Μπουρλότο!!! (Αχ, Αυτή η Γυναίκα Μου)
Καλέσανε λέει το Σπίθα 2 άτομα εις μπλογκοπαίγνιον και ούτος εκαυχήθηκε ότι μπορεί να συνδυάσει τ' ασυνδύαστα!
Και έπαιξε, λέει με 10 αντί 5 λέξεις!
Μπουρλότο! Αναφώνησα. Και ιδού ξαναπαίζω με ΟΛΕΣ τις λέξεις που έδωσαν οι:
stardust30: άγγελος, απόλαυση, θάλασσα, αγναντεύω, αστέρια
Ανορθόδοξος: λοστρόμος, πλώρη, φεγγάρι, ταξιδεύω, ονειρεύομαι
Pølsemannen: γίδα, τιρμπουσόν, μπουγάτσα, ηλιοβασίλεμα, τζιβιτζιλού
Εstarian: σκορδαλιά, ποζιτρόνιο, γκαργκόυλ, οδοστρωτήρας, πίπα
Η αφεντιά μου: σερσέμης, ημίμετρο, σαϊτιά, εξάτμιση, ταριχεύω
Σπίθας: βίτσα, τυρβάζω, γιαούρτι, γρύλος, καλουπώνω
Τοβενίτο: δημοτική, ιατροδικαστής, σαλπάρω, ταψί, γαργαλιέμαι
Το όλον λέξεις 35!!!
Το ποζιτρόνιο ενός ερωτευμένου σε παραλλαγή της δημοτικής μας παράδοσης.
Ένας λοστρόμος κάθουνταν στου καραβιού την πλώρη
τη θάλασσα αγνάντευε, τ' αστέρια, το φεγγάρι
κι ο νους του εταξίδευγε σε μιαν ωραία κόρη
που έκαμέ τον μακριά μια μέρα να σαλπάρει.
Και με το ηλιοβασίλεμα αυτήνα συλλογάτο
που 'ταν ωραία ως άγγελος, κόρη καμαροφρύδα
κι εκείνην ονειρεύουνταν, διόλου δεν εκοιμάτο
ωσότου εις τον ύπνον του είδε μιαν άσπρη γίδα.
-Αφέντη μου θαλασσινέ, πανάκριβέ μου αφέντη
η σαϊτιά του έρωτα βαρειά ελάβωσέ σε
σε στοίχειωσε, σε ύπνωσε σα να 'χεις πιει αψέντι
τη σκέψη σου ταρίχευσε κι απέκει εσκότωσέ σε.
Αυτά του 'πε η γίδα του στον ύπνο του λοστρόμου
κι ύστερις βλέπει έναν βοσκό οπού κρατούσε γκλίτσα
που μία τηνε βάσταγε ως καριοφύλλι επ' ώμου
και μια ψηλά τη σβούριζε ωσάν να ήτο βίτσα.
Κι ήρθε κι η μάνα του έπειτα στ' όνειρο ν' απαντήσει
και σκορδαλιά κοπάναγε στο ξύλινο γουδί της
κι ένα ταψί εκράταγε μπουγάτσα για να ψήσει
κι είπε κι αυτή το λόγο της ως μάνα στο παιδί της:
-Γιε μου, δεν είν' ο έρωντας σπίτι να καλουπώσεις
ουδ' είν' γιαούρτι ή τυρί στη σκάφη για να πήξεις
και έχει και απόλαυση και πόνους να μερώσεις
και όνειρα και χρώματα στο φίλτρο ν' αναμείξεις.
Αλλιώς χωρίς τα δάκρυα, στο λέγω και στο είπα
όλα θα είν' ημίμετρα ενός άντρα σερσέμη
δαχτυλιδάκι του καπνού στη ναυτική σου πίπα
που ν' αγαπάει σκιάζεται, τον έρωντα τον τρέμει.
Και ο λοστρόμος ξύπνησε βαθειά συλλογισμένος
σα να τον πάτησε βαρύς του δρόμου οδοστρωτήρας
κι είδε πως πριν ετύρβαζε τα μάλλα πλανεμένος
γι' αυτό και δεν εγίνηκε της κόρης ο μνηστήρας.
Γι' αυτό και δεν ετόλμαγε στην κόρη να μιλήσει
χανότανε στις φαντασιές «Άσε μ' εσύ κι ο γρύλος σου»
τάχα μην είν' τζιβιτζιλού, μην τάχα τον αφήσει,
άει πάγαινε όφη από δω, ο πειρασμός, το μήλο σου...
Και πήρε ένα τιρμπουσόν ν' ανοίξει ένα κρασάκι
και η καρδιά του εθάρρεψε καθώς αυτός θυμιόταν
πως όταν ήταν κούτσικο κι αυτός μικρό παιδάκι
από τη ζούλεια συνεχώς εκείνος γαργαλιόταν.
Και όταν το καράβι του, «Γκαργκόυλ» τ' όνομά του
λιμάνι έπιασε ξανά στα πάτρια τα μέρη,
ατός του αποφάσισε να πει το θέλημά του
στην κόρη του ιατροδικαστή, που την ελέγαν Μαίρη.
-Μικρή μου εγώ σε αγαπώ και θέλω σε δικιά μου
Μαίρη, Μαιρούλα και Μαριώ, κυρά γαϊτανοφρύδα
και βγες απόψε να σε ιδώ Μαρία μου, γλυκειά μου
ότι έχασα το λογισμό μόλις σε πρωτοείδα.
Κι η Μαίρη εσυναίνεσε και εύνοια του χάρισε
και κανονίσαν μόνοι τους οι δυο τους να βρεθούνε
κι εκείνος τη Γιαμάχα του τη μηχανή καβάλησε
στο φουλ γκάζια κι εξάτμιση για να συναντηθούνε.
Αυτά! Για ουζάκι! Άμα θέλετε, βάζετε και περισσότερες λεξούλες!
© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 5 Δεκεμβρίου 2008
