Τετάρτη, 14 Μαΐου 2008

«Και ο κομμένος ο κορμός πεύκου ευωδιάζει...»

William Blake[1], O Στρόβιλος των Εραστών – Francesca da Rimini και Paolo Malatesta, 1824-1827, City Museum and Art Gallery, Birmingham, Αγγλία

***
Με το θάνατο τη ζωή μου ζύμωσα. Απ’ τις συχνές – πυκνές επισκέψεις στο νεκροταφείο στα παιδικά μου χρόνια και τις μαυροφορούσες φιλενάδες της γιαγιάς μου.

Με τη μυρωδιά του λιβανιού και τα κόλλυβα απλωμένα σε άσπρη πετσέτα στην κουζίνα σε σχήμα σταυρού.

Με κουβέντες για το πώς δεν κλείνανε τα μάτια του παππού μου που πέθανε λίγο πριν γεννηθώ και πόσο προσπαθούσε η γιαγιά υπομονετικά με προσευχή και τσιμπιδάκι των φρυδιών να του τα κλείσει.

Με τα λαθραία αναγνώσματα των βιβλίων της παιδικής μου ηλικίας, όπως ο Δόκτωρ Ζιβάγκο του Παστερνάκ. Η Λαρίσα Φιοντόροβνα λέει, ονειρεύτηκε πως είχε πεθάνει και το κορμί της είχε λυώσει. Το μόνο που της είχε απομείνει ήταν ο δεξιός ώμος και η αριστερή πατούσα. Ή του Μωμ «Υπό τας Φιλλύρας». Πέθανε η ηρωίδα προτού ο καλός της εκπληρώσει την υπόσχεση που της είχε δώσει για ένα φιλί στα χείλη. Όταν επέστρεψε εκείνος από μακρυά και τη βρήκε ήδη πεθαμένη και θαμμένη, έτρεξε στο νεκροταφείο και ξέθαψε το πτώμα της, παραμέρισε τα σκουλήκια από τα ημισάπια πια χείλη της και της έδωσε εκείνο το φιλί.

Με την αδερφή της μάνας μου, που έχασε την κόρη της τη Σμαρώ στα δεκαεννιά της χρόνια. Και το επίγραμμα στον τάφο της, από ένα ποίημα που είχε η ίδια γράψει λίγο καιρό πριν αφήσει τη γη:


«Και ο κομμένος ο κορμός
πεύκου ευωδιάζει
ζει κι ο νεκρός όταν γι’ αυτόν
κάποια ψυχή στενάζει»

Με τις συζητήσεις για τα ξόδια και λεπτομερείς διηγήσεις για το πώς πλύνανε το σώμα της θείας της Έλλης ή του θείου του Κώστα με κόκκινο κρασί κι ύστερα κατά το Μικρασιάτικο έθιμο, του βάλανε μέσα στο στόμα ένα ξύλινο σταυρουδάκι.
-Κι ήτανε αχ, να τον έβλεπες, μέσα στο φέρετρο, Μαρίκα μου! Γέλαγε, νόμιζες πως θα σηκωθεί να σου μιλήσει.

Με την εικόνα της γιαγιάς μου νεκρής στο σαλόνι του σπιτιού μας στη Νέα Σμύρνη. Έβλεπα συχνά στον ύπνο μου το πεθαμένο κεφάλι της γιαγιάς μου να ξεπροβάλλει μέσα απ’ το χώμα και το χώμα είχε μετατραπεί σε βρασμένο σιτάρι.

Με τα καλύτερα λουλούδια του κήπου να στολίζουν όχι τ’ ανθογυάλια στο σπίτι, αλλά τα βάζα στα νεκροταφεία για κάποιον συγγενή που είχε πεθάνει πρόσφατα.

Με το κορίτσι της Σαλαμίνας, όταν κάναμε ανασκαφές σ’ ένα νεκροταφείο του 5ου αιώνα στ’ Αμπελάκια και τα δυο ταπεινά ερυθρόμορφα ληκύθια που είχε για κτέριση, για μύρα και καλλωπισμό στη Χώρα των Σκιών. Το μεσημέρι, όταν φύγανε οι εργάτες απόθεσα στον άδειο πια τάφο μια μαργαρίτα.

Με τη μυρωδιά κολώνιας «Λιατρίς» στα τελευταία ρούχα του νεκρού παππού και τις δαντέλλες να στολίζουν το φέρετρο. Οι δαντέλλες ήταν απαίτηση της γιαγιάς Ελένης. Τις είχε πλέξει μοναχή της. Κι έπρεπε ο παππούς να φύγει απ’ το σπίτι του νοικοκύρης.
-Όπως μπήκες μέσα στο δωμάτιο, Λένα μου, την ώρα που ασπαζόσουν το λείψανο, ήσουν με τη μαύρη κάπα σου, πανέμορφη σα θεατρίνα.
-Σήκω, Σπύρο μου, να φιλήσεις την εγγόνα σου, που ήρθε να σε χαιρετήσει!
-Πέθανε και θα τον φάει η μαύρη γης, στέναζε κι η γιαγιά. Δεν έχω άλλα δάκρυα να σε κλάψω πια, λεβέντη μου! Στέγνωσαν τα μάτια μου, έλεγε κι ύψωνε και με τα δυο της χέρια τη μαύρη πλερέζα, σα μια νέα κορυφαία του χορού της Εκάβης.
-Όταν διαβάζεις ή όταν βλέπεις ταινίες κλαις, μου παρατηρούσε κατόπιν. Στην κηδεία δεν μπορούσες να ρίξεις ένα δάκρυ για τον παππού σου; Μα τόσο αναίσθητη;

Και τέλος με τη μάνα μου, που το κορμί της σάπισε, πριν σταματήσει η καρδιά της να χτυπά. Με την ανυπόφορη αποφορά της πτωμαΐνης μέσα στο δωμάτιο να μας κάνει τρεις γυναίκες να ξερνάμε μέσα στο δωμάτιο, όταν την αλλάζαμε ετοιμοθάνατη.
Με το σαγόνι της δεμένο και τα ρουθούνια βουλωμένα με μπαμπάκι, όταν πέθανε. Με τους καθρέφτες σκεπασμένους με σεντόνια. Δε ρώτησα γιατί σκεπάζουν τους καθρέφτες με σεντόνια. Το ήξερα από πολλά χρόνια, από παιδί. «Για να μη σε ζηλέψει ο Χάρος την ώρα που καθρεφτίζεσαι και θελήσει να πάρει κι εσένα μαζί του», μου είχαν πει.
Με την εντατική φασίνα και τη σπουδή να κρύβεις κουταλάκια και τιμαλφή, μπας και γλιτώσουν από το πλιάτσικο των συμπενθούντων τεθλιμμένων συγγενών και φίλων.
Με το σώμα της να διαγράφει το περίγραμμά του μέσα απ’ το σεντόνι κατά την εκταφή της πάνω στα τρία χρόνια. Δεν είχε λυώσει. Είναι παράξενο το πώς μπορείς να αναγνωρίσεις ένα κρανίο προσώπου οικείου ανάμεσα σε άλλα. Ακόμη και τα κρανία έχουν ταυτότητα.

Μπορείς να καταλάβεις ότι ένας άνθρωπος πεθαίνει από το χρώμα των ματιών του. Αλλάζει. Σκουραίνει. Η ίριδα δεν είναι πια διάφανη. Τα μάτια των ετοιμοθάνατων δεν έχουν βάθος ούτε μπορείς να δεις μέσα τους το είδωλό σου να καθρεφτίζεται. Μπορούν όμως να βλέπουν πράγματα που εσύ δε βλέπεις.

-Αυτό το πουλί στο παράθυρο, διώξτο, μου είπε η μητέρα μου τρεις μέρες πριν πεθάνει.
Δεν υπήρχε στο παράθυρο κανένα πουλί.

Υπάρχω, υπάρχεις, υπάρχουμε. Μετά δεν υπάρχω, δεν υπάρχεις, δεν υπάρχουμε. Έτσι, απλά. Δεν ωφελεί και να το πολυσκέφτεσαι. Αλλά στην κηδεία της Ίρμας, μιας Δανέζας που σχεδόν δε γνώριζα καθόλου, έκλαψα πολύ. Ζει ο νεκρός όταν γι’ αυτόν κάποια ψυχή στενάζει; Όμως ο κομμένος κορμός πεύκου δεν ευωδιάζει για πολύ. Κι αν το πεύκο πάει από φωτιά κι όχι από τσεκούρι, ο κορμός του μυρίζει μόνο φωτιά. Κι αν γίνει τέφρα και την πάρει ο άνεμος, χάνεται κι η μυρωδιά της φωτιάς στο μέγα χωνευτήρι του κόσμου.


[1] Τα λογοτεχνικά έργα του William Blake εδώ


© Αστερόεσσα, Vejen, 14 Mαΐου 2008

buzz it!

2 σχόλια:

b|a|s|n\i/a είπε...

πριν από έξι περίπου χρόνια είχα βρει με έναν φίλο μου, στο χαλάνδρι, κομμάτια από κομμένο πεύκο. μάλλον το είχανε κόψει για ξύλα. ήταν ένα κομμάτι σχεδόν στρόγγυλο. πολύ μεγάλο. πώς τα καταφέραμε και το πήγαμε σπίτι. πολύ βαρύ. τσουλιστά. έβαλε ένας φίλος μου ροδάκια από κάτω και λείανε την πάνω επιφάνεια. πιάνανε τα χέρια του. σαν τραπεζάκι. για το μπαλκόνι. ή/και σκαμπό.
το πήρα μαζί μου μετά στην αυλή.
έβγαλα τα ροδάκια που σκουριάσανε. έχει φύγει όλος ο κορμός γύρω γύρω, με τον καιρό, και έχει μείνει ένα χρώμα ανοιχτό καφέ. με χαρακιές στο ξύλο σαν φλέβες ξύλινες. πολύ εντυπωσιακό.
ένας κορμός κομμένος είναι.
μα στολίζει την αυλή.

Aστερόεσσα είπε...

Αν ευωδιάζει, ίσως υπάρχει ελπίδα...