Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατέρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατέρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Almost Total Recall

Όταν διάβασα την περίπτωση της Rebecca Sharrock, άρχισα να σκέφτομαι πως κάπου στον κόσμο έχω μια αδερφή ψυχή και πως το HSAP δεν πρέπει να είναι τόσο σπάνιο. Αντίθετα, η μέχρι τώρα κρατούσα άποψη των ψυχιάτρων, ότι δεν είναι δυνατόν να ανακαλέσεις μνήμες κάτω από τα τέσσερά σου, με πίεζε αφόρητα, γιατί με ήθελε περισσότερο ούφο απ' όσο είμαι.

Δε γνωρίζω αν πάσχω από υπερθυμησία, η μνήμη μου είναι επιλεκτική, όμως πάει πολύ μακριά· σίγουρα η παπαγαλία μου είναι μαρτύριο, ένα πρόχειρο γκούγκλισμα σου βγάζει κι άλλα, κι αν δώσω ιστορικό σ' έναν καλό κι όχι σκιντζή ψυχίατρο, ίσως βρει και κάποια γενετική μου ανωμαλία κληρονομική, μιας κι ο ετεροθαλής αδερφός μου έχει σύνδρομο Asperger.

Πάντως, οι μνήμες που έχω δεν είναι εμφυτευμένες, δεν είναι θέμα κατοπινών συζητήσεων, αφού δεν μπορούν όλες τους να κριθούν "τραυματικές",  πολλές είναι φωτογραφικές και αδιάφορες.

Όπως για παράδειγμα, τότε που με είχε πάρει ο πατέρας μου  -νοίκιαζε με τ' αδέρφια του όσο ήταν σε διάσταση με τη μάνα μου ένα σπίτι στην οδό Νεόφρονος στο Παγκράτι. Το σπίτι είχε μια σκάλα, που οδηγούσε στην υπερυψωμένη είσοδο, η οποία χωριζόταν από το κυρίως χωλ κι έκλεινε με δεύτερη πόρτα. Δεξιά ήταν το μπάνιο, είχαν μέσα κι ένα κλουβί με καναρίνι και μπανιέρα με ποδαράκια. Ήμουν μόνη με το μικρό αδερφό του πατέρα μου, το θείο Αντρέα, που ήταν φοιτητής της Νομικής, οι θειάδες μου έλειπαν. Εκείνος διάβαζε καθιστός σ' ένα ντιβάνι και περίμενε τηλέφωνο απ' τη Γιούλα, τη λεγάμενη, την επονομαζομένη από τις γεροντοκόρες αδερφές και πουτάνα. Περπατούσα και μιλούσα, αλλά δε χρησιμοποιούσα ακόμη γκιογκιό.  Τα είχα κάνει στο βρακί μου και πάω και του λέω:

-Έκανα κακά, θα με αλλάξεις;

-Πουφ, φύγε από 'δω, βρωμάς, μου λέει.

Περίμενα τον μπαμπά μου, είχα σχεδόν συγκαεί.

-Καλά, ρε δεν μπορούσες ν' αλλάξεις το παιδί τόση ώρα χεσμένο; Του λέει ο πατέρας μου.

-Δικό σου παιδί είναι, όχι δικό μου, του απαντάει αυτός.

Ο πατέρας μου με παίρνει, με χώνει στην μπανιέρα με τα ποδαράκια, μου βγάζει το νάιλον βρακί που συγκρατεί τις πάνες από ύφασμα και με πλένει με την μπαταρία. Με αλλάζει και μου βάζει και προδέρμ, που μυρίζει ωραία.
..........

Θυμάμαι και το άλλο σπίτι που νοίκιαζαν πιο πριν, πάνω απ' το ζαχαροπλαστείο Το Λυχνάρι. Τη διαρρύθμιση του σπιτιού δεν την καλοθυμάμαι, θυμάμαι όμως ότι έπινε ο πατέρας μου φραπέ στο ζαχαροπλαστείο και μου 'δωσε να δοκιμάσω με το καλαμάκι. Μια φορά έβαφαν οι θειάδες μου τα νύχια τους κόκκινα. 

-Θα μου τα βάψεις κι εμένα; ρωτώ τη θεία μου την Μπέμπα.

Μου τα 'βαψε τσάτρα πάτρα κι ήμουν πολύ χαρούμενη. Όταν με επέστρεψαν στη μάνα μου, εκείνη θύμωσε και μου τα ξέβαψε με ασετόν αμέσως. Νόμιζα ότι έκανα κάτι κακό.

....

Θυμάμαι τον πατέρα μου να τηλεφωνεί να με πάρει και τη μάνα μου να του κάνει γυμνάσια. "Δεν μπορείς να πάρεις το παιδί, έχει 41 πυρετό!" Ήμουν μια χαρά κι έπαιζα κι άκουγα και κατάλαβα με ποιον μιλούσε, όπως καταλάβαινα πάντα κι όταν μιλούσαν συνθηματικά για το λεγάμενο, για να μην καταλάβω. Στη λέξη λεγάμενος έστηνα περισσότερο αυτί.

Μια άλλη φορά πάλι είχαν δώσει ραντεβού να της δώσει διατροφή, θα περνούσε απ' το σπίτι.  Ακούω στην πόρτα τον πατέρα μου, αδημονώ. Τρέχω στο χωλ ξωπίσω της, με σπρώχνει βίαια και κλειδώνει πίσω της την πόρτα κι άρχισα να κλαίω γοερά.

....


Θυμάμαι ένα χειμωνιάτικο απόγευμα να ξυπνώ από την υποχρεωτική μεσημεριανή σιέστα -αλλιώς σ' έπαιρνε ο Μεσημεράς- μονάχη μου στο σπίτι. Η γιαγιά μου κι η μάνα μου ήταν δίπλα στης νονάς μου για καφέ. Εγώ δεν μπορούσα να σκαρφαλώσω ακόμη τα κάγκελα του κρεβατιού κι αισθάνομαι πως είμαι μόνη, παρατημένη. Κλαίω.

Θυμάμαι πώς με σήκωναν απ' το κρεβάτι το απόγευμα και με τύλιγαν σε μια κουβέρτα το χειμώνα με μερικά παιχνίδια τριγύρω μου και βιβλία που χάζευα τις εικόνες τους.  Κάποιες με τρόμαζαν, ήταν από κακές μάγισσες, αλλά παραδόξως έμοιαζαν στη γιαγιά μου τη Μαρίκα που την αγαπούσα.


Θυμάμαι πώς με τύλιγε η μάνα μου με κουβέρτες στο κρεβάτι μου με τα κάγκελα, και πώς καρφίτσωνε με παραμάνες ασφαλείας τις κουβέρτες στο στρώμα, για να μην ξεσκεπαστώ, θυμάμαι πώς ίδρωνα απ' το βάρος, η τελευταία ήταν και στρατιωτική χακί κι αγκύλωνε· θυμάμαι τη μυρωδιά της καμφοράς, όταν κρυολογούσα, που με ζάλιζε.

Θυμάμαι μια φορά, που πήρα κουτρουβάλα την πίσω σκάλα της κουζίνας. Κάτω της ήταν έναν ποδόμακτρο από αλουμίνιο για να παίρνει τις λάσπες. Θυμάμαι πώς έσκισα τα γόνατά μου, θυμάμαι πόσο έτσουζε το ιώδιο.

...


Θυμάμαι γιατί κρατούσα μούτρα στο νονό μου στη βάφτισή μου και δεν τον ήθελα. Νονός μου ήταν ο πρώτος μου ξάδερφος, γιος της αδερφής της μάνας μου, 14 χρονών τότε. Ήταν γιατί μ' έπαιρνε αγκαλιά και με πετούσε στον αέρα, μ' έπαιζε βίαια κι εγώ φοβόμουν. Ήμουν 13 μηνών, όταν με βάφτισαν.

Θυμάμαι τη βάφτισή μου. Πόσο με τρομοκρατούσε η θέα του αχνιστού νερού κι έβαλα τα κλάματα από πριν, γιατί η μάνα μου στο μπάνιο πάντα με ζεματούσε. Θυμάμαι πως ήθελα να σβήσω τα κεριά της κολυμπήθρας. Όταν άναβαν τσιγάρο, μου έτειναν πάντα το σπίρτο κι εγώ το έσβηνα.  Μ' άρεσε να σβήνω φλόγες.

...

Θυμάμαι πώς με βάζανε να λέω ποίηματα, ατάκες από διαφημίσεις ή να τραγουδώ και μου 'διναν χαρτζιλίκι, καραμέλες, σοκολάτες.

Θυμάμαι πόσο μου άρεσε να περπατώ με μεγάλους στο πεζοδρόμιο δίπλα σε μάντρες. Ήθελα να με ανεβάζουν στο πεζούλι κι εγώ να περπατώ παράλληλα, να είμαι πιο ψηλή απ' αυτούς.

...

Θυμάμαι πόσο ντροπαλή ήμουν, πώς κρυβόμουν πίσω απ' του μπαμπά μου τα παντελόνια και πόσο γαλιάντρα γινόμουν, όταν μου έδιναν θάρρος.



Θυμάμαι τη γλώσσα των αδερφών και των αδερφάδων του πατέρα μου, όταν κατέβαζαν Χριστοπαναγίες, ιδίως για τη μάνα μου. Καταλάβαινα ότι κάπου υπάρχει κάτι κακό και παπαγάλιζα αυτολογοκρινόμενη στο μέρος που μου φαινόταν ύποπτο. Δεν έβρισκα τίποτα κακό να πω "την Παναγία σου", "το Χριστό σου", η κακιά λέξη ήταν εκτός κι εγώ φώναζα το Χριστούλη και την Παναγίτσα.  Η μάνα μου όμως καταλάβαινε.

-Ποιος τα λέει αυτά, παιδί μου; Ο μπαμπάς σου; Ρωτούσε.

-Όχι, ο θείος ο Νιόνιος. 

Μήνυση μετά στο θείο Νιόνιο και πυρετοί δικοί μου που έφταναν το 42. "Δεν μπορείς να πάρεις το παιδί, ψήνεται στον πυρετό".

...


Θυμάμαι το ανέβα μήλο, κατέβα ρόδι, θυμάμαι τη γιαγιά μου που μου έβαζε κεράσια στ' αυτιά για σκουλαρίκια.

Θυμάμαι πόσο αθώο κι εύπιστο ήμουν, όπως τότε που μου έφερε η νονά μου ένα σκουπάκι κι ένα φαρασάκι νεροχύτη και μου λέει "Μ' αυτό αύριο να σκουπίσεις όλη την αυλή. Όταν γυρίσω απ' τη δουλειά, δε θέλω να δω ούτε ένα φυλλαράκι χάμω!", και κοψομεσιαζόμουν μικρό τοσοδά, να σκουπίζω κοτζαμάν αυλή με τόσο λιλιπούτειο σκουπάκι.

Κι άλλη μια φορά, που η νονά μου έφερε στη μάνα μου αυγό ζεστό από κάποια που είχε κότες κι έκανε κολπάκια πως δε μου το δίνει και θα το δώσει του γιου της, γιατί δεν ήμουν φαγανό και στήσανε σκευωρία με τη μάνα μου "Όχι, εμείς θα σου το πάρουμε" και γυρίζει και λέει η νονά μου:

-Σας το δανείζω λίγο να το πάρετε σπίτι σας να το δείτε, αλλά μην το φάτε, είναι το Δημήτρη μου. 

Κι όταν πήγαμε σπίτι, μου λέει η μάνα μου 

-Ε, λοιπόν, θα τη γελάσουμε. Θα το φας, αλλά δε θα το καταλάβει.

-Και πώς δε θα το καταλάβει; 

-Να, θα κάνουμε από πάνω μια μικρή τρυπούλα και μετά θα κολλήσουμε ένα χαρτί από πάνω και δε θα φαίνεται τίποτα.

-Μα θα ξεκολλήσει.

-Μη σε νοιάζει, θα το κολλήσουμε με σελοτέιπ.


Και το 'φαγα και του κολλήσαμε και χαρτί και της πάμε το τσόφλι του αυγού

-Να, ορίστε, μόνο το είδαμε!

-Δεν το βλέπω όπως σας το έδωσα, κάτι έχει εδώ πάνω, λέει η νονά.

-Δεν έχει τίποτα, λέει η μάνα μου.

-Δε φαντάζομαι να το έφαγε η Λένα, δυσπιστεί εκείνη.

-Όχι, όχι, δεν το έφαγα.

-Σα να μη μου λες αλήθεια. Κάτι βλέπω να γράφει στο μέτωπό σου. "φλου...", "φλουδ...", δε φαίνεται καλά!

-Φλουρί!, πετιέται η μάνα μου ολοκληρώνοντας τη σκευωρία κι εγώ χαιρόμουν, που της ξεφύγαμε!




© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund Τετάρτη 26 Απριλίου 2017





buzz it!

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

...Και ποιανού είναι τα κολλιέ;

Πρόβλημα, Πέμπτη 7 Μαρτίου 1974


"H Μαρία έχει δύο κολλιέ. Το ένα έχει 7 χάντρες και το άλλο έχει 5 χάντρες. Πόσες χάντρες έχουν και τα δυο μαζί;
Σκέψι: Θα κάνω πρόσθεσι.
Λύσι: 7 + 5 = 12 χάντρες
Απάντησι: Η Μαρία έχει 12 χάντρες."
Διόρθωση: Τα δυο κολλιέ έχουν 12 χάντρες.


...Και τα κολλιέ ποιανού είναι;



Στο καλάθι του στοχαστικό 6 1/2 μηνών, στις 29 Απριλίου του 1968 λύνει προβλήματα της ζωής.




H εκπαίδευση άρχιζε νωρίς...



Συναφής Ανάρτηση: Τα Γράμματα - Οι Λέξεις - O, patria mia!


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 20 Mαρτίου 2009

buzz it!

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008

Όταν πεθαίνει μια Παναγιά, βγάλε τα φασόλια απ' το ψυγείο...

Σαν παιδί ήμουν πολύ ήσυχο και μοναχικό, αν και συχνά πυκνά τις έτρωγα με «το πατ»[1]. Εξαίρεση τότε που έχωσα φασόλια σ' όλες τις κλειδαρότρυπες του σπιτιού[2] ή όταν πειραματιζόμουν με τον ηλεκτρισμό με κάποια φουρκέτα της γιαγιάς μου στις πρίζες.

Φασόλια και φασολάδες έτρωγα πάντα, καμιά μιζέρια, κι ας απέφευγα το φαγητό, όπως ο διάολος το λιβάνι (ας όψεται η θανατηφόρα μαγειρική της μαμάς μου, στην οποία έκανα την εφηβική μου επανάσταση μαθαίνοντας να μαγειρεύω).

Η μάνα μου μαγείρευε ένα καζάνι φαγητό μια φορά την εβδομάδα, που τις περισσότερες φορές δεν τρωγόταν και το έβαζε στο ψυγείο για να έχουμε να τρώμε.

Και πέρασε καιρός κι έφτασα στα δεκαοχτώ και γνώρισα τον Αντρέα και τον ερωτεύτηκα τρελά[3]. Στο ψυγείο υπήρχε μια τεράστια τσανάκα με φασολάδα για εκείνη τη βδομάδα κι έπειτα ήρθε η Κυριακή. Πήγα στον πατέρα μου.

-Έχουμε φοβερό φαγητό, μου λέει θριαμβευτικά. Φασολάδα!

Φυσικά χάρηκα πάρα πολύ που το μενού της εβδομάδας πλουτίστηκε: απ' τη φασολάδα στη φασολάδα.

Και πέρασε η Κυριακή και η Δευτέρα και η Τρίτη, που επέστρεψα στη μάνα μου κι έφαγα φασολάδα. Κι ήρθε η αποφράς Τετάρτη, που ενέδωσα στον Αντρέα και πήγα για πρώτη φορά στο σπίτι του. Δίπλα στο σπίτι του ήταν το σπίτι των δικών του.

-Περίμενε, μου κλείνει το μάτι ο Αντρέας. Πάω να φέρω φαγητό απ' τα γερόντια.

Θρίαμβος! Φασολάδα!

Μετά η μητέρα μου κονόμησε ένα φοβερό κουνέλι. Κατάφερε να ακολουθήσει πιστά μια συνταγή και το έκανε στιφάδο. Επειδή πάλι δε φαγώθηκε και το 'χε αμαρτία να πετάξει φαγητό, κάθησε και το ξεκοκάλισε κι έβαλε το στιφάδο να βράσει μαζί με φασόλια. Το φασουλαδοκούνελο πάλι έμεινε. Στο ζουμί του έβρασε ρύζι. Έτσι είχαμε πια στο ψυγείο φασουλαδοκούνελο πιλάφι.




Eικονογράφηση του Warwick Goble στο παραμύθι Ο Τζακ κι η Φασολιά (Jack and the Beanstalk)

Η μητέρα μου έγινε όψιμα χριστιανή, παλιά ήταν άθεη. Τις τρεις τελευταίες μέρες της ζωής της έπεσε σε κώμα. Άνοιξε τα μάτια μια φορά, κι οι τελευταίες λέξεις της ήταν «Παναγία μου!» με απόγνωση. Λίγο πριν την κηδεία, επέστρεψα στο σπίτι που είχα νοικιάσει στου Γκύζη να βρω μαύρο φουστάνι. Πέταξα και τη φασολάδα που είχα αφήσει έξω απ' το ψυγείο, όταν έτρεξα αλαφιασμένη στο πατρικό μου, γιατί είχε χαλάσει. Δεν πρόλαβα να φάω μπουκιά.

Η Παναγία κάθε Δεκαπενταύγουστο πεθαίνει. Έτσι, πέθανε φέτος το καλοκαίρι κι ο πατέρας μου, την επομένη που πέθανε η Παναγιά.

Το πρωΐ της Παναγίας του λέει η αδερφή του:

-Πάω ν' ανάψω ένα κεράκι. Σήμερα είναι της Παναγίας.

Χαμογέλασε αδύναμα κι είπε με δυσκολία μελαγχολικά:

-Πάει κι η Παναγία. Πέθανε...

Το μεσημέρι του έκαναν μορφίνη, για να μην υποφέρει πολύ. Ήταν που είχε και διαβολεμένη διαύγεια ως το τέλος... Έπεφτε σε λήθαργο, αλλά και πάλι ξυπνούσε κοιτάζοντας το κενό. Κι οι τελευταίες του λέξεις ήταν:

-Βγάλε τα φασόλια απ' το ψυγείο.

Τα χαράματα της επομένης πέθανε, ενώ απ' το στόμα του έβγαινε αίμα με αφρούς. Έπειτα, δυο ανάσες. Και τέλος.

Αχ, αυτά τα φασόλια!


__________________________

Σημειώσεις:

[1], [2] Βλέπε ανάρτηση Σπόρια

[3] Βλέπε ανάρτηση Hippocampus Guttulatus σε μια μαύρη Ford.


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 25 Νοεμβρίου 2008

buzz it!

Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Ουκ Άνευ

Ωραίος ως Έλληνας, ασυνήθιστος, αντισυμβατικός, οξυδερκής, ευφυής, μέγας θεωρητικός, εφευρετικός, δεινός ρήτορας, θυμικός και παράφορος, ευρύνους, επαναστάτης με και χωρίς αιτία, ασυμβίβαστος, ανικανοποίητος, αντιφατικός, έντονος, ετοιμόλογος, εγωκεντρικός, τρυφερός, διορατικός, χλευαστικός, ακαταπόνητος, ανταγωνιστικός, μαγνητικός, απόμακρος, γοητευτικός, αντιπρότυπο οικογενειάρχη, αιρετικός, ευσεβής και ταυτόχρονα ασεβής, πανέμορφος Άνθρωπος με βαθειές πατημασιές.


26 Ιανουαρίου 1937 - 16 Αυγούστου 2008.


Καλό ταξίδι, Συμεών!


Ave atque vale ad Romam aeternam...





© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 19 Αυγούστου 2008


buzz it!

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008

Έκκληση προς αιμοδότες

Θερμή έκκληση προς αιμοδότες για αίμα για τον ασθενή Συμεών Καλλιανέζο, ο οποίος νοσηλεύεται στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών.
Πληροφορίες στη ανάρτηση ΕΠΕΙΓΟΝ ΜΗΝΥΜΑ και στο 25ο σχόλιό της.

Ευχαριστώ θερμά

Ελένη Καλλιανέζου

buzz it!

Σάββατο 9 Αυγούστου 2008

Τον Κοντορεβυθούλη τον Βράζουμε, ο Λύκος Έτρωγε την Κοκκινοσκουφίτσα, Τα Τρία Καλά Γουρουνάκια καταστρέφουν το Οικοσύστημα και Μια Λακκούβα

Χειμώνας στο καθιστικό στο σπίτι μας στη Νέα Σμύρνη, ήταν η σόμπα αναμμένη, μια Thermaklim με μπουριά. Επάνω πορτοκαλόφλουδες και λεμονόφλουδες, μία κατσαρόλα με νερό κι ένα τσαγιερό. Με το καφτό νερό έπλενε αργότερα η γιαγιά τα πιάτα. Ταυτόχρονα και το τζάκι ήταν αναμμένο για περισσότερη ζέστη. Η γιαγιά σκάλιζε τη φωτιά.

Στην αρχή ήμουν τυλιγμένη σε μια ροζ κουβέρτα να χαζεύω εικόνες από παραμύθια. Όμορφες νεράιδες, νεαρές πριγίπισσες και βοσκοπούλες, ωραίοι και νέοι πρίγκιπες και ωραίοι και γενναίοι ραφτάκοι. Ο Κοντορεβυθούλης. Ο Κοντορεβυθούλης ήταν ένα μυστήριο. Το φανταζόμουν μικρό σα ρεβύθι, που μια μέρα η μαμά του, μην έχοντας τι να μαγειρέψει, άνοιξε το καπάκι της κατσαρόλας με το νερό που έβραζε κι αποφάσισε να τον μαγειρέψει για να τον φάνε, επειδή ήταν φτωχοί και πεινούσαν. Πάει ο Κοντορεβυθούλης. Τον φάγανε μια μέρα.

Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν ένα κοριτσάκι που φορούσε κόκκινο φουστάνι, κόκκινα παπούτσια, κόκκινο καλτσόν, κόκκινο βρακί, κόκκινο καπέλο κι ήταν Ολυμπιακός – Κουρέλας. Μια μέρα έβαλε σ' ένα καλαθάκι γλυκό και σπανακόπιτα με φύλλο σπιτικό να την πάει στη γιαγιά του. Στο δάσος συνάντησε το λύκο. Ο λύκος έτρωγε την Κοκκινοσκουφίτσα. Στην επαναδιήγηση δεν έλεγα ποτέ «την έφαγε». Χρησιμοποιούσα πάντα χρόνο Παρατατικό: «την έτρωγε», γιατί το να φας μια Κοκκινοσκουφίτσα ήταν μια πράξη διαρκείας. Τι σόι λύκος θα μπορούσε να είναι αυτό το θηρίο, που κάνει την Κοκκινοσκουφίτσα μια χαψιά;

Η Σταχτοπούτα, όπως μου έλεγε και η μαμά μου, ήταν ένα κοριτσάκι έξυπνο και με ωραία γαλαζοπράσινα μάτια (σαν τα δικά μου). Η μαμά του πέθανε. Ο μπαμπάς του ξαναπαντρεύτηκε μια κακιά γυναίκα που μισούσε τη Σταχτοπούτα. Της πήρε όλα τα παραμύθια και τα έκρυψε, της έσπασε όλα τα παιχνίδια και την έκοψε απ' το σχολείο. Μετά ο μπαμπάς της και η κακιά της μητριά την έστειλαν να δουλέψει σε εργοστάσιο. Όταν επέστρεφε κουρασμένη έπρεπε να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, καθάριζε το τζάκι, μαγείρευε, σκούπιζε, σφουγγάριζε και μετά έγινε και baby sitter στα αδέρφια της, που τα στέλνανε στα καλύτερα σχολεία. και της πήρανε και όλα της τα βιβλία με τις ωραίες εικόνες.

Η Χιονάτη ήταν μια πανέμορφη πριγκίπισσα με μια κακιά μητριά, που όταν έβλεπε μπροστά της τη Χιονάτη, γινόταν πράσινη απ' το κακό της, να, σαν την κουρτίνα του καθιστικού μας, και της δηλητηρίαζε τα μήλα της.

...

-Θέλω να δω το παιδί.

-Δεν μπορείς να δεις το παιδί, έχει 41 πυρετό.

Το εμπύρετο παιδί, σκυλί ατάιγο, καίτοι σχεδόν ετοιμοθάνατο απ' τον υψηλό πυρετό έπαιζε ανέμελα με τα περιεχόμενα του «Παλαιοπωλείου».

Το «Παλαιοπωλείο» ήταν ένα καλάθι με σκέπασμα, βαμμένο κίτρινο και καφέ με λαδομπογιά. Μέσα είχε φύρδην – μύγδην τους θησαυρούς μου. Οι θησαυροί ήταν κρίκοι πλαστικοί, που μου τους έφερνε η νονά μου απ' τη φαρμακευτική εταιρεία που δούλευε. Τους έκανα βραχιόλια ή τους έβαζα στο πάτωμα σε σειρά, σε σχήμα μαργαρίτας πάνω σ' ένα χαρτί και μέσα ζωγράφιζα κύκλους. Είχε αυτοκινητάκια της Matchbox, στρατιωτάκια πλαστικά ή μικροσκοπικά σήματα της Τροχαίας, που τα βάζανε δέλεαρ για την πιτσιρικαρία στο κουτί με το μουρουνέλαιο. Το «Παλαιοπωλείο» είχε ακόμα γκαζές, κουτιά από φάρμακα, άδεια μπουκαλάκια από κολώνιες, στρακαστρούκες, μια κιθάρα πλαστική με σπασμένα τέλια, ένα τυμπανάκι, ένα κουδούνι προβάτων, και σπασμένες καραμούζες.

Υπήρχαν βέβαια και οι κούκλες στα ράφια, μου ήταν όμως αδιάφορες. Όταν αποφάσιζα να «παίξω » με τις κούκλες, απλώς τις κάθιζα σε σειρά. Είχαν και ονόματα: η Κατερίνα, η Ρένα, η Κλαίρη, η Δανάη, η Έλλη. Παίρνανε το όνομα του ατόμου που μου τις δώριζε. Μόλις η κούκλα έβγαινε απ' το κουτί, η μητέρα μου έπαιρνε έναν μαύρο ανεξίτηλο μαρκαδόρο κι έγραφε στην πλάτη της κάθε κούκλας το όνομά της. Επαναστατούσα στην κακοποίηση, το έβρισκα βάρβαρο. Ποιος ο λόγος να σταμπαριστεί η κάθε κούκλα με το όνομα στην πλάτη της, αφού εγώ θυμόμουν μια χαρά τα ονόματα της καθεμιάς; Αρνιόμουν να παίξω λοιπόν με κούκλες - τροφίμους φυλακών με αριθμούς ή κρατούμενους σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Εξάλλου, να τις ντύσω δε δικαιούμουν κι έπρεπε να είναι πάντα ταχτοποιημένες στα ράφια τους.

Το ντουλάπι που είχε τα ραφτικά είχε κουτιά: Πινακάκια με γράμματα σφηνωτά, τουβλάκια της LEGO, πιανάκια, κύβους με ζωγραφιές, και κάποια κουτιά ακόμη με επιπλάκια σε μικρογραφία, κουζινίτσες, πλυντήρια από αλουμίνιο. Τα επιπλάκια τα απέρριπτα. Οι αλουμινένιες κουζινίτσες ήταν κάτι πιο οικείο με μικρά αλουμινένια σκεύη, τηγανάκια και κατσαρολίτσες και σουρωτήρια, σαν κι αυτά της γιαγιάς μου, όταν μαγείρευε το πρωί και τριγύριζα ανάμεσα στα πόδια της, για να με παίξει, να μου φτιάξει πατάτες τηγανητές, να μου κόψει ρόδια απ' τη ροδιά μας στην αυλή και να παίξουμε το «ανέβα μήλο – κατέβα ρόδι, πόσα θα πιάσω, πόσα θ' αφήσω;»

Τα πιανάκια βέβαια, τα κυβάκια και τα γράμματα ήταν άλλη υπόθεση. Στους κύβους με ενοχλούσε κάτι ακόμη: Οι εικόνες που έφεραν από γουρουνάκια. Τα γουρουνάκια ήταν ο εφιάλτης μου. Δώρο τις περισσότερες φορές της μητέρας μου. Όταν μιλούσαν με τη γιαγιά για το «λεγάμενο», είχε μια συνήθεια η μητέρα μου να γλείφει με τη γλώσσα της το πάνω χείλος, σημάδι πως θα μιλούσαν συνθηματικά. Φευ, τη συνθηματική γλώσσα έμαθα να την κατανοοώ πολύ νωρίς, αν και έκανα το κορόιδο. Ήξερα λοιπόν καταλεπτώς, πώς ο «λεγάμενος έπρεπε να φτύσει αίμα», πώς ο δικηγόρος θα τα κανόνιζε, τι καινούργια μήνυση θα σχεδιαζόταν αυτή τη φορά: απαγωγή νηπίου, γιατί ο «λεγάμενος», άργησε να με επιστρέψει την Κυριακή για δεκαπέντε λεπτά; Αντικαθεστωτικός, γιατί στο δημοψήφισμα του Παττακού, προσπαθούσε να την πείσει να ψηφίσει άλλα απ' αυτά που οι συνταγματάρχες όριζαν; Εξύβριση γιατί με τα πολλά ο «λεγάμενος» αγανακτούσε κι έριχνε πού και πού κανένα καντήλι και τους έβρισε τα θεία τους; Ή μήπως μοιχεία, γιατί δεν είχε καμιά απολύτως σημασία που δε συμβίωναν πλέον, διαζύγιο πάντως δεν είχαν. Τα γουρούνια λοιπόν συνεργάζονταν πάντα με τη μητέρα μου στον ύπνο μου για να με δηλητηριάσουν. Η μάνα μου τους προμήθευε Αεροζόλ για κατσαρίδες, αφού έγλειφε με τη γλώσσα της το πάνω χείλος κι αυτά με φλιτάριζαν. Πνιγόμουν, ξύπναγα.

Κάποιο πρωί η μητέρα μου με πήρε στο δικηγόρο της.

-Ποιον αγαπάς, πουλάκι μου πιο πολύ; Τη μαμά ή το μπαμπά; Ρωτάει ο δικηγόρος.

Δεν έβγαλα κουβέντα.

-Εμένα αγαπάει! Πετάχτηκε η μητέρα μου. Αφού κάθε βράδυ λέει «σ' αγαπώ μανούλα».

Η μάρτυς εσιώπησε κι η ετυμηγορία βγήκε με δύο ψήφους ενηλίκων έναντι μιας σιωπής νηπίου. Απεδόθη δικαιοσύνη.

Μετά είχαν ραντεβού, η μάνα μου και ο πατέρας μου για να με κρατήσει ο πατέρας μου για το Σαββατοκύριακο. Ήπια μια πορτοκαλάδα μπλε. Ύστερα περπάτησαν κι οι δυο τους μ' εμένα στο μέσον, με το ένα χέρι να κρατάω εκείνην με το άλλο τον άλλον. Μπροστά μου ήταν μια λακκούβα με λασπόνερα. Η πρώτη και μοναδική φορά που χωρίς να πουν λέξη με σήκωσαν αυτόματα κι οι δυο τους να μην βουτήξω στα νερά. Ένα σήκωμα στον αέρα, ένα πέταγμα, γέλασα, πρόλογος κι επίλογος στο παραμύθι μιας οικογένειας που δεν είχε κυρίως θέμα κι αποτελείτο από δυο μονάχα λέξεις: «Έι, χοπ!»

Οικογένεια είναι ένα «Έι, χοπ!». Σ' άλλους για να περάσουν μια λακκούβα με βρωμόνερα, σ' άλλους για να πηδάνε σε τραμπολίνο, αν και οι περισσότεροι το θέλουν για να εκτοξευτούν απ' το Καννάβεραλ μέχρι το φεγγάρι. Μερικές φορές βέβαια τα διαστημόπλοια που βαφτίζονται Challenger συντρίβονται με όλο το πλήρωμα πριν ακόμα βγουν απ' τη στρατόσφαιρα.



© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 9 Αυγούστου 2008

buzz it!

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2008

Σ' αγαπώ, γιατί θα πεθάνεις...

Είχανε όλα τ' αδέρφια νοικιάσει ένα σπίτι στην οδό Νεόφρονος στο Παγκράτι. Είχε αυλίτσα, ανέβαινες μια σκάλα, η είσοδος, απέναντι το μπάνιο με μια μπανιέρα παλαιού τύπου με ποδαράκια.

Δυο δωμάτια στα αριστερά, πρώτο το «σαλόνι», δεύτερο το δωμάτιο των κοριτσιών, βαμμένο σ' ένα πρόστυχο ροζ, δεξιά ένα μεγαλύτερο των αγοριών, τοίχοι σε χρώμα γαλάζιο. Τρία κρεβάτια σε σχήμα Π. Αριστερά του θειου μου του Ανδρέα, φοιτητή της Νομικής, μια ζωή τον θυμάμαι να κοιμάται μ' ένα φαρδύ σώβρακο με πουά, στη μέση του Διονύση, στα δεξιά του πατέρα μου.

Η θεια μου η Σπυριδούλα, αξιωματικός νοσοκόμα στο Ναυτικό Νοσοκομείο μ' έπαιρνε κάμποσες φορές τα πρωϊνά μαζί της. Μου φτιάχνανε με χαρτί ένα καπέλο νοσοκόμας και γινόμουν η ατραξιόν στους γιατρούς. Πες μας αυτό. Το έλεγα. Μετά το τάδε τραγούδι. Το τραγουδούσα. Ύστερα σλόγκαν από διαφημίσεις: «Τσιντουράτο Πιρέλλι. Σηκώνει βάρη και δεν κλατάρει.» Ή «Όλη η Ελλάδα αγαπά το λευκό. Αγαπά το ROL».

H θεια μου η Καλλιρρόη έπλενε με ROL, ενώ η γιαγιά μου η Μαρίκα με πράσινο σαπούνι. Το ROL έκανε περισσότερο αφρό και ο αφρός μου άρεσε. Σε τέτοιο σημείο, που κάθε φορά που ταξίδευα με καράβι πήγαινα και καθόμουν στην πρύμνη, έβλεπα τον αφρό απ' τα κύματα και φανταζόμουν ότι κάποιος κάνει μπουγάδα στη θάλασσα με ROL. Αν παραμέσα η θάλασσα είχε κύματα η μητέρα μου έλεγε: «Κύματα – προβατάκια». Τα συνδύαζα. Πίσω απ' το καράβι η μπουγάδα, παραμέσα τα πρόβατα. Καθαρά προβατάκια, γιατί η θάλασσα πλένει με ROL.

Οι γιατροί του Ναυτικού Νοσοκομείου επιδοτούσαν τις παραστάσεις και τις αγορεύσεις μου, πότε με σοκολάτες, πότε με καραμέλες και πότε με χρήμα. Είχα και μια σακούλα και τη γέμιζα φραγκάκια. Όταν ερχόταν και η γιαγιά η Ελένη απ' το Μεσολόγγι, η σακούλα πέρα απ' τα κέρματα που κέρδιζα απ' τις «παραστάσεις» μου, γέμιζε και με κατοστάρικα και πενηντάρικα. Ήμουν ζάπλουτη, αλλά γιαλαντζή ζάπλουτη, αφού, άμα τη επιστροφή στη μαμά τα λεφτά έπρεπε να μπουν σε κουμπαράδες, για να αποταμιευτούν, για να μην τα αγγίξω ποτέ, διότι έπρεπε να μάθω τα οφέλη της αποταμίευσης, και δώστου «φασούλι το φασούλι γεμίζεις το σακούλι» και μπλα, μπλα, μπλα και δεν υπήρχε καν τηλεόραση να μάθω από τότε την ατάκα του Αυλωνίτη ότι «φασούλι το φασούλι δε φτιάχνεις περιουσία, αλλά φασολάδα».

Όμως αίσθημα ιδιοκτησίας στη σακούλα με τα φραγκάκια είχα. Ο θειος μου ο Αντρέας το βράδυ γκρίνιαζε στη μάνα του:

-Δώσε κανένα φράγκο, θα βγω με τη Γιούλα.

Αρχίζανε:

-Η έτσι, η μπήξε, η δείξε. Που αντί να κάθεσαι να διαβάσεις να περάσεις κανένα μάθημα πας με την καθεμιά τάδε και αλλιώς. Και μάσα – ξάπλα – τεμπελιά, ρεμπεσκέ.

Καταλήγανε σε καυγά.

-Η Γιούλα δεν είναι πουτάνα. Είναι καλό κορίτσι.

-Να πας στο καλό κορίτσι τότε, να δούμε τα χαΐρια σου, ρε.

Ερχόταν ο πατέρας μου απ' τη δουλειά.

-Σοβαρευτείτε, ρε! Κοτζάμ γαϊδούρια! Αξιοπρέπεια δεν έχετε; Τι να πω πια;

-Τις είδαμε και τις δικές σου προκοπές! Που πήγες και παντρεύτηκες τη μάνα σου, να σ' έχει κάθε βδομάδα στα δικαστήρια και να παθαίνεις έλκος και να σε τρέχουμε στα νοσοκομεία!

Μετά θυμόντουσαν το παιδί.

-Σσσστ, ακούει.

Το σκηνικό άλλαζε.

Ο θειος μου ο Αντρέας ερχόταν προς το μέρος μου.

-Δε μου λες; Αν σου δώσω ένα ταληράκι, θα μου δώσεις το πενηντάρικο; Κοίτα! Το πενηντάρικο είναι χάρτινο. Σκίζεται.

'Εσκιζε ένα χαρτί, για να μου το αποδείξει.

Συνέχιζε.

-Ενώ το ταληράκι είναι μεταλλικό. Παθαίνει τίποτα; Όχι. Το ρίχνεις κάτω. Σπάει; Όχι. Έλα, ρε Λενάκι!

-Πριτς! Αφού το πενηντάρικο είναι πιο πολλά λεφτά απ' το τάληρο. Δώσε κατοστάρικο.

-Τι περιμέναμε από σένα; Παιδί του πατέρα σου! Σε λίγο θα μας λες και να σοβαρευτούμε!

-Ο μπαμπάς μου έχει δίκιο! Να σοβαρευτείτε. Κι εσύ να διαβάζεις να περάσεις κανένα μάθημα!

Καμάρι οι υπόλοιποι.


Κυριακές μεσημέρι μ' ένα ραδιόφωνο να παίζει ποδόσφαιρο. Η Παναθηναϊκάρα. Μου αγοράζει κι ο πατέρας μου μια φανέλλα με το Δομάζο και το 10.

-Τι ομάδα είσαι;

-Παναθηναϊκός.

Το ρεπερτόριο πλουτίστηκε με σλόγκαν εποχής: «Ολυμπιακοί – Κουρέλες». Μέχρι εκεί. Γιατί ένα τρίχρονο δεν μπορεί να μυηθεί και στο τι κάνουν οι μανάδες και οι αδερφές των Ολυμπιακών στο λιμάνι και στο Πασαλιμάνι. Δική τους δουλειά και θέμα αυστηρώς προσωπικό.

Μέχρι να τελειώσει ο αγώνας, ο πατέρας μου με μια τράπουλα στο χέρι έκανε μαγικά. Εξαφάνιζε τραπουλόχαρτα.

-Πωπώ! Μπαμπά είσαι μάγος!

Μετά «κατάπινε» μαχαίρια.

-Μηηη!

Από καιρού εις καιρόν, ο πατέρας μου αναστέναζε:

-Ωχ, θα πεθάνω μια μέρα...

Μ' ενοχλούσε η φράση, τσαντιζόμουν.

-Λενάκι, τον αγαπάς το μπαμπά σου;

-Πολύ.

-Γιατί; Ρωτούσε τότε ο μπαμπάς μου.

-Θα στο πω στ' αυτί να μην τ' ακούσουν οι άλλοι.

Έσκυβε.

Το ψιθύριζα πολύ σιγά, δεν ακουγόταν τίποτα.

-Δεν ακούω τίποτα. Πιο δυνατά. Γιατί μ' αγαπάς;

-Σ' αγαπώ, γιατί θα πεθάνεις.

-Γι' αυτό μ' αγαπάς; Γιατί θα πεθάνω;

Αναπηδούσε απ' τη θέση του κι οι άλλοι σοκάρονταν. Δεν καταλάβαιναν. Ούτε κι εγώ όμως καταλάβαινα. Ούτε και τώρα καταλαβαίνω.




© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 8 Αυγούστου 2008

buzz it!

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Τα Γράμματα, Οι Λέξεις - Ο, patria mia

Οι μύθοι στην οικογένεια με θέλουν να μίλησα πολύ νωρίς, πέντε μηνών. Κι ήτανε, λέει, η πρώτη μου λέξη «μπαμπά». Αυτό, κατά τις διηγήσεις της μακαρίτισσας της μητέρας μου, έγινε ως εξής:
Καθόταν ο πατέρας μου πάνω απ' την κούνια μου ώρες ατέλειωτες κι επαναλάμβανε:

-Μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά.

Η μητέρα μου τον κορόιδευε.

-Μα, τι νομίζεις ότι κάνεις;

-Κάνε δουλειά σου, της απαντούσε.

Ένα βράδυ τη σκούντησε μέσα στον ύπνο της.

-Ξύπνα, το παιδί μίλησε.

-Άει, παράτα μας, του απάντησε εκείνη.

-Λόγω τιμής, της λέει εκείνος. Το παιδί είπε «μπαμπά».

Ήρθε η ώρα να με θηλάσει. Γύρισα και την κοίταξα και είπα «μπαμπά». Τότε, λέει, παρολίγο να της πέσω απ' τα χέρια. Πήρε τον παιδίατρο τηλέφωνο, προσποιούμενη ότι είχα πυρετό. Όταν ο γιατρός με εξέταζε, αφού τη σκυλόβρισε, γιατί ήταν και φίλος οικογενειακός, γιατί τον ξεσήκωσε άδικα και με πήρε αγκαλιά, τον είπα και αυτόν «μπαμπά». Και δεν ήταν αυτό το συλλαβικό «μπα, μπα, μπα» που λένε τα βρέφη. Ήταν καθαρότατο «μπαμπά».

Ο πατέρας μου κατουρήθηκε απ' τη χαρά του και θριαμβολόγησε. Έβγαλε κόρη σαΐνι.

Μετά με φόρτωσε με βιβλία, στην αρχή παραμύθια με εικόνες μαγικές, ύστερα μυθιστορήματα.

Θυμάμαι σαν να ήταν χθες, χειμώνα στο καθιστικό, τυλιγμένη με κουβέρτα στο ντιβάνι και τριγύρω μου βιβλία ανοιχτά, τα κοίταζα σαν υπνωτισμένη.

Ύστερα, πριν ακόμη πάω σχολείο, η μητέρα μου «εφηύρε» ένα παιχνίδι. Έραβε κι επαναλάμβανε:

-Άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα, ακολουθώντας την επιτυχημένη συνταγή του πατέρα μου, αν και εκείνος δεν ήταν πια στο σπίτι.

Κάποια στιγμή εκνευριζόμουν κι έλεγα:

-Ουφ, βρε μαμά! Σταμάτα πια με το «άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα»!

Εκείνη δεν έδινε σημασία. Την άλλη μέρα συνέχιζε:

-Έψιλον, ζήτα, ήτα, θήτα.

Και την τρίτη, όλα μαζί: άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα, έψιλον, ζήτα, ήτα, θήτα.

Έτσι έμαθα το αλφάβητο πολύ πριν πάω νηπιαγωγείο.

Μετά άρχισε η γραφή.

-Έλα, γιαγιά να ζωγραφίσουμε. Και ζωγραφίζανε γράμματα. Μ' έτρωγε η περιέργεια κι η επιθυμία να συμμετέχω. Κάπως έτσι λύθηκε και το κεφάλαιο γραφή, το οποίο συνεχίστηκε με πινακάκια με γράμματα καρφωτά σα σφηνάκια και κύβους. Μετά ήταν θέμα χρόνου να αρχίσω να διαβάζω μόνη μου στην αρχή τα παραμύθια κι ύστερα μυθιστορήματα. Πρώτα τα παιδικά, ύστερα τα «απαγορευμένα» απ' τα επάνω ράφια της βιβλιοθήκης. Μετά δε με προλαβαίνανε. Σ' ένα βιβλίο για δεινοσαύρους ή για γεωγραφία έκρυβα Καραγάτση ή Ανατόλ Φρανς ή τη «Νανά» του Ζολά.

Όταν τρώγαμε κοτόπουλο, βάζαμε στοίχημα γιάντες. Εγώ θα ήμουνα υπάκουη και τακτική, αν έχανα, εκείνη, αν έχανε, θα μου αγόραζε κάποια βιβλία. Τις περισσότερες φορές έχανε. Το κόλπο ήταν απλό: Πήγαινα στο κρεβάτι με κάποιο βιβλίο, ενώ έπρεπε να κοιμηθώ και φρόντιζα να με πάρει χαμπάρι.

-Τι έχεις κάτω απ' τα σκεπάσματα;

-Τίποτα.

Τα άνοιγε. Κρατούσα σφιχτά το βιβλίο.

-Δε στο δίνω!

Το τράβαγε.

-Όχι, δε θα το πάρεις!

Θύμωνε.

-Τι έκανε λέει;

Άφηνα σιγά σιγά το βιβλίο να της γλιστρήσει στα χέρια. Έπεφτε στην παγίδα.

-Γιάντες, έχασες! (Κοστολογείτο με Παπαδιαμάντη. Όχι κι άσχημα).

Τα Σαββατοκύριακα που έβλεπα τον πατέρα μου είχα ακόμη πέντε έξι βιβλία. Αυτά που είχε συνήθως διαβάσει και δεν ήθελε να του πιάνουν χώρο πια στη βιβλιοθήκη του.


Μετά πιάσαμε τις όπερες. Τηλεόραση δεν υπήρχε, ιδιοτροπία της μητέρας μου. Ραδιόφωνο.

Τρίτο Πρόγραμμα, «Το Θέατρο της Κυριακής» και της Τετάρτης στο Πρώτο και «η Όπερα της Εβδομάδας», κάθε Πέμπτη βράδυ, ώρα δέκα. Προλόγιζε η Αθηνά Σπανούδη. Μετά σφύριζα τις μελωδίες. Άρχισα να συγκρίνω εκτελέσεις της Άννας Μόφφο ή της Τεμπάλντι στην Τραβιάτα με την αντίστοιχη της Κάλλας. Υπερτερούσαν τα πάντα υπέρ της τελευταίας. Δε συγχωρούσα τις επιφανειακές εκτελέσεις ή τις άσκοπες τρίλλιες, που δε σέβονταν το συνθέτη.

Κάποια Κυριακή, όταν με πήρε ο πατέρας μου σφύριζε, θυμάμαι το εμβατήριο από την Αΐντα, που είχε τύχει να ακούσω το προηγούμενο βράδυ. Τον κοίταξα με δέος.

-Το ξέρεις;

Με κοίταξε ειρωνικά.

-Εσύ, τι λες;

Η Αΐντα ήταν η δεύτερη όπερα που απέκτησα ολοκληρωμένη. Φυσικά, στον ομώνυμο ρόλο η Κάλλας. Κι αυτό βάσει συμφωνίας, καθιερωμένη απ' τη γιαγιά. Κάθε φορά που αρίστευα στο σχολείο (φαινόμενο σύνηθες) ή μετά από τους βαθμούς του τριμήνου, η γιαγιά η Μαρίκα καθιέρωσε ένα τελετουργικό: Μια ολοκληρωμένη όπερα με την Κάλλας. Έτσι σε τρυφερή ηλικία απέκτησα μια αξιόλογη συλλογή από όπερες.

Η Αΐντα είναι μια σκλάβα απ' την Αιθιοπία, κόρη του ηττημένου Αμονάστρο, του βασιλιά της Αιθιοπίας από το Φαραώ της Αιγύπτου. Δορυάλωτη δούλα στην κόρη του Φαραώ, την Αμνέρις και εκβιασμός στον πατέρα της. Αν σηκώσει κεφάλι εναντίον της Αιγύπτου, η Αΐντα θα πεθάνει. Η ατυχία της είναι ότι θα ερωτευτεί τον αρχιστράτηγο των αιγυπτιακών στρατευμάτων και νικητή των πολεμιστών Αιθιόπων, Ρανταμές, τον οποίο διεκδικεί και η κόρη του Φαραώ. Και η Αΐντα διχάζεται ανάμεσα στον έρωτα και στην αγάπη της στον πατέρα της.

Ο, patria mia. Ω, πατρίδα μου...

Αλήθεια, τι είναι η πατρίδα χωρίς τον πατέρα;

Χωρίς πατρίδα είσαι άπατρις. Χωρίς πατέρα τι είσαι; Και τι είναι η πατρίδα μας, μην είν' οι κάμποι... Όλα πατρίδα μας κι αυτά κι εκείνα;

Όταν ο Ρανταμές, θα φέρει στη Αίγυπτο σκλάβο και τον Αμονάστρο, τον πατέρα της Αΐντας, αυτή θα τρέξει στην αγκαλιά του.

-Non sei mia figlia! Dei faraoni tu sei la schiava! Δεν είσαι κόρη μου. Θα της πει ο πατέρας της. Είσαι η σκλάβα των Φαραώ.

Και η Αΐντα θα πεθάνει στο τέλος ά-πατρις... Immenso Ftha! Mortal, diletto ai Numi...


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 5 Αυγούστου 2008

buzz it!

Τρίτη 29 Ιουλίου 2008

ΕΠΕΙΓΟΝ ΜΗΝΥΜΑ

Σοβαροί οικογενειακοί λόγοι με υποχρεώνουν να ταξιδέψω αύριο για Ελλάδα και για χρονικό διάστημα που δε δύναμαι να προσδιορίσω. Πρόσβαση σε υπολογιστή θα είναι από δύσκολη έως αδύνατη.
Ευχαριστώ θερμά τους πάντες που συμμετέχετε στο σχολιασμό των αναρτήσεων, προσθέτοντας ο καθένας τη δική του πινελιά, ώστε κάθε ανάρτηση να μην παραμένει στην ανάρτηση, αλλά να την υπερβαίνει στα σχόλια και (μέσα στις όλες μου ιδιοτροπίες), όπου κάλλιστα μπορούμε να συνεχίσουμε κουβέντα επί σοβαρού ή να παίξουμε, ακόμη και στις παλιές αναρτήσεις, χωρίς να χρειαστεί να ανατυπωθούν, αναθεωρώντας όπου χρειάζεται. Και μέσα απ' το παιχνιδίζειν μπορούμε να καταλήξουμε σε κάτι βαθύ. Η σοβαροφάνεια είναι μόνο για τους "δήθεν". Ο πραγματικά σοβαρός έχει και χιούμορ και γνωρίζει και να διασκεδάζει τα δεινά του.
Όσοι έχετε διαβάσει όλο μου το ιστολόγιο και όλα τα σχόλια, ίσως θα έχετε αντιληφθεί ότι το πρόσωπο που βρίσκεται πίσω απ' το ψευδώνυμο Αστερόεσσα έχει παραπάνω της μιας πτυχής.
Γελάει, θυμώνει, κλαίει, σαρκάζει, παίζει, σκέφτεται, φτιάχνει παραμυθάκια και ιστοριούλες με το τίποτα, γράφει σα μανιακή, αμφιβάλλει, είναι γεροπαράξενη και φαντασιόπληκτη, είναι ανικανοποίητη, είναι τελειοθήρας, αλλά παραμένει μια αδιόρθωτη ρομαντική ξεροκέφαλη που πιστεύει ακόμη στις νεράιδες και στα πλασματάκια που μπορούν να ζουν μέσα σ' ένα κουκούτσι βερυκοκιάς και στην ομορφιά που ο καθένας κρύβει μέσα του - ακόμη και σε σπαργώσα κατάσταση, αρνούμενη πεισματικά να δεχθεί νόρμες, κλισέ και δόγματα και πολεμώντας με το δικό της τρόπο την ασχήμεια.

Με την αγάπη μου σε όλους που εμφανίζονται σχολιάζοντας και σ' αυτούς που δεν εμφανίζονται και απλώς διαβάζουν.

Ελένη Καλλιανέζου

Η παρούσα ανάρτηση θα σβηστεί από το ιστολόγιό μου, άμα τη επιστροφή μου σε ομαλές συνθήκες.

(Πιθανόν και να μην τη σβήσω τελικά, μόνο και μόνο επειδή... μου το είπε ο b|a|s|n\i/a)

Υ.Γ. O εν λεοντή θηρίου primitif αποικιακός κι εδώδιμος σπηλαιάνθρωπος μου επεσήμανε στα σχόλια ότι ξέχασα να αναφέρω μέσα στις πτυχές μου και ότι το ξύνω. Δε μας διευκρίνησε βεβαίως τι, οπότε και συμπληρώνω: Ξύνω το κεφάλι μου, να κατεβάσω ιδέες. Βοηθάει.

buzz it!

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2008

Oι Αρχικοί Σπόροι

Εκείνη.

Χειραφετημένη, ανεξάρτητη, femme fatale, με ταλέντο στην πένα και πολυγραφότατη, θυμική και παράφορη, η ψυχή των πάρτυ, ευφάνταστη, διαζευγμένη από τον κατά τουλάχιστον τριάντα χρόνια μεγαλύτερο σύζυγό της, τον οποίο και παντρεύτηκε στα 35 της, όχι από πρεμούρα για το γάμο, αλλά γιατί στη δεκαετία του ’50 οι συγγενείς και οι φίλοι την έφαγαν ότι «προορισμός της γυναίκας είναι να παντρεύεται και να κάνει παιδιά». Είχε ενδώσει στις προτροπές, μήνα Οκτώβρη του 1959 και τον παντρεύτηκε στον Ορθόδοξο Μητροπολιτικό Ναό της Βιέννης, αφού πρώτα έκανε πολιτικό γάμο στο Ρατχάουζ. Γιατί Βιέννη; Γιατί γνωρίστηκαν στη Βιέννη, εκείνος κοσμοπολίτης συνταξιούχος δημοσιογράφος, καλής οικογένειας, πρόσφυγας απ’ τ’ Aϊβαλί με τα γαλλικά του και παρέες με διανοούμενους της εποχής, bon viveur. Όταν γνωρίστηκαν, εκείνος είχε δεσμό με μια χήρα, την οποία και εχώρισε αυθωρί για τα μάτια και τα κάλλη της μαμάς μου. Επιπλέον, σε μια εκδρομή στις Αυστριακές Άλπεις, εκείνος παρολίγο να χάσει τη ζωή του σε κάτι γκρεμνά στην προσπάθεια να κόψει ένα εντελβάις για να της το προσφέρει. Εγκαταστάθηκαν στην Εκάλη και είχαν και σκυλί, τη Λάικα. Ο γάμος δεν τους φτούρησε πάνω από τρία χρόνια. Η μαμά ήθελε νύχτες χρωματιστές, που ο εις απόσυρσιν σύζυγος δεν μπορούσε να της προσφέρει. Εξάλλου, είχε μάθει να είναι το επίκεντρο της προσοχής, να σφάζονται για χάρη της, να πηγαίνει εκδρομές, να της γράφουν ποιήματα, γλύπτες να της φτιάχνουν την προτομή και ζωγράφοι το πορτραίτο, και κανταδόροι να της κάνουν καντάδες κάθε βράδυ, όταν εκείνη δεν έλειπε σε κάποιο γλέντι ή πάρτυ ή εκδρομή για να δει την ανατολή του ήλιου και κοιμόταν σπίτι της νωρίς.

***

Εκείνος.

Κατά δεκατρία χρόνια μικρότερός της. Από την επαρχία[1], απολυμένος από την Αστυνομία κατά τα Ιουλιανά, όταν τα έβαλε με τον Καραπαναγιώτη[2]. Περιοδεύων βιβλιοπώλης. Πλασιέ. Με λατρεία στα βιβλία και πολυδιαβασμένος· από αρχαίους συγγραφείς, Ιστορία, Φιλοσοφία, Λογοτεχνία, Αστρονομία, Φυσική. Άσχημος ως άντρας, ψηλός, με μεγάλο μέτωπο και μύτη γαμψή, υπέροχα χέρια, βλέμμα διεισδυτικό, δεινός ρήτορας που ήξερε να μαγνητίζει το κοινό του, εξαιρετικά ευφυής και με συνδυαστική φαντασία, ετοιμόλογος, γοητευτικός και απίστευτα ερωτικός.

***

Γνωρίστηκαν σε πάρτυ στα τέλη του ’65. Έγιναν εραστές. Το ειδύλλιο παράφορο, κάποια στιγμή αποφάσισαν να παντρευτούν.

Ο γάμος θα έβρισκε αντίθετη την οικογένειά του (κυρίως λόγω της διαφοράς ηλικίας τους) και θα αντιμετώπιζε προβλήματα, αν και φημολογείται ότι εκείνο τον καιρό διατηρούσε και ερωτική σχέση με μεγαλοεκδότρια, η οποία δε θα έπρεπε να μάθει κάτι για τη γυναίκα η οποία επρόκειτο να γίνει η μητέρα μου.

Η εποχή που αποφάσισαν να παντρευτούν, Μάρτης του 1966, έπεφτε μέσα στη Σαρακοστή, κι εκείνη την εποχή η εκκλησία δεν πάντρευε σε περίοδο Σαρακοστής. Έπειτα λοιπόν από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες να παντρευτούν στην Αθήνα, κανονίζουν να παντρευτούν στην Ελασσόνα, όπου και ο άντρας ο οποίος επρόκειτο να γίνει πατέρας μου θα ταξίδευε για δουλειές μ’ έναν συνάδελφο και με κοινό αυτοκίνητο, το αυτοκίνητο του συναδέλφου.

Η μαμά έβαλε σε μια βαλίτσα ένα κοντό λαμέ φόρεμα και παράγγειλε γόβες κεντητές με ασημοκλωστές –με τα παπούτσια είχε ψύχωση, αγόραζε τουλάχιστον δύο ζευγάρια την εβδομάδα ή παράγγελνε να της τα φτιάξουν με ειδικό καλαπόδι που ήταν φτιαγμένο στο πόδι της- και πήγε και τον βρήκε.

Ο άνδρας που επρόκειτο να γίνει ο πατέρας μου λέει στο συνάδελφό του:

-Μπορώ να έχω το αυτοκίνητο μόνος μου για σήμερα;

-Ψώνισες καμιά Λαρισινή;

-Ναι, του απαντάει εκείνος.

Πηγαίνουν στην εκκλησία, εκείνη με τα λαμέ της, εκείνος με τζην. Σ’ ένα λουστράκι του δρόμου γυάλισε τα παπούτσια του εκείνος για να είναι ευπρεπής.

Ο παπάς άρχισε τις εικασίες:

-Η κοπέλα πρέπει να είναι πλουσιοκόριτσο κι εσύ φτωχό παιδί και δε σε θέλουν;

Κρυφογέλασαν, αλλά ένευσαν «ναι», για να ξεμπερδεύουν. Βρήκαν και μια τυχαία, τη Λόλα και την έκαναν κουμπάρα.

Κάποιοι άσχετοι παριστάμενοι τους πέταξαν ρύζι και τους ευχήθηκαν καλούς απογόνους. Έριξαν και μπόλικο ρύζι μέσα στο αυτοκίνητο.

Το ρύζι όμως θα ήταν προδοτικό, και ο άνδρας ο οποίος επρόκειτο να γίνει πατέρας μου κρατούσε το γάμο κρυφό απ’ τους πάντες, άρα κι απ’ το συνάδελφο (ίσως λόγω της πιθανής του σχέσης με την εκδότρια). Πηγαίνει λοιπόν σε ένα μπακάλικο και αγοράζει σπόρους[5] διάφορους: φασόλια, φακές και ρεβύθια, πήρε μια χούφτα απ’ το κάθε είδος και τα σκόρπισε στο αυτοκίνητο.

Η γυναίκα που επρόκειτο να γίνει μητέρα μου τον ρώτησε γιατί.

-Αν με ρωτήσουν, επειδή δεν προλαβαίνω να καθαρίσω το αμάξι απ’ τα ρύζια, θα δικαιολογηθώ ότι ψώνισα τρόφιμα και μου έσπασαν οι σακούλες, της αποκρίνεται.

Εκείνη γέλασε.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα συνέχισαν τη ζωή τους κανονικά. Εκείνη δήλωσε στη δουλειά της το γάμο, και συνέχισε να μένει με τους γέρους γονείς της. Εκείνος συνέχισε να μένει στο σπίτι που είχε νοικιάσει με τ’ αδέρφια του και προσποιήθηκε ότι δε συνέβαινε τίποτα.


Aνεβασμένη σε εξωμειωτή πλώρης, ντυμένη νάυαρχος. Η «θάλασσα» πρέπει να είχε φουρτούνα, γιατί το δεξί χέρι της μαμάς μου με στηρίζει. (Ίσως από φόβο μη με πάρουν τα κύματα).

Κάθε βράδυ, ο άνδρας ο οποίος επρόκειτο να γίνει ο πατέρας μου και η γυναίκα η οποία επρόκειτο να γίνει η μητέρα μου έβγαιναν με την κοινή τους παρέα. Στο μεταξύ εκείνος είχε αποκτήσει και δικό του αυτοκίνητο, ένα Τάουνους.

Μετά από την έξοδο, εκείνος, ως ο διαθέτων αμάξι, επέστρεφε στα σπίτια τους όλες τις κυρίες (μαζί και την εκδότρια), το ίδιο όπως πρώτα, και ομοίως πήγαινε τη μητέρα μου στο σπίτι της, πρώτη απ’ όλους, κατ’ απαίτησιν της εκδότριας, που κάτι είχε αρχίσει και ψυλλιαζόταν.

Όταν τελείωνε με τις διανομές ερχόταν έξω απ’ το σπίτι της και κόρναρε. Εκείνη, συνεννοημένη από πριν, έβγαινε, έμπαινε στο αμάξι και πάταγαν γκάζι. Σταθμός κάποιο ξενοδοχείο στη Ραφήνα ή τη Χαλκίδα όπου έβγαζαν τα μάτια τους. Εκείνη μετά πήγαινε κατευθείαν για δουλειά.

Η γιαγιά, η Μαρίκα[3] αγόρασε κουφέτα να τρατάρει τις αδερφάδες της για το γεγονός, να της ευχηθούν.

Η Σμαρώ[4] γκρίνιαζε:

-Αμάν με την κόρη σου! Εμείς να μην τηνε φιλήσομε νύφη, μπρε; Τη μια μας παντρεύεται στη Βιέννη, την άλλη Ελασσόνα;

Κάθε βράδυ πάρτυ κι εκδρομή και ξενοδοχείο.

Κάποια στιγμή αποφασίζουν να κάνουν και διακοπές μαζί. Τις πρώτες τους. Πήγανε λοιπόν το καλοκαίρι του 1966 στη Σάμο κι ύστερα από μερόνυχτα πάθους αποφάσισαν, παντρεμένοι όντες, να συμβιώσουν.

Κι ήρθε εκείνος που επρόκειτο να γίνει πατέρας μου στο σπίτι εκείνης που επρόκειτο να γίνει η μητέρα μου «με ένα τρύπιο σώβρακο και τρεις κάλτσες», όπως έλεγε αυτή η οποία επρόκειτο να γίνει η γιαγιά μου. Κι όταν χειμώνιασε για τα καλά, κάποιο βράδυ, τέλη του ’66 ή αρχές του ‘67 ένα σπερματοζωάριό του συνάντησε ένα ωάριό της κι ύστερα από μήνες εννέα, ένα απόγευμα του Οκτώβρη ήρθα στον κόσμο και αντίκρυσα αυτόν που έγινε πατέρας μου και εκείνην που έγινε η μητέρα μου.
_________________________________________________________
[2] Βλέπε ανάρτηση Ο Πατέρας από το Μέλλον
[3] Βλέπε ανάρτηση Εξ Ιωνίας

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 17 Ioυλίου 2008

buzz it!