Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Ερωτευμένος Ιππόκαμπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Ερωτευμένος Ιππόκαμπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Αυγούστου 2008

Ουκ Άνευ

Ωραίος ως Έλληνας, ασυνήθιστος, αντισυμβατικός, οξυδερκής, ευφυής, μέγας θεωρητικός, εφευρετικός, δεινός ρήτορας, θυμικός και παράφορος, ευρύνους, επαναστάτης με και χωρίς αιτία, ασυμβίβαστος, ανικανοποίητος, αντιφατικός, έντονος, ετοιμόλογος, εγωκεντρικός, τρυφερός, διορατικός, χλευαστικός, ακαταπόνητος, ανταγωνιστικός, μαγνητικός, απόμακρος, γοητευτικός, αντιπρότυπο οικογενειάρχη, αιρετικός, ευσεβής και ταυτόχρονα ασεβής, πανέμορφος Άνθρωπος με βαθειές πατημασιές.


26 Ιανουαρίου 1937 - 16 Αυγούστου 2008.


Καλό ταξίδι, Συμεών!


Ave atque vale ad Romam aeternam...





© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 19 Αυγούστου 2008


buzz it!

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

O Πατέρας από το Μέλλον

________
Το Μάιο του 2006 έμεινα έγκυος. Όταν το συνειδητοποίησα προβληματίστηκα πολύ. Αφ’ ενός γιατί ήμουν πολύ λίγο χρόνο σε μια ξένη χώρα κι αφ’ ετέρου γιατί δεν είχα λύσει το βιοποριστικό. Αν και δεν ήμουν πια ερωτευμένη με το φίλο μου, αποφάσισα να κρατήσω το παιδί. Σκέφτηκα... «έχεις κάνει ήδη δυο εκτρώσεις, Ελενίτσα κι είναι κακό να πηγαίνεις κόντρα στη φύση...». Ο κυριότερος όμως λόγος που ήθελα να κρατήσω το παιδί, ακόμη κι αν ακούγεται παρανοϊκός, ήταν ότι το παιδί θα γεννιόταν κάτω από τον Αστερισμό του Υδροχόου και πάντα μου έλεγα ότι αν είναι να κάνω ποτέ παιδί, θα ‘θελα να είναι Υδροχόος.
Το γιατί χάνεται στην Ιστορία. Ποικίλοι λόγοι: Ο πατέρας μου, ο μονίμως απών – αλλά πάντοτε περιβεβλημένος την αίγλη του ινδάλματος, είναι Υδροχόος. Στον αστρολογικό μου χάρτη η
Σελήνη μου (ο ψυχισμός μου με άλλα λόγια) βρίσκεται στο ζώδιο του Υδροχόου. Και οι γνωρίζοντες από Αστρολογία ξέρουν ότι τα κύρια στοιχεία ταυτότητας στον προσωπικό ζωδιακό χάρτη του καθενός είναι ο Ήλιος μας (το ζώδιό μας δηλαδή), ο Ωροσκόπος μας και η Σελήνη μας. Ο Carl Jung προκειμένου να ψυχαναλήσει τους πελάτες του πάντοτε συμβουλευόταν και τον προσωπικό τους ζωδιακό χάρτη.

Τελικά, τη 13η βδομάδα τηε κυήσεως, πηγαίνοντας για τον προκαθορισμένο υπέρηχο, διαπιστώθηκε ότι η κύηση ήταν παλίνδρομη και το έμβρυο ήταν νεκρό στη μήτρα μου για ένα μήνα, χωρίς εγώ να έχω το παραμικρό εξωτερικό σύμπτωμα. Μου έδωσαν χάπια τοκετού και μ’ έστειλαν σπίτι να αποβάλλω εκεί. Ό,τι υπήρχε στα σπλάχνα μου το κατάπιε η τουαλέτα. Αιμορραγούσα σαν τρελή για πάνω από δυο μήνες. Δεν μπορούσα να περπατήσω και είχα χάσει τόσο πολύ αίμα που ο οργανισμός έπαιρνε αποθέματα ερυθρών από το μυελό των οστών κι είχε επηρεαστεί και η όρασή μου.

Αχ, αυτό το ζώδιο του Υδροχόου! Η
Εποχή του Υδροχόου, που σε στέλνει στο διάστημα, ο ανθρωπισμός του Υδροχόου, άριστα αντιπροσωπευόμενος από τον Αλιόσα στους Αδερφούς Καραμαζώφ, που όταν επρόκειτο για θέμα δικαίου δε χαρίστηκε ούτε και στον πατέρα του.
Κι ο πατέρας μου εξάλλου δε χαρίστηκε σε κανέναν απ’ τους δυο γονείς του, όταν πήγαν κάτι να του πουν για την Ιωάννα, τη γυναίκα του και τους έκοψε την καλημέρα για επτά χρόνια. Κι επιπλέον με τα Ιουλιανά στη δεκαετία του ’60, όταν ήταν στη Σχολή Αστυνομίας, στάλθηκε ένα μεσημέρι στο «ΤΙΤΑΝΙΑ» ως όργανο τάξης σε Φοιτητική Συνέλευση. Ξαφνικά εμφανίστηκε ο πολύς τότε Καραπαναγιώτης με πολιτικά και δυο μπράβους. (Οι παλιότεροι ίσως τον θυμούνται, ανήκε στην Αγία Τριάδα: Μπάμπαλης – Μάλλιος – Καραπαναγιώτης).
Ο Καραπαναγιώτης πήγε να πουλήσει στο γέρο μου νταϊλίκι «Ποιος είσαι, όργανον κλπ»
Ο πατέρας μου δε μάσησε. Γιατί τον ήξερε βέβαια καλά, αλλά του αντιγυρνά:
-Εσύ ποιος είσαι; Δείξε μου ταυτότητα.
Ο Καραπαναγιώτης ταυτότητα δεν είχε πάνω του, κατέφυγε στην πρακτική του τραμπούκου:
-Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;
-Όχι, του απαντάει απαθής ο Συμεών.
Τελικά με τα πολλά, το ανθρωπάριο άρχισε να ορύεται, μέχρι που ο πατέρας μου τού έβαλε το περίστροφο στον κρόταφο. Πέρασε μετά πειθαρχικό κι απολύθηκε. Στην Αθήνα του ’60, όχι η καλύτερη μοίρα για το επαρχιωτόπουλο των 25 χρονών, που με στιγματισμένο πλέον μητρώο κοινωνικών φρονημάτων έψαχνε να βρει δουλειά.
...

Gustav Klimt, Οι Τρεις Ηλικίες της Γυναίκας, λεπτομέρεια, 1905, Beethoven Frieze, Βιέννη

Το 1999, ένα μεσημέρι πήρα το αυτοκίνητο που εκείνο τον καιρό το είχα μετατρέψει σε σπίτι μου ή τροχόσπιτο, Μάης μήνας, κι αποφάσισα να πάω εκδρομή। Το πού δεν το είχα αποφασίσει. Τελικά βρίσκομαι στην Εθνική Αθηνών – Κορίνθου και τράβηξα για Επίδαυρο. Ξαφνικά είχα μια έμπνευση. Ο Δημήτρης, ένας μαθηματικός που είχα δει 2-3 φορές πριν από κάτι χρόνια, υπηρετούσε στα Μέθανα. Το απόγευμα υπέροχο, λέω μέσα μου «Ma petite Hélène, και δεν πας μέχρι τα Μέθανα, να πιεις μια μπύρα με το Δημητράκη, αν τονε βρεις (γιατί τον άνθρωπο δεν τον γνώριζα καλά και δεν ήξερα και σε ποιο σχολείο υπηρετούσε). Το πολύ – πολύ, αν νοιώσεις ότι κουράστηκες, κλείνεις ξενοδοχείο για μια βραδιά ή γυρνάς με το φέρρυ στον Πειραιά.» Όλα έμοιαζαν απίστευτα εύκολα. Φτάνοντας στην Τακτικούπολη, το χωριό πριν μπούμε στη χερσόννησο των Μεθάνων, τον παίρνω τηλέφωνο.
-Μπύρες κερνάς;
-Μετά χαράς, πότε;
-Τώρα.
-Μα είμαι στα Μέθανα.
-Κι εγώ,του λέω.
Στην παρέα κι άλλοι μαθηματικοί, συζήτηση καταπληκτική, η μια μπύρα πάνω στην άλλη, γίναμε όλοι τύφλα. Ούτε λόγος να επιστρέψω Αθήνα φυσικά. Τελικά στα Μέθανα έμεινα ολόκληρο τετραήμερο.
Με το που γυρνάω στην Αθήνα, τηλέφωνο από το Δημήτρη.
-Είμαι ερωτευμένος μαζί σου.
«Εδώ σε θέλω, κάβουρα....», λέω μέσα μου. Γιατί ναι μεν ο Δημήτρης ασκούσε επάνω μου τεράστια σαγήνη (κι ήταν και Υδροχόος), αλλά από την άλλη με περνούσε και 20 χρόνια. Δεν ήταν και λίγα. Τελικά ο έρωτας (ή τα παιχνίδια του υποσυνείδητου) υπερίσχυσαν. Μείναμε μαζί έξι χρόνια. Κι ήταν ο εμπνευστής του «
Ερωτευμένου Ιππόκαμπου» και του «Εγκωμίου ες Ουρανόν». Με το Δημήτρη παίζαμε με κουκλιά, ζωγραφίζαμε και κουβεντιάζαμε ώρες ατέλειωτες πίνοντας αμέτρητα ντεπόζιτα μπύρας. Σεξουαλικές σχέσεις είχαμε μόνο τον πρώτο χρόνο. Μετά ξαφνικά έκανα πίσω. Ίσως γιατί έμοιαζε τόσο πολύ με τον πατέρα μου, που σκιάχτηκα.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, Φεβρουάριος 2008


buzz it!

Hippocampus Guttulatus [1] σε μια μαύρη Ford.

Ψάχνοντας για βιβλία Τέχνης έπεσα πάνω στον Ανδρέα. Έφερνε λίγο στον Αλέκο Αλεξανδράκη και στη φαντασία της καταπιεσμένης παρθένας, που περίμενε υπομονετικά να κλείσει τα 18 για να ενδώσει στο φλερτ και στο συναγελασμό με τα αρσενικά ήταν κάτι σαν το Καβαφικό:

Πολίτου εντίμου υιός- / προ πάντων, ευειδής
έφηβος του θεάτρου, / ποικίλως αρεστός,
ενίοτε συνθέτω / εν γλώσση ελληνική
λίαν ευτόλμους στίχους, / που τους κυκλοφορώ
πολύ κρυφά, εννοείται- / θεοί! να μην τους δουν
οι τα φαιά φορούντες, / περί ηθικής λαλούντες-
στίχους της ηδονής / της εκλεκτής, που πηαίνει
προς άγονην αγάπη / κι αποδοκιμασμένη.

Τον είχα βαφτίσει λοιπόν στη φαντασία μου «Νέο της Σιδώνος». Ο «νέος της Σιδώνος» τραβολογιόταν με μια Αυστριακή, τη Σουζάννα, που του έψηνε το ψάρι στα χείλη, κι αυτός ήτανε δεμένος στο βρακί της. Εγώ δε σκάμπαζα γρι από αντρική ψυχολογία, κι ούτε μπορούσα τότε να καταλάβω πώς οι άντρες μπορούν με ευκολία να ποθούν γυναίκες και με την ίδια ευκολία να πλαγιάζουν πότε με τη μια και πότε με την άλλη. Νόμιζα πως επειδή του παραχώρησα την «πολύτιμον παρθενίαν μου» τα είχαμε «φτιάξει». Πέρασαν μήνες για να καταλάβω πως δεν τα είχαμε «φτιαγμένα» καθόλου και λογάριαζα ν’ αυτοκτονήσω μια μέρα του Φλεβάρη, με θεαματικό τρόπο: Θα ήτανε λέει σαράντα μέρες μετά από το τελευταίο μας ζευγάρωμα, κι εγώ νηστική θα έπαιρνα 3-4 κουτιά ασπιρίνες αφού πρώτα άκουγα την άρια της αυτοκτονίας της Μαντάμ Μπατερφλάι με την Κάλλας, όταν παίρνει το σπαθί των σαμουράι που γράφει επάνω «να πεθαίνεις τίμια, όταν δεν μπορείς πια να ζεις τίμια» και κάνει χαρακίρι.
Πικάπ δεν είχα και μια και δυο την καθορισμένη μέρα (ήτανε και Κυριακή) παίρνω το δίσκο και πάω στης φίλης μου της Μαιρούλας. Θα άκουγα λέει την άρια και μετά θα έπαιρνα τις ασπιρίνες. Και για να είμαι και εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι θα έπιανε, θα έβγαινα έξω στους δρόμους ημιζαλισμένη να με πατήσει το τρόλει.
Τελικά τα σχέδια μου τα χάλασε η μαμά της Μαιρούλας.
-Δεν έχετε λυσσάξει της πείνας, κορίτσια; Μας λέει κι ετοιμάζει μακαρονάδα.
Εγώ απ’ τη μια σκεφτόμουν την αυτοκτονία στο πλάνο, αλλά από την άλλη είχα περιπέσει και σε νηστεία μέρες πολλές και στη μυρωδιά της μακαρονάδας μου τρέχανε τα σάλια. Τελικά κάθησα κι έφαγα, κι όταν χόρτασα λέω μέσα μου «Σκατούλες! Με γεμάτο στομάχι πώς θα με πιάσουν οι ασπιρίνες;» Έτσι ανέβαλα την αυτοκτονία μου και φυσικά δε θα μπορούσα να την πραγματοποιήσω τη Δευτέρα, διότι δε θα ήμαστε πια στην τεσσαρακοστή ημέρα από το τελευταίο ζευγάρωμα με το «νέο της Σιδώνος», αλλά στην τεσσαρακοστή πρώτη.

Egon Schiele, Stehende Frau in rot, 1913
Πέρασε καιρός και γνώρισα το Γιώργο, που έμενε στα Αναφιώτικα. Η Πλάκα πάντα εξασκούσε επάνω μου τεράστια έλξη, και λόγω των αρχαιοτήτων, αλλά και λόγω των καφενέδων και των Χατζηδακικο-λογοτεχνικο-μουσικο-φιλοσοφικών μου αναφορών.
Με το Γιώργο βρισκόμαστε σε παρέες με δάσκαλους που σχετίζονταν με τη Διεθνή Αμνηστεία, το Θέατρο και την Ποίηση και πίναμε κρασί με τυρί φέτα και μια ολίγη από φασολάκια φρέσκα ή μανεστράκι, ό,τι υπήρχε κατά περίπτωση. Το ειδύλλιο με το Γιώργο κράτησε μόλις δυο μήνες. Μια μέρα μου ανακοίνωσε ότι έρχεται από τη Σκοτία η Σιόνα, η επίσημη αγαπημένη του των καλοκαιριών, με την οποία νταραβεριζόταν επτά χρόνια. Αποφάσισα να το παίξω άνετη και cool. «Α, ναι σοβαρά; Μπράβο» κλπ, κλπ, σαν μια «προχωρημένη φίλη», που έχοντας ξεπεράσει το ταμπού της Ελληνίδας «γυναικούλας», γίνεται το μεγάλο αυτί του πόνου του «εραστο-φίλου». Τελικά ο Γιώργος κατέφευγε σε μένα για να μου πει, πόσο πολύ τον βασάνιζε η Σιόνα με τη ζήλεια της και πόσο πολύ υποφέρει, κι εγώ τον συμπονούσα στ’ αλήθεια, αλλά από την άλλη δεν μπορούσα να κατανοήσω και πάλι τη φύση των ανδρών, που απ’ τη μια καταπιέζονται και δεν αντέχουν, αλλά από την άλλη αισθάνονται και ανασφάλειες, όταν τους αφήνεις αμολητούς.
***
***
Σήμερα, λόγω έλλειψης ηλιοφάνειας το μυαλό μου γύριζε συνεχώς γύρω απ’ τον Ήλιο και το Ρωμαίο αυτοκράτορα Ηλιογάβαλο, που παντρεύτηκε πέντε φορές κι έδειξε μεγάλη ασέβεια προς όλες τις θρησκευτικές παραδόσεις και τα σεξουαλικά ταμπού. Ο Ηλιογάβαλος λέει, αντικατέστησε το κεφάλι του Διός του Ρωμαϊκού Πανθέου με το κεφάλι του Deus Sol Invictus, του απόρθητου βασιλιά του Ήλιου. Κι η λέξη sol μου έφερε στο νου τη μουσική νότα σολ ή G της Ευρωπαϊκής Μουσικής Παράδοσης. Τότε θέλησα να ακούσω μουσική, κι έπεσα πάνω στον Ηλιογάβαλο με τα μπαλέτα Béjart [2].
Μαγνητίστηκα.. Η κίνηση των κορμιών των χορευτών μου θύμησε τα Γράμματα του
Erté (πρωτοπόρου της Art Deco) και κατακλύστηκα από συνειρμούς. Το κεφάλι μου γέμισε με εικόνες, τη νότα σολ και Ιππόκαμπους.
Στο μεταξύ, η ζωή τραβάει απ’ το μανίκι.... αλλά...

"Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις
εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκκαλο
με το λουρί στο σβέρκο
νάτη πετιέται από ξαρχής
κι αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό
με το καμάκι του ήλιου."

Με βάζανε και στο σχολείο να το τραγουδάω σόλο στις σχολικές γιορτές κι ήταν μεγάλο σουξέ μου. Μια αυτό, μια η ωδή του Κάλβου:

"Όσοι το χάλκαιον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται
ζυγόν δουλείας ας έχωσιν.
Θέλει αρετήν και τόλμην
-η ελευθερία."

Μου λέγανε ότι έχω Φαραντουρική φωνή. Και το τραγουδούσα σε ρε ματζόρε, ενισχυμένο κι απ’ τις καταβολές μου απ’ τη μάνα μου, που αναγεννιόταν κάθε φορά μέσα απ’ την τέφρα της, όταν όλοι τριγύρω στοιχημάτιζαν ότι θα τινάξει τα πέταλα. Βοηθάει το να έχεις μάνα, που ανήκε στο αστερισμό του Σκορπιού. Ψυχοβγάλτης μεν, αλλά κλειδοκράτορας στην πιο βαθύ Φροϋδικό ερώτημα της ζωής: γέννηση – λίμπιντος – θάνατος.
Ίσως γι’ αυτό, όταν αρνούμαι τη Διονυσιακή μου φύση και αποστειρώνω τον περιβάλλοντα χώρο, αποστερώ κι από τον εαυτό μου τη χαρά, κι όλα μοιάζουν γύρω απίστευτα ανούσια. Κοινοτοπίες, επαναλαμβανόμενα κλισέ... Και ποιος ο λόγος να ξημερώσει μια άλλη μέρα, για να ακούσεις και πάλι τα ίδια;

Το G του Erté, σαν τη νότα sol, σαν Ήλιος, σαν Ιππόκαμπος


To O του Erté

____________


[1] Στον Ερωτευμένο Ιππόκαμπο, επέλεξα για τον Ιππόκαμπο το ονοματεπώνυμο Τίτος Γουτουλάτος, γιατί guttulatus είναι είδος ιππόκαμπου, που απαντάται και στη θάλασσα της Μεσογείου. O Hippocampus Guttulatus Κολυμπά στην ανοιχτή θάλασσα μακρυά από μολυσμένα ύδατα και είναι είδος απειλούμενο προς εξαφάνιση.

[2] *Τα μπαλέτα Béjart στον Ηλιογάβαλο*

[3] Πηγή φωτογραφιών: α) Egon Schiele, Stehende Frau in Rot, β) Το G και το Ο του Erté


Συναφής ανάρτηση: Ο Ερωτευμένος Ιππόκαμπος



© Vejen, Φεβρουάριος 2008, Eλένη Καλλιανέζου

buzz it!

Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

O Ερωτευμένος Ιππόκαμπος




Η βασιλοπούλα κατέβηκε τα σκαλιά του παλατιού και βγήκε στον κήπο. Πλησίασε μια τριανταφυλλιά και μύρισε τα ρόδα της, χάιδεψε το σκυλάκι της που την ακολουθούσε κουνώντας την ουρά και κάνοντας της παιχνίδια, άνοιξε τη βαριά εξώπορτα του κήπου και βγήκε στο δρόμο.
Άφησε πίσω της το παλάτι και τους κήπους, τα σκιερά δέντρα και τα μυρωδάτα λουλούδια. Άφησε πίσω της τον πλατύ δρόμο με τις αλέες και τις μαρμάρινες βρύσες, όπου έτρεχαν νερά απ’ το στόμα λιονταριών. Άφησε πίσω της τα κιόσκια με τα σιντριβάνια στη μέση και τις λιμνούλες με τα νούφαρα. Οι επάλξεις του πύργου της μόλις και φαίνονταν αχνά στο βάθος του ορίζοντα.
Κατηφόρισε προς τη θάλασσα κι έφτασε σ’ ένα ακρογιάλι μυστικό, που χρόνια το ‘ χε καταφύγιο. Κι έδυσε ο ήλιος βάφοντας τον ουρανό με χρώματα πένθους. Κι ανέτειλε το φεγγάρι χλωμό και ατελές κι ένας κομήτης διέγραψε στον ουρανό τροχιά με την ουρά του.
Κοίταζε η Ελιάνα το χλωμό φεγγάρι και το δρόμο του φεγγαριού πάνω στα νερά. Όμως, ο δρόμος του φεγγαριού πότε ζάρωνε και στένευε και πότε απλωνόταν και μάκραινε.
Κοίταζε η βασιλοπούλα τη θάλασσα με τα νερά της. Όμως, τα νερά της θάλασσας φούσκωναν κι ανέβαιναν και μετά πάλι έπεφταν και χαμήλωνε η στάθμη τους.
-Θάλασσα, πικροθάλασσα πού έχεις κρυμμένη την αγάπη μου; στέναζε η Ελιάνα.
Μα η θάλασσα απάντηση δεν έδινε.
-Θάλασσα, γλυκοθάλασσα, πού είναι οι θησαυροί σου; ρωτούσε η βασιλοπούλα. Μα πάλι η θάλασσα έμενε βουβή.
-Μάνα μου, θάλασσα γαλάζια, όταν τα βράδια ονειρευόμουν τους βυθούς σου, ψέματα λέγαν τα όνειρά μου; θρηνούσε η βασιλοπούλα.
Σιωπηλή έμεινε πάλι η θάλασσα κι ούτε το κύμα της μπορούσε ν’ ακουστεί μήτε το τραγούδι της, σαν τα ψάρια, που μόνο ανοιγοκλείνουν το στόμα, χωρίς να βγάζουν φωνή.
Σηκώθηκε η κόρη κι έκανε να φύγει. Στο βάθος πέρα είδε το δάσος και της φάνηκε γνώριμο. Κίνησε κατακεί.
Στην καρδιά του δάσους, τα δέντρα έσμιγαν τους κορμούς τους απειλητικά σαν τείχος θεόρατο. Η Ελιάνα όμως δε φοβόταν τα δέντρα, αλλά την παρουσία των ανθρώπων.
Μέσα από μια κουφάλα, για να μη δίνει στόχο, η βασιλοπούλα ρώτησε τα δέντρα:
-Δέντρα μου γέρικα, δέντρα μου σοφά, ήμουν ελάφι πριν από κάποια χρόνια; Τα δέντρα σάλεψαν τα κλαδιά τους κι ακούστηκε το θρόισμα των φύλλων τους.
-Βατομουριές μου πυκνές με τα γλυκά βατόμουρα, πείτε μου, έχει δίκιο ο πατέρας μου ή οι γητειές που έζησα και τα μάγια που είδα; ζήτησε να μάθει η Ελιάνα. Μέσα απ’ τις βατομουριές, δυο αλεπούδες ξεπήδησαν με ορμή τινάζοντάς τες και κάνοντάς τες να λυγούν τις κορυφές τους ως το έδαφος.
-Δάσος μου πυκνό με τις κρυφές σου χάρες, ν’ ακολουθήσω τη φωνή του ελαφιού που ήμουν ή της βασίλισσας που μέλλω να γίνω; ρώτησε πάλι η βασιλοπούλα. Χαχανητά και κουδουνίσματα ακούστηκαν απ’ τις κορφές των δέντρων και πήρε την απάντηση απ’ τη φωνή ενός παιδιού, που ακουγόταν μα δε φαινόταν πουθενά:

-Όταν τα φώτα του μυαλού σου έχουν σβηστεί
και ψάχνεις δρόμο νά ‘βρεις στη ζωή σου,
στο δίλημμά σου δεν θα σου απαντήσει ο νους,
ζήτα και βρες τις απαντήσεις στην ψυχή σου…

Άστραψε τότε το πρόσωπο της ωραίας Ελιάνας κι ένα χαμόγελο πλατύ το φώτισε, λαμπρό σαν άστρο της αυγής.
Κατάκοπη απ’ το περπάτημα και νανουρισμένη απ’ τα τριζόνια και τους χουρχουλιούς αποκοιμήθηκε πάνω σ’ ένα στρώμα από φύλλα, ώσπου χάραξε η επόμενη μέρα.
___________________________
Απόσπασμα από το βιβλίο της Ελένης Καλλιανέζου, Ο Ερωτευμένος Ιππόκαμπος, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2001, Νεανική Βιβλιοθήκη

buzz it!