μπόγο με τα πολύχρωμα υφάσματα που είχε μαζί του, έβγαλε μια μικρή χρυσή ζυγαριά και παρακάλεσε τον Γιαν να τη δεχτεί ως δώρο για τη γενναιδωρία και τη φιλοξενία του.

Ο ζωγράφος στην αρχή αρνήθηκε, λέγοντας πως ένα μικρό χρυσό κομψοτέχνημα ήταν πολύ μεγάλο αντίτιμο για ένα γεύμα με λάχανο, λουκάνικα, ψωμί και λίγο κρασί, όμως ο Ισπανός επέμενε κι ο Βερμέερ δεν είχε άλλη επιλογή, παρά να δεχτεί για να μην τον προσβάλει.

Με το μικρό ζυγό στο χέρι, γύρισε τότε ο Γιαν Βερμέερ και ρώτησε τον Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ τι απέγινε ο Χαρούν με την Άμπλα κι ο Ισπανός συνέχισε την ιστορία του:

«Σαν πλησίαζε ο καιρός της Άμπλας να γεννήσει κι είχε ετοιμάσει την προίκα του μωρού από υφαντά Βερβέρων, γύρισε και θερμοπαρακάλεσε το Χαρούν να την πάει στα μέρη που γεννήθηκε, τότε που η μάνα της, η καμηλοπάρδαλη, υπέκυψε στα τραύματα απ’ τα νύχια του λιονταριού, και που εκείνος, ο γενναίος και σπλαχνικός άντρας της είχε σκοτώσει για να της χαρίσει εκεινής ζωή.

Ο Χαρούν έπεσε σε βαθειά συλλογή σκεφτόμενος τον κόπο του ταξιδιού για την ετοιμόγεννη γυναίκα, όμως εκείνη τον παρακάλαγε επίμονα μαζί και γλυκά, που δεν κατάφερε πια να της το αρνηθεί. Πήραν μαζί τους και τα μωριουδιακά, μιας κι η ώρα της γέννας πλησίαζε και θα μπορούσε να είναι κάθε στιγμή.

Έφτασαν χωρίς πολλή ταλαιπωρία στις σαβάνες και κατασκήνωσαν κάτω απ’ τον ουρανό, όταν ανέτελλε το φεγγάρι. Αφού ήπιαν το τσάι τους, σφιχταγκαλιάστηκαν και κουλουριάστηκαν στα πολύχρωμα κιλίμια, που μούσκεψαν ξαφνικά, γιατί η Άμπλα γεννούσε. Ο Χαρούν τη φίλησε στο μέτωπο κι έτρεξε έξω απ’τη σκηνή να ανάψει φωτιά και να ζεστάνει νερό απ’ το ασκί που είχαν μαζί τους.

Καθώς η Άμπλα στο έδαφος με τα χέρια της να κρατούν τα γκέμια του αλόγου σφιγγόταν για να βγάλει το παιδί, σκίστηκε το ύφασμα της σκηνής από μια λέαινα που καραδοκούσε να επιτεθεί στην ετοιμόγεννη.

Άρπαξε τότε ο Χαρούν το τόξο του και σημάδεψε τη λέαινα που έτρεξε μακριά, όμως το θηρίο είχε ήδη πληγώσει την Άμπλα στο λαιμό, που καθώς τον έβαφε το αίμα μάκραινε και μάκραινε κι έγινε λαιμός καμηλοπάρδαλης μέσα στη νύχτα κι έγινε η Άμπλα και πάλι καμηλοπάρδαλη, όμοια στην όψη με τη μάνα της κι ο Χαρούν έκλαιγε και θρηνούσε και τη φιλούσε κι ακούμπησε εκείνη το κεφάλι στον ώμο του και ξεψύχησε, την ώρα ακριβώς που έδινε ζωή στο παιδί τους.

Στη μέση της σαβάνας έκλαιγε ο Χαρούν με το μικρό του γιο στην αγκαλιά το χαμό της αγάπης του κι αναθεμάτισε κι αναρωτιόταν ποια κακή μοίρα τον κατάτρεξε κι έχασε ό,τι αγάπησε στον κόσμο περισσότερο.

Και τότε σκίστηκαν και πάλι οι ουρανοί κι ένα ουρί του παραδείσου τραγούδησε ένα τραγούδι για τη δικαιοσύνη των ουρανών στα πλάσματα του κόσμου και για τον πόνο μιας λέαινας που έχασε το σύντροφό της, όταν βγήκε να κυνηγήσει μια καμηλοπάρδαλη για την πεινασμένη αγέλη και αναλήφθηκε τότε το σώμα της Άμπλας στον ουρανό μέσα σε μια πύρινη νεφέλη και στη θέση του έμεινε μια μικρή χρυσή ζυγαριά και μια περγαμηνή στα αραβικά με τη φράση «Τυχερός αυτός που έζησε τη γενναιοδωρία των ουρανών για την αγαθή του προαίρεση, πριν γνωρίσει ότι ο Αλλάχ είναι και δίκαιος»

-Το παιδί του Χαρούν και της Άμπλας είμαι εγώ, Ολλανδέ, που με υιοθέτησε ένα ζεύγος Ισπανών στα τρία μου χρόνια. Ο πατέρας μου έβαλε μετά το θάνατο της μάνας τον αντράδερφό του να του φτιάξει ένα κόσμημα με την Άμπλα κι εκείνον και το φορούσε διαρκώς στο λαιμό του, μέχρι που τον πέρασε στο δικό μου, όταν με έδωσε για υιοθεσία.»

Κάπου εκεί χάνονται οι γραπτές μας πηγές για τη συνέχεια της ιστορίας και για το τι απέγινε ο Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ, όμως ο Γιαν Βερμέερ έβαλε την έγκυο γυναίκα του να ποζάρει στον καινούργιο του πίνακα κρατώντας στο χέρι τη μικρή χρυσή ζυγαριά του Ισπανού.


© Ελένη Καλλιανέζου, εν Δανία τη 4η Ιουνίου 2011 έγραψε.

buzz it!