Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Maria Callas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Maria Callas. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008

Παλιά Δαντέλα με ή χωρίς Αρσενικό

Πρώτη Γυμνασίου – πρώτη μέρα στο Ομήρειο Παρθεναγωγείο Νέας Σμύρνης, που κρατούσε τ' όνομα μόνο απ' το ομώνυμο παρθεναγωγείο της Σμύρνης ενώ είχε γίνει ήδη μικτό, όπου η κυρία απ' την Εστία Νέας Σμύρνης εξακολουθούσε κάθε Αη Δημητριού για χρόνια να δίνει μετάλλιο στην καλύτερη μαθήτρια του σχολείου, άσχετα αν ο σημαιοφόρος ήταν αγόρι...




Η Μαρία Κάλλας στην ιστορική παράσταση της Τραβιάτας, Σκάλα του Μιλάνου 1955, σε σκηνοθεσία Luchino Visconti και μουσική διεύθυνση Carlo Maria Giulini



Κιαλάρω ένα καλό κοριτσάκι και ρωτώ ευγενικά, αν μπορώ να κάτσω δίπλα του (πρώτο θρανίο, το σύνδρομο του σπασικλακίου). Το κοριτσάκι ήταν ήσυχο κι ευγενικό, μου είπε ότι τη λένε Μαιρούλα και πιάνουμε κουβέντα, η φιλόλογος αργούσε:

ΥΠΟΦΑΙΝΟΜΕΝΗ: Μαιρούλα! Ω, Θεέ μου! Σαν τη Μαρία Κάλλας! Σ' αρέσει η κλασική μουσική;

ΜΑΙΡΟΥΛΑ: Πολύ. Παίζω και πιάνο. Ο μπαμπάς μου είναι και ψάλτης.

ΥΠΟΦΑΙΝΟΜΕΝΗ: Σου αρέσει η Κάλλας;

ΜΑΙΡΟΥΛΑ: Η αγαπημένη του μπαμπά μου.

Λάτρεψα τη Μαιρούλα και την πιάνω σ' ένα μπουρ – μπουρ χωρίς σταματημό: Και η Κάλλας γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στο Flower Hospital της Νέας Υόρκης και ήρθε στην Ελλάδα το 1937 και πρώτη της δασκάλα στο Εθνικό Ωδείο ήταν η Μαρία Τριβέλλα και στο Ωδείο Αθηνών η Ελβίρα ντε Ιντάλγκο, και δώστου πάρλα, και καλή η παράσταση της Τραβιάτας στη Λισαβόνα το 1958, αλλά στη Σκάλα του Μιλάνου το 1955 σε σκηνοθεσία Βισκόντι άφθαστη, στη Μήδεια του 1953 σκηνοθετούσε η Μαργαρίτα Βάλμαν, αλλά αυτή που άφησε εποχή ήταν το 1959 σε σκηνοθεσία Μινωτή... και η Κάλλας αυτό και η Κάλλας το άλλο και πέθανε ημέρα Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου του 1977 στο Παρίσι, Λεωφόρος Ζωρζ Μαντέλ 36, 2ος όροφος ώρα 13:30... και αυτό που θα μπορούσε να πει κανείς για την Κάλλας είναι οι στίχοι του Γάλλου ποιητή του 19ου αιώνα Αλφρέντ ντε Μυσσέ, που είχε αφιερώσει για τον πρόωρο χαμό της άλλης μεγάλης ντίβας του 19ου αιώνα της Μαρίας Μαλιμπράν:

«Αν είναι να κλάψει κάτι κανείς στον πρόωρο τάφο σου, δεν είναι η θεία Τέχνη ή τα μεγάλα μυστικά της. Είναι μάλλον αυτή η φωνή της καρδιάς, που μόνο αυτή ήξερε στην καρδιά να μιλάει και που μετά από σένα δε θα μπορέσει καμιά να μας το τραγουδήσει πια».

Εδώ πήρα ανάσα κι η Μαίρη αισθάνθηκε το κεφάλι της να βουΐζει, αλλά ήταν πολύ ήσυχο και ντροπαλό και ευγενικό κοριτσάκι και είπε μέσα του:

«Μπλέξαμε, αλλά φαίνεται καλό κορίτσι και θα το κάνω παρέα».

Γίναμε αχώριστες. Στην παρέα προστέθηκε και η Τέσσυ, μυαλό ξυράφι και με φοβερό χιούμορ, νυν λέκτορας στο Μετσόβειο, και μετά από δύο χρόνια και η Τόνια, με την οποία αλληλογραφούσαμε για να μιμηθούμε τους ποιητές της γενιάς του '30 και ανταλλάσσαμε μέσα στην τάξη ραβασάκια με προβληματισμούς πάνω στην Απολογία του Σωκράτη, στη Λογοτεχνία αλλά και ποιήματα. Ο πατέρας της έβρισκε τα γράμματά μου στο γραμματοκιβώτιο της πολυκατοικίας, μένανε κοντά στο Άλσος, και τής τα πήγαινε με την ατάκα:

-Ε, ρε μαλακία που σας δέρνει.

Με τη Τόνια συχνά επινοούσαμε και διαλόγους στα βήματα του Τσέχωφ.

Έλεγε:

-Θα πάρετε ένα τσάι, στρατηγέ μου;

Η σωστή απάντηση που έπρεπε να δώσω ήταν:

-Μόνο αν έχετε καλά βουτήματα.

-Η μαγείρισσά μας φτιάχνει τα καλύτερα βουτήματα σ' ολόκληρη την Πετρούπολη.

Ο διάλογος συνέχιζε σ' αυτό το στυλ.

Με τη Τόνια αποφασίσαμε να κάνουμε ένα ταξίδι με βοϊδάμαξα στη Λατινική Αμερική, κι εγώ θα έκανα έναν νόθο γιο το Φρεδερίκο Γκαρθία Λόρκα Β', που θα μας μάζευε απ' τα καπηλειά όταν θα ήμαστε λέει λιώμα απ' την τεκίλα που θα πίναμε, όταν δε θα γράφαμε ποίηση.

Μια μέρα ήρθαν επίσκεψη στο σπίτι της Τόνιας κάποιοι οικογενειακοί φίλοι που ήταν χορτοφάγοι και τούς έφεραν δώρο μία γλάστρα, ενώ η Τέσσυ σχολίαζε:

-Μα, καλά, πώς και δεν την έφαγαν στο δρόμο;


Στα αγόρια μιλούσαμε με το επίθετο και γενικά ήμαστε στην κοσμάρα μας.

Κάποιο σούσουρο στις κουβέντες:

-Η τάδε τα έφτιαξε με τον τάδε και φαντάσου: έκαναν το ανεπανόρθωτο!

-Το ανεπανόρθωτο; Ο Χριστός και η Παναγία!


Κάποια στιγμή πέφτει και ο προβληματισμός, τι θα κάνουμε στη ζωή μας και θα ζούσαμε λέει μια ζωή γεμάτη ποικιλία και γνώση όπως ο Οδυσσέας, αλλά κάποια στιγμή θα φτάναμε και στα γεράματα. Εντάξει, θα ερωτευόμαστε λέει, αλλά οι άντρες δε ζουν και πολύ σε σχέση με τις γυναίκες, ακόμη κι αν κάναμε παιδιά πού να τα εμπιστεύεσαι τη σήμερον ημέρα, θα σε πετάξουν σε κανένα γηροκομείο.

Άρα; Θα αγοράσουμε ένα νεοκλασικό σπίτι και θα μαζευτούμε όλες οι γραίες και κολλητές και θα συγγράφουμε, θα κλειδοκυμβαλλίζουμε και θα φοράμε άσπρα δαντελένια γιακαδάκια και θα ασχολείται η καθεμιά με τη μούρλια που θα την κατέχει εκείνο τον καιρό και την όποια εμμονή της. Απ' το να μάθουμε όψιμα κοπανέλλι, να ασχοληθούμε με υφαντική, γλυκά του κουταλιού, να συνθέτουμε μουσική δωματίου, να αρθρογραφούμε. Μέρος της σύνταξης στη νοσοκόμα που θα μας φροντίζει και στην κοπέλλα που θα κάνει τις δουλειές κι ένα μέρος στον κηπουρό.

Τα κορίτσια μάλλον εγκατέλειψαν την ιδέα του νεοκλασικού, κακώς κατά τη γνώμη μου, εγώ πάντα ελπίζω να βρω καμιά συνομήλικη που να ταιριάζουν τα χνώτα μας, να 'χει η καθεμιά την αυτονομία της ως περήφανο γηρατειό, κι όποτε θέλουμε να πίνουμε τσάι ή βότκα, να τσακωνόμαστε και να είμαστε οι φοβερές grannies, γιατί καλοί οι άντρες δε λέω, αλλά σου βγάζουνε την Παναγία με αηδίες, όπως από το πού θα παρκάρουν μέχρι αν κάποιος στην ταβέρνα τους ακούμπησε το σακάκι ή εκεί που βγαίνεις να φας μια μπουκιά φαγητό και να πιεις ένα ποτηράκι αυτοί να τρώνε γρήγορα και φεύγουν σαν κυνηγημένοι... Αμάν, βρε παιδιά, cool! Eίναι ανάγκη να με πιάνει βαρυστομαχιά απ' το φαī και να κάθομαι να προβληματίζομαι ποιος τους αγριοκοίταξε και τίνι τρόπω θα του ξηγηθούνε; Ενώ με τις συνομήλικες, όλο και κάποιο λικεράκι φτιάχνεις για μοναχικά αρσενικά -από φιλανθρωπία- που να περιέχει ένα κουταλάκι αρσενικό, μισό κουταλάκι στρυχνίνη και μια πρέζα υδροκυάνιο!






Αρσενικό και Παλιά Δαντέλα, Φρανκ Κάπρα, 1944



ΑΣΧΕΤΟ: Επειδή έσπευσαν κακές γλώσσες να με πουν ανοικοκύρευτη, δίνω κι εγώ ένα μυστικό οικοκυρικής: Οι λεκέδες στη γλώσσα απ' τους πολλούς καφέδες εξαφανίζονται, αν φάμε πολλά ποπκόρν!








© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 7 Νοεμβρίου 2008

buzz it!

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Τα Γράμματα, Οι Λέξεις - Ο, patria mia

Οι μύθοι στην οικογένεια με θέλουν να μίλησα πολύ νωρίς, πέντε μηνών. Κι ήτανε, λέει, η πρώτη μου λέξη «μπαμπά». Αυτό, κατά τις διηγήσεις της μακαρίτισσας της μητέρας μου, έγινε ως εξής:
Καθόταν ο πατέρας μου πάνω απ' την κούνια μου ώρες ατέλειωτες κι επαναλάμβανε:

-Μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά.

Η μητέρα μου τον κορόιδευε.

-Μα, τι νομίζεις ότι κάνεις;

-Κάνε δουλειά σου, της απαντούσε.

Ένα βράδυ τη σκούντησε μέσα στον ύπνο της.

-Ξύπνα, το παιδί μίλησε.

-Άει, παράτα μας, του απάντησε εκείνη.

-Λόγω τιμής, της λέει εκείνος. Το παιδί είπε «μπαμπά».

Ήρθε η ώρα να με θηλάσει. Γύρισα και την κοίταξα και είπα «μπαμπά». Τότε, λέει, παρολίγο να της πέσω απ' τα χέρια. Πήρε τον παιδίατρο τηλέφωνο, προσποιούμενη ότι είχα πυρετό. Όταν ο γιατρός με εξέταζε, αφού τη σκυλόβρισε, γιατί ήταν και φίλος οικογενειακός, γιατί τον ξεσήκωσε άδικα και με πήρε αγκαλιά, τον είπα και αυτόν «μπαμπά». Και δεν ήταν αυτό το συλλαβικό «μπα, μπα, μπα» που λένε τα βρέφη. Ήταν καθαρότατο «μπαμπά».

Ο πατέρας μου κατουρήθηκε απ' τη χαρά του και θριαμβολόγησε. Έβγαλε κόρη σαΐνι.

Μετά με φόρτωσε με βιβλία, στην αρχή παραμύθια με εικόνες μαγικές, ύστερα μυθιστορήματα.

Θυμάμαι σαν να ήταν χθες, χειμώνα στο καθιστικό, τυλιγμένη με κουβέρτα στο ντιβάνι και τριγύρω μου βιβλία ανοιχτά, τα κοίταζα σαν υπνωτισμένη.

Ύστερα, πριν ακόμη πάω σχολείο, η μητέρα μου «εφηύρε» ένα παιχνίδι. Έραβε κι επαναλάμβανε:

-Άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα, ακολουθώντας την επιτυχημένη συνταγή του πατέρα μου, αν και εκείνος δεν ήταν πια στο σπίτι.

Κάποια στιγμή εκνευριζόμουν κι έλεγα:

-Ουφ, βρε μαμά! Σταμάτα πια με το «άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα»!

Εκείνη δεν έδινε σημασία. Την άλλη μέρα συνέχιζε:

-Έψιλον, ζήτα, ήτα, θήτα.

Και την τρίτη, όλα μαζί: άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα, έψιλον, ζήτα, ήτα, θήτα.

Έτσι έμαθα το αλφάβητο πολύ πριν πάω νηπιαγωγείο.

Μετά άρχισε η γραφή.

-Έλα, γιαγιά να ζωγραφίσουμε. Και ζωγραφίζανε γράμματα. Μ' έτρωγε η περιέργεια κι η επιθυμία να συμμετέχω. Κάπως έτσι λύθηκε και το κεφάλαιο γραφή, το οποίο συνεχίστηκε με πινακάκια με γράμματα καρφωτά σα σφηνάκια και κύβους. Μετά ήταν θέμα χρόνου να αρχίσω να διαβάζω μόνη μου στην αρχή τα παραμύθια κι ύστερα μυθιστορήματα. Πρώτα τα παιδικά, ύστερα τα «απαγορευμένα» απ' τα επάνω ράφια της βιβλιοθήκης. Μετά δε με προλαβαίνανε. Σ' ένα βιβλίο για δεινοσαύρους ή για γεωγραφία έκρυβα Καραγάτση ή Ανατόλ Φρανς ή τη «Νανά» του Ζολά.

Όταν τρώγαμε κοτόπουλο, βάζαμε στοίχημα γιάντες. Εγώ θα ήμουνα υπάκουη και τακτική, αν έχανα, εκείνη, αν έχανε, θα μου αγόραζε κάποια βιβλία. Τις περισσότερες φορές έχανε. Το κόλπο ήταν απλό: Πήγαινα στο κρεβάτι με κάποιο βιβλίο, ενώ έπρεπε να κοιμηθώ και φρόντιζα να με πάρει χαμπάρι.

-Τι έχεις κάτω απ' τα σκεπάσματα;

-Τίποτα.

Τα άνοιγε. Κρατούσα σφιχτά το βιβλίο.

-Δε στο δίνω!

Το τράβαγε.

-Όχι, δε θα το πάρεις!

Θύμωνε.

-Τι έκανε λέει;

Άφηνα σιγά σιγά το βιβλίο να της γλιστρήσει στα χέρια. Έπεφτε στην παγίδα.

-Γιάντες, έχασες! (Κοστολογείτο με Παπαδιαμάντη. Όχι κι άσχημα).

Τα Σαββατοκύριακα που έβλεπα τον πατέρα μου είχα ακόμη πέντε έξι βιβλία. Αυτά που είχε συνήθως διαβάσει και δεν ήθελε να του πιάνουν χώρο πια στη βιβλιοθήκη του.


Μετά πιάσαμε τις όπερες. Τηλεόραση δεν υπήρχε, ιδιοτροπία της μητέρας μου. Ραδιόφωνο.

Τρίτο Πρόγραμμα, «Το Θέατρο της Κυριακής» και της Τετάρτης στο Πρώτο και «η Όπερα της Εβδομάδας», κάθε Πέμπτη βράδυ, ώρα δέκα. Προλόγιζε η Αθηνά Σπανούδη. Μετά σφύριζα τις μελωδίες. Άρχισα να συγκρίνω εκτελέσεις της Άννας Μόφφο ή της Τεμπάλντι στην Τραβιάτα με την αντίστοιχη της Κάλλας. Υπερτερούσαν τα πάντα υπέρ της τελευταίας. Δε συγχωρούσα τις επιφανειακές εκτελέσεις ή τις άσκοπες τρίλλιες, που δε σέβονταν το συνθέτη.

Κάποια Κυριακή, όταν με πήρε ο πατέρας μου σφύριζε, θυμάμαι το εμβατήριο από την Αΐντα, που είχε τύχει να ακούσω το προηγούμενο βράδυ. Τον κοίταξα με δέος.

-Το ξέρεις;

Με κοίταξε ειρωνικά.

-Εσύ, τι λες;

Η Αΐντα ήταν η δεύτερη όπερα που απέκτησα ολοκληρωμένη. Φυσικά, στον ομώνυμο ρόλο η Κάλλας. Κι αυτό βάσει συμφωνίας, καθιερωμένη απ' τη γιαγιά. Κάθε φορά που αρίστευα στο σχολείο (φαινόμενο σύνηθες) ή μετά από τους βαθμούς του τριμήνου, η γιαγιά η Μαρίκα καθιέρωσε ένα τελετουργικό: Μια ολοκληρωμένη όπερα με την Κάλλας. Έτσι σε τρυφερή ηλικία απέκτησα μια αξιόλογη συλλογή από όπερες.

Η Αΐντα είναι μια σκλάβα απ' την Αιθιοπία, κόρη του ηττημένου Αμονάστρο, του βασιλιά της Αιθιοπίας από το Φαραώ της Αιγύπτου. Δορυάλωτη δούλα στην κόρη του Φαραώ, την Αμνέρις και εκβιασμός στον πατέρα της. Αν σηκώσει κεφάλι εναντίον της Αιγύπτου, η Αΐντα θα πεθάνει. Η ατυχία της είναι ότι θα ερωτευτεί τον αρχιστράτηγο των αιγυπτιακών στρατευμάτων και νικητή των πολεμιστών Αιθιόπων, Ρανταμές, τον οποίο διεκδικεί και η κόρη του Φαραώ. Και η Αΐντα διχάζεται ανάμεσα στον έρωτα και στην αγάπη της στον πατέρα της.

Ο, patria mia. Ω, πατρίδα μου...

Αλήθεια, τι είναι η πατρίδα χωρίς τον πατέρα;

Χωρίς πατρίδα είσαι άπατρις. Χωρίς πατέρα τι είσαι; Και τι είναι η πατρίδα μας, μην είν' οι κάμποι... Όλα πατρίδα μας κι αυτά κι εκείνα;

Όταν ο Ρανταμές, θα φέρει στη Αίγυπτο σκλάβο και τον Αμονάστρο, τον πατέρα της Αΐντας, αυτή θα τρέξει στην αγκαλιά του.

-Non sei mia figlia! Dei faraoni tu sei la schiava! Δεν είσαι κόρη μου. Θα της πει ο πατέρας της. Είσαι η σκλάβα των Φαραώ.

Και η Αΐντα θα πεθάνει στο τέλος ά-πατρις... Immenso Ftha! Mortal, diletto ai Numi...


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 5 Αυγούστου 2008

buzz it!

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2008

Μήδειας Αρές

Tην αφίσσα φιλοτέχνησε ο Otto Baumberger


Ανάθεμά σε, Ιάσονα και τρισανάθεμά σε

που μ’ ήφερες στην Κόρινθο μες στους γυναικωνίτες
του γιους σου να βυζαίνω εγώ κι εσύ να είσαι κύρης
και τώρα να παντρεύεσαι του Ρήγα θυγατέρα.
Σάματις δε σου κοίμισα εγώ το μέγα δράκο
και το μικρό μου αδερφό δεν ήσφαξα για σένα;
Μήγαρις δεν τον βούβανα εγώ το γίγα Τάλω
και τον Πελία δεν έβρασα σε χάλκινο σκουτέλι;
Τώρα ατή μου τους δυο γιους που ‘σπειρες θα χαλάσω,
της Κόρινθος το βασιλιά θα τονε καταστρέψω,
τη ρηγοπούλα νύφη σου εγώ θα φαρμακώσω,
κακά στερνά σε σένανε και σ’ όλη τη σπορά σου!
Κι ανάθεμα τη μήτρα μου που στην Κολχίδα εδέχθη
τον Αργοναύτη ήρωα, της Ιωλκώς αυθέντη...


Η Μαρία Κάλλας ως Μήδεια από την πρόβα generale στην ομώνυμη όπερα του Κερουμπίνι, Covent Garden, Λονδίνο, 15 Ιουνίου 1959. Η παράσταση είχε πρεμιέρα στις 17 Ιουνίου του 1959. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από τον Bettelmann.





Σημειώσεις

1. Η Μήδεια ετυμολογείται εκ του ρήματος της αρχαίας ελληνικής μέδομαι (: σκέπτομαι)
2. Σχετικές αναρτήσεις: Ι)
To Καρβέλι της Μάγισσας ΙΙ) Medea and the humanization of the beast. Another aspect to the known myth (στα αγγλικά, με σχετική βιβλιογραφία και συνδέσμους)


© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 23 Iουλίου 2008

buzz it!