Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιθυφαλλικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιθυφαλλικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Το Ποντικόπουλο




Μια φορά, γιε μου, κι έναν καιρό ζούσε ένας φούρναρης, ο Θωμάς που σηκωνόντανε αξημέρωτα να ζυμώσει τα ψωμιά ντου και τα κουλούρια ντου κι ύστερις τα φούρνιζε και με την αυγή εμοσχόβολαγε ούλο το χωριό φρέσκο φουρνιστό ψωμάκι και κανέλλα.

Ένα βράδυ, εκειά που καθόντανε κι έπλαθε μια μεγάλη κουλούρα, ακούει ένα γριτς – γριτς και παίρνει το μάτι του έναν αχαμνό ποντικό που σούφρωνε σουσάμι. Αρπάει ο Θωμάς τη σκούπα κι εκεί που τον είχε τσακώσει κάτου από μια τσανάκα κι ετοιμαζόντανε να του δώσει μια με τη σκούπα να τονε λυώσει, ακούει τον ποντικό να λέγει:

-Μη, μη βαράς, αφεντικό, κι άσε με εδωνά να τρώγω πού και πού κανα κουλουράκι και δε θα το μετανοιώσεις.

Ο Θωμάς ήντονα ψυχοπονιάρης, και τονε λυπήθηκε.

-Καλά, του λέγει, μείνε, αλλά ξηγημένοι. Στη φωλιά σου και δυο μέτρα παραπέρα και θα σου αφήνω εγώ κουλούρια, γιατί μαγαρισές στα ψωμιά μου δε θέλω.

-Ό,τι πεις, αφεντικό λέγει ο ποντικός για να γλιτώσει την κεφάλα ντου κι έμενε στη φωλιά του κι ο Θωμάς του άφηνε ψωμιά και κουλουράκια κι έγινε ο ποντικός τετράπαχος.
Πέρασε καιρός και παντρεύεται ο Θωμάς μια κοπέλα καλή, τη Μοσχούλα.

-Γυναίκα, εγώ θα φύγω σήμερα να πάω ν’ αγοράσω αλεύρι σε καλή τιμή, κοίτα κλείσε εσύ το γιόμα το μαγαζί κι εγώ θα έρθω αργά το βράδυ, της λέγει μια μέρα.

-Εντάξει, κύρη μου, στύλε του σπιτιού μου, τ’ απαντάει αυτή και φεύγει ο Θωμάς ν’ αγοράσει αλεύρια κι έκλεισε η Μόσχω το σούρουπο το μαγαζί και κατόπιν πήγε στο σπίτι, έφαγε και ολίγον τραχανά και ξάπλωσε.

Στου ποντικού όμως το κεφάλι, που είχε τυλώσει μια κοιλάρα να και δεν είχε βρει και ποντικίνα μπήκανε ιδέες πονηρές και καθώς έβλεπε τη Μόσχω μοναχή της στο κρεβάτι, χώνεται μέσα απ’ τα σκεπάσματα και τσούκου – τσούκου έκανε τη δουλειά του κι η Μόσχω δεν επήρε χαμπάρι και εγκαστρώθη κι έκανε και χαρές κι αυτή κι ο Θωμάς που τους αξίωσε ο Θιος να δούνε παιδάκι.

Περνάνε κι εννιά μήνες κι έρχεται η ώρα της Μοσχούλας να λευτερωθεί και φωνάξανε τη μάγισσα Κατίγκω που ‘τανε και μαμμή να την ξεγεννήσει, κάνει έτσι η Κατίγκω και τι να δει! Το παιδί ήτονα σ’ ούλα ανθρωπινό, σώμα και χέρια και πόδια, αλλά αντίς ανθρώπου κεφαλή είχε ποντικού και απ’ τον πισινό του φύτρωνε και μια ποντικοουρά.

Αμάν, κακό και δυστυχία, κάθεται η Κατίγκω και λέει και τα πατερημά της να τηνε φωτίσει πώς εγίνηκε ετούτο το κακό κι έφτασε στον ποντικό.

-Θωμά, το και το, του λέγει, δε φταίγει η κυρά σου, αλλά αυτός ο τρισκατάρατος ο ποντικός, κι άσε με λίγο μοναχή να βρω τη λύση.

Του Θωμά του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι που ‘δε απ’ τον ποντικό τέτοια αχαριστία και πήρε τον μπαλτά να τονε κάμει κιμά, αλλά τονε κράτησε η Κατίγκω.

-Εμένα άκου, Θωμά! του λέγει. Εδώ ο θυμός δεν ωφελεί, πρέπει να βάλουμε το μυαλό μας να δουλέψει. Κι αν θέλουμε να δούμε προκοπή, κράτα με καμπόσο στο σπίτι σου και στο φουρνάρικο, και πες στο χωριό ότι βοηθάω τη Μοσχούλα που είναι μικρομάνα. Το νου σου όμως, μη μάθει κανείς πώς είναι το πιδί!

Έτσι κι έγινε! Και έφερε τα μπογαλάκια της η Κατίγκω στο σπίτι του Θωμά.
Ο ποντικός στο μεταξύ ήτανε τύπος και υπογραμμός και δεν τόλμαγε να πει και πολλά πολλά, γιατί δεν τον συνέφερε να χάσει τη φωλιά και το φαγί.

Μια μέρα πιάνει η Κατίγκω τον ποντικό και του λέγει:

-Τρως και πίνεις και τη γυναίκα του Θωμά βάτεψες, δε θα ‘τανε καλό μαθές να παντρευτείς κι εσύ μια καλή ποντικίνα να μην έχει κι ο Θωμάς την έγνοια σου;
Του ποντικού του καλάρεζε η ιδέα, ο Θωμάς πήγαινε να λυσσάξει απ’ το κακό του που κοντά σ’ έναν χαραμοφάη θα είχε να φροντίσει δυο, αλλά ορμηνεμένος απ’ την Κατίγκω, έκαμε ο φουκαράς την ανάγκη φιλοτιμία.

Έτσι ο ποντικός έφερε στο φουρνάρικο μια ωραία ποντικίνα να του φροντίζει τη φωλιά του και να του κάθεται σαν είχε σηκωμάρες.

Η Μόσχω χαμπάρι δεν είχε πάρει ακόμη, ένεκα που η Κατίγκω της έριχνε στο φαγητό κάτι μαντζούνια και ζούσε στην κοσμάρα της κι ούτε έβλεπε το κουσούρι του παιδιού τζη, που ‘τανε με κεφαλή και ουρά ποντικού.


Ludmilla Balfour, Plombier, Galerie Gerly, København

Μια ημέρα κάθησε η Κατίγκω στο φουρνάρικο να βοηθήσει το Θωμά στο ζύμωμα κι έφτιασε ωραία ψωμιά κανονικά κι ένα καρβέλι αλλιώτικο, που το’ χε μαθές ζυμώσει με χέρι πεθαμένου και λέει στο Θωμά:

-Το βράδυ από τούτο το ψωμί να δώσεις στον ποντικό να φάγει.

Είπε και τα πατερημά της και πήγε μετά στο σπίτι του Θωμά να ετοιμάσει φαγητό για τη λεχώνα.

Η Μόσχω έφαγε το φαγί της Κατίγκως κι αποκοιμήθηκε, δεν ήξερε πως τούτη είχε ρίξει μέσα υπνωτικό.

Κι ο πονηρός ποντίκαρος είχε ρουπώσει το ψωμί το ζυμωμένο με το χέρι του πεθαμένου κι όλο ρευόντανε και κάθησε σε μια γωνιά χαυνωμένος.

Ρίχνει και κάτι βοτάνια στο κρασί του Θωμά, είπε και κάτι προσευχές και νάσου σκάει μύτη η ποντικίνα κι ήτανε σ’ ούλα ντης στα μάτια του Θωμά ανθρωπινή και μάλιστα φτυστή η Μοσχούλα.

Ο κακομοίρης ο Θωμάς μια που οι δουλειές του μαγαζιού ήντανε πολλές, μια η γκαστριά της Μοσχούλας, μια τα λέχια, μια ο καημός για το πιδί, είχε καιρό να κουτουπώσει τη γυναίκα του. Ήτανε και τα μάγια της Κατίγκως, είχε ξεχάσει πια καημούς και βάσανα και στρίμωξε την ποντικίνα στη γωνιά που νόμιζε πως ήτανε η Μοσχούλα.

Κι εγκαστρώθη η ποντικίνα απ’ το Θωμά το φούρναρη κι έκανε χαρές ο χαζοβιόλης ο ποντικός, νομίζοντας πως αυγαταίνει η φαμελιά του και πως έριξε για τα καλά σπορά στο φουρνάρικο του Θωμά κι εξασφάλισε ψωμί για τα πιδιά ντου και για τα πιδιά των πιδιών ντου.

Έρχεται το λοιπόν η ώρα της ποντικίνας να γεννήσει κι έκαμε έξι μικρά. Τα πέντε ήντανε ποντίκια κανονικά, όμως το στερνοπούλι της το ρσενικό ήντανε ποντικός σ’ ούλα του σωστός, όξω απ’ το μπόι και την κεφαλή που ‘σαντε ανθρωπινά.
Σαν το ‘δε αυτό ο ποντικός, τρελάθηκε απ’ το κακό του και βγήκε όξω απ’ το φουρνάρικο κι εκεί τον ετσάκωσε ο μαύρος γάτος της Πότας και τον έκαμε μια χαψιά και τιμωρήθηκε ο παλιομασκαράς για την αχαριστία του.

Πάγει το λοιπόν κι η Κατίγκω το βράδυ και παίρνει το μεγάλο κουζινομάχαιρο και κόβει το κεφάλι του τελευταίου γιου της ποντικίνας –που ‘τανε ανθρωπινό- και το κεφάλι του ποντικόπουλου του γιου της Μόσχως και βάνει στην κούνια του μωρού το κεφάλι του γιου της ποντικίνας που έκαμε με το Θωμά και στον ποντικό το κεφάλι του γιου της Μόσχως που έκαμε αυτή με τον τρισκατάρατο τον πόντικα. Τους τα κόλλησε και με λίγη αλευρόκολλα και την άλλη μέρα το πιδί στην κούνια ήτανε σωστός άνθρωπος εξόν απ’ την ουρά κι ο γιος της ποντικίνας σωστός ποντικός, όξω απ’ το μπόι.

Περάσανε χρόνια και οι γιοι του Θωμά και της Μόσχως μεγαλώσανε και γινήκανε κοτζαμάν παλικάρια. Και ηπαντρεύτη το Ποντικόπουλο μια καλή κοπέλα κι είδε χαρές και πιδιά κι εγγόνια. Μόνο η ουρά του έμεινε, αλλά λέγανε πως είχε κι αυτός ένα κουσούρι που δεν τον άφηνε να κλείνει τις πόρτες ξοπίσω του, δεν μπορούσε μαθές γιατί το εμπόδιζε η ουρά ντου.

Κι έφυγε κι ο γιος της ποντικίνας κι έκαμε κι αυτός στα χωράφια μεγάλη φαμελιά με μια καλή ποντικίνα και ζούσανε πλιο οι ποντικοί ξεχωριστά απ’ τση ανθρώποι.

Μα ο καιρός επέρναγε κι ήρθανε νέοι επιστήμονες και σοφοί κι ηύρανε πως στις γενιές των ανθρώπων κατιτίς υπήρχε ποντικίσιο και στους ποντικούς κάτι υπήρχε ανθρωπινό. Και τότενες τσακώσανε κάτι ποντίκια και τα εβάλανε σε κλουβιά κι αρχίζανε να τους κάνουνε ενέσεις και να τους δίνουνε φάρμακα κι έτσι έμεινε από τότες στα ποντίκια να δοκιμάζουνε τα νέα φάρμακα που θα φέρουνε στση ανθρώποι γιατρειά απ’ τον πόνο και τση αρρώστειες.

΄Οσο για το Θωμά και τη Μόσχω κράτησαν τα χείλη τους κλειστά κι ούτε είπανε σ’ ανθρώπους και ζωντανά τι συνέβη μ’ εκείνονα τον πόντικα κι ούτε η Κατίγκω έβγαλε λέξη, στ’ ορκίζομαι στα άσπρα μου μαλλιά, γιε μου, εγώ η γιαγιά σου η βάβω Κατίγκω.



© Ελένη Καλλιανέζου. Γράφτηκε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2009 και δημοσιεύεται από το Kolding της Δανίας.


buzz it!

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

Έρως Ανεξίτηλος!



Το περιστατικό συνέβη στην Ισλανδία πρίν από 40 περίπου χρόνια. Ο επτάχρονος Χάλλι «τα έφτιαξε» επιτέλους με την ποθητή της καρδιάς του από το σχολείο, τη μικρή Μαρία.

Μοιράζονταν παγωτά και καραμέλλες και αποφάσισαν να «ολοκληρώσουν τον έρωτά τους».



Τότε λέει η Μαρία στο Χάλλι:

-Κι αν μείνω έγκυος;

Τότε ο Χάλλι την αγκάλιασε τρυφερά και τη διαβεβαίωσε ότι αυτό δε γίνεται, γιατί μόνο αν κάνει πιπί του στο πιπί της θα κάνουν παιδάκι κι έτσι η Μαρία ησύχασε και πήγανε σ’ ένα σταύλο. Μαζί τους φρόντισαν να πάρουν και τα απαραίτητα σύνεργα για το σεξ: ανεξίτηλους μαρκαδόρους.



Έτσι, αφού τσιτσιδωθήκανε και τα δυο, πήρανε μαρκαδόρους και ζωγράφισε ο ένας στου άλλου τα απόκρυφα ζιγκ – ζαγκ, τρίγωνα, σπιτάκια, ήλιους και καρδούλες και γινήκανε εμπριμέ.

Τρεις μήνες στη σκάφη από τις μανάδες τους κι ακόμη παιδεύονταν να βγάλουν τα σημάδια εκείνου του ανεξίτηλου έρωτα.


_______________________________________


Σχετικές αναρτήσεις:



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 18 Ioυνίου 2009

buzz it!

Σάββατο 2 Μαΐου 2009

Mαγιόξυλο




Μαγιόξυλον, το: Σπάνιο και εξαιρετικά ακριβό είδος ξύλου, προερχόμενον από φαλλόδεντρον. Το συνηθέστερο είδος ξύλου που οι μάγισσες προτιμούν για κοντάρι της σκούπας τους.

Η επεξεργασία του ξύλου είναι ιδαίτερα δύσκολη και λίγοι είναι πλέον οι τεχνίτες που θα σκαλίσουν το ξύλο του φαλλόδεντρου, πολλώ δε μάλλον διότι φημολογείται ότι όποιος κόψει ένα τέτοιο δέντρο, ένεκα της σπανιότητάς του, καταδικάζεται σε 45 έτη σεξουαλικής ανικανότητας. Έτσι, από το Μεσαίωνα παραδοσιακοί υλοτόμοι του δέντρου και ξυλογλύπτες του φαλλόξυλου ήταν Καπουτσίνοι καλόγεροι. Λόγω της ανθεκτικότητάς του, αλλά και των ευεργετικών ιδιοτήτων του στο ορμονικό σύστημα των μαγισσών που ιππεύουν σκούπα από φαλλόδεντρο, οι μάγισσες αγαλλιούν και εκρύουν μια μοναδική ανυψωτική ορμόνη, την ιπτορμόνη, η οποία και κάνει τη σκούπα της μυημένης να πετά.





Francisco Goya, Mάγισσες πετούν για την εορτή του Σαββάτου, από το έργο του “Los Caprichos”, με την υποσημείωση ¡Linda maestra! (: Όμορφη δασκάλα), 1799


Την παραμονή της Πρωτομαγιάς, γνωστή στην παράδοση και ως Βαλπούργια νύχτα ή ως νύχτα του Beltane στους Κέλτες - εορτή συνδεδεμένης με τον ιερό γάμο - οι μάγισσες πετούν στον ουρανό σε σχηματισμούς, εν μέσω βεγγαλικών και πυροτεχνημάτων. Συχνά, ένεκα των βεγγαλικών αλλά και λόγω του ότι το φαλλόξυλο είναι ιδαίτερα εύφλεκτο υλικό, οι σκούπες γίνονται παρανάλωμα του πυρός.

Η λαϊκή παράδοση θέλει όποια προλάβει και αρπάξει το κοντάρι μιας φλεγόμενης σκούπας και σβήσει τη φωτιά απ’ αυτό, να αποκτά και πτητικές ικανότητες. Και επειδή αυτή η εορτή είναι συνήθης και στην πατρίδα μας ομοίως την παραμονή της Πρωτομαγιάς, έμεινε παροιμιώδης η φράσις «το πιάσατε το μαγιόξυλο;», επειδή όποιος πιάσει σκουπόξυλο από φαλλόδεντρο μπορεί και πετά.




© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen 2 Μαΐου 2009


buzz it!

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Καμάκια


Ηράκλειο Κρήτης, Πάσχα 1999



Το στοίχημα.

ΕΓΩ: Ουφ, δε μας παρατάτε μωρέ με τους άντρες πια;

ΕΛΙΖΑ: Άσε, άσε... Τι αναβροχιά είναι αυτή πια! Πού να βρεις άντρα τη σήμερον!

ΑΛΕΞΗΣ: Πώς κάνετε έτσι, βρε κορίτσια; Άντρα θέλετε; Εύκολο είναι!

ΕΓΩ: Χμμ, ναι, αν το καλοσκεφτείς υπάρχει και το κόλπο του νεκροταφείου...

ΕΛΙΖΑ: Για κάνε μια επεξήγηση!

ΕΓΩ: Ρε, παιδί μου, το καλύτερο καμάκι το κάνεις στο νεκροταφείο. Πας στο νεκροταφείο στα μαύρα, εμφάνιση όμως γκραν και κυαλάρεις χήρους. Πιάνεις τάφο κοντινό στον έτσι, το παίζεις βαρυπενθούσα και κόβεις κίνηση.

ΑΛΕΞΗΣ: Λέτε παπαριές! Το καλύτερο είναι σε μπαρ. Παραγγέλνεις το ποτό σου και μετά υψώνεις το ποτήρι σου και λες δυνατά: "Στοιχηματίζω, ότι αν ρίξω το ποτήρι στο πάτωμα, δε θα χυθεί το ποτό ούτε θα σπάσει το ποτήρι. Αλλιώς, να κάτσω να με γαμήσετε!"



Ο ουρανός με τ' άστρα.

Καβάλα, καλοκαίρι 1998.

Ο νέος ήτο ντροπαλός και δεν ήξερε τι να πει στο κορίτσι που επιτέλους θα έβγαινε μαζί του και τον έχουν πιάσει οι κολλητοί στην κατήχηση. Θα την πας στη θάλασσα, αυτές είναι και ρομαντικές, θα της πεις εκεί για τ' αστέρια, για το φεγγάρι, τέτοια.

Και την πηγαίνει στη θάλασσα. Ατέλειωτη στενάχωρη παύση και αμηχανία. Τέλος:

-Για δες... Ο ουρανός....

Παύση.

-Πωπώ! ... Αστέρια!

Παύση. Καμία απάντηση.

-...

-...

-Πολλά αστέρια! Της πουτάνας γίνεται!





Grazie, grazie!


Νότια Εύβοια, παραλία, καλοκαίρι, τέλη δεκαετίας του '80.

Ελεύθεροι κατασκηνωτές και μεταξύ αυτών κι ένα ζευγάρι Ιταλών σε ιδιαίτερες στιγμές, που όμως έχουν ξεχάσει αναμμένη τη λάμπα LUX και διαγράφονται από μέσα τα πάντα και φυσικά τραβούν την προσοχή των πάντων, που σταματούν όλες τις κουβέντες και κάθονται οκλαδόν γύρω απ' τη σκηνή παρακoλουθώντας θέατρο σκιών διανθισμένο με ιταλικές ατάκες "Ancora, ancora!" και "ti piace" και "mi piace" και πιάτσε εδώ και πιάσε εκεί.

Κάποια στιγμή η παράσταση λαμβάνει τέλος κι απέξω πέφτει ομαδικό χειροκρότημα και "bravo, bravo!" και σφυρίγματα και αλλαλαγμός. Ο τύπος συνειδητοποιεί ότι ξέχασαν τη λάμπα αναμμένη και σηκώνεται, ανοίγει λίγο το φερμουάρ της σκηνής και υποκλίνεται.

-Grazie, grazie! Non fa niente!





Σκηνή από την ταινία του Mario Monicelli, Οι Εντιμότατοι Φίλοι μου (Amici miei), το μέρος ΙΙ, 1982, της τριλογίας, όπου ο ένας από την παλιοπαρέα θα παίξει ένα βρώμικο παιχνίδι σ' έναν απαρηγόρητο ανυποψίαστο χήρο, προσποιούμενος ότι υπήρξε εραστής της γυναίκας του.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 2 Απριλίου 2009

buzz it!

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Ο Στραγγαλισμός του Κονίκλου.

Τω καιρώ εκείνω, προεστός τις έχων υιούς δώδεκα και μίαν θυγατέρα, ο κυρ-Ρωμανός Ρεμπούτσικας, εξέτρεφε εις το κτήμα του κονίκλους, ίνα εξασφαλίση εις τους παίδας του τροφήν.

Η θυγάτηρ του, αθώα τε και χαριτόβριτος, ής και όνομα Ρόζα η χαϊδιάρα, έτρεφεν αδυναμία εις έναν εκ των κονίκλων, όν και ηγάπα σφόδρα και ουδέποτε απεχωρίζετο και ετάιζεν αυτόν μαπόφυλλα και καροτάκια και εθώπευεν αυτόν νυχθημερόν, και εγένετο εν τω καθεξής και η παιδίσκη μετέβαινεν εις το παζάρι και εις την εκκλησίαν και εις το παρθεναγωγείον και εις τον μώλον και εις το χοροδιδασκαλείον και ο κόνικλος συν αυτή και αυτήν ηκολούθη κατά πόδας, εις σημείον ώστε άπαντες πλέον εγνώριζον την νεάνιδα ως "Η Ρόζα μετά του κονίκλου της".




Ήγγιζε δε η εορτή των γενεθλίων της παιδίσκης, έτη δεκαέξ εκ της ευτυχούς γεννήσεως αυτής, και ο κυρ-Ρωμανός ήτο περίφροντις ίνα παραθέση δείπνον εις τους υποστακτικούς του και εις τους πτωχούς της πόλεως, ότε η Ρόζα μετά του κονίκλου της διετάχθη να υπάγη εις το καρβουνιάρικον και να αγοράση οίνον και ζύθον διά τους παρισταμένους. Ο Μένιος ο καρβουνιάρης είχεν δε και ταβερνείον όπισθεν του καρβουνιάρικου, ίνα συμποσιάζονται οι διερχόμενοι μετά το πέρας του μεροκάματου ή και οι αργόσχολοι κατά την διάρκειαν αυτού. Μεταξύ δε αυτών, γνωστόν γομάριον ονόματι Μπάμπης Λαγνέας.





Salvador Dalí, To Αίνιγμα του Γουλιέλμου Τέλλου, 1933, Moderna Museet, Στοκχόλμη.



Ο Μπάμπης ελιγουρεύθη τον κόνικλον της μικράς και πολλά περιεργάζετο ίνα πώς στραγγαλίση αυτόν.

-Ο κόνικλος εστί βρωτέος!, ανεφώνησεν και απεχώρησεν εκ του ταβερνείου.

Είτα, εις την εορτήν της Ρόζας εις τον οίκον του κυρ-Ρωμανού Ρεμπούτσικα, μετέβη και ο Μπάμπης, περιποιηθής την κόμην αυτού και τον μύστακαν με μπριγιαντίνην και εν ώ η μικρά λικνίζετο μετά του κονίκλου εις πόλκας και βαλσάκια και εβγήκε εις τους κήπους ίνα δροσισθή, εφορμά ο Μπάμπης ο Λαγνέας εις την μικράν και εις τον κόνικλόν της εις πλησίον συστάδα.

Η μικρά εβόησε:

-Αχ, μη καλέ, μη καλέ τον κόνικλον!

Αλλά φευ! Ο Μπάμπης ο Λαγνέας εισήλθεν προς αυτήν και ταυτοχρόνως ο κόνικλος εστραγγαλίσθη και πάει καλλιά του και έκτοτε άμα τη διακορεύσει παρθένου, έμεινεν παροιμιώδες το ρηθέν: «Τον εστραγγάλισες τον κόνικλον;
»




H Garbo στο Gösta Berlings saga, 1924, του Mauritz Stiller

Μη γελάτε, η νέα ζει ένα δράμα! O κόνικλός της εστραγγαλίσθη υπό δολίου και defrocked man of God.

___________________________________________

Σημείωση

Όπως ερχόμαστε από την Εθνική Οδό Αθηνών - Λαμίας προς την Αθήνα, κοντά στο Σχηματάρι, θυμάμαι μια τεράστια ταμπέλα που γράφει: ΚΟΥΝΕΛΙΑ. Δεν κατάλαβα ποτέ αν η πινακίδα είχε σκοπό να μας εφιστήσει την προσοχή γιατί κάπου εκεί εκτρέφονται κουνέλια, πωλούνται κουνέλια, διασχίζουν το δρόμο αθώα κουνέλια, μαγειρεύονται κουνέλια ή ζουν επικίνδυνα κουνέλια τύπου κουνελιού του Caerbannog όπως στην ταινία Monty Python and the Holy Graal, καθόσον τα κουνέλια τρώγονται, αυξάνονται ανελέητα, σκοτώνουν ιππότες ή πνίγονται. Επαφίεμαι στους ερευνητές για να μου λύσουν τις απορίες.



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 28 Mαρτίου 2009

buzz it!

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Τα "φαλλανθή"

Τα φαλλανθή είναι φαλλόσχημα άνθη, πολυετή, που ευδοκιμούν στους κάμπους, αλλά και στους λόγγους και κοντά σε νερά.

Γενικά είναι ανθεκτικά φυτά και μπορεί κανείς να τα βρει και σε ξερικό περιβάλλον.

Τα φαλλανθή πολλαπλασιάζονται με τον εξής τρόπο: Πας και κάθεσαι πάνω σ' ένα φαλλανθές και τότε αυτό εκρύει ένα γαλακτώδες υγρό στο έδαφος απ' το οποίο φύονται άλλα νεαρά φυτά. Μετά την έκρυση του υγρού αυτού -που βγαίνει από τον ύπερο του άνθους- το φυτό φαίνεται να μαραίνεται, αλλά αυτό είναι φαινόμενο προσωρινό. Μετά από λίγο ορθώνει το βλαστό του και πάλι.

Κάθε περιοχή καλεί τα φαλλολούλουδα και με την τοπική ιδιόλεκτο. Έτσι, είναι γνωστά κατά τόπους και ως "παραδαρμένα", "τσουτσουνάκια", "καυλοράπανα", "πεοράδικα", "αιδοιοαγκάθια" και πλήθος άλλων ονομασιών.

Ανθίζουν όλες τις εποχές του έτους, αλλά ιδιαίτερα στις Απόκριες, όταν ανθίζουν και οι αμυγδαλιές και μερικές φορές μπορεί να βρει κανείς και λιβάδια σπαρμένα φαλλολούλουδα διαφορετικού ύψους, πάχους βλαστού και χρωμάτων. Σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις τα φαλλολούλουδα μπορούν να γίνουν και δέντρα μεγάλα σαν ευκάλυπτοι, τα λεγόμενα φαλλόδεντρα.

Τα φαλλανθή λατρεύονταν και στην αρχαιότητα, εξ' ου και οι αναπαραστάσεις των φυτών σε μάρμαρο στη Δήλο και αλλού. Αλλά και στη λαϊκή μας παράδοση έχουν τιμητική θέση, ιδίως τις Καθαροδευτέρες. Σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, όπως στον Τύρναβο, πάνε και μαζεύουν απ' τους κάμπους φαλλολούλουδα και στολίζονται.

Σπανιότερα είναι τα διπλά φαλλολούλουδα, όπου απ' την ίδια ρίζα φύονται δύο βλαστοί με άνθη. Λένε, πως αν μια κοπελιά βρει διπλό φαλλολούλουδο, μεγάλη ευτυχία την περιμένει στη ζωή της και ευλογείται με διαρκή χαρά.

Βοήθειά μας, Αλληλούια


Και... Καλά Μπουρμπούλια!


__________________________________________________

Σημείωση
Όταν έγραφα το κείμενο γνώριζα βέβαια ότι τα μανιτάρια είναι λίγο - πολύ φαλλόσχημα. Δε γνώριζα όμως ότι υπάρχει και μια ιδιαίτερη ποικιλία μανιταριού με την επιστημονική ονομασία phallus impudicus, για το οποίο κάνει λόγο ο John Gerard το 1597 στη Γενική Ιστορία των Φυτών, αλλά και ο Άγγλος βοτανολόγος John Parkinson το 1640 στο πόνημά του Theatrum botanicum


© Ελένη Καλλιανέζου, Kolding 27 Φεβρουαρίου 2009

buzz it!

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2008

Μαγδαληνή, η Προστάτις των Όνων

Tω καιρώ εκείνω, εις το χωρίον Άγιος Βασίλειος έζη ιατρός τις επιφανής, γευσιγνώστης άμα τε και γαστρονόμος ρέπων εις ηδονάς και ακολασίας, ευωχούμενος μετά αλητηρίων, ρεμπετών και λοιπών αποβρασμάτων της κοινωνίας συχναζόντων εις καταγώγια και χαμαιτυπεία. Εις πλησίον πόλιν έζη δε νεαρά χήρα τις, ονόματι Μαγδαληνή, γνωστή τοις πάσι διά τον έκλυτον βίον όν διήγε.

Μίαν εσπέραν κατά τας εορτάς των Χριστουγέννων, ο ιατρός ενώ ευρίσκετο μετά οικείων του εις το καφέ-αμάν «Η Ωραία Ρόζα», ήκουσεν οιμωγάς και αναστεναγμούς εκ της οικίας της Μαγδαληνής.

Και ευθύς εκ του καφέ-αμάν ο ιατρός εξελθών, μετέβη εις την οικίαν της Μαγδαληνής, μετά ρεμπετών τινών και λοιπών γομαρίων, προεξάρχοντος του Σταύρακα, του τσόγλανου. Η δε Μαγδαληνή κατέκειτο καυλοπυρέσσουσα, και ευθέως λέγουσι οι ρεμπέται και τα γομάρια τω ιατρώ περί αυτής.

-Χρήζει βρογχοσκοπήσεως.





Μarc Chagall, Songe d'une nuit d'été (Όνειρο Θερινής Νυκτός), 1939, Musée de Peinture at de Sculpture, Grenoble, Γαλλία.



Και ακούσας ο ιατρός λέγει αυτοίς:

-Ου χρείαν έχουσιν τα τσαχλοκούδουνα βρογχοσκοπήσεως, αλλά λαγνοπραξίας.

Και προσελθών ήγειρεν αυτήν κρατήσας δεξιά χειρί της μασχάλης και αριστερά του σφριγηλού μηρού αυτής, αστραποβολώντος την νεανικήν σάρκαν, της οποίας την λευκότητα ετόνιζαν αι μαύραι ζαρτιέρες.

Και ο ιατρός λαγνοβοών έδακεν ελαφρώς τους μαστούς αυτής και ανέβλυσε εκ των μαστών της νεάνιδος αφρόγαλα και σερμπέτι.

Και ο Σταύρακας, ο τσόγλανος λέγει τω ιατρώ:

-Και ημείς θέλομεν γαμήσει αυτήν.

Και ούτος απεκρίθη:

-Ουκ ήλθεν το πλήρωμα του χρόνου.

Οψίας δε γενομένης, ότε έδυ ο ήλιος και οι αστέρες εφώτισαν το στερέωμα, οι ρεμπέται και οι λοιποί παρατρεχάμενοι γομαρίσκοι επανέλαβον:

-Και ημείς θέλομεν γαμήσει αυτήν.

Και λέγει ο ιατρός, ορών αυτοίς ασκαρδαμυκτί:

-Απέλθετε, μιάσματα, πνεύματα πονηρά και ακάθαρτα. Ουκ εστέ άξιοι ιδέναι το γοδεμίσιον. Φιμώθητε και εξέλθετε εκ της οικίας παίζοντες το «κουτσόν».

Και εφοβήθησαν οι ρεμπέται φόβον μέγαν και κράξαντες φωνή μεγάλη εξήλθον της οικίας λέγοντες:

-Ουκ εις όλεθρον άπει; Φάγε τους όρχεις μας, ρε.

Γενομένου δε μεταμεσονυχτίου, και ότε ο ιατρός επέστρεφεν εις την οικίαν αυτού απήντησε τον Σταύρακαν, διαρρηγνύοντα τα ιμάτια αυτού λέγοντα:

-Οίμοι, κατηραμένε, οι σύντροφοι ημών μετεμορφώθησαν εις όνους. Τι γαρ συνέβη ημίν τοις παναθλίοις;

Και απεκρίθη αυτώ ο ιατρός φωνή μεγάλη:

-Ου δει τας χήρας γαμήσει προ του ιατρού.

Τρεις αηδόνες εκελάηδησαν και είπεν ο ιατρός:

-Ω, πώς ευωδούν τα άνθη του χειμώνος!

Και πριν αλέκτωρ λαλήση άπαξ, εγέρθησαν οι όνοι και τον ιατρόν απέκτεινον. Και αναστενάξας ούτος απεβίωσεν εις τόπον καλούμενον το Διαβολόρεμα. Και οι όνοι εσκυβάλισαν το πτώμα αυτού και απελθόντες εκ του τόπου του φόνου πλιατσικολόγησαν την οικίαν του φονευθέντος.

Είτα, έγκαυλοι οι όνοι, επορεύθησαν προς την οικίαν της Μαγδαληνής και εγαμήσασιν αυτήν πολλάκις. Και αύτη εστάβλισεν αυτούς και έκτοτε η Μαγδαληνή απέκτησε το προσωνύμιον Μαγδαληνή η Προστάτις των Όνων.


____________________________________


Σημείωση:

Ξεκίνησε ως ένα Μπλογκοπαίγνιον με 5 λέξεις, με πρόσκληση που έλαβα από τον Pølsemannen. Προσκάλεσα και το Σπίθα, ο οποίος ταυτόχρονα με εμένα δέχθηκε πρόσκληση και από τον Estarian και έπαιξε με 10 λέξεις. Απάντησα με την προηγούμενη ανάρτηση, ξαναπαίζοντας και κάνοντας χρήση 35 λέξεων, προκαλώντας στα σχόλια τους αναγνώστες να μου δώσουν 100 λέξεις για να γράψω ένα κείμενο που να τις περιέχει.

Ο ΑΑ μου ζήτησε ερωτική ιστορία κατά το πρότυπο της Καινής Διαθήκης, ενώ οι tovene592, takis και Αμελοδήμητρα μου έδωσαν τις παρακάτω λέξεις:

ασκαρδαμυκτί, σερμπέτι, βρογχοσκόπηση, ευωδώ, τσαχλοκούδουνο, γοδεμίσιον, λαγνοπραξία, ζαρτιέρες, καυλοπυρέσσουσα, αφρόγαλα, γαστρονόμος, κουτσό (το παιχνίδι), μασχάλη, πλιατσικολογώ, Άγιος Βασίλης

Για το ύφος του κειμένου στηρίχθηκα στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο.

Μαζεύτηκαν μόνο 15 λέξεις, αλλά ακόμη παραμένω ανοιχτή στις προκλήσεις.



© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 7 Δεκεμβρίου 2008

buzz it!

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008

Μια Ιστορία από Λέξεις απ' το Σωρό (Μπλογκοπαίχνιδο)

Ο κύριος Πολσεμάνογλου, διαπρεπής πεταλωτής Κενταύρων και διάσημος παιχνιδιάρης με προσκάλεσε να παίξουμε το παιχνίδι «Ο Συγγραφεύς» βάζοντας το χέρι του στο σωρό με τις ελληνικές λέξεις.

Κληρώθηκαν οι παρακάτω λέξεις:

γίδα, τιρμπουσόν, μπουγάτσα, ηλιοβασίλεμα, τζιβιτζιλού

Με αυτές λοιπόν μας εκάλεσε να διαπρέψουμε συγγραφικώς. Ιδού λοιπόν πώς εκέντησε η πένα μου:


Μία φορά κι έναν καιρό η ωραία Μαριλού,

(που κακές γλώσσες ήθελαν να 'ναι τζιβιτζιλού)

επήρε ένα τιρμπουσόν ν' ανοίξει ένα κρασάκι

για να το πιει και να χαρεί και με το Κατινάκι.


Το Κατινάκι γέλασε, της έκλεισε το μάτι:

-Κάτσε τώρα θυμήθηκα με το φελλό σου κάτι.

-Πες μου κι εμένα να χαρείς τα δυο γλυκά σου μάτια

και μη τα κρύβεις ουδαμώς αυτά τα κάτια, Κάτια.


Και τότε η Κάτια έβγαλε απ' τη σακούλα κάτι

μακρύ, σκληρό, κυλινδρικό, που έβγαζε το μάτι

κι η Μαριλού ορθάνοιξε το μάτι της γαρίδα

κι απ' την αυλή εβέλασε κι η κανελλιά η γίδα.


Κι ήρθε ηλιοβασίλεμα κι η Μαριλού κι η Κάτια

χουφτώθηκαν, φιλήθηκαν και βγάλανε τα μάτια.

Κι ύστερις εδιαβάσανε και μια εφημερίδα

κι είπαν πως είναι και καιρός ν' αρμέξουν και τη γίδα.


Και βάλαν γάλα στον καφέ κι ανάψαν και τσιγάρο

και κάθησαν και ρέμβαζαν του λιμανιού το φάρο

κι ήταν η θάλασσα γυαλί (γιατί ήταν και μπουνάτσα)

και έπειτα πεινάσανε και φάγαν μια μπουγάτσα.




Gustave Courbet, Le Sommeil (Ο Ύπνος), 1866, Musée du Petit-Palais, Παρίσι. Ο πίνακας με τη θεματολογία του είχε ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών.


Κι έρχεται τώρα η σειρά μου να καλέσω στο παίγνιον τους:


maika, akrat, το ανήψι Τοβενίτο, τον Τάκη και το Σπίθα


Για να εμπνευσθούν και να συγγράψουν έπος, διήγημα, πολιτικό άρθρο, ποίημα, στατιστική ή μυθιστόρημα που να περιέχει τις κάτωθι λέξεις:


σερσέμης, ημίμετρο, σαϊτιά, εξάτμιση, ταριχεύω


Σε καλή μεριά τις λεξούλες σας!


Σας φιλώ με πάθος

και ας είναι λάθος


Αστέρω Κατιτίδου


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 3 Δεκεμβρίου 2008

buzz it!

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

Μαθήματα Σεξ για Αρχαρίους



Από τον πασατέμπο στην ένεση.

Η θεία μου η Αθηνά είχε ένα βιβλίο με τον Σπερμούλη και την Αυγούλα. Το ξεσκόνισα στο πιτς φυτίλι και έμαθα ότι η Αυγούλα πάει κομμωτήριο, βάζει το καλό της φουστανάκι κι ένα φιόγκο στα μαλλιά.

Ο Σπερμούλης την ερωτεύεται. Αφού λοιπόν της στείλει καμιά ντουζίνα ανθοδέσμες και κρυφοκοιτάζονται σε ραντεβού τη νύχτα, κάποια στιγμή τη φιλάει και συντελείται το μοιραίο:

Σπερμούλης και Αυγούλα ενώνονται και μεταμορφώνονται σε παιδάκι.

-Ποιος έχει τον Σπερμούλη;

-Ο μπαμπάς.

-Πού ακριβώς κατοικεί ο Σπερμούλης μέσα στον μπαμπά;

-Βρίσκεται μέσα στην ουρά του. (Οι άντρες διαφέρουν από τις γυναίκες, διότι έχουν χοντρή φωνή, γένια και ουρά).

-Πού ζει η Αυγούλα;

-Στη μαμά, μέσα από τον αφαλό της.

Άρα, σαφές και το βιβλικό χωρίο «Ο άνδρας γεννά η δε γυναίκα τίκτει».

Πέφτουμε όμως σε βαθειά περισυλλογή πώς δίνεται αυτό το ραντεβού του Σπερμούλη και της Αυγούλας για να γίνει ένα παιδάκι. Το ερώτημα τοποθετήθηκε σ' ένα συρταράκι στο κεφάλι της μικρής Λένας και μόνη της αναφώνησε μετά από λίγα χρόνια και πάλι το «Εύρηκα!». Διότι στο μεταξύ έμαθε ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει μεταξύ αντρών και γυναικών την πρώτη νύχτα του γάμου τους: Πρώτα φιλιούνται και αγκαλιάζονται (Κανένα πρόβλημα). Μετά όμως; Γδύνονται! (Πρόβλημα! Δεν ντρέπονται;)

Το σενάριο σκαρώνεται τότε ως εξής:

Μετά την εκκλησία, ο γαμπρός και η νύφη πάνε στην κρεβατοκάμαρα. Αγκαλιάζονται και φιλιούνται. Μετά ο γαμπρός πάει στην τουαλέτα. Παίρνει από την ουρά του το Σπερμούλη και τον τοποθετεί σε μια σύριγγα. Και αφού αγκαλιάζει και πάλι τη νύφη και της λέει να μη φοβάται τη βελόνα, της ζητάει ευγενικά να κατεβάσει το βρακί της για να της κάνει την ένεση στον πωπό της. Αυτή ντρέπεται, αλλά το ξεπερνά. Ε, μετά η εγκυμοσύνη είναι θέμα επιστημονικό και θα το μάθω, όταν μεγαλώσω.





Παιδικές εγκυμοσύνες.

Μετά τη Δευτέρα Δημοτικού με βάζανε να κάνω υποχρεωτικά παρέα με τη Σοφούλα, την οποία και δε χώνευα. Οι λόγοι που μου καθόταν στο στομάχι ήταν πολλοί.

Βρώμαγε. Ήταν χοντρή, αντιπαθητική και σκράπας στα μαθήματα, αλλά τακτική μαθήτρια στο Κατηχητικό, όπως και η μαμά της ήταν μέλος του Κύκλου των Κυριών της Ενορίας. Ενώ όμως η Σοφούλα ήξερε απέξω ρητά απ' τους μακαρισμούς κι έλεγε ότι νήστευε τις Σαρακοστές, διηγόταν κάτι σιχαμένες ιστορίες, όπως π.χ. πώς τη στρίμωχνε ο θείος της σε γωνίες, όταν δεν ήταν μπροστά η θεία της ή οι γονείς της και της πασπάτευε τα βυζιά κι αυτηνής της άρεσε, κάτι που θεωρούσα αηδιαστικό. Επίσης έλεγε και κάτι θηριώδη ψέματα πως τα ζευγάρια φιλιούνται ακουμπώντας τις γλώσσες τους! Μπλιαχ! Κανένα ζευγάρι δεν μπορεί να κάνει τέτοιες βλακείες! Η Σοφούλα επίσης ήταν καλή νοικοκυρά και ήξερε να κεντάει, κάτι που εγώ σνόμπαρα, κι είχε κεντήσει μέχρι τα δέκα της 32 κεντήματα με ανεβατό κι άλλα τόσα με σταυροβελονιά και δε θυμάμαι και πόσους τσεβρέδες, ενώ εγώ μετά βίας κατάφερα να κεντήσω το ¼ σε ένα πανί με σταμπωτά λουλουδάκια από τη Δευτέρα Δημοτικού ως την Έκτη. Η μάνα μου για να με φιλοτιμήσει μου έλεγε ότι θα στόλιζε το κέντημά μου στο ψυγείο, αλλά της απάντησα:

-Έλα μωρέ, μόνο η μία γωνία θα φαίνεται. Δε σου φτάνει;

Είδε κι απόειδε και το τελείωσε το κέντημα μόνη της, κάτι που και σ' αυτήν δεν άρεσε, γιατί στα οικοκυρικά ήταν εξίσου με μένα ή και ακόμη περισσότερο άσχετη.

-Δες, βρε τη Σοφούλα πόσα κεντήματα έχει φτιάξει!

-Προτιμάς να φτιάχνω κεντήματα και να φέρνω εφτά στην ορθογραφία ή να διαβάζω;

Το επιχείρημα ήταν ακλόνητο. Καλύτερα να έχεις κόρη διαβαστερή, που ακούει όπερα.

-Να πας να παίξεις με τη Σοφούλα!

Επιλογή δεν υπήρχε.

-Τι θα παίξουμε;

Την ξαπέστελνα με συνοπτικές διαδικασίες, επινοώντας το παιχνίδι:

-Λοιπόν, θα είμαστε βασίλισσες. Εσύ τάχα μου θα φοράς χρυσό φόρεμα και πέπλο κι εγώ ασημένιο φόρεμα και πέπλο. Είμαστε και οι δύο έγκυοι τώρα και θα καθήσουμε στον καναπέ. Μέχρι να γεννήσουμε, εσύ θα κεντάς κι εγώ θα διαβάζω.

Ευτυχώς, οι παιδικές μας εγκυμοσύνες ήταν απανωτές. Εκείνη τέλειωσε πολλά ακόμη κεντήματα και τέλος έμεινε κι έγκυος στ' αλήθεια, απ' ό,τι έμαθα, χωρίς να χρειαστεί να βελτιωθεί στην ορθογραφία, γιατί παντρεύτηκε. Εγώ διάβασα κάμποσα ακόμη βιβλία και παρέμεινα αχαīρευτη κι ανεπρόκοπη.

Συμπέρασμα: Το διάβασμα είναι ο καλύτερος τρόπος αντισύλληψης.



Το λάστιχο ποτίσματος.

-Χθες το απόγευμα η μαμά μου δε με άφησε να παίξω στο πάρκο, είπε η Ρένα.

-Γιατί;

-Άστα! Βρήκε στο πάρκο κάτι λάστιχα. Το είπε και στο μπαμπά μου κι αυτός βγήκε έξω κι έβρισε κι είπε ότι πετάνε τις καπότες τους όπου λάχει.

-Τι θα πει καπότες;

-Να είναι ένα λάστιχο σαν του ποτίσματος. Η μία άκρη μπαίνει στο πιπί του άντρα και η άλλη στης γυναίκας. Έτσι το κάνουνε.

-Πώς είναι δυνατόν να κάνουν τέτοια πράγματα με λάστιχο; Χωρίς ένεση; Και πώς θα γίνει μετά το παιδάκι;

-Βρε βλάκα, το λάστιχο είναι για να μην κάνουν παιδάκι!

-Καλά, ηλίθιοι είναι; Αντί να αγκαλιαστούνε κάθεται ο ένας στη μια άκρη και ο άλλος στην άλλη και βάζουνε στο πιπί τους λάστιχα ποτίσματος; Θα πάθουν μόλυνση!


Συναφείς αναρτήσεις:

Ο άνδρας γεννά η δε γυναίκα τίκτει ή από πού έρχονται τα μωρά

Έρως Ανεξίτηλος!


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 24 Οκτωβρίου 2008


buzz it!

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2008

Δανιάδος Ιντερλούδιον διά Σιγαρέττον

Καπνιστήριον.

Εις το Δημοδιδασκαλείον, η μικρά φιλομαθής ορφανή επαίτης – βοσκοπούλα Αστέρω γράφει την εκθεσούλα που της έβαλε η κυρία στο σχολείο με θέμα: «Πώς πέρασα την Κυριακή μου»




Χθες το πρωΐ σικόθηκα, πλίθηκα στην πηγή, βούρτσισα τα δόντια μου με αλισίβα, φόρεσα το φουστάνι μου, το ζιπούνι μου, την ποδιά μου και την κάπα μου, ίπια το γάλα μου (ο τσέλιγγας ήτο αραχτός) και πίγα να βοσκήσο τα πρόβατα και τα γίδια, ώπος κάθε μέρα.

Όταν τούτα εβόσκησαν χαρίεντα εις τους λόγγους, επέστρεψα εις την στάνι κι έψεισα στο μπρίκι καφέ διά τον τσέλιγγα και τους ληπούς τσοπαναρέους, ίτινες ήσαν συναθρισμένη εις την στρούγκα μας και εκουβέντιαζαν διά τα προβλίματα της τσοπανικής.

Τα ζα μας ήσαντε αργά, ο τσέλιγγας ήτο αραχτός, οι λιπή ποιμένες ανισιχούσαν διά την πειότητα του γάλακτος, καθόσον αυτό κόβοι, παρά το ηκολογικό χωρτάρι που βόσκουνε, φρέσκο και χορής επικίνδυναις Ε ουσίες.

Κατόπιν μάζεψα φρείγανα, άναψα το φούρνο μας κι έβαλα μέσα το σφαχτάρι με συνοδία από χυλοπίτες που εζύμοσα με τα χεράκια μου.

Θόλοσα η καψερή απ' τας πολάς εργασίας κι έριξα στο φαγητόν ωλίγον τι παραπάνο πιπέρη.

Του έβαλα να φάγη κι αποσίρθηκα εις την γονίαν μετά σεβασμού, αναμένοντας διαταγάς του, προτού φάγω μία μπουκίτσα φαγητού από τα αποφάγια του εβγνομονόντας τη γενεοδορήα του κηρίου μου.

Ο τσέλιγγας εκάψοσε απ' το πιπέρι και εδίδαξε εμένα την αμόρφοτι και ταποινή ψιχοκόρη (ο Θεός να του δίδη ηγείαν και μακροημέρεφσιν), πώς το τρίβουν το πηπέρι. Όταν το έμαθα, ξαναέφτηαξα καφέ, έφαγα ξερό πσομί, άρμεξα τα κτήνι, και αφού έκανα την προσεφχί μου έπαισα και κημίθικα.


Χώρος δια μη καπνιστάς.

Τηρώντας τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς αφιερώσαμε χώρο στο ιστολόγιό μας και διά μη- καπνιστάς, οι οποίοι μπορούν να μελετήσουν προς επιμόρφωσίν των τους συνδέσμους που δίδονται κάτω απ' τον πίνακα του Bouguereau. Εάν δεν ομιλούν την αγγλικήν, τη γαλλικήν ή άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες ώστε να συμπληρώσουν την μόρφωσή τους με τη ζωγραφική των Προραφαηλητών και ακαδημαϊκών ζωγράφων, είναι ευπρόσδεκτοι εις το καπνιστήριον για μελέτη θεμάτων της ελληνικής βλαχουριάς.



William- Adolphe Bouguereau, Nεαρή Όρθια Βοσκοπούλα, 1887


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

buzz it!

Κυριακή 20 Ιουλίου 2008

Έγκαυλον Ούζο με τον Καρούζο

Πώς δοκιμάζουν τα όργανα οι μουσικοί πριν από έναρξη συναυλίας
έτσι κι εγώ τώρα χειριζόμενος λέξεις

ευαισθητισμός ευαισθησία αισθητισμός
ευαισθησία και αισθητής το ευαίσθητον
ευαισθησιακός ευαιασθησιάζομαι ευαισθησιασμός
ευ και αισθητικός και αισθησιακός
αισθαντικός ίσως
αισθ-ίσως αισθαν-ίσως
αισθ-αδελφέ μου και Εσθήρ απ’ τη Βίβλο

αρχίζει με χειροκροτήματα το ποίημα.

«Εικόνα», Νίκος Καρούζος, Λογική Μεγάλου Σχήματος, εκδ.Ερατώ 1989





Ηieronymus Bosch, O Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου, λεπτομέρεια, 1505 – 1506, Μuseu Nacional de Arte Antiga, Λισσαβόνα



Αγαπητέ Νικολάκη,

Καυλός καλείται εις την αρχαίαν ελληνικήν η χάλκινη αιχμή βέλους, επίσης και το στέλεχος βλαστού ενός φυτού. Λατινιστί caulus είναι ο πολιορκητικός κριός.

Άρα, καύλα δεν είναι άλλον τι, πέρα από μία εμπόλεμη διάθεση επίθεσης με εκηβόλα όπλα είτε βούληση εκπόρθησης κάστρου ομού με τας συντονισμένας προσπαθείας πολεμιστών με τον ίδιο σκοπό.

Εύγε, αναφωνούμε και επιδοκιμάζουμε! Με το ένα, με το δύο, με το τρία, με χαρά!

Έστω ότι τον Κριό τον κρατούνε δεκαοχτώ νοματαίοι και βαράνε τις πύλες ενός φρουρίου.

Οι αμυνόμενοι οφείλουν:

1. Σε περίπτωση επίθεσης με βέλη να καλυφθούν με ασπίδες.

2. Σε περίπτωση επίθεσης στο κάστρο με Κριό να ρίξουν καυτό λάδι από τις καταχύστρες στους εκπορθητές.

Τότε γιατί, βρε Νικολή ο καυλωμένος απορεί, όταν ο αμυνόμενος τον ζεματίζει;

Όταν οι επιτιθέμενοι εκπορθούν, συντρώγουν και συμπίουσιν. Όταν οι καυλωμένοι επιτυγχάνουν την άλωσιν του Κάστρου της καύλας ή του εγκαυλισμού των, γιατί δεν αναφωνούν όλοι μαζί χαρωπά «Ζήτω, ολέ, την πήραμε την πόλη!», να το ρίξουν όλοι μαζί στο φαΐ και στο γλεντοκόπι, βρε αδερφέ, πάρεξ βγάζουν ο εις τους οφθαλμούς του άλλου;

Νίκο, Νικολάκη, Νικολή, κάποιο λάκκο έχει η... καύλα!

Πάμε στην περίπτωση του βλαστού. Η ειρηνόφιλος καύλα. Τουτέστιν, καυλώνω σημαίνει ορθώνω με ευφρόσυνον διάθεσιν και τσαχπινιά το βλαστό μου, ως ένα φιλότιμο φυτό την άνοιξη. Συνεπώς, η καύλα εις την περίπτωσιν αυτή σημαίνει θάλλω. Ε, δεν είναι ανάγκη και να με φάνε!

Αλήθεια, αειθαλής δε δύναται να σημαίνει και αείκαυλος;

Ή πάλι όχι; Μπερδεύτηκα, βρε Νικόλα! Πες κάτι, τώρα! Τώρα όμως, γιατί καιγόμαστε!

Σε φιλώ στο κούτελο

Αγλαΐα



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 20 Ιουλίου 2008 και η Ορθόδοξος Εκκλησία εορτάζει την εις ουρανόν πυρφόρον ανάβασιν του Αγίου ενδόξου προφήτου Ηλιού του Θεσβίτου.

buzz it!

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008

Ανοίξαμε Και Σας Περιμένουμε

Της Δανίας η Σειρήνα
όταν σκίστηκε η ουρά της
από φόβο πως θα χάσει
διά παντός τον πρίγκιπά της,
της παρέλυσε η δράση
και της κόπηκε η μιλιά της.


Φωτογραφία: Νarcis Virgiliou

Υποκύπτοντας σε ιδιαίτερα φιλοπαίγμονα διάθεσή μου, την Πέμπτη 23η του μηνός Αυγούστου, σωτηρίω έτει 2007 και τοπικήν ώρα 11:38 πρωϊνήν, κατόπιν μαζικής προσελεύσεως αρρένων ζητούντων «το θήλυ» και πλείστων περιέργων και λοιπών «πελατών», εδημοσίευσα εις τον παλαιόν «οίκον» μου, την κάτωθι αγγελία:

«
Ζητείται πεπειραμένος εραστής διά φλογερόν και παράφορον ειδύλλιον με εξωγήινον θήλυ ιθαγενείας ελληνικής, κατοικούντος εις την αλλοδαπήν, διά περίοδον εξαμήνου με προϋποθέσεις ανανεώσεως έως τα δύο έτη. Εις περίπτωσιν εξαιρετικών επιδόσεων το ειδύλλιον δύναται να μεταβληθεί και εις αορίστου χρόνου.
Προτίμησις εις άνδρας ευειδείς, μετρίου ή υψηλού αναστήματος, λιποσάρκους ή κανονικής σωματικής διαπλάσεως (εάν ανήκουν εις τον αθλητικόν χώρον, προτιμητέοι οι άλτεις εις ύψος), διαθέτοντες μόριον τουλάχιστον 19 εκατοστομέτρων και πλέον και ικανοποιητικήν στυτικήν ικανότητα και αντοχήν, και δείκτην ευφυΐας τουλάχιστον 135 (optimum άνω του 150), ζωηράν φαντασίαν, αντισυμβατικότητα, και οξεία φιλοπαίγμονα διάθεση μετά θυμηδίας (humour), είρωνες, ικανοί προς εμβάθυνσιν εις την σκέψιν και με πλατείαν ουμανιστικήν μόρφωσιν, συμπεριλαμβανομένων όλων των ελευθερίων τεχνών και των επιστημών της τετρακτίδος, επαναστάται, οιστρηλάται, δημιουργικοί, αποτελεσματικοί, ενθουσιώδεις, επιστημονικοί, καλλιτεχνικοί και διαθέσιμοι.
Κοινωνική θέσις και οικονομική κατάστασις αδιάφορος (προτιμητέα ωστόσο σχετική οικονομική ανεξαρτησία επιτρέπουσα ενίοτε ταξείδια και εξερευνήσεις ανά τον κόσμο).
Απαγορεύεται ο σχολιασμός εις βαρβαρίζοντες, φληναφώντες και μη ομιλούντες την ελληνικήν.
»

Η προσέλευσις ήτο αθρόα από άνδρες ευπρεπείς και ομοίως φιλοπαίγμονες, καθώς και από γυναίκες ευφυέστατες, των οποίων αι απαντήσεις ήσαν τόσο καλοβαλμένες, που εάν τα γαστρονομικά μου γούστα ήταν και διαφορετικά, ίσως θα τις επέλεγα, δοθείσης της ευκαιρίας, από τους άρρενες αιτούντες.
Φίλη, ιστολόγος και σε αυτήν την μπλογκοχώρα, επεσήμανε: «δεν είναι κακό, πέρα από καλό παιδί, να έχει και τον τρόπο του», όπως έλεγε και η γιαγιά της. Επιδοκίμασα τη σοφή της θέση.

Κατόπιν εκδηλώσεως ενδιαφέροντος, θεωρώ σκόπιμη την επαναδημοσίευση της προκηρύξεως «θέσεως εργασίας», αλλά να δηλώσω επιπροσθέτως ότι απαιτώ και τουλάχιστον τρεις συστατικές επιστολές από πρώην, πιστοποιούσες τα προσόντα των αιτούντων. Περιττόν να είπω ότι «ο εκλεκτός» οφείλει να με ερωτευτεί σφόδρα, διότι καταπώς λέει και ο πατέρας μου «αν ο άνδρας δεν περπατάει και δεν παραμιλάει για πάρτη σου, χέστονα» χωρίς και να με κάνει να ασφυκτιώ, καθόσον είμαι μαθημένη και στα καλούδια της εργένικης ζωής. Στα σοφά λόγια του πατρός μου προσθέτω ότι ο ανήρ οφείλει πρωτίστως και να μου εμπνεύσει έρωτα βαθύ και ασίγαστον, ομού και διαρκή, και να με κάνει να πίνω νερό στο όνομά του ή έστω να με εμπνεύσει να γράψω κανένα καινούργιο βιβλίο.

Δικαιολογητικά και τίτλοι σπουδών υποβάλλονται καθ’ εκάστην.


Εκ της Γραμματείας

________________


Σημ. Ο παλαιός μου «οίκος» κατεδαφίσθη υπό δολίου hacker του Τμήματος Ηθών.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 18 Ιουλίου 2008

buzz it!

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2008

Του Θεού η Σκούπα

Όταν ο Θιος ήφκιασε τον κόσμο, τα πρόβατα, τα γίδια, τη γάτα και τον τραχανά, επήρε φθινόπωρο και τα δέντρα ρίχνανε τα φύλλα τους στον Παράδεισό Του.

Τότε ήφκιασε τη σκούπα κι είπε στους αγγέλους Του να σαρώσουνε καλά ούλες τις γωνιές.

Κατόπιν συλλογάται:

«Καλά είν’ τούτα, αλλά μάλλον πρέπει να φκιάσω κι ανθρώπους»

Κι ήφκιασε την Εύα και τον Αδάμ.

-Αυξάνεσθε τώρα και πληθύνεσθε, τους λέγει.

Όμως μετά εχαμπέριασεν ότι δεν είχε βρει τον τρόπο πώς τούτοι εδώ να απαυτώνονται και παιδιά να κάμουν.

Παίρνει το λοιπόν ο Θιος τη σκούπα και την έβαλε ανάμεσα στα σκέλια αυτών των δυόνε, το κοντάρι στον άντρα, και το μέρος της φροκαλιάς στη γυναίκα και καθώς τούτοι οι δυο κάμουνε φασίνα πέρα – δώθε στον Παράδεισο, κάμουνε μερικές φορές κι απογόνους.

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 4 Ioυλίου 2008

buzz it!

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Sensualisisimo

Όσες φορές σκεφτόμουν το θάνατο ή ο θάνατος χτύπαγε την πόρτα του σπιτιού μου, η αυτόματη επιθυμία μου και σκέψη ήταν: θέλω να κάνω έρωτα. Τώρα. Χωρίς να με νοιάζει ούτε το ερωτόλογο ούτε αν η ιστορία θα είχε συνέχεια. Όμοια όπως ένας άντρας.

Φωτογραφία Waclaw Wantuch


Δεν μπόρεσα ποτέ μου να καταλάβω τις γυναίκες που σ’ όλα τους τα ζευγαρώματα απαιτούν ως προϋπόθεση το τριαντάφυλλο ή το να κάτσουν και ν’ ακούσουν ή να πουν την ιστορία της ζωής τους ή να εκθέσουν τις ευαισθησίες τους... Προς τι; Χάσιμο χρόνου. Έχει ο άλλος ευαισθησίες; Ωραία. Κι εγώ έχω. Δεν είμαι ψυχαναλύτρια κανενός. Κι ούτε χρειάζεται όλες τις φορές να ανοίξεις κουβέντα για την ποίηση ή τη φιλοσοφία. Δε θα συνουσιαστείς για να λάβεις μέρος σε συμπόσιο για την ποίηση του Μαγιακόφσκι, διάολε! Ούτε για την «αίσια έκβαση», που τις περισσότερες φορές συνεπάγεται με το στεφάνι.

Τα στεφάνια τα αποφεύγω επιμελώς. Στην πραγματικότητα το στεφάνι της κηδείας μου είναι αυτό που θέλω ν’ αποφύγω, για το δάφνινο της δόξας δε θα έλεγα όχι· δε γίνεται σ’ όλα τα στεφάνια όχι να λες κι έχω κι εγώ, όπως όλοι, τη δόση ματαιοδοξίας μου.

Κάποια ζευγαρώματα είναι άγευστα, ανούσια, περνούν και τα χρόνια, λες δε γίνεται και να σκορπίζομαι, ακούς δυο κουβέντες λες μέσα σου, τώρα να δεις που θα μου πει αυτό... Και το λέει. Και μετά πάλι λες, τώρα θα κάνει ετούτο και περιμένει από εμένα να κάνω το άλλο. Και κάνει ετούτο και κάνεις κι εσύ το άλλο. Ακριβώς όπως το σκέφτηκες, χωρίς καμιά παραλλαγή. Και μέσα σου γελάς και λες, κοίτα να δεις! Αν είμαι δα κι ο προφήτης του βαθμού του οργασμού μου, άστον να πάει στα κομμάτια, αν είναι να μοιάζει με της αγελάδας. Καλύτερα να μουγκρίσω σαν άνθρωπος κι ένας άνθρωπος μουγκρίζει καλύτερα, όταν παραμιλάει από έρωτα.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 18 Iουνίου 2008

buzz it!

Σάββατο 31 Μαΐου 2008

Αχ! Τι σου κάνω, μάνα μου; Πες, τι σου κάνω;

Εκειός ο Παναής, π’ όλο στο νου μου βάνω
γυρνάει και λέει μια μέρα στη γριά του:
-Αχ! Τι σου κάνω, μάνα μου; Πες, τι σου κάνω;
Κι η βάβω τότε λέει στην αφεντιά του:
-Κακό καιρό και μαύρονε να έχεις,
που απ’ τα φαρμάκια μου μια μέρα θ’ αποθάνω,
όλο φουμέρνεις, πίνεις, δεν προσέχεις,
σέβαση πια δεν έχεις στους γονιούς σου,
γλεντοκοπάς, κάνεις του κεφαλιού σου.

Ο Παναής πέφτει σε βαθύ συλλογισμό
που τόσο πίκρανε τη δόλια του μητέρα
κι αποφασίζει σ’ ούλα να κρατάει λογαριασμό
και σαν το Κου Κου Ε την αυτοκριτική του
καθημερνώς να κάμει κι απολογισμό,
μην παραλείπει πια ποτέ την προσευκή του
και να ρωτάει στο εξής και με το παραπάνω
«αχ, τι σου κάνω, μάνα μου; Πες, τι σου κάνω;»

Μια μέρα η θεια του η Άννα που είχε σκύψει
και ψύξη έπαθε στην πλάτη λόγω ανεμιστήρα
ζητάει στον ανεψιό της να την τρίψει,
και τούτος καθώς έτριβε κι ήτανε στη θεια αποπάνω
ρωτάει παρευθύς κι αυτήν την κακομοίρα:
-Αχ, τι σου κάνω, μάνα μου; Πες, τι σου κάνω;
-Άι, ανηψιέ μου, να ‘χεις την ευκή μου
τρίψε πιο κάτω, που πονεί και το γοφί μου.

Πήγε φαντάρος και γνωρίζει μια κοπέλα, τη Μαρία
και βγήκαν ραντεβού κι οι δυο στα βοτσαλάκια
Κι αυτή του λέει με θαυμασμό και απορία:
-Τι μ’ ήφερες στις ερημιές ν’ ακούμε κυματάκια;
Κι ο Παναής καθώς την κουτουπώνει τη ρωτάει:
-Αχ, τι σου κάνω, μάνα μου; Πες, τι σου κάνω;
Και η Μαριώ στα χέρια του σχεδόν λιγοθυμάει
-Και το ρωτάς, Αντρούτσο μου, αποπάνω;
Συνέχα πλιο, μη σταματάς κι ούλο τον κόσμο χάνω.

Σαν ένοιωσε πως ο καιρός γοργά περνάει,
παντρεύτηκε την Έλλη, που ‘ταν κι από σπίτι
και δεν ξεχνούσε βράδυ –πρωί να τη ρωτάει
-Αχ, τι σου κάνω, μάνα μου; Πες, τι σου κάνω;
Μα τούτη εδώ του το ‘βγανε απ’ τη μύτη:
-Ξεπέζευε, κι έχω δουλειές και τον καιρό μου χάνω,
που ‘χεις, γαϊδούρι, τσ’ απαυτής σου το χαβά
και να ‘φερνες στο σπίτι και παρά να πω χαλάλι,
ο νους σου μόνε στο κεχρί και δεν κοιτάς το μαύρο μας το χάλι.

Γερνάει ο Παναής και πέφτει στο κρεβάτι
κι ο γιος του τού ‘φερε Ρωσίδα νοσοκόμα,
μα πρώτα βγαίνει η ψυχή κι ύστερις χούι και γινάτι
κι αυτούνου το μάτι του εγυάλιζε ακόμα.
-Αχ, τι σου κάνω, μάνα μου; Πες, τι σου κάνω;
Ρώταγε τη Σβετλάνα κι άλλαζε εκείνη χρώμα.
-Σιγκά, παππού, την ένεση τώρα σου κάνω,
γκέρος ντεν κάνει να κουράζεις την καρντιά σου
τώρα γκιατρό μόνο θ’ ακούς και τα παιντιά σου.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 31 Mαΐου 2008

buzz it!

Τρίτη 27 Μαΐου 2008

Ο Ανέστης, η Νεράιδα κι η Άσπρη Γίδα

Ζούσε μια φορά ένας νερουλάς, ο Ανέστης, που είχε πηγάδι άπατο στην αυλή του κι απ’ αυτό προμήθευε νερό σε πέντε χωριά. Μια μέρα, εκεί που καθόταν κάτω απ’ την κληματαριά κι έπινε τσιπουράκι ακούει μια φωνή:

-Βουρ εδώ, βουρ κι εκεί, βουρ και παραπέρα
βούτα μέσα στο νερό να δεις μιαν άσπρη μέρα.

-Έλα Χριστέ και Παναγιά, λέει μέσα του, το τσίπουρο με πείραξε.

Την άλλη μέρα ψήνει καφέ, πάει να τον πιει κάτω απ’ την κληματαριά. Εκεί που πήγαινε να κατεβάσει μια γουλιά, ακούει πάλι τη φωνή:

-Βουρ εδώ, βουρ κι εκεί, βουρ και παραπέρα
βούτα μέσα στο νερό να δεις μιαν άσπρη μέρα.

-Άι σιχτίρ, τίποτα παιδιά θα παίζουν, σκέφτηκε ο Ανέστης και πήγε να αρμέξει τη γίδα.

Εκεί που γέμιζε την καρδάρα, γυρνάει η γίδα και του λέει:

-Βουρ εδώ, βουρ κι εκεί, βουρ και παραπέρα
βούτα μέσα στο νερό να δεις μιαν άσπρη μέρα.

-Αμ, εσύ είσαι πουλάκι μου, που μου μιλείς και λες και βουρ;

-Βουρ εδώ, βουρ κι εκεί, βουρ και παραπέρα
τράβα λίγο παρακεί, τι χάσκεις εδώ πέρα;

-Α, εσύ δεν έχεις το Θεό σου, λέει ο Ανέστης στη γίδα, σε βλέπω το Πάσχα σουβλιστή.

Η γίδα βέλασε.

-Μα το μπε και το μπε μπε, και το μεγάλο Τράγο
παλιά καθώς εβόσκαγα συνάντησα έναν μάγο
που μου ‘μαθε τα μυστικά της μοίρας να διαβάζω
και των ανθρώπων τις βουλές να τις εξιχνιάζω.

Ο Ανέστης έπεσε σε βαθειά περισυλλογή κι άρχισε να ρωτά τη γίδα πράματα και σε όλα εκείνη έδινε απόκριση. Με τα πολλά τη ρώτησε και σε ποια νερά να βουτήξει για να δει κι αυτός μιαν άσπρη μέρα, που οι σόλες των παπουτσιών του είχαν γίνει ένα με τη σάρκα του και δεν υπήρχε τριγύρω ανθρώπινη ψυχή να πει κι αυτός τον πόνο του, αφού κανείς δεν τον έβλεπε σαν άνθρωπο, πάρεξ σα νερουλά.

-Το και το, του λέει η γίδα, θα βουτήξεις μέσα στο πηγάδι.

-Παλαβό είναι το ζαγάρι, λέει μέσα του ο Ανέστης, αλλά από την άλλη σ’ όλα που τηνε ρώτησα πριν έδωσε απαντήσεις.

Το σκέφτηκε, το γύρισε, φτιάχνει μια τριχιά, την πέρασε απ’ το ζωνάρι του και μπήκε μέσα στο πηγάδι. Με το που φτάνει στον πάτο, βρίσκεται σε μια κοιλάδα κι ακούει γέλια και τραγούδια. Άλλος άνθρωπος στη θέση του ίσως ορρωδούσε, ο Ανέστης όμως δεν ήταν απ’ αυτούς που σκιάζονταν εύκολα.

Βγαίνει σ’ ένα ξέφωτο και βρίσκει τρεις νεράιδες να παίζουν. Μαντήλια δεν έβλεπε τριγύρω να τα κλέψει να τις κάνει να μιλήσουν, αλλά πολυμήχανος σκέφτηκε να στήσει ξώβεργες. Και πραγματικά, σε λίγο τσουπ! πιάνεται μια νεράιδα στην παγίδα.



William Bouguereau, Nymphes et Satyre, 1873, Sterling and Francine Clark Art Institute, Williamstown, Μασσαχουσέττη, Ηνωμένες Πολιτείες


-Δε σ’ αφήνω να πας πουθενά, λέει ο Ανέστης στη νεράιδα, αν δε μου πεις πώς θα δω μιαν άσπρη μέρα καταπώς μου είπε κι η άσπρη γίδα μου.

-Μόνο αν μου φέρνεις για δέκα μέρες γάλα απ’ τη γίδα σου την άσπρη, του λέει τότε η νεράιδα.

Τι να κάνει κι ο Ανέστης, κάθε μέρα άρμεγε τη γίδα και πήγαινε το γάλα στη νεράιδα.

-Πρώτα θα μ’ ελευθερώσεις, μετά θα πιεις το γάλα, κι άντε να ματαδείς τη γίδα σου, τον ορμηνεύει εκείνη.

Και πίνει ο Ανέστης το γάλα κι εδροσίστη κι αισθάνθη μέσα του μια φοβερήν ορμή.

Σκαρφαλώνει και το πηγάδι και πάει να βρει την αίγα.

Και με το που τη βλέπει ξύνει με το δεξί του ποδάρι τη γη κι ύψωσε το κεφάλι του κι οσμίστη τον αέρα. Κι είδε τη γίδα τη λευκή να του γελά και να του βελάζει κι αυτός σφόδρα ευχαριστήθηκε και δεν είδε που είχε μεταμορφωθεί σε τράγο λευκό. Και παντρεύτηκε ο Ανέστης τη γίδα και κάνανε κι αίγες πολλές και τραγιά και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 27 Mαΐου 2008
___________


La Rotta - The Dufay Collective

buzz it!

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Ιθυφαλλικά επαπειλούμενα κι ο αψηλός Κρητίκαρος -ο ντεληκανής.

Ερυθρόμορφη οινοχόη - θήλαστρο με πλαστική ιθυφαλλική διακόσμηση, Μuseo di Spina, Ferrara (Φωτογραφία: Giovanni Dall’Orto)
***
Συνήθως στο Μουσείο κατέγραφα ανασκαφικά σύνολα. Εκείνο τον καιρό, ο διάολος και του Μανώλη η σκούφια, θες επειδή όλοι οι απασχολούμενοι στον αρχαιολογικό τομέα βιώνουν μιαν άλφα στέρηση στα σκέλια τους, θες γιατί ήταν και καλοκαίρι κι οι αρχαίοι θεοί γούσταραν να σπάσουν κι άλλο τα ήδη σπασμένα νεύρα μας, θες η συγκυρία, μου ήρθε στο γραφείο μου να καταγράψω μεγάλη ποσότητα φαλλών.

Η πρακτική στην καταγραφή ήταν να περιγράφουμε με λεπτομέρειες το αντικείμενο, έως και να του κάνουμε λογιστική αποτίμηση, π.χ. πώς είναι ακριβώς, πόσες αποκρούσεις φέρει, αν είναι συγκολλημένο από θραύσματα, πόσα είναι τα θραύσματα αυτά, ύψος, διάμετρος κ.ο.κ.
Επειδή η προϊσταμένη μου ήταν ολίγον παράξενη, και δεν πολυτολμούσαμε να βήξουμε χωρίς να τη ρωτήσουμε πρώτα, ζήτησα οδηγίες στο πόσο λεπτομερής οφείλω να είμαι καταγράφοντας όργανα...

«Κοιτάξτε, Λένα», μου λέει (της άρεσε αυτή η εκ της γαλλικής μείξη χαϊδευτικού ονόματος και πληθυντικού), «ας γράψετε μόνο τα απαραίτητα, μην αναφέρετε και πολλές λεπτομέρειες, θεωρώ ότι κάτι συνοπτικό αρκεί»

Έγραφα λοιπόν «Πήλινος ακέραιος φαλλός, κατάτι αποκεκρουμένος στην κορυφή» (!) ή «λίθινος φαλλός σωζόμενος κατά το ήμισυ, ελαφρώς αποκεκρουμένος» και μετά προχωρούσα στις διαστάσεις.
Eν τω μεταξύ οι συνάδερφοι μου κάνανε πλάκα:

«Σου θυμίζει κάτι ή μπα;» ή

«Όταν του παίρνεις τις διαστάσεις, κοίτα να μην το χουφτώνεις πρώτα, γιατί μπορεί να μεγαλώσει» κι άλλα παρόμοια.

Παρεμφερή σχόλια παρουσίαζαν ιδαίτερη άνθιση κι ένας λόγος παραπάνω, ότι καθάριζα εκείνο το φεγγάρι τον πάγκο που δούλευα με οινόπνευμα τουλάχιστον 5 φορές μέσα στις εργάσιμες ώρες, τα πάντα πάνω στο γραφείο μου ήταν τοποθετημένα με σχολαστική τάξη κι επιπλέον με είχε πιάσει μια μανία να τοποθετώ με ταμπελίτσες ό,τι περιείχε η τσάντα μου μέσα σε πλαστικά σακουλάκια διαφανή... Σ’ όλα αυτά και μια υποχονδρία να τρέχω στους γιατρούς και να μετράω ό,τι μου κατέβαινε στην κεφάλα: χοληστερίνη, ζάχαρο, πίεση, θυρορμόνες, ουρικό οξύ... Απαραίτητες φυσικά και οι επισκέψεις σε γυναικολόγους, για να φτιάξω το απαυτό μου του κουτιού σαν καινούργιο (χωρίς όμως αυτό να περιλαμβάνει και οποιαδήποτε σκέψη μελλοντικής του χρήσης στο μέλλον). Η πρόθεσις της ποιήτριας ήταν «φτιάξτο σαν καινούργιο, και μην το τσαλακώνεις, για να ‘χεις να το καμαρώνεις!».


H θεά των όφεων, ΜΜ ΙΙΙ, (περί το 1600 π.Χ) από φαγεντιανή. Ύψος: 0.343 μ. Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου

***

Το καλοκαίρι πέρασε κι ήρθε ο Σεπτέμβρης. Τότε ρίχνει η Γιάννα την ιδέα να πάμε καμιά βδομάδα Χανιά. Κοντά στ' άλλα, άρχισε να μου χτυπάει στα νεύρα το πολύ «πνεύμα και ηθική», φαλλός εδώ, φαλλός εκεί, φαλλός και παραπέρα, άρχισα να ονειρεύομαι απ’ το πουθενά ιπτάμενα πουτσάκια να μου γνέφουν στο παράθυρο και να μου κλείνουν το μάτι, κι άρχισα να παραλογίζομαι...

Τακτοποιηθήκαμε σε δωμάτιο κι αρχίσαμε τις αυτοκινητότσαρκες με τις απαραίτητες στάσεις για ντάκους, ρακές, χοχλιούς, σταμναγκάθια και πάσης λογής κοψίδια και κάναμε παρέα με το Σήφη και τη Χρύσα, που ήταν τότε οκτώ μηνών έγκυος, ψυχολόγοι κι οι δυο τους με γραφείο στα Χανιά. Και να κάτι στάκες ξεγυρισμένες στο Θέρισσο και δώστου και κρασιά, και πήτες παραγεμιστές με αρνί ψητό και ομελέτες με τηγανητές πατάτες μέσα, πάχους ίσαμε δέκα πόντους. Οι μερίδες μεγάλες, κάποια στιγμή το σχολίασα «μα όλα μεγάλα τα έχουν πια εδώ πέρα;» και να και να σκουντιώνται και να κλείνουν το μάτι, και να και να με σκουντάνε...

Ο Σήφης φώναζε τη Χρύσα χαϊδευτικά «μπόμπα» και πιάσανε κι οι δυο τους να με ψυχαναλύουνε, πώς και γιατί μια νέα κοπέλα σαν τα κρύα νερά αντί για τη χοληστερίνη της δεν κοιτάζει να εξετάσει τίποτε άλλο κι ήταν κι οι δυο τους σκανδαλωδώς απασχολημένοι με τις ακολασίες τους.

Κάποια στιγμή οι δυο φιλενάδες, Χρύσα και Γιάννα, ξεμοναχιαστήκανε κι η Χρύσα, ζηλιάρα του κερατά, άρχισε να λέει στην άλλη τον πόνο της και την ανησυχία της.

Το βράδυ η Γιάννα ορμήνευε το Σήφη:

«Μα καλά, χριστιανέ μου, μην το παραξηλώνεις κι εσύ, την αλλάλιασες την κοπέλλα»

«Α, τη μπομπίτσα;» κάγχαζε εκείνος. «Μη δίνεις βάση, έτσι είναι λόγω του επ' απειλούμενου της πούτσης μου»

«Κοίτα, βλαμμένη, να βρεις κάνα άντρα της προκοπής», έλεγε με νόημα η Γιάννα στην αφεντιά μου, «γιατί καλά και τα φλάουτα, αλλά ομοίως καλά και τα κλαρίνα»

Κι άρχισα κι εγώ να ονειρεύομαι έναν αψηλό, χλωμό, μελαχροινό νέο, αλλά δεν κόταγα να κάνω κι αναφορές, γιατί μ' έκοβε σαν τον Αυλωνίτη από τους «γαμπρούς της Ευτυχίας» μ’ ένα «Α, στο διάλο μωρή, δεν υπάρχουν τέτοιοι!»

Έλα όμως που έκανε λάθος... Ένα μεσημέρι καταλήξαμε σε μια ταβέρνα στη Χώρα των Σφακίων και πηγαίνοντας προς νερού μου είδα τη φωτογραφία:

Αψηλός, λιγνός, μελαχροινός, γαλανομάτης, ντεληκανής, ένας θεός με κρητική βράκα να κάνει με το χέρι του αντήλιο και να θωρεί αγέρωχα ένα λιβάδι μπρος του.

«Η φωτογραφία είναι προσώπου πραγματικού;», ρωτώ το γιο του ταβερνιάρη.

«Ναι», μου γνέφει εκείνος.

«Την πουλάτε;», τον ματαρωτώ.

«Ε, όχι και να πουλήσουμε τη φωτογραφία του παππού!», πετιέται από μέσα η ταβερνιάρισσα κι όλες μου οι ελπίδες καταρρακώθηκαν ξαφνικά...


Vejen, Σάββατο 9 Ιουνίου 2007


Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Λυράρης ή Λήμνιος Κεχαγιάς, Μουσείο Θεόφιλου, Μυτιλήνη

«...Φαντάζεται έναν χορευτή
με τη μαθιά πολεμιστή
πάνω στα κάστρα
να ‘χει ξεκούμπωμα βαθύ
και με τ’ αστραφτερό σπαθί
να ξεχωρίζει τ’ άστρα...»

Χαΐνηδες,
Το πουκάμισο του χορευτή

© Ελένη Καλλιανέζου

buzz it!