Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Almost Total Recall

Όταν διάβασα την περίπτωση της Rebecca Sharrock, άρχισα να σκέφτομαι πως κάπου στον κόσμο έχω μια αδερφή ψυχή και πως το HSAP δεν πρέπει να είναι τόσο σπάνιο. Αντίθετα, η μέχρι τώρα κρατούσα άποψη των ψυχιάτρων, ότι δεν είναι δυνατόν να ανακαλέσεις μνήμες κάτω από τα τέσσερά σου, με πίεζε αφόρητα, γιατί με ήθελε περισσότερο ούφο απ' όσο είμαι.

Δε γνωρίζω αν πάσχω από υπερθυμησία, η μνήμη μου είναι επιλεκτική, όμως πάει πολύ μακριά· σίγουρα η παπαγαλία μου είναι μαρτύριο, ένα πρόχειρο γκούγκλισμα σου βγάζει κι άλλα, κι αν δώσω ιστορικό σ' έναν καλό κι όχι σκιντζή ψυχίατρο, ίσως βρει και κάποια γενετική μου ανωμαλία κληρονομική, μιας κι ο ετεροθαλής αδερφός μου έχει σύνδρομο Asperger.

Πάντως, οι μνήμες που έχω δεν είναι εμφυτευμένες, δεν είναι θέμα κατοπινών συζητήσεων, αφού δεν μπορούν όλες τους να κριθούν "τραυματικές",  πολλές είναι φωτογραφικές και αδιάφορες.

Όπως για παράδειγμα, τότε που με είχε πάρει ο πατέρας μου  -νοίκιαζε με τ' αδέρφια του όσο ήταν σε διάσταση με τη μάνα μου ένα σπίτι στην οδό Νεόφρονος στο Παγκράτι. Το σπίτι είχε μια σκάλα, που οδηγούσε στην υπερυψωμένη είσοδο, η οποία χωριζόταν από το κυρίως χωλ κι έκλεινε με δεύτερη πόρτα. Δεξιά ήταν το μπάνιο, είχαν μέσα κι ένα κλουβί με καναρίνι και μπανιέρα με ποδαράκια. Ήμουν μόνη με το μικρό αδερφό του πατέρα μου, το θείο Αντρέα, που ήταν φοιτητής της Νομικής, οι θειάδες μου έλειπαν. Εκείνος διάβαζε καθιστός σ' ένα ντιβάνι και περίμενε τηλέφωνο απ' τη Γιούλα, τη λεγάμενη, την επονομαζομένη από τις γεροντοκόρες αδερφές και πουτάνα. Περπατούσα και μιλούσα, αλλά δε χρησιμοποιούσα ακόμη γκιογκιό.  Τα είχα κάνει στο βρακί μου και πάω και του λέω:

-Έκανα κακά, θα με αλλάξεις;

-Πουφ, φύγε από 'δω, βρωμάς, μου λέει.

Περίμενα τον μπαμπά μου, είχα σχεδόν συγκαεί.

-Καλά, ρε δεν μπορούσες ν' αλλάξεις το παιδί τόση ώρα χεσμένο; Του λέει ο πατέρας μου.

-Δικό σου παιδί είναι, όχι δικό μου, του απαντάει αυτός.

Ο πατέρας μου με παίρνει, με χώνει στην μπανιέρα με τα ποδαράκια, μου βγάζει το νάιλον βρακί που συγκρατεί τις πάνες από ύφασμα και με πλένει με την μπαταρία. Με αλλάζει και μου βάζει και προδέρμ, που μυρίζει ωραία.
..........

Θυμάμαι και το άλλο σπίτι που νοίκιαζαν πιο πριν, πάνω απ' το ζαχαροπλαστείο Το Λυχνάρι. Τη διαρρύθμιση του σπιτιού δεν την καλοθυμάμαι, θυμάμαι όμως ότι έπινε ο πατέρας μου φραπέ στο ζαχαροπλαστείο και μου 'δωσε να δοκιμάσω με το καλαμάκι. Μια φορά έβαφαν οι θειάδες μου τα νύχια τους κόκκινα. 

-Θα μου τα βάψεις κι εμένα; ρωτώ τη θεία μου την Μπέμπα.

Μου τα 'βαψε τσάτρα πάτρα κι ήμουν πολύ χαρούμενη. Όταν με επέστρεψαν στη μάνα μου, εκείνη θύμωσε και μου τα ξέβαψε με ασετόν αμέσως. Νόμιζα ότι έκανα κάτι κακό.

....

Θυμάμαι τον πατέρα μου να τηλεφωνεί να με πάρει και τη μάνα μου να του κάνει γυμνάσια. "Δεν μπορείς να πάρεις το παιδί, έχει 41 πυρετό!" Ήμουν μια χαρά κι έπαιζα κι άκουγα και κατάλαβα με ποιον μιλούσε, όπως καταλάβαινα πάντα κι όταν μιλούσαν συνθηματικά για το λεγάμενο, για να μην καταλάβω. Στη λέξη λεγάμενος έστηνα περισσότερο αυτί.

Μια άλλη φορά πάλι είχαν δώσει ραντεβού να της δώσει διατροφή, θα περνούσε απ' το σπίτι.  Ακούω στην πόρτα τον πατέρα μου, αδημονώ. Τρέχω στο χωλ ξωπίσω της, με σπρώχνει βίαια και κλειδώνει πίσω της την πόρτα κι άρχισα να κλαίω γοερά.

....


Θυμάμαι ένα χειμωνιάτικο απόγευμα να ξυπνώ από την υποχρεωτική μεσημεριανή σιέστα -αλλιώς σ' έπαιρνε ο Μεσημεράς- μονάχη μου στο σπίτι. Η γιαγιά μου κι η μάνα μου ήταν δίπλα στης νονάς μου για καφέ. Εγώ δεν μπορούσα να σκαρφαλώσω ακόμη τα κάγκελα του κρεβατιού κι αισθάνομαι πως είμαι μόνη, παρατημένη. Κλαίω.

Θυμάμαι πώς με σήκωναν απ' το κρεβάτι το απόγευμα και με τύλιγαν σε μια κουβέρτα το χειμώνα με μερικά παιχνίδια τριγύρω μου και βιβλία που χάζευα τις εικόνες τους.  Κάποιες με τρόμαζαν, ήταν από κακές μάγισσες, αλλά παραδόξως έμοιαζαν στη γιαγιά μου τη Μαρίκα που την αγαπούσα.


Θυμάμαι πώς με τύλιγε η μάνα μου με κουβέρτες στο κρεβάτι μου με τα κάγκελα, και πώς καρφίτσωνε με παραμάνες ασφαλείας τις κουβέρτες στο στρώμα, για να μην ξεσκεπαστώ, θυμάμαι πώς ίδρωνα απ' το βάρος, η τελευταία ήταν και στρατιωτική χακί κι αγκύλωνε· θυμάμαι τη μυρωδιά της καμφοράς, όταν κρυολογούσα, που με ζάλιζε.

Θυμάμαι μια φορά, που πήρα κουτρουβάλα την πίσω σκάλα της κουζίνας. Κάτω της ήταν έναν ποδόμακτρο από αλουμίνιο για να παίρνει τις λάσπες. Θυμάμαι πώς έσκισα τα γόνατά μου, θυμάμαι πόσο έτσουζε το ιώδιο.

...


Θυμάμαι γιατί κρατούσα μούτρα στο νονό μου στη βάφτισή μου και δεν τον ήθελα. Νονός μου ήταν ο πρώτος μου ξάδερφος, γιος της αδερφής της μάνας μου, 14 χρονών τότε. Ήταν γιατί μ' έπαιρνε αγκαλιά και με πετούσε στον αέρα, μ' έπαιζε βίαια κι εγώ φοβόμουν. Ήμουν 13 μηνών, όταν με βάφτισαν.

Θυμάμαι τη βάφτισή μου. Πόσο με τρομοκρατούσε η θέα του αχνιστού νερού κι έβαλα τα κλάματα από πριν, γιατί η μάνα μου στο μπάνιο πάντα με ζεματούσε. Θυμάμαι πως ήθελα να σβήσω τα κεριά της κολυμπήθρας. Όταν άναβαν τσιγάρο, μου έτειναν πάντα το σπίρτο κι εγώ το έσβηνα.  Μ' άρεσε να σβήνω φλόγες.

...

Θυμάμαι πώς με βάζανε να λέω ποίηματα, ατάκες από διαφημίσεις ή να τραγουδώ και μου 'διναν χαρτζιλίκι, καραμέλες, σοκολάτες.

Θυμάμαι πόσο μου άρεσε να περπατώ με μεγάλους στο πεζοδρόμιο δίπλα σε μάντρες. Ήθελα να με ανεβάζουν στο πεζούλι κι εγώ να περπατώ παράλληλα, να είμαι πιο ψηλή απ' αυτούς.

...

Θυμάμαι πόσο ντροπαλή ήμουν, πώς κρυβόμουν πίσω απ' του μπαμπά μου τα παντελόνια και πόσο γαλιάντρα γινόμουν, όταν μου έδιναν θάρρος.



Θυμάμαι τη γλώσσα των αδερφών και των αδερφάδων του πατέρα μου, όταν κατέβαζαν Χριστοπαναγίες, ιδίως για τη μάνα μου. Καταλάβαινα ότι κάπου υπάρχει κάτι κακό και παπαγάλιζα αυτολογοκρινόμενη στο μέρος που μου φαινόταν ύποπτο. Δεν έβρισκα τίποτα κακό να πω "την Παναγία σου", "το Χριστό σου", η κακιά λέξη ήταν εκτός κι εγώ φώναζα το Χριστούλη και την Παναγίτσα.  Η μάνα μου όμως καταλάβαινε.

-Ποιος τα λέει αυτά, παιδί μου; Ο μπαμπάς σου; Ρωτούσε.

-Όχι, ο θείος ο Νιόνιος. 

Μήνυση μετά στο θείο Νιόνιο και πυρετοί δικοί μου που έφταναν το 42. "Δεν μπορείς να πάρεις το παιδί, ψήνεται στον πυρετό".

...


Θυμάμαι το ανέβα μήλο, κατέβα ρόδι, θυμάμαι τη γιαγιά μου που μου έβαζε κεράσια στ' αυτιά για σκουλαρίκια.

Θυμάμαι πόσο αθώο κι εύπιστο ήμουν, όπως τότε που μου έφερε η νονά μου ένα σκουπάκι κι ένα φαρασάκι νεροχύτη και μου λέει "Μ' αυτό αύριο να σκουπίσεις όλη την αυλή. Όταν γυρίσω απ' τη δουλειά, δε θέλω να δω ούτε ένα φυλλαράκι χάμω!", και κοψομεσιαζόμουν μικρό τοσοδά, να σκουπίζω κοτζαμάν αυλή με τόσο λιλιπούτειο σκουπάκι.

Κι άλλη μια φορά, που η νονά μου έφερε στη μάνα μου αυγό ζεστό από κάποια που είχε κότες κι έκανε κολπάκια πως δε μου το δίνει και θα το δώσει του γιου της, γιατί δεν ήμουν φαγανό και στήσανε σκευωρία με τη μάνα μου "Όχι, εμείς θα σου το πάρουμε" και γυρίζει και λέει η νονά μου:

-Σας το δανείζω λίγο να το πάρετε σπίτι σας να το δείτε, αλλά μην το φάτε, είναι το Δημήτρη μου. 

Κι όταν πήγαμε σπίτι, μου λέει η μάνα μου 

-Ε, λοιπόν, θα τη γελάσουμε. Θα το φας, αλλά δε θα το καταλάβει.

-Και πώς δε θα το καταλάβει; 

-Να, θα κάνουμε από πάνω μια μικρή τρυπούλα και μετά θα κολλήσουμε ένα χαρτί από πάνω και δε θα φαίνεται τίποτα.

-Μα θα ξεκολλήσει.

-Μη σε νοιάζει, θα το κολλήσουμε με σελοτέιπ.


Και το 'φαγα και του κολλήσαμε και χαρτί και της πάμε το τσόφλι του αυγού

-Να, ορίστε, μόνο το είδαμε!

-Δεν το βλέπω όπως σας το έδωσα, κάτι έχει εδώ πάνω, λέει η νονά.

-Δεν έχει τίποτα, λέει η μάνα μου.

-Δε φαντάζομαι να το έφαγε η Λένα, δυσπιστεί εκείνη.

-Όχι, όχι, δεν το έφαγα.

-Σα να μη μου λες αλήθεια. Κάτι βλέπω να γράφει στο μέτωπό σου. "φλου...", "φλουδ...", δε φαίνεται καλά!

-Φλουρί!, πετιέται η μάνα μου ολοκληρώνοντας τη σκευωρία κι εγώ χαιρόμουν, που της ξεφύγαμε!




© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund Τετάρτη 26 Απριλίου 2017





buzz it!

Δεν υπάρχουν σχόλια: