Μια φορά, γιε μου, κι έναν καιρό ζούσε ένας φούρναρης, ο Θωμάς που σηκωνόντανε αξημέρωτα να ζυμώσει τα ψωμιά ντου και τα κουλούρια ντου κι ύστερις τα φούρνιζε και με την αυγή εμοσχόβολαγε ούλο το χωριό φρέσκο φουρνιστό ψωμάκι και κανέλλα.
Ένα βράδυ, εκειά που καθόντανε κι έπλαθε μια μεγάλη κουλούρα, ακούει ένα γριτς – γριτς και παίρνει το μάτι του έναν αχαμνό ποντικό που σούφρωνε σουσάμι. Αρπάει ο Θωμάς τη σκούπα κι εκεί που τον είχε τσακώσει κάτου από μια τσανάκα κι ετοιμαζόντανε να του δώσει μια με τη σκούπα να τονε λυώσει, ακούει τον ποντικό να λέγει:
-Μη, μη βαράς, αφεντικό, κι άσε με εδωνά να τρώγω πού και πού κανα κουλουράκι και δε θα το μετανοιώσεις.
Ο Θωμάς ήντονα ψυχοπονιάρης, και τονε λυπήθηκε.
-Καλά, του λέγει, μείνε, αλλά ξηγημένοι. Στη φωλιά σου και δυο μέτρα παραπέρα και θα σου αφήνω εγώ κουλούρια, γιατί μαγαρισές στα ψωμιά μου δε θέλω.
-Ό,τι πεις, αφεντικό λέγει ο ποντικός για να γλιτώσει την κεφάλα ντου κι έμενε στη φωλιά του κι ο Θωμάς του άφηνε ψωμιά και κουλουράκια κι έγινε ο ποντικός τετράπαχος.
Πέρασε καιρός και παντρεύεται ο Θωμάς μια κοπέλα καλή, τη Μοσχούλα.
-Γυναίκα, εγώ θα φύγω σήμερα να πάω ν’ αγοράσω αλεύρι σε καλή τιμή, κοίτα κλείσε εσύ το γιόμα το μαγαζί κι εγώ θα έρθω αργά το βράδυ, της λέγει μια μέρα.
-Εντάξει, κύρη μου, στύλε του σπιτιού μου, τ’ απαντάει αυτή και φεύγει ο Θωμάς ν’ αγοράσει αλεύρια κι έκλεισε η Μόσχω το σούρουπο το μαγαζί και κατόπιν πήγε στο σπίτι, έφαγε και ολίγον τραχανά και ξάπλωσε.
Στου ποντικού όμως το κεφάλι, που είχε τυλώσει μια κοιλάρα να και δεν είχε βρει και ποντικίνα μπήκανε ιδέες πονηρές και καθώς έβλεπε τη Μόσχω μοναχή της στο κρεβάτι, χώνεται μέσα απ’ τα σκεπάσματα και τσούκου – τσούκου έκανε τη δουλειά του κι η Μόσχω δεν επήρε χαμπάρι και εγκαστρώθη κι έκανε και χαρές κι αυτή κι ο Θωμάς που τους αξίωσε ο Θιος να δούνε παιδάκι.
Περνάνε κι εννιά μήνες κι έρχεται η ώρα της Μοσχούλας να λευτερωθεί και φωνάξανε τη μάγισσα Κατίγκω που ‘τανε και μαμμή να την ξεγεννήσει, κάνει έτσι η Κατίγκω και τι να δει! Το παιδί ήτονα σ’ ούλα ανθρωπινό, σώμα και χέρια και πόδια, αλλά αντίς ανθρώπου κεφαλή είχε ποντικού και απ’ τον πισινό του φύτρωνε και μια ποντικοουρά.
Αμάν, κακό και δυστυχία, κάθεται η Κατίγκω και λέει και τα πατερημά της να τηνε φωτίσει πώς εγίνηκε ετούτο το κακό κι έφτασε στον ποντικό.
-Θωμά, το και το, του λέγει, δε φταίγει η κυρά σου, αλλά αυτός ο τρισκατάρατος ο ποντικός, κι άσε με λίγο μοναχή να βρω τη λύση.
Του Θωμά του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι που ‘δε απ’ τον ποντικό τέτοια αχαριστία και πήρε τον μπαλτά να τονε κάμει κιμά, αλλά τονε κράτησε η Κατίγκω.
-Εμένα άκου, Θωμά! του λέγει. Εδώ ο θυμός δεν ωφελεί, πρέπει να βάλουμε το μυαλό μας να δουλέψει. Κι αν θέλουμε να δούμε προκοπή, κράτα με καμπόσο στο σπίτι σου και στο φουρνάρικο, και πες στο χωριό ότι βοηθάω τη Μοσχούλα που είναι μικρομάνα. Το νου σου όμως, μη μάθει κανείς πώς είναι το πιδί!
Έτσι κι έγινε! Και έφερε τα μπογαλάκια της η Κατίγκω στο σπίτι του Θωμά.
Ο ποντικός στο μεταξύ ήτανε τύπος και υπογραμμός και δεν τόλμαγε να πει και πολλά πολλά, γιατί δεν τον συνέφερε να χάσει τη φωλιά και το φαγί.
Μια μέρα πιάνει η Κατίγκω τον ποντικό και του λέγει:
-Τρως και πίνεις και τη γυναίκα του Θωμά βάτεψες, δε θα ‘τανε καλό μαθές να παντρευτείς κι εσύ μια καλή ποντικίνα να μην έχει κι ο Θωμάς την έγνοια σου;
Του ποντικού του καλάρεζε η ιδέα, ο Θωμάς πήγαινε να λυσσάξει απ’ το κακό του που κοντά σ’ έναν χαραμοφάη θα είχε να φροντίσει δυο, αλλά ορμηνεμένος απ’ την Κατίγκω, έκαμε ο φουκαράς την ανάγκη φιλοτιμία.
Έτσι ο ποντικός έφερε στο φουρνάρικο μια ωραία ποντικίνα να του φροντίζει τη φωλιά του και να του κάθεται σαν είχε σηκωμάρες.
Η Μόσχω χαμπάρι δεν είχε πάρει ακόμη, ένεκα που η Κατίγκω της έριχνε στο φαγητό κάτι μαντζούνια και ζούσε στην κοσμάρα της κι ούτε έβλεπε το κουσούρι του παιδιού τζη, που ‘τανε με κεφαλή και ουρά ποντικού.

Ludmilla Balfour, Plombier, Galerie Gerly, København
Μια ημέρα κάθησε η Κατίγκω στο φουρνάρικο να βοηθήσει το Θωμά στο ζύμωμα κι έφτιασε ωραία ψωμιά κανονικά κι ένα καρβέλι αλλιώτικο, που το’ χε μαθές ζυμώσει με χέρι πεθαμένου και λέει στο Θωμά:-Το βράδυ από τούτο το ψωμί να δώσεις στον ποντικό να φάγει.
Είπε και τα πατερημά της και πήγε μετά στο σπίτι του Θωμά να ετοιμάσει φαγητό για τη λεχώνα.
Η Μόσχω έφαγε το φαγί της Κατίγκως κι αποκοιμήθηκε, δεν ήξερε πως τούτη είχε ρίξει μέσα υπνωτικό.
Κι ο πονηρός ποντίκαρος είχε ρουπώσει το ψωμί το ζυμωμένο με το χέρι του πεθαμένου κι όλο ρευόντανε και κάθησε σε μια γωνιά χαυνωμένος.
Ρίχνει και κάτι βοτάνια στο κρασί του Θωμά, είπε και κάτι προσευχές και νάσου σκάει μύτη η ποντικίνα κι ήτανε σ’ ούλα ντης στα μάτια του Θωμά ανθρωπινή και μάλιστα φτυστή η Μοσχούλα.
Ο κακομοίρης ο Θωμάς μια που οι δουλειές του μαγαζιού ήντανε πολλές, μια η γκαστριά της Μοσχούλας, μια τα λέχια, μια ο καημός για το πιδί, είχε καιρό να κουτουπώσει τη γυναίκα του. Ήτανε και τα μάγια της Κατίγκως, είχε ξεχάσει πια καημούς και βάσανα και στρίμωξε την ποντικίνα στη γωνιά που νόμιζε πως ήτανε η Μοσχούλα.
Κι εγκαστρώθη η ποντικίνα απ’ το Θωμά το φούρναρη κι έκανε χαρές ο χαζοβιόλης ο ποντικός, νομίζοντας πως αυγαταίνει η φαμελιά του και πως έριξε για τα καλά σπορά στο φουρνάρικο του Θωμά κι εξασφάλισε ψωμί για τα πιδιά ντου και για τα πιδιά των πιδιών ντου.
Έρχεται το λοιπόν η ώρα της ποντικίνας να γεννήσει κι έκαμε έξι μικρά. Τα πέντε ήντανε ποντίκια κανονικά, όμως το στερνοπούλι της το ρσενικό ήντανε ποντικός σ’ ούλα του σωστός, όξω απ’ το μπόι και την κεφαλή που ‘σαντε ανθρωπινά.
Σαν το ‘δε αυτό ο ποντικός, τρελάθηκε απ’ το κακό του και βγήκε όξω απ’ το φουρνάρικο κι εκεί τον ετσάκωσε ο μαύρος γάτος της Πότας και τον έκαμε μια χαψιά και τιμωρήθηκε ο παλιομασκαράς για την αχαριστία του.
Πάγει το λοιπόν κι η Κατίγκω το βράδυ και παίρνει το μεγάλο κουζινομάχαιρο και κόβει το κεφάλι του τελευταίου γιου της ποντικίνας –που ‘τανε ανθρωπινό- και το κεφάλι του ποντικόπουλου του γιου της Μόσχως και βάνει στην κούνια του μωρού το κεφάλι του γιου της ποντικίνας που έκαμε με το Θωμά και στον ποντικό το κεφάλι του γιου της Μόσχως που έκαμε αυτή με τον τρισκατάρατο τον πόντικα. Τους τα κόλλησε και με λίγη αλευρόκολλα και την άλλη μέρα το πιδί στην κούνια ήτανε σωστός άνθρωπος εξόν απ’ την ουρά κι ο γιος της ποντικίνας σωστός ποντικός, όξω απ’ το μπόι.
Περάσανε χρόνια και οι γιοι του Θωμά και της Μόσχως μεγαλώσανε και γινήκανε κοτζαμάν παλικάρια. Και ηπαντρεύτη το Ποντικόπουλο μια καλή κοπέλα κι είδε χαρές και πιδιά κι εγγόνια. Μόνο η ουρά του έμεινε, αλλά λέγανε πως είχε κι αυτός ένα κουσούρι που δεν τον άφηνε να κλείνει τις πόρτες ξοπίσω του, δεν μπορούσε μαθές γιατί το εμπόδιζε η ουρά ντου.
Κι έφυγε κι ο γιος της ποντικίνας κι έκαμε κι αυτός στα χωράφια μεγάλη φαμελιά με μια καλή ποντικίνα και ζούσανε πλιο οι ποντικοί ξεχωριστά απ’ τση ανθρώποι.
Μα ο καιρός επέρναγε κι ήρθανε νέοι επιστήμονες και σοφοί κι ηύρανε πως στις γενιές των ανθρώπων κατιτίς υπήρχε ποντικίσιο και στους ποντικούς κάτι υπήρχε ανθρωπινό. Και τότενες τσακώσανε κάτι ποντίκια και τα εβάλανε σε κλουβιά κι αρχίζανε να τους κάνουνε ενέσεις και να τους δίνουνε φάρμακα κι έτσι έμεινε από τότες στα ποντίκια να δοκιμάζουνε τα νέα φάρμακα που θα φέρουνε στση ανθρώποι γιατρειά απ’ τον πόνο και τση αρρώστειες.
΄Οσο για το Θωμά και τη Μόσχω κράτησαν τα χείλη τους κλειστά κι ούτε είπανε σ’ ανθρώπους και ζωντανά τι συνέβη μ’ εκείνονα τον πόντικα κι ούτε η Κατίγκω έβγαλε λέξη, στ’ ορκίζομαι στα άσπρα μου μαλλιά, γιε μου, εγώ η γιαγιά σου η βάβω Κατίγκω.
© Ελένη Καλλιανέζου. Γράφτηκε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2009 και δημοσιεύεται από το Kolding της Δανίας.















