Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εγκώμιον ες Ουρανόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εγκώμιον ες Ουρανόν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

O Πατέρας από το Μέλλον

________
Το Μάιο του 2006 έμεινα έγκυος. Όταν το συνειδητοποίησα προβληματίστηκα πολύ. Αφ’ ενός γιατί ήμουν πολύ λίγο χρόνο σε μια ξένη χώρα κι αφ’ ετέρου γιατί δεν είχα λύσει το βιοποριστικό. Αν και δεν ήμουν πια ερωτευμένη με το φίλο μου, αποφάσισα να κρατήσω το παιδί. Σκέφτηκα... «έχεις κάνει ήδη δυο εκτρώσεις, Ελενίτσα κι είναι κακό να πηγαίνεις κόντρα στη φύση...». Ο κυριότερος όμως λόγος που ήθελα να κρατήσω το παιδί, ακόμη κι αν ακούγεται παρανοϊκός, ήταν ότι το παιδί θα γεννιόταν κάτω από τον Αστερισμό του Υδροχόου και πάντα μου έλεγα ότι αν είναι να κάνω ποτέ παιδί, θα ‘θελα να είναι Υδροχόος.
Το γιατί χάνεται στην Ιστορία. Ποικίλοι λόγοι: Ο πατέρας μου, ο μονίμως απών – αλλά πάντοτε περιβεβλημένος την αίγλη του ινδάλματος, είναι Υδροχόος. Στον αστρολογικό μου χάρτη η
Σελήνη μου (ο ψυχισμός μου με άλλα λόγια) βρίσκεται στο ζώδιο του Υδροχόου. Και οι γνωρίζοντες από Αστρολογία ξέρουν ότι τα κύρια στοιχεία ταυτότητας στον προσωπικό ζωδιακό χάρτη του καθενός είναι ο Ήλιος μας (το ζώδιό μας δηλαδή), ο Ωροσκόπος μας και η Σελήνη μας. Ο Carl Jung προκειμένου να ψυχαναλήσει τους πελάτες του πάντοτε συμβουλευόταν και τον προσωπικό τους ζωδιακό χάρτη.

Τελικά, τη 13η βδομάδα τηε κυήσεως, πηγαίνοντας για τον προκαθορισμένο υπέρηχο, διαπιστώθηκε ότι η κύηση ήταν παλίνδρομη και το έμβρυο ήταν νεκρό στη μήτρα μου για ένα μήνα, χωρίς εγώ να έχω το παραμικρό εξωτερικό σύμπτωμα. Μου έδωσαν χάπια τοκετού και μ’ έστειλαν σπίτι να αποβάλλω εκεί. Ό,τι υπήρχε στα σπλάχνα μου το κατάπιε η τουαλέτα. Αιμορραγούσα σαν τρελή για πάνω από δυο μήνες. Δεν μπορούσα να περπατήσω και είχα χάσει τόσο πολύ αίμα που ο οργανισμός έπαιρνε αποθέματα ερυθρών από το μυελό των οστών κι είχε επηρεαστεί και η όρασή μου.

Αχ, αυτό το ζώδιο του Υδροχόου! Η
Εποχή του Υδροχόου, που σε στέλνει στο διάστημα, ο ανθρωπισμός του Υδροχόου, άριστα αντιπροσωπευόμενος από τον Αλιόσα στους Αδερφούς Καραμαζώφ, που όταν επρόκειτο για θέμα δικαίου δε χαρίστηκε ούτε και στον πατέρα του.
Κι ο πατέρας μου εξάλλου δε χαρίστηκε σε κανέναν απ’ τους δυο γονείς του, όταν πήγαν κάτι να του πουν για την Ιωάννα, τη γυναίκα του και τους έκοψε την καλημέρα για επτά χρόνια. Κι επιπλέον με τα Ιουλιανά στη δεκαετία του ’60, όταν ήταν στη Σχολή Αστυνομίας, στάλθηκε ένα μεσημέρι στο «ΤΙΤΑΝΙΑ» ως όργανο τάξης σε Φοιτητική Συνέλευση. Ξαφνικά εμφανίστηκε ο πολύς τότε Καραπαναγιώτης με πολιτικά και δυο μπράβους. (Οι παλιότεροι ίσως τον θυμούνται, ανήκε στην Αγία Τριάδα: Μπάμπαλης – Μάλλιος – Καραπαναγιώτης).
Ο Καραπαναγιώτης πήγε να πουλήσει στο γέρο μου νταϊλίκι «Ποιος είσαι, όργανον κλπ»
Ο πατέρας μου δε μάσησε. Γιατί τον ήξερε βέβαια καλά, αλλά του αντιγυρνά:
-Εσύ ποιος είσαι; Δείξε μου ταυτότητα.
Ο Καραπαναγιώτης ταυτότητα δεν είχε πάνω του, κατέφυγε στην πρακτική του τραμπούκου:
-Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;
-Όχι, του απαντάει απαθής ο Συμεών.
Τελικά με τα πολλά, το ανθρωπάριο άρχισε να ορύεται, μέχρι που ο πατέρας μου τού έβαλε το περίστροφο στον κρόταφο. Πέρασε μετά πειθαρχικό κι απολύθηκε. Στην Αθήνα του ’60, όχι η καλύτερη μοίρα για το επαρχιωτόπουλο των 25 χρονών, που με στιγματισμένο πλέον μητρώο κοινωνικών φρονημάτων έψαχνε να βρει δουλειά.
...

Gustav Klimt, Οι Τρεις Ηλικίες της Γυναίκας, λεπτομέρεια, 1905, Beethoven Frieze, Βιέννη

Το 1999, ένα μεσημέρι πήρα το αυτοκίνητο που εκείνο τον καιρό το είχα μετατρέψει σε σπίτι μου ή τροχόσπιτο, Μάης μήνας, κι αποφάσισα να πάω εκδρομή। Το πού δεν το είχα αποφασίσει. Τελικά βρίσκομαι στην Εθνική Αθηνών – Κορίνθου και τράβηξα για Επίδαυρο. Ξαφνικά είχα μια έμπνευση. Ο Δημήτρης, ένας μαθηματικός που είχα δει 2-3 φορές πριν από κάτι χρόνια, υπηρετούσε στα Μέθανα. Το απόγευμα υπέροχο, λέω μέσα μου «Ma petite Hélène, και δεν πας μέχρι τα Μέθανα, να πιεις μια μπύρα με το Δημητράκη, αν τονε βρεις (γιατί τον άνθρωπο δεν τον γνώριζα καλά και δεν ήξερα και σε ποιο σχολείο υπηρετούσε). Το πολύ – πολύ, αν νοιώσεις ότι κουράστηκες, κλείνεις ξενοδοχείο για μια βραδιά ή γυρνάς με το φέρρυ στον Πειραιά.» Όλα έμοιαζαν απίστευτα εύκολα. Φτάνοντας στην Τακτικούπολη, το χωριό πριν μπούμε στη χερσόννησο των Μεθάνων, τον παίρνω τηλέφωνο.
-Μπύρες κερνάς;
-Μετά χαράς, πότε;
-Τώρα.
-Μα είμαι στα Μέθανα.
-Κι εγώ,του λέω.
Στην παρέα κι άλλοι μαθηματικοί, συζήτηση καταπληκτική, η μια μπύρα πάνω στην άλλη, γίναμε όλοι τύφλα. Ούτε λόγος να επιστρέψω Αθήνα φυσικά. Τελικά στα Μέθανα έμεινα ολόκληρο τετραήμερο.
Με το που γυρνάω στην Αθήνα, τηλέφωνο από το Δημήτρη.
-Είμαι ερωτευμένος μαζί σου.
«Εδώ σε θέλω, κάβουρα....», λέω μέσα μου. Γιατί ναι μεν ο Δημήτρης ασκούσε επάνω μου τεράστια σαγήνη (κι ήταν και Υδροχόος), αλλά από την άλλη με περνούσε και 20 χρόνια. Δεν ήταν και λίγα. Τελικά ο έρωτας (ή τα παιχνίδια του υποσυνείδητου) υπερίσχυσαν. Μείναμε μαζί έξι χρόνια. Κι ήταν ο εμπνευστής του «
Ερωτευμένου Ιππόκαμπου» και του «Εγκωμίου ες Ουρανόν». Με το Δημήτρη παίζαμε με κουκλιά, ζωγραφίζαμε και κουβεντιάζαμε ώρες ατέλειωτες πίνοντας αμέτρητα ντεπόζιτα μπύρας. Σεξουαλικές σχέσεις είχαμε μόνο τον πρώτο χρόνο. Μετά ξαφνικά έκανα πίσω. Ίσως γιατί έμοιαζε τόσο πολύ με τον πατέρα μου, που σκιάχτηκα.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, Φεβρουάριος 2008


buzz it!

Eγκώμιον ες Ουρανόν ή Τα Όνειρα του Φρήντριχ Βίλχελμ Χέρσελ.

[… -Οι άνθρωποι έχουν άστρα, μα δεν είναι τα ίδια για όλους. Για εκείνους που ταξιδεύουν, τ’ άστρα είναι οδηγοί. Για άλλους είναι μόνο μικρά φωτάκια. Για τους σοφούς είναι προβλήματα. Για τον επιχειρηματία μου ήταν χρυσάφι. Όλα όμως αυτά τ’ αστέρια σωπαίνουν. Εσύ, μόνο εσύ, θα έχεις άστρα που δεν τα ‘ χει κανένας…
-Τι θέλεις να πεις;
-Όταν θα κοιτάζεις τον ουρανό, τη νύχτα, κι αφού εγώ θα γελώ σ’ ένα απ’ αυτά, για σένα λοιπόν θα είναι σα να γελούν όλα τ’ αστέρια. Εσύ θα έχεις άστρα που ξέρουν να γελούν!]
Antoine de Saint – Exupéry, “Ο Μικρός Πρίγκιπας’’, Μτφρ. Στρατή Τσίρκα, Εκδόσεις «Ηριδανός», Αθήνα 1983.

***

Ο Φρήντριχ Βίλχελμ Χέρσελ ήταν σίγουρα πνεύμα ανήσυχο. Αυτό όμως που έκανε την οικογένειά του να ανησυχεί και ιδιαίτερα τ’ αδέρφια του, τον Γιάκομπ και την Καρολίνε, ήταν η τελευταία του αφηρημάδα. Ξεχνούσε να φάει, δεν έδινε σημασία στις συζητήσεις και περνούσε ώρες πολλές μόνος του στο παρατηρητήριό του, στη σοφίτα του σπιτιού. Ακόμη και την ώρα του απογευματινού καφέ, ανάμεσα στις ασκήσεις φωνητικής και στις χαρούμενες φλυαρίες της Καρολίνε, εκείνος αρεσκόταν να τοποθετεί τα βουτήματα σε κύκλους γύρω απ’ την καφετιέρα και να παίζει σαν παιδί, κάνοντάς τα να κινούνται κυκλικά, κι αλλάζοντας κατά διαστήματα τις αποστάσεις μεταξύ τους. Σα να προσπαθούσε να εφαρμόσει το νόμο του μαθηματικού Τίτιους, όπως τον είχε δημοσιεύσει ο αστρονόμος Μπόντε εννέα χρόνια πριν στα κουλουράκια, για να προσδιορίσει την απόσταση των πλανητών, αδιαφορώντας για τα ψίχουλα που γέμιζαν το τραπεζάκι – και που σίγουρα θα έκαναν την κυρία Χαλς, που καθάριζε το σπίτι, να παραπονιέται περισσότερο απ’ το συνηθισμένο.
Εκείνο το απόγευμα του Μαρτίου, πέταξε μακριά το νοτισμένο απ’ την αγγλική υγρασία πανωφόρι του, άφησε στην άκρη την περούκα του που ο αέρας είχε αναστατώσει, πήγε βιαστικός στο γραφείο, άνοιξε το ημερολόγιό του κι έγραψε:

«…13 Μαρτίου 1781
0, 3 , 6 , 12, 24, 48, 96, 192, 384, 768
S^9 = α1 (λ^ν –1 ) / λ-1 ... ν = 9, α1 =3, λ =2
Οπότε για εννέα πλανήτες έχω:
S^9= 3 ( 2^9 – 1) / 2-1 = 1533 + 4 = 1537 : 10 = 153,7
Δε νομίζω τελικά ότι πρόκειται για κομήτη…»

Κατόπιν κατέγραψε σ’ έναν χοντρό δερματόδετο τόμο κάποιες ακόμη παρατηρήσεις του σχετικά με το ύψος κάποιων ακόμη σεληνιακών ορέων, άφησε στην άκρη το φτερό κι έβγαλε τα γυαλιά του. Βημάτισε στο δωμάτιο τρίβοντας και χνωτίζοντας τα δάχτυλά του και ξάπλωσε στο ντιβανάκι του γραφείου.
Μπροστά του άρχισαν να χορεύουν αριθμοί, που μόνοι τους τοποθετήθηκαν σε πεντάγραμμο κι εμφανίστηκαν τυπωμένοι σε μια παρτιτούρα που φαινόταν να μην έχει τέλος. Πάνω απ’ τη σύνθεση ήταν γραμμένη η φράση: «Τοκκάτα και Φούγκα του Μακρόκοσμου», ήταν όμως γραμμένη σε μια περίεργη κλίμακα που ακολουθούσε αντιστικτικούς κανόνες οι οποίοι του ήταν ολότελα άγνωστοι. Καμιά σχέση με την musica mundana, όπως την περιέγραφε ο Κέπλερ στο πέμπτο βιβλίο των “Harmonices mundi”, την αρμονία με άλλα λόγια του κόσμου των σφαιρών, των εποχών και του σύμπαντος× όλα αυτά εξάλλου του ήταν γνωστά ήδη από τα παιδικά του χρόνια, όταν ο πατέρας, με ύφος γλυκύ, μυούσε τα παιδιά του στα μυστικά της μουσικής και της αστρονομίας, δίπλα στο τζάκι με τις φλόγες που χόρευαν, στο σπίτι τους στο Αμβούργο. Ο πατέρας αρεσκόταν συχνά να επαναλαμβάνει στα παιδιά του την αγαπημένη ρήση του Schütz πως «η μουσική είναι ανάμεσα στις ελευθέριες τέχνες όπως ο Ήλιος μεταξύ των επτά πλανητών». Οι διδασκαλίες αυτές του πατέρα του σημάδεψαν την ψυχή του, κι έτσι ο Φρήντριχ Βίλχελμ έμεινε και στην υπόλοιπη ζωή του να αιωρείται ανάμεσα σε μια άποψη για τη μουσική απ’ τη μια μυστικιστική και πυθαγόρεια, κι απ’ την άλλη στην καθαρότητα και τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της κλασικιστικής παράδοσης του διαφωτισμού -παρά τη γοητεία που ασκούσε επάνω του το αισθηματικό ύφος της σύγχρονής του Σχολής του Μανχάιμ και το εύληπτο, μελωδικό ύφος του Σκαρλάτι και του Τέλεμαν-. Ξύπνησε και κοίταξε με το τηλεσκόπιό του τον ουρανό. Δεν είχε ακόμη πέσει σκοτάδι και τα παράτησε.
Έριξε μερικά κάρβουνα στην πορσελάνινη σόμπα και την ένοιωσε να πυρώνει. Χαμογέλασε σαν υπνωτισμένος κοιτάζοντας το δωμάτιο, χωρίς να το βλέπει. Απ’ το σαλόνι ακουγόταν η φωνή της Καρολίνε να τραγουδά την άρια της Ευρυδίκης απ’ τον «Ορφέα» του Γκλουκ συνοδεύοντας τον εαυτό της στο τσέμπαλο. Κατέβηκε στην κουζίνα, διάλεξε ένα κολονάτο ποτήρι με φύλλα αμπέλου χαραγμένα στο κρύσταλλο κι έναν μικρό Διόνυσο, το γέμισε κόκκινο κρασί κι ανέβηκε στη σοφίτα. Ήπιε δυο τρεις γουλιές και ξαπλώθηκε στην κουνιστή πολυθρόνα δίπλα στη σόμπα, ρίχνοντας μια μικρή κουβέρτα στα πόδια του.
Έκλεισε πάλι τα μάτια του κι είδε φεγγάρια και πέρα απ’ αυτά έναν άνθρωπο ψηλό και γέροντα, με έντεκα στέμματα στο κεφάλι και τα παιδιά του ολόγυρά του -παιδιά όμορφα και παιδιά τέρατα μιας φυλής εξωανθρώπινης- . Και χόρευαν τα παιδιά γύρω απ’ τον πατέρα και στρέφονταν γύρω απ’ τον εαυτό τους, όπως ακριβώς του είχε διηγηθεί ο κύριος Γουάτσον, ο ιδρυτής της φιλοσοφικής Εταιρείας του Μπαθ, που ήταν πέραν όλων των άλλων και πολυταξιδεμένος, πως χορεύουν κάποιες φυλές Ινδιάνων στο Νέο Κόσμο. Δεν του ήταν βολετό να κρίνει τι είδους εξουσία ασκούσε ο γέροντας, πολλά όμως απ’ τα παιδιά του φαίνονταν να τυραννιούνται όντας τέρατα, σαν κάτι να τα εξανάγκαζε να χορεύουν δίχως σταματημό, για να κερδίσουν την συμπάθεια αυτουνού που τα γέννησε, κι όχι την περιφρόνηση που τους έδειχνε × όμως μάταια, τίποτα δε μαρτυρούσε πως θα μπορούσε να τον εξευμενίσει. Και πρόσφεραν όλοι φρούτα και καρπούς της γης σε καλάθια από λυγαριά κι άλλα ο γέροντας δεχόταν κι έτρωγε απ’ αυτά, κι άλλα τα πέταγε στην άκρη να σαπίσουν. Στο τέλος του χορού, ο μεγαλύτερος γιος μ’ ένα χρυσό δρεπάνι θέρισε το μόριο του πατέρα και ούρλιαξε ο γέροντας κι έπεσε απ’ το θρόνο του και καταβαραθρώθηκε. Και κυλιόταν εκείνος στο πλευρό κι έπεσε η ανδρική του ρώμη στη θάλασσα κι απ’ τους αφρούς γεννήθηκε μια γυναίκα όμορφη σαν αίμα και σα θάλασσα.
–« Κυθήρεια…» ψιθύρισε ο Χέρσελ κι άνοιξε τα μάτια.
Εκείνο το ίδιο βράδυ του Μαρτίου ο Βίλχελμ Χέρσελ ανακάλυψε την τροχιά ενός καινούργιου πλανήτη που τον ονόμασε ‘αστέρι του Γεωργίου’, προς τιμήν του βασιλιά της χώρας που τόσα χρόνια τον φιλοξένησε και του πρόσφερε απλόχερα ό,τι θα μπορούσε να επιθυμήσει η ψυχή του. Επρόκειτο για τον ίδιο πλανήτη που σύγχρονοί του αστρονόμοι θα καλούσαν εφεξής Ουρανό, και που αυτός θα αρνιόταν πεισματικά να τον ονομάσει μ’ αυτό το όνομα, μέχρι το τέλος της ζωής του. Μολαταύτα, το όνειρο που είχε δει πριν λίγο τον έκανε να παρατηρήσει καλύτερα το στέμμα του εκπεσόντος πατέρα Ουρανού στο διάδοχο γιο, τον πλανήτη Κρόνο, κι έτσι χάζευε για ώρα πολλή τους δακτυλίους του.
Την επομένη όλοι μιλούσαν για την ανακάλυψη, κι ήπιαν στην υγειά του Χέρσελ και του Διευθυντή του Αστεροσκοπείου της Αυτού Μεγαλειότητας, του Μάσκελυν, ενώ δεν παρέλειψαν να κάνουν πρόποση και για τον Χόρνσμπυ, το διευθυντή του Αστεροσκοπείου της Οξφόρδης. Κάποια χρόνια αργότερα θα ανακάλυπταν ότι ο έβδομος πλανήτης, ο Ουρανός, ήταν γαλάζιος σαν ουρανός, πιο πολύ γαλάζιος κι απ’ τη γη όπως τη βλέπει ένας ταξιδιώτης τ’ ουρανού.
Μεθυσμένος απ’ το κρασί και τη χαρά της ανακάλυψης ο Χέρσελ πλάγιασε ευτυχισμένος. Ανακάλυψε πως το κορμί της Σάρας είχε κι άλλες στρογγυλάδες κι αναρωτιόταν πώς δεν τις είχε προσέξει τα δέκα χρόνια τώρα που εκείνη μοιραζόταν το κρεβάτι του. Έπεσε σε έκσταση πρωτόγνωρη, και στην ίδια έκσταση αποκοιμήθηκε.
Κι ήταν άραγε η έκσταση ή τ’ όνειρο πως είχε τάχα βρέξει παντού πορτοκάλια… Χωριά ολόκληρα είχαν ταφεί κάτω από βουνά πορτοκαλιών. Ένα κορίτσι στα δεκατρία κι ένα εικοσάχρονο αγόρι βρήκαν κι αυτοί θάνατο εξ’ ουρανού εν ώρα συνουσίας. Τα σώματα των δυο παιδιών όπως φαίνονταν σε κοντινό πλάνο ήταν γεμάτα μώλωπες, και τα πρόσωπά τους είχαν πάρει μιαν όψη χρυσαφιά απ’ τις ανταύγειες του πορτοκαλοχυμού στον ήλιο και από τα ανοιγμένα στα δυο πορτοκάλια τριγύρω, καρπός αστράπτων, καρπός που η μυρωδιά του φέρνει στο νου υγιή βρέφη, καρπός ως πλαίσιο στον ωραιότερο πίνακα που απεικόνισε ποτέ τη σχέση ανάμεσα στον έρωτα και στο θάνατο.

***

Το τελευταίο όνειρο του Βίλχελμ Χέρσελ έμελλε να ταλαιπωρήσει ένα νεαρό κορίτσι, την Εύα, κοντά διακόσια δέκα χρόνια μετά. Στύβει πορτοκάλια για τη μάνα της που ισχυρίζεται πως ο γιατρός της σύστησε να πίνει βιταμίνες σε φυσική μορφή και βρίζει. Δυο χρόνια μετά οι ειδήσεις στην τηλεόραση έδειξαν ένα χωριό της Πελοποννήσου που οι βρύσες του έτρεχαν αντί για νερό πορτοκαλάδα. Αιτιολογία του γεγονότος κάποιοι τόνοι εσπεριδοειδών της Αργολίδας που δεν απορροφήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και αναπαύτηκαν εν ειρήνη σε χωματερές.
Πέρασαν κάποια χρόνια. Το ίδιο κορίτσι, γυναίκα πια ζευγαρώνει με τον Αλέξανδρο σε μια παραλία των Μεθάνων, κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό. –«Σ’ αγαπώ, Ουρανέ μου», του ψιθυρίζει την ύστατη στιγμή κι αυτός εκσπερματίζει έναν καινούργιο γαλαξία.
Έπρεπε να έρθει η πανσέληνος του Αυγούστου του 2000, για να ονειρευτεί η Εύα τον Χέρσελ να ονειρεύεται εκείνη. Την ονειρευόταν τη νύχτα της 14ης Μαρτίου του 1781 να ονειρεύεται εκείνον την αυγουστιάτικη Πανσέληνο του 2000.
-Αυτό που με προβληματίζει, έλεγε η Εύα στον Αλέξανδρο την επαύριο, είναι αν υπάρχουν ρήγματα στο χρόνο. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, δεν υπάρχει παρόν, δεν υπάρχει παρελθόν, δεν υπάρχει μέλλον. Τότε ο Παρατατικός επεμβαίνει στον Μέλλοντα δυναμικά κι εμείς αλλάζουμε την κατά αξίωμα δοσμένη ιστορία. Ίσως παραλογίζομαι απ’ το μεθάνιο που εκλύεται κατά ποσότητες στην περιοχή καθιστώντας τα νερά των Μεθάνων ιαματικά, σκέψου όμως πως και ο πλανήτης Ουρανός αποτελείται κι αυτός από υδρογόνο, ήλιο και μεθάνιο, τα πρωταρχικά στοιχειακά δηλαδή, της αρχέγονης συμπαντικής σούπας που δημιουργεί ζωή.
-Αν ο Χέρσελ ονειρευόταν εμένα που ονειρευόμουν εκείνον είναι ψευδαίσθηση εκείνος ή εγώ; συνέχισε με τα μάτια της να γυαλίζουν, σα να ‘χε πυρετό. Κι είμαστε πραγματικότητα ή μέρος ενός καλοσκηνοθετημένου ονείρου μιας διάνοιας ύπουλης και κατεργάρας;
Εκείνος της απάντησε ότι παρόμοιοι αντιφατικοί συλλογισμοί ενσωματώνονται σε διαφορετική μορφή στα μαθηματικά παράδοξα του Ζήνωνα και στα σοφίσματα που χρησιμοποιεί ο Λιούις Κάρρολ στην «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων».
Όταν πάλι ζευγάρωσαν πάνω στα μαύρα ηφαιστειογενή βότσαλα, πάλι εκείνη του ψιθύρισε στ’ αυτί εκείνο το «Σ’ αγαπώ - Ουρανέ μου». Τούτη όμως τη φορά, ο Αλέξανδρος δεν ήταν καθόλου σίγουρος, αν αυτό το «Ουρανέ μου» αναφερόταν σ’ εκείνον, στο στερέωμα ή στον πλανήτη Ουρανό. Κι έμεινε με την απορία του.

***

Όταν ξημέρωσαν οι Ειδοί του Μαρτίου του 1781, ο Βίλχελμ Χέρσελ ήξερε πως την ίδια μέρα το 44 π.Χ. δολοφονήθηκε ο Ιούλιος Καίσαρας. Ήξερε πως δυο μέρες πριν είχε μάλλον κάνει την ανακάλυψη ενός νέου πλανήτη κι ότι τ’ όνομά του θα γραφόταν στα αστρονομικά χρονικά. Ήξερε επίσης ότι το προηγούμενο βράδυ είχε κάνει έρωτα με την καμαριέρα της κυρίας Πιτ και πως ονειρεύτηκε μια νεαρή γυναίκα να τον ονειρεύεται διακόσια είκοσι χρόνια μετά. Ένα μυαλό σαν το δικό του, τόσο τετράγωνο και διαποτισμένο απ’ το ρασιοναλισμό της εποχής δεν θα του επέτρεπε ποτέ να δώσει περισσότερη σημασία στο όνειρο.


__________________________

Ελένη Καλλιανέζου, από το βιβλίο
«13 Νέοι Συγγραφείς», Εκδόσεις Νεφέλη, 2002
__________________________
Ο βίος και η πολιτεία αυτού του μικρού διηγήματος είναι λίγο περίεργος. Στις 26 του Οκτώβρη του 2000 έλαβα ένα τηλεφώνημα από τα Ελληνικά Γράμματα να προχωρήσουμε σε έκδοση του "Ερωτευμένου Ιππόκαμπου". Θυμάμαι την ημερομηνία καλά, γιατί ήταν τ' Αη Δημητριού και γιόρταζε ο τότε καλός μου.
Την επομένη, έπεσε στα χέρια μου το ένθετο της Ελευθεροτυπίας "Βιβλιοθήκη". Προκηρυσσόταν διαγωνισμός για νέους συγγραφείς, ο οποίος και εξέπνεε στις 31 Οκτωβρίου. Το αγνόησα, εξάλλου εκείνο τον καιρό διάβαζα μετά μανίας αστρονομία. Άφησα το Σαββατοκύριακο να περάσει. Ο Δημήτρης στο μεταξύ να με τσιγκλάει, γράψε και γράψε, να γράψω τι και με τι θέμα δεν ήξερα, οπότε του απαντούσα "αμάν, ρε παπάκι, παράτα μας", αλλά λέγε- λέγε το κοπέλλι κάνει την κοπελλιά να θέλει...
Τελοσπάντων, Δευτέρα 30 Οκτωβρίου τηλεφωνώ στην Ελευθεροτυπία να μάθω λεπτομέρειες, πέφτω πάνω στον ίδιο το Φυντανίδη, ο οποίος προφανώς πρεσσαρισμένος και εκνευρισμένος, μόνο που δε με έστειλε στον αγύριστο, απορώντας με το ούφο που του τηλεφωνούσε.
Laptop δεν είχα, μου είχε πέσει στο πάτωμα και αποδήμησε στην κόλαση των κομπιούτερ, οπότε πάω το βράδυ σε ένα Internet-Café και σκάρωσα τούτο εδώ, εν μιά νυκτί. Το έστειλα στο τσακ στην Ελευθεροτυπία και ξέχασα τα πάντα επ' αυτού.
Ιούνιος 2001, πάλι ο Δημήτρης να μου τηλεφωνεί σε παραληρηματική κατάσταση "παπάκι, είσαι ανάμεσα στους 13 που κέρδισαν". Το υποφαινόμενο "παπάκι" τα 'χασε. Τον Ιούλιο του 2001 δημοσιεύτηκε και στην Ελευθεροτυπία με τα απαραίτητα τυπογραφικά: Ο Oυρανός είχε 13 στρέμματα αντί στέμματα στο κεφάλι, 13 στρέμματα τι; Αγκινάρες; Η αναφορά είναι στο μύθο του τιτάνα Ουρανού, όταν ο γιος του Κρόνος, αμφισβητώντας την πατρική εξουσία θα τον ευνουχίσει. Ο μύθος λέει ότι όταν τα γεννητικά όργανα του Ουρανού έπεσαν στη θάλασσα, γεννήθηκε η Αφροδίτη, η θεά της ομορφιάς. Ακριβής τόπος δεν προσδιαρίζεται, αλλά οι προσφιλέστερες εκδοχές του μύθου τη θέλουν να γεννιέται στις θάλασσες της Πάφου, στην Κύπρο (βλέπε νησί Αφροδίτης) ή στις θάλασσες των Κυθήρων. (Πίστευα ότι η αλληγορία θα ήταν και ευκόλως κατανοητή, εννοούσα φυσικά τους δορυφόρους του, αλλά ως φαίνεται, οι τυπογράφοι δε χαμπαριάζουν από αλληγορίες, οπότε τους έστειλα κι εγώ χαιρετίσματα με το πουλί τ' αηδόνι).
Δυο χρόνια μετά, όλως τυχαίως από το Internet, μαθαίνω ότι συμπεριλήφθηκε σε βιβλίο που έβγαλαν οι Εκδόσεις Νεφέλη μαζί με τα υπόλοιπα 12 διηγήματα που διακρίθηκαν στο διαγωνισμό. Όλο λέω να κάνω μια βόλτα από τις εκδόσεις Νεφέλη να πάρω το περίφημο βιβλίο στα χέρια μου, όλο κάτι τυχαίνει και το ξεχνάω.
Από την άλλη λέω, κι αν δω πάλι στρέμματα στο κεφάλι του Ουρανού και με πιάσουνε δαιμόνια; Άντε μετά να εκπληστηριάζεις τα δαιμόνιά σου...
...Για να είμαι ειλικρινής μια ζωή απαξίωνα αυτά που έγραφα. Η άποψή μου για το κείμενο εκπορεύεται από την ίδια την ετυμολογία της λέξεως κείμενο > εκ του ρήματος κείμαι. Άρα, φιλοσοφικώς, από τη στιγμή που δημοσιεύεται, είναι νεκρό (τουλάχιστον για το γράφοντα), ήδη το έχει ξεπεράσει και πάει για κάτι άλλο. Η δύσκολη και άτιμη ώρα είναι όταν γυρεύει η ψυχή σου την έμπνευση και νοιώθεις στέγνωμα. Η έλλειψη του έρωτος (σε πολλαπλά επίπεδα). Μόνο με έρωτα δημιουργούμε. Αυτή η ρημάδα η έννοια μας στοιχειώνει είτε με την παρουσία της είτε με την απουσία της.

Στο Δημήτρη χρωστάω ένα ακόμη ευχαριστώ. Ως μαθηματικός, ήταν αυτός που συνέβαλε στη διατύπωση των μαθηματικών τύπων που ο Χέρσελ υποτίθεται ότι έγραψε στο σημειωματάριό του. Για τα λοιπά βιογραφικά στοιχεία του Χέρσελ στηρίχτηκα σε πηγές και σε ιστορικά στοιχεία της εποχής. Δε γνωρίζω ωστόσο, αν είχε κάποια ερωμένη, πολλώ δε μάλλον, αγνοώ το όνομά της.
Κι όσο για το περιστατικό με τις βρύσες να τρέχουν πορτοκαλοχυμό στην Αργολίδα, το είχα γράψει στο προσωπικό μου ημερολόγιο το 1987 σε τύπο ονειροδράματος. Ανατρίχιασα πολλά χρόνια αργότερα, όταν άκουσα από το δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση ότι όντως στην Αργολίδα οι βρύσες έτρεχαν για κάποιες μέρες πορτοκαλοχυμό αντί νερού και αιτία ήταν πράγματι πορτοκάλια που δεν απορροφήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και θάφτηκαν σε χωματερές. Το ρασιοναλιστικό μου κομμάτι δηλώνει ότι δεν έχω προφητικές ικανότητες.

Ελένη Καλλιανέζου

buzz it!