Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Μικρό - μικρό

Τα πλανεμένα μάτια μας

στα σύννεφα εψαχνόντουσαν

που πήγαιναν κι ερχόντουσαν

κι ύστερα εχανόντουσαν.


Τα πλανεμένα μας αυτιά

τους ήχους μελετούσανε

κι αυτούς που τραγουδούσανε

γι’ αυτά που αγαπούσανε.


Τα μεθυσμένα χείλη μας

κουβέντα αρχινήσανε

κι ύστερα λησμονήσανε

για ποια πρωτομιλήσανε.


Ες Γην Υπερβορείων πάμε, μάτια μου, εκεί που ο Ήλιος δε νυχτεύγει ποτέ.


© Ελένη Καλλιανέζου, Κolding 18 Μαῒου 2011

buzz it!

Παρασκευή 24 Απριλίου 2009

αταμσίδινχιαπ ←



9991 υοτσύογυα 4 'ςαίνωκαλ ηπύρτ ~☺~'υοζέναιλλακ ηνέλε ©






˙˙˙ιζάραπ άραρ – ίριτ
ινέτσαλ οτ ινώκαλ
ιζάροζαχ ακίρηθ
¡ινάπ ικύλ 'εσιρύγ


¡ςεστίτυογ ώνιρανακ
ικάκραβ ώρρυψ 'ώσαπ
ςεστίτρυοτ ιακ ισέραφ
ικάραγγεφ ακίτσαπ



˙ηνέμαχ ιακ αμ 'ήμιλθ
ιενάραμ 'εσιλλύκασ
ιενέπ αν ίνιφ 'ίλλαμ
ιενάταβ ακινύξ ¡χα



˙οτόρακεθ ιλύοζαν
ιλίεπ οτ εσηνίκκοκ
˙οτόρκ ιακ αμ 'ονισάρπ
ιλίπμορεν ικάληψ



˙ιδίμαιμασ – ιζάραμ
οτόιργα οτ ιλόθ
ιδίρφασ οτ υοτάλαγ
οτ έσιρύοφρυοφ 'οτόμ



¡ιλύοπμυορθ οτ ιλύολακ
ινέρετ εσιρύγ να ικ
ινάφ 'ιστίρυμ 'ικίτ
αρέπ – αρέπ ιακ έρεφ ←



۩ ¡ιχιχιχ

buzz it!

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Καθρέφτης








© Ελένη Καλλιανέζου ~☺~ Vejen 12 Απριλίου 2009

buzz it!

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

Intra muros - Extra muris

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Τείχη




Φλαμανδική εικονογράφηση Κήπου από το Roman de la Rose (To Μυθιστόρημα του Ρόδου), Πρώιμη Αναγέννηση, περί το 1485. Το Μυθιστόρημα του Ρόδου είναι ένα μεσαιωνικό αλληγορικό ποίημα, γραμμένο σε μορφή ονειροδράματος. Οι πρώτοι 4058 στίχοι γράφτηκαν από τον Guillaume de Lorris γύρω στο 1230, ενώ περί το 1275 ο Jean de Meung πρόσθεσε 17.724 στίχους στο ποίημα, το οποίο διαδραματίζεται κατά τα πρότυπα της Ιπποτικής Λογοτεχνίας εντός ενός κήπου. Στο εσωτερικό του υπάρχει ο έρωτας, ενώ εκτός των τειχών τοποθετείται η καθημερινότητα. Η σύλληψη του Jean de Meung είναι φιλοσοφικότερη και ακαδημαϊκότερη απ' αυτήν του Guillaume de Lorris, δεν της λείπουν όμως και στοιχεία μισογυνισμού. Οι σχολαστικοί του Μεσαίωνα ωστόσο, θέλησαν να δώσουν ένα άλλο νόημα στο ερωτικό αυτό ποίημα, κι είπαν πως η ιστορία είναι αλληγορία από τις Γραφές, κι ότι συμβολίζει τον Ευαγγελισμό της Παρθένου, καθώς το Άγιο Πνεύμα εισέρχεται μέσα απ' τη σφραγισμένη πόρτα του κήπου, αν και κύριος σκοπός του ποιήματος ήταν να διασκεδάσει με ιστορίες τέχνης και έρωτος, όπου ως Rose αναφέρεται το όνομα μιας κυράς ή γενικά λειτουργεί περισσότερο ως σύμβολο της γυναικείας σεξουαλικότητας κατά τα ήθη της εποχής. Όπως και να 'χει, κοινός τόπος ανάμεσα στους αποσυμβολισμούς των σχολαστικών και των λοιπών αναγνωστών είναι η μεσαιωνική αλληγορία, πολύ προσφιλής στη φιλολογία της εποχής, αφού συνδέει τον αρχαίο κόσμο και τις παγανιστικές δοξασίες και σύμβολα με αυτά του χριστιανισμού, προκειμένου να υπάρξει ιστορικό συνεχές σε πίστεις αντιθετικές, αντιφατικές και μη συμβιβάσιμες μεταξύ τους. Το έργο αυτό επηρέασε ιδιαίτερα τη Γαλλική, αλλά και την Αγγλική Λογοτεχνία με τον Αρθουριανό Κύκλο και ήταν εξίσου δημοφιλές με τη Δαντική Θεία Κωμωδία.

***


Στην Αρχαία Ελλάδα θεωρείτο ταμπού να γίνει οποιαδήποτε ταφή εντός των τειχών μιας πόλης. Όλες λοιπόν οι ταφές γίνονταν extra muris - εκτός των τειχών, για να μη μιανθούν οι πόλεις των ζωντανών με τις νεκροπόλεις. Το ίδιο ίσχυε και για τη Δήλο. Καμία ταφή δεν επιτρεπόταν στο νησί, γι' αυτό και οι νεκροί θάβονταν στο νησάκι της Ρήνειας.

Εξαίρεση για την Αθήνα αποτέλεσε ο Φιλόππαπος, εγγονός του τελευταίου βασιλιά της Κομμαγηνής, βασιλείου που κατέλυσε ο Βεσπασιανός, με αποτέλεσμα ο Φιλόππαπος να πάρει το δρόμο της εξορίας, να καταλήξει στην Αθήνα, να πάρει τον τίτλο του Αθηναίου πολίτη και να γίνει ευεργέτης της πόλεως των Αθηνών. Οι Αθηναίοι ως αντάλλαγμα τού επέτρεψαν να χτίσει το ταφικό του μνημείο εντός των τειχών, απόδειξη πως οι αρχές ή οι θρησκευτικές δοξασίες εύκολα εγκαταλείπονται όταν υπάρχει οικονομικό όφελος, και τούτος εδώ επέλεξε αλλαζονικά λόφο επιφανή, ευδιάκριτο σ' όλη την πόλη κι έφτιαξε τον τάφο του στην κορυφή, σα νέο Παρθενώνα.

Εντός των τειχών δεν επιτρέπονταν λοιπόν οι ταφές στην αρχαιότητα, εντός των τειχών δεν λογιζόταν καθημερινότητα για τα μεσαιωνικά ήθη της κάστας των ευγενών, ο έρωτας όμως προστατεύεται μέσα σε κήπους που τους κλείνουν τείχη και φράχτες κι είναι δομημένοι γεωμετρικά με αυστηρές συμμετρίες, συνήθως χωρισμένοι σε τέσσερα τμήματα, με παρτέρια με καλλωπιστικά και βρώσιμα ποώδη και δέντρα, μονοπάτια κι ένα συντριβάνι συνήθως στη μέση.

Ερωτεύεσαι λοιπόν εντός των τειχών, ζεις εκτός, αμύνεσαι εντός, επιτίθεσαι εκτός, γεννιέσαι εντός, πεθαίνεις εκτός, γεωμετρικά, εντός - και επί τα αυτά, εντός - εκτός εναλλάξ, γεγονότα χωρισμένα σε δίπολα να φτιάχνουν γωνίες παραπληρωματικές, δηλαδή ούτε καν έναν πλήρη κύκλο και γίνονται οι ζωές ημικύκλια και κανείς δε φεύγει "πλήρης" ημερών, μόνο και μόνο γιατί υπάρχουν αυτά τα άτιμα τα τείχη. Intra muros ή extra muris, παρεκτός κι είσαι ο Φιλόππαπος.



© Ελένη Καλλιανέζου, Kolding 2 Μαρτίου 2009

buzz it!

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008

Μπουρλότο!!! (Μπλογκοπαίχνιδο)

Μπουρλότο!!! (Αχ, Αυτή η Γυναίκα Μου)


Καλέσανε λέει το Σπίθα 2 άτομα εις μπλογκοπαίγνιον και ούτος εκαυχήθηκε ότι μπορεί να συνδυάσει τ' ασυνδύαστα!

Και έπαιξε, λέει με 10 αντί 5 λέξεις!

Μπουρλότο! Αναφώνησα. Και ιδού ξαναπαίζω με ΟΛΕΣ τις λέξεις που έδωσαν οι:



stardust30: άγγελος, απόλαυση, θάλασσα, αγναντεύω, αστέρια


Ανορθόδοξος: λοστρόμος, πλώρη, φεγγάρι, ταξιδεύω, ονειρεύομαι


Pølsemannen: γίδα, τιρμπουσόν, μπουγάτσα, ηλιοβασίλεμα, τζιβιτζιλού


Εstarian: σκορδαλιά, ποζιτρόνιο, γκαργκόυλ, οδοστρωτήρας, πίπα


Η αφεντιά μου: σερσέμης, ημίμετρο, σαϊτιά, εξάτμιση, ταριχεύω


Σπίθας: βίτσα, τυρβάζω, γιαούρτι, γρύλος, καλουπώνω


Τοβενίτο: δημοτική, ιατροδικαστής, σαλπάρω, ταψί, γαργαλιέμαι


Το όλον λέξεις 35!!!



Το ποζιτρόνιο ενός ερωτευμένου σε παραλλαγή της δημοτικής μας παράδοσης.


Ένας λοστρόμος κάθουνταν στου καραβιού την πλώρη

τη θάλασσα αγνάντευε, τ' αστέρια, το φεγγάρι

κι ο νους του εταξίδευγε σε μιαν ωραία κόρη

που έκαμέ τον μακριά μια μέρα να σαλπάρει.


Και με το ηλιοβασίλεμα αυτήνα συλλογάτο

που 'ταν ωραία ως άγγελος, κόρη καμαροφρύδα

κι εκείνην ονειρεύουνταν, διόλου δεν εκοιμάτο

ωσότου εις τον ύπνον του είδε μιαν άσπρη γίδα.


-Αφέντη μου θαλασσινέ, πανάκριβέ μου αφέντη

η σαϊτιά του έρωτα βαρειά ελάβωσέ σε

σε στοίχειωσε, σε ύπνωσε σα να 'χεις πιει αψέντι

τη σκέψη σου ταρίχευσε κι απέκει εσκότωσέ σε.


Αυτά του 'πε η γίδα του στον ύπνο του λοστρόμου

κι ύστερις βλέπει έναν βοσκό οπού κρατούσε γκλίτσα

που μία τηνε βάσταγε ως καριοφύλλι επ' ώμου

και μια ψηλά τη σβούριζε ωσάν να ήτο βίτσα.


Κι ήρθε κι η μάνα του έπειτα στ' όνειρο ν' απαντήσει

και σκορδαλιά κοπάναγε στο ξύλινο γουδί της

κι ένα ταψί εκράταγε μπουγάτσα για να ψήσει

κι είπε κι αυτή το λόγο της ως μάνα στο παιδί της:


-Γιε μου, δεν είν' ο έρωντας σπίτι να καλουπώσεις

ουδ' είν' γιαούρτι ή τυρί στη σκάφη για να πήξεις

και έχει και απόλαυση και πόνους να μερώσεις

και όνειρα και χρώματα στο φίλτρο ν' αναμείξεις.


Αλλιώς χωρίς τα δάκρυα, στο λέγω και στο είπα

όλα θα είν' ημίμετρα ενός άντρα σερσέμη

δαχτυλιδάκι του καπνού στη ναυτική σου πίπα

που ν' αγαπάει σκιάζεται, τον έρωντα τον τρέμει.


Και ο λοστρόμος ξύπνησε βαθειά συλλογισμένος

σα να τον πάτησε βαρύς του δρόμου οδοστρωτήρας

κι είδε πως πριν ετύρβαζε τα μάλλα πλανεμένος

γι' αυτό και δεν εγίνηκε της κόρης ο μνηστήρας.


Γι' αυτό και δεν ετόλμαγε στην κόρη να μιλήσει

χανότανε στις φαντασιές «Άσε μ' εσύ κι ο γρύλος σου»

τάχα μην είν' τζιβιτζιλού, μην τάχα τον αφήσει,

άει πάγαινε όφη από δω, ο πειρασμός, το μήλο σου...


Και πήρε ένα τιρμπουσόν ν' ανοίξει ένα κρασάκι

και η καρδιά του εθάρρεψε καθώς αυτός θυμιόταν

πως όταν ήταν κούτσικο κι αυτός μικρό παιδάκι

από τη ζούλεια συνεχώς εκείνος γαργαλιόταν.


Και όταν το καράβι του, «Γκαργκόυλ» τ' όνομά του

λιμάνι έπιασε ξανά στα πάτρια τα μέρη,

ατός του αποφάσισε να πει το θέλημά του

στην κόρη του ιατροδικαστή, που την ελέγαν Μαίρη.


-Μικρή μου εγώ σε αγαπώ και θέλω σε δικιά μου

Μαίρη, Μαιρούλα και Μαριώ, κυρά γαϊτανοφρύδα

και βγες απόψε να σε ιδώ Μαρία μου, γλυκειά μου

ότι έχασα το λογισμό μόλις σε πρωτοείδα.


Κι η Μαίρη εσυναίνεσε και εύνοια του χάρισε

και κανονίσαν μόνοι τους οι δυο τους να βρεθούνε

κι εκείνος τη Γιαμάχα του τη μηχανή καβάλησε

στο φουλ γκάζια κι εξάτμιση για να συναντηθούνε.



Αυτά! Για ουζάκι! Άμα θέλετε, βάζετε και περισσότερες λεξούλες!



© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 5 Δεκεμβρίου 2008


buzz it!

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008

Μια Ιστορία από Λέξεις απ' το Σωρό (Μπλογκοπαίχνιδο)

Ο κύριος Πολσεμάνογλου, διαπρεπής πεταλωτής Κενταύρων και διάσημος παιχνιδιάρης με προσκάλεσε να παίξουμε το παιχνίδι «Ο Συγγραφεύς» βάζοντας το χέρι του στο σωρό με τις ελληνικές λέξεις.

Κληρώθηκαν οι παρακάτω λέξεις:

γίδα, τιρμπουσόν, μπουγάτσα, ηλιοβασίλεμα, τζιβιτζιλού

Με αυτές λοιπόν μας εκάλεσε να διαπρέψουμε συγγραφικώς. Ιδού λοιπόν πώς εκέντησε η πένα μου:


Μία φορά κι έναν καιρό η ωραία Μαριλού,

(που κακές γλώσσες ήθελαν να 'ναι τζιβιτζιλού)

επήρε ένα τιρμπουσόν ν' ανοίξει ένα κρασάκι

για να το πιει και να χαρεί και με το Κατινάκι.


Το Κατινάκι γέλασε, της έκλεισε το μάτι:

-Κάτσε τώρα θυμήθηκα με το φελλό σου κάτι.

-Πες μου κι εμένα να χαρείς τα δυο γλυκά σου μάτια

και μη τα κρύβεις ουδαμώς αυτά τα κάτια, Κάτια.


Και τότε η Κάτια έβγαλε απ' τη σακούλα κάτι

μακρύ, σκληρό, κυλινδρικό, που έβγαζε το μάτι

κι η Μαριλού ορθάνοιξε το μάτι της γαρίδα

κι απ' την αυλή εβέλασε κι η κανελλιά η γίδα.


Κι ήρθε ηλιοβασίλεμα κι η Μαριλού κι η Κάτια

χουφτώθηκαν, φιλήθηκαν και βγάλανε τα μάτια.

Κι ύστερις εδιαβάσανε και μια εφημερίδα

κι είπαν πως είναι και καιρός ν' αρμέξουν και τη γίδα.


Και βάλαν γάλα στον καφέ κι ανάψαν και τσιγάρο

και κάθησαν και ρέμβαζαν του λιμανιού το φάρο

κι ήταν η θάλασσα γυαλί (γιατί ήταν και μπουνάτσα)

και έπειτα πεινάσανε και φάγαν μια μπουγάτσα.




Gustave Courbet, Le Sommeil (Ο Ύπνος), 1866, Musée du Petit-Palais, Παρίσι. Ο πίνακας με τη θεματολογία του είχε ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών.


Κι έρχεται τώρα η σειρά μου να καλέσω στο παίγνιον τους:


maika, akrat, το ανήψι Τοβενίτο, τον Τάκη και το Σπίθα


Για να εμπνευσθούν και να συγγράψουν έπος, διήγημα, πολιτικό άρθρο, ποίημα, στατιστική ή μυθιστόρημα που να περιέχει τις κάτωθι λέξεις:


σερσέμης, ημίμετρο, σαϊτιά, εξάτμιση, ταριχεύω


Σε καλή μεριά τις λεξούλες σας!


Σας φιλώ με πάθος

και ας είναι λάθος


Αστέρω Κατιτίδου


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 3 Δεκεμβρίου 2008

buzz it!

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

Αιμωδία

© Ελένη Καλλιανέζου, Ορχήστρα, Μικτή τεχνική γκουάς και σινική μελάνη σε χαρτί, Μάρτιος 1994


Όταν το χρώμα ζευγάρωσε με τον ήχο

κι όταν, ψαύοντας στα τυφλά,

το φωνήεν συγκατατέθηκε στο σύμφωνο

για να φτιάξει το «αχ» και το «χα»

γέμισε της νύχτας το κορμί αιμωδίες

και τα χείλη των ανθρώπων χασμωδώντα

παρέπεμψαν

σε παραπομπές,

πομπές,

αποπομπές.


Είναι ύβρις να παραδίδεις τον κήπο σου

στις πατημασιές των ελεφάντων.



© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 17 Νοεμβρίου 2008


buzz it!

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2008

Μήδειας Αρές

Tην αφίσσα φιλοτέχνησε ο Otto Baumberger


Ανάθεμά σε, Ιάσονα και τρισανάθεμά σε

που μ’ ήφερες στην Κόρινθο μες στους γυναικωνίτες
του γιους σου να βυζαίνω εγώ κι εσύ να είσαι κύρης
και τώρα να παντρεύεσαι του Ρήγα θυγατέρα.
Σάματις δε σου κοίμισα εγώ το μέγα δράκο
και το μικρό μου αδερφό δεν ήσφαξα για σένα;
Μήγαρις δεν τον βούβανα εγώ το γίγα Τάλω
και τον Πελία δεν έβρασα σε χάλκινο σκουτέλι;
Τώρα ατή μου τους δυο γιους που ‘σπειρες θα χαλάσω,
της Κόρινθος το βασιλιά θα τονε καταστρέψω,
τη ρηγοπούλα νύφη σου εγώ θα φαρμακώσω,
κακά στερνά σε σένανε και σ’ όλη τη σπορά σου!
Κι ανάθεμα τη μήτρα μου που στην Κολχίδα εδέχθη
τον Αργοναύτη ήρωα, της Ιωλκώς αυθέντη...


Η Μαρία Κάλλας ως Μήδεια από την πρόβα generale στην ομώνυμη όπερα του Κερουμπίνι, Covent Garden, Λονδίνο, 15 Ιουνίου 1959. Η παράσταση είχε πρεμιέρα στις 17 Ιουνίου του 1959. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από τον Bettelmann.





Σημειώσεις

1. Η Μήδεια ετυμολογείται εκ του ρήματος της αρχαίας ελληνικής μέδομαι (: σκέπτομαι)
2. Σχετικές αναρτήσεις: Ι)
To Καρβέλι της Μάγισσας ΙΙ) Medea and the humanization of the beast. Another aspect to the known myth (στα αγγλικά, με σχετική βιβλιογραφία και συνδέσμους)


© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 23 Iουλίου 2008

buzz it!

Κυριακή 20 Ιουλίου 2008

Έγκαυλον Ούζο με τον Καρούζο

Πώς δοκιμάζουν τα όργανα οι μουσικοί πριν από έναρξη συναυλίας
έτσι κι εγώ τώρα χειριζόμενος λέξεις

ευαισθητισμός ευαισθησία αισθητισμός
ευαισθησία και αισθητής το ευαίσθητον
ευαισθησιακός ευαιασθησιάζομαι ευαισθησιασμός
ευ και αισθητικός και αισθησιακός
αισθαντικός ίσως
αισθ-ίσως αισθαν-ίσως
αισθ-αδελφέ μου και Εσθήρ απ’ τη Βίβλο

αρχίζει με χειροκροτήματα το ποίημα.

«Εικόνα», Νίκος Καρούζος, Λογική Μεγάλου Σχήματος, εκδ.Ερατώ 1989





Ηieronymus Bosch, O Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου, λεπτομέρεια, 1505 – 1506, Μuseu Nacional de Arte Antiga, Λισσαβόνα



Αγαπητέ Νικολάκη,

Καυλός καλείται εις την αρχαίαν ελληνικήν η χάλκινη αιχμή βέλους, επίσης και το στέλεχος βλαστού ενός φυτού. Λατινιστί caulus είναι ο πολιορκητικός κριός.

Άρα, καύλα δεν είναι άλλον τι, πέρα από μία εμπόλεμη διάθεση επίθεσης με εκηβόλα όπλα είτε βούληση εκπόρθησης κάστρου ομού με τας συντονισμένας προσπαθείας πολεμιστών με τον ίδιο σκοπό.

Εύγε, αναφωνούμε και επιδοκιμάζουμε! Με το ένα, με το δύο, με το τρία, με χαρά!

Έστω ότι τον Κριό τον κρατούνε δεκαοχτώ νοματαίοι και βαράνε τις πύλες ενός φρουρίου.

Οι αμυνόμενοι οφείλουν:

1. Σε περίπτωση επίθεσης με βέλη να καλυφθούν με ασπίδες.

2. Σε περίπτωση επίθεσης στο κάστρο με Κριό να ρίξουν καυτό λάδι από τις καταχύστρες στους εκπορθητές.

Τότε γιατί, βρε Νικολή ο καυλωμένος απορεί, όταν ο αμυνόμενος τον ζεματίζει;

Όταν οι επιτιθέμενοι εκπορθούν, συντρώγουν και συμπίουσιν. Όταν οι καυλωμένοι επιτυγχάνουν την άλωσιν του Κάστρου της καύλας ή του εγκαυλισμού των, γιατί δεν αναφωνούν όλοι μαζί χαρωπά «Ζήτω, ολέ, την πήραμε την πόλη!», να το ρίξουν όλοι μαζί στο φαΐ και στο γλεντοκόπι, βρε αδερφέ, πάρεξ βγάζουν ο εις τους οφθαλμούς του άλλου;

Νίκο, Νικολάκη, Νικολή, κάποιο λάκκο έχει η... καύλα!

Πάμε στην περίπτωση του βλαστού. Η ειρηνόφιλος καύλα. Τουτέστιν, καυλώνω σημαίνει ορθώνω με ευφρόσυνον διάθεσιν και τσαχπινιά το βλαστό μου, ως ένα φιλότιμο φυτό την άνοιξη. Συνεπώς, η καύλα εις την περίπτωσιν αυτή σημαίνει θάλλω. Ε, δεν είναι ανάγκη και να με φάνε!

Αλήθεια, αειθαλής δε δύναται να σημαίνει και αείκαυλος;

Ή πάλι όχι; Μπερδεύτηκα, βρε Νικόλα! Πες κάτι, τώρα! Τώρα όμως, γιατί καιγόμαστε!

Σε φιλώ στο κούτελο

Αγλαΐα



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 20 Ιουλίου 2008 και η Ορθόδοξος Εκκλησία εορτάζει την εις ουρανόν πυρφόρον ανάβασιν του Αγίου ενδόξου προφήτου Ηλιού του Θεσβίτου.

buzz it!

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Tα Ρω του Έρωτα χωρίς Ρω

ΤΑ ΕΛΛΗΝΑΚΙΑ

Το Μάτη πεϊκάλεσα
και το μικό Νοέμβη
Τον Αύγουστο τον φεγγεό
κακό να μη μας έβει

Γιατ’ είμαστε μικά παιδιά
είμαστε δυο Ελληνάκια
Μες στα γαλάζια πέλαγα
και στ’ άσπα συννεφάκια

Γιατ’ είμαστε μικά παιδιά
κι η αγάπη μας μεγάλη
Που αν τη χωέσουμε απ’ τη μια
πε-σεύει από την άλλη

Κύματα σύετε ζεβά
κι εσείς τα σύννεφα δεξιά
Φάληο με Πεαία
μια γαλανή σημαία.



Oδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 – 18 Μαρτίου 1996)

ΤΟ ΤΙΖΟΝΙ

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στου γιασεμιού την ευωδιά
Στων φύλλων το μουμουητό
στων άστων τον χυσό γιαλό

Οι άνθωποι μ’ ανήθηκαν
κανείς δε μου σιμώνει
Μόνο μου κάνει συντοφιά
της νύχτας το τιζόνι

-Έννοια σου λέει, έννοια σου
κι εγώ είμαι δω κοντά σου
Για συντοφιά στην έγνοια σου
Και για παηγοϊά σου

Τι και τι τι και τι
τι πική που ‘ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πική
τι και τι και τι και τι

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στων Αχαγγέλων τη σκιά
Στην εημιά του φεγγαϊού
στο κυματάκι του γυαλού

Τι να ‘φταιξα της μοίας μου
κι έτσι με φαμακώνει
Μονάχα μου αποκίνεται
της νύχτας το τιζόνι

-Είμαι μικό πολύ μικό
μα ‘ναι ο Θεός μεγάλος
Αυτό ποτέ δε θα σ’ το πω
μήτε κανένας άλλος

Τι και τι τι και τι
τι πική που ‘ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πική
τι και τι και τι και τι.

Sandy Skoglund, Η Εκδίκηση του Χρυσόψαρου, 1981


ΤΑ Ω ΤΟΥ ΕΩΤΑ

1. Αχή του κόσμου πάσινη
κι αγάπη μου θαλασσινή
Την κλωστή σου λίγο λίγο
ταγουδώ και ξετυλίγω.

2. Διαβάζω μέσα στο νεό
το άλφα και το βήτα και το ω
Τα δυο γυμνά σου πόδια
τους κήπους με τα όδια

3. Σ’ έκανα πουκάμισό μου
σε φοώ και πεπατάω
Με το σώμα το μισό μου
στο δικό σου που κατάω

4. Σου ‘χτισα μια Σαντοΐνη
με καμάες και ποτιά
Να γυνάς σαν το λυθίνι
μες στη δοσεή φωτιά.

5. Θα κλείσω μια θα κλείσω δυο
την απαλάμη των χαδιώ
Θα κλείσω δυο θα κλείσω τεις
την Τύχη κι άμε να τη βεις.

6. Έλα να γίνουμε δυο ζώα
σε μακινούς να πάμε τόπους
Όπου τα πλάσματα τ’ αθώα
να μας φαντάζονται γι’ ανθώπους

7. Άκουσε μες στον ύπνο σου
που κολυμπούσε ο κύκνος σου
Τα δύο μας τα ονόματα
ν’ αλλάζουν χίλια χώματα

8. Τα χέια μου τ’ αδίσταχτα
πιάναν την άνοιξη πιν φτάσει
Τα μάτια σου τ’ ανύσταχτα
της ίχνανε άνθη να χοτάσει.

9. Βγήκε απ’ το κόκκινο το μαύο
και τώα πού να πάει δεν ξέει
Κόκκινα που ‘ναι όλα τα μέη
Το ‘να που απόμεινε ίσως θα ‘βω.

10. Μου ‘φυγ’ ένα συννεφάκι
πάει τη λύπη στα βουνά
Ψάχνει να χτίσει ένα σπιτάκι
στο πάντα και στο πουθενά.

11. Σ’ ένα λιμανάκι μωβ
ξύπνησα τα χαάματα
Όχι να μη γίνω Ιώβ
μήτε να μάθω γάμματα

12. Στήνει κατέι ο κεαυνός
χώια να μας πετύχει
Μα ‘ναι μεγάλος ο ουανός
και τοσοδούλα η Τύχη

13. Φύγε από κει μωέ πουλί
και γένει η βάκα μας πολύ
Μόνο σου πέταξε και δες:
ίσα που παίνει δυο καδιές

14. Σταμάτα μου την ασταπή
ν’ ανάψω ένα τσιγάο
Και πες του σύννεφου να πει
πως θα ‘θω να σε πάω.

15. Την αγάπη μια τη λες
την ντύνεσαι τη γδύνεσαι
Όσο που γίνονται πολλές
και πάλι σ’ όλες δίνεσαι

16. Πενώντας απ’ τις λυγαϊές
κάποιος μου το μουμούισε
Το ‘παν οι σκύλοι στις αυλές
κι η γάτα το χουχούισε

17. Κάνε με Μωαμεθανό
να ποσκυνώ στη Μέκκα
Και να σε πάω μια και δυο
κι εφτά φοές γυναίκα

18. Ο που ξέει ελληνικά
πέντε κι έξι έντεκα
Κι ο που ξέει μότικα
δύο αλλ’ αλλιώτικα

19. Η χαά μου για να παίξει
διάλεξε κοπέλες έξι
Καθεμιά κι από μια λέξη
να τη λέει ώσπου να φέξει.

20.Ένα κύμα μέσα σ’ όλα
έγια λέσα έγια μόλα
Πήε τα κυφά μας λόγια
να τα κάνει κομπολόγια

21. Αυτό που λέμε «σ’ αγαπώ»
στα δέντα θα το τίξω
Με τον αέα να σ’ το πω
και να σου το φυσήξω

22. Λένε πως κατιτίς κοιμάται
μέσα στης θάλασσας τον πάτο
Κάποια που πια δεν το θυμάται
μ’ έχασε σαν σταυό εκεί κάτω

23. Σαν κάποιος ν’ αναστέναξε
ή να ‘κοψε ένα μενεξέ
Αγίστηκεν ο ουανός
και φάνηκε ο κατάμονος

24. Τι να ‘γινε το μαξιλάι
που ‘χε απ’ τα λόγια μας γεμίσει
Στον ουανό θα το ‘χει πάει
κάτι που πια δε θα γυΐσει

25. Μόνο που κοιτάχτηκες
μέσα στο πηγάδι
Στην ηχώ σου πιάστηκες
σαν σε πααγάδι.

26. Να σου δένω τα μαλλιά
με χυσόν αστάχυ
Και να λένε τα πουλιά
ο που τα ‘βε ας τα ‘χει

27. Μες στου κήπου το σκοτάδι
φέγγεις μόνο με το χάδι
Όμως όταν μπεις στο σπίτι
σβήνεις τον Αποσπ
εΐτη

28. Να ‘χα μια γομολάστιχα
να πιάνει στα Γαμμένα
Να σβήσω τα τετάστιχα
και να κατήσω εσένα.

Gerry Uelsmann, Real and Surreal

_________________________________________________________

1. Τα ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη θα τα βρείτε εδώ
2. Συναφείς αναρτήσεις: α) Στη Χώρα του Καθρέφτη με το Νίκο Γκάτσο και τι Είδα Εκεί και β) Της Μηλιάς τα Παπουτσάκια. (Παραλλαγή σε μια Παραλογή)


© Oδυσσέας Ελύτης – Ελένη Καλλιανέζου, Vejen Δανίας, 15 Ιουλίου 2008

buzz it!

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2008

Της Μηλιάς τα Παπουτσάκια. Παραλλαγή σε μια Παραλογή


Αlbrecht Dürer, Αδάμ και Εύα, 1507, Museo del Prado, Μαδρίτη


Για τις ανάσες αυτών που νυχτωδούν πόθους αστραίους κι αυγινούς.


Ήταν Μηλίτσα στο γκρεμό με μήλα φορτωμένη,
τα μήλα της λιμπίστηκα μα το γκρεμό φοβόμουν[1].
-Αν θες να φας τα μήλα μου και το γκρεμό φοβάσαι,
σ’ εσέ θα πω να στέρξουνε κόκκινα μηλαράκια.
Κι απ’ τα κλαδιά θα πέσουνε, σε σένα θα κυλήσουν.
Και για να μη ματώσουνε των μήλων οι πατούσες,
παπούτσια θα φορέσουνε καινούργια απ’ τον τσαγκάρη
κόκκινα σαν το δέρμα τους, κόκκινα σαν τους πόθους
κόκκινα σαν το αίμα σου και σαν κρασί Αυγουστιάτη.
Κι απ’ τα κλαδιά επήδησαν τέσσερα μηλαράκια,
φορέσαν τα παπούτσια τους και προς εμένα στέρξαν.
Κι από το χέρι μ’ έπιασαν και σε χορό με σύραν
χτυπώντας τα τακούνια τους στους ήχους βιολιτζήδων.

____________


[1] Το δημοτικό τραγούδι όπου στηρίχτηκε η δική μου παραλλαγή είναι το γνωστό:
Μηλίτσα που ‘σαι στο γκρεμό με μήλα φορτωμένη
τα μήλα σου λιμπίζομαι, μα το γκρεμό φοβούμαι.
-Σαν το φοβάσαι το γκρεμό έλα απ’ το μονοπάτι.
Το μονοπάτι μ’ έβγαλε σε μια παλιοεκκλησίτσα
εκεί ‘ταν τρία μνήματα, τα τρία αράδα – αράδα,
δεν τα ‘δα και τα πάτησα στα μάτια και στα φρύδια.
Ακούω το μνήμα να βογκά, βαριά ν’ αναστενάζει.
-Ποιος είν’ αυτός που με πατεί στα μάτια και στα φρύδια;
Αν είναι νιος να χαίρεται, αν είναι παλικάρι
κι αν είναι κανας γέροντας, χρόνος να μην τον εύρει.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 3 Iουλίου 2008

20 Ikariotikos (Pa...

buzz it!

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Η Γάτα και το Φεγγάρι

Όταν ο Θεός αποφάσισε να φκιάσει τον κόσμο, ήτανε στους ουρανούς πίσσα σκοτάδι. Πάει το λοιπόν κι αρμέγει την αγελάδα του κι ήφκιαξε ένα μεγάλο κεφάλι τυρί και το ‘πε Φεγγάρι και το ‘βαλε στον ουρανό για να φέγγει. Αλλά του Διαόλου οι ποντικοί πααίνανε και τρώγανε το φεγγάρι κι αυτό λιγόστευε. Τότε ο Θεός ήφκιασε τη Γάτα. Όταν η Γάτα τρώγει πολλά ποντίκια, τότε προλαβαίνει κι ο Θεός να φκιάσει καινούργιο τυρί και το Φεγγάρι γεμίζει. Όταν η Γάτα όμως κοιμάται, τρέχουν οι ποντικοί του Οξαποδώ και τρώνε - τρώνε και το Φεγγάρι αδειάζει.


Για τη Γάτα και το Φεγγάρι έγραψε ποίημα ο Yeats[1]. Aς χορέψει η γάτα του Yeats λοιπόν με το φεγγάρι. Στη δικιά μου επιφυλάσσω ρόλο πρωταγωνίστριας στη Γένεση. Ίσως προτιμήσει το έργο (αν βεβαίως δεν ενδιαφέρεται για υψηλό κασέ, κάτι που θεωρώ μάλλον απίθανο, αλλά άβυσσος η ψυχή μιας Ντίβας και μιας Γάτας).

________________


[1] William Butler Yeats, Τhe Cat and the Moon

The cat went here and there
and the moon spun round like a top,
and the nearest kin of the moon,
he creeping cat, looked up.
Black Minnaloushe stared at the moon,
for, wander and wail as he would,
the pure cold light in the sky
troubled his animal blood.

Minnaloushe runs in the grass
lifting his delicate feet.
Do you dance, Minnaloushe, do you dance?
When two close kindred meet,
what better than call a dance?
Maybe the moon may learn,
tired of that courtly fashion,
a new dance turn.

Minnaloushe creeps through the grass
from moonlit place to place,
the sacred moon overhead
has taken a new phase.
Does Minnaloushe know that his pupils
will pass from change to change,
and that from round to crescent,
from crescent to round they range?

Minnaloushe creeps through the grass
alone important and wise,
and lifts to the changing moon
his changing eyes.

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 24 Iουνίου 2008

buzz it!

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Στη Χώρα του Καθρέφτη με το Νίκο Γκάτσο και τι Είδα Εκεί

Αχ, Νίκο Γκάτσο δε μου τα λες καλά!

Είπες:
Όποιος χωρίς δαιμόνους δαιμονίζεται, [1]
πάει μια δεξιά, μια αριστερά,
ποτέ δεν πάει μπροστά.

Σου λέω:
Όποιος θέλει δαιμόνους να δαιμονίζεται
είναι ανθός στους κλώνους
που όλο σκορπίζεται.

Είπες:
Όποιος χωρίς ανέμους ανεμίζεται, [2]
πάει μια ψηλά, μια χαμηλά,
ποτέ δεν πάει σωστά.

Σου λέω:
Όποιος με τους ανέμους μόνο ανεμίζεται
στης Άρτας το γιοφύρι
στο τέλος χτίζεται.

Είπες:
Όποιος χωρίς φεγγάρια φεγγαριάζεται, [3]
πάει μια κρυφά, μια φανερά,
ποτέ δεν πάει στρωτά.


Σου λέω:
Όποιος θέλει φεγγάρια να φεγγαριάζεται
απ’ τη ζωή στον τάφο
περνάει σα να βιάζεται.


Τoni Frissel, Lady in the Water, 1947



Είπες:
Μαζί μου θέλω σεμνά να περπατάς [4]
αλλού να μην κοιτάς
ο κόσμος σου να είμαι εγώ.

Σου λέω:
Πάντα αλλού θε να κοιτώ,
στου φεγγαριού τις στράτες
να τρέχω και να περπατώ.
___________

Σημ.
[1], [2],[3], [4] Από το ποίημα του
Νίκου Γκάτσου «Ο Κόσμος σου να είμαι εγώ», που μελοποιήθηκε από το Μάνο Χατζηδάκι στους Aντικατοπτρισμούς.


© Νίκος Γκάτσος – Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 18 Ιουνίου 2008, Για την Πανσέληνο.

buzz it!

Σάββατο 7 Ιουνίου 2008

Kαλοκαιρινή σαλάτα με σπαγγέτι και ντομάτα

© Karla, Summer’s Kitchen

Για να φτιάξεις μια σαλάτα
εύκολη το καλοκαίρι
που να έχει και ντομάτα,
σκόρδο, αλάτι και πιπέρι
μακαρόνια και λαδάκι,
φύλλα από βασιλικό,
κοντοστάσου αν θες λιγάκι
σ’ ένα πιάτο ιταλικό.

Ψιλοκόβεις δυο ντομάτες,
μ’ ένα κοφτερό μαχαίρι
όπως στις κοινές σαλάτες
που τις τρως το καλοκαίρι,
σε κομμάτια μικρουλάκια
που θα μοιάζουν μ’ ένα ζάρι
κόκκινα μικρά κυβάκια
Μαμαλάκη το καμάρι.

Λυώνεις σκόρδο δυο σκελίδες
και το ρίχνεις στη ντομάτα
αναλόγως τις μερίδες
που θα βγάλει η σαλάτα.
Ψιλοκόβεις και καμπόσα
φύλλα από βασιλικό
που θα δώσουνε στη γλώσσα
κάτι το μυριστικό.

Ρίχνεις μέσα στο τσουκάλι
σε νερό που ‘χει κοχλάσει
μακαρόνια απ’ το μπακάλη
έως ότου πάρουν βράση.
Τα σουρώνεις, τα κρυώνεις,
τα προσθέτεις στις ντομάτες,
αλατίζεις, πιπερώνεις
και με λάδι ανακατώνεις.

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 7 Iουνίου 2008

buzz it!

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

Μία η Αλήθεια και Τρία Παραμύθια. (Μπλογκοπαίχνιδο)

Είπαμε ψέματα πολλά, ας πούμε και μι’ αλήθεια
γιατί, ως λένε, στη ζωή δε ζεις με παραμύθια.
Λάθος, θα πω τότε εγώ, γιατί τα ονειρέματα
είναι πολύ πιο σοβαρά από τα μαγειρέματα.



Γιατί φασόλι ή φακή, κουκί ή και ρεβύθι
γίνεται νοστιμότερο με ένα παραμύθι.
Ας είναι όμως, αρκετά με θεωρία σας ζάλισα,
αν και ποσώς δε θεωρώ τα λόγια πως χαλάλισα.


Παιχνίδι αρχινίσανε συντρόφια της μπλογκόσφαιρας
που γίνεται διάσημο μετά πολλής ατμόσφαιρας.
Τέσσερις να’ ν οι λόγοι μου, ορίζουν οι κανόνες
ο ένας να’ ν αληθινός κι οι τρεις ψευδείς εικόνες.
Πρώτος λόγος.
Γυναίκα που δεν είχα δει ποτέ εις τη ζωή μου
μου άφησε κληρονομιά (μεγάλη έκπληξή μου)
δυάρι διαμέρισμα, που έβλεπε σ’ ακάλυπτο
ίσως πράξη με νόημα το πλέον ακατάληπτο.

Δεύτερος λόγος.
Στα δεκατρία χρόνια μου με φίλη στοιχημάτισα
και έδωσα το λόγο μου -και φυσικά τον κράτησα-
να φάω μπροστά στα μάτια της εξηνταδυό σουβλάκια
με γύρο, πίττα, σπέσιαλ, καθώς και καλαμάκια.
Τρίτος λόγος.
Όταν μου ήρθε το χαρτί για το διορισμό μου
σε θέση στο Δημόσιο, στο αντικείμενό μου
τους έβρισα πατόκορφα κι έφυγα απ’ την πατρίδα
και στη Δανία έπιασα δουλειά σ’ εφημερίδα.
Τέταρτος λόγος.
Παντρεύτηκα στα είκοσι να φύγω απ’ τη μητέρα μου,
κάτι που όμως δεν άρεσε ούτε και στον πατέρα μου.
Όταν καλά το σκέφτηκα, τον άντρα μου τον χώρισα
και μάλλον έπραξα σωστά και άλλους άνδρες γνώρισα.

Από τα τρία ψέματα κι από τη μιαν αλήθεια
πρέπει να ξεχωρίσετε ποια είναι παραμύθια.
Άμα το βρείτε, θα ‘χετε μία ψησιά ρεβύθια
κι αν δεν το βρείτε, κέρασμα σαλάτα κολοκύθια.


Προσκαλούνται από εμέ να παίξουν όσοι έχουν επίθετο, όνομα, ψευδώνυμο ή υποκοριστικό που λήγει σε -άκι, -άκης, -έλι, -ούλι, -ούλα, -ούλης, -ούκος, -άκος, -ίνα, -ίνος, -ίτσα, -αρος, -άρα, -άρας, -ήθρα, -ένια ή -ένιος ή που δύναται να σχηματίσει τις πιο πάνω καταλήξεις. Ανταποκρίθηκα σε ανοιχτή πρόσκληση από άτομο, του οποίου το όνομα ομοίως δύναται να σχηματίσει την κατάληξη -ούκος.
Η αληθινή απάντηση θα ανακοινωθεί προτού η Σελήνη γίνει ενός τετάρτου στην Αλάσκα.
© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 2 Ιουνίου 2008

buzz it!