Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Βρίσκοντας στο σπίτι πενταράκια, γριούλες, γεροντάκια που δεν έχουνε δοντάκια...

Επείγει να κερδίσω ένα λαχείο. Όχι για τίποτα σπουδαίο, να για τα απαραίτητα. Και για να οργανώσω το σπίτι μου, να φτιάξω βιβλιοθήκες κλπ. Γιατί όλο βρίσκεις και βρίσκεις πράγματα...

Το 1973 κάποιες μητέρες συμμαθητών μου κάθησαν και μάζεψαν λαϊκά παραμύθια, τα διασκεύασαν και τα εικονογράφησαν με μοτίβα από την Ελληνική Παράδοση και μυκηναϊκά ή μινωϊκά αγγεία, γεμίζοντας τις σελίδες με ναυτίλους, Αργοναύτες, σπείρες, χελώνες και καράβια. Μινιμαλιστικά, χρωματιστά, λιτά. Και τα έβγαλαν σε βιβλίο με τίτλο "17 Ελληνικά Λαϊκά Παραμύθια", Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήναι 1973. Το βρήκα πάλι σήμερα κι έπεσα σε ένα λαϊκό παραμύθι, ξαναγραμμένο με πολύ μεράκι απ' τις Αντιγόνη Ρίζου - Βαϊάνη και Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου. Του άλλαξα μόνο την ορθογραφία. Και σηκώνει πολλαπλές αναγνώσεις και από ενηλίκους:



Το Πενταράκι.

Μια φορά κι ένα καιρό, σ' ένα μακρινό χωριό, ζούσανε δυο γεροντάκια: ο γερούλης κι η γριά. Απ' τα χρόνια τα πολλά δεν είχανε πια δοντάκια. Είχαν μόνο λίγες τούφες άσπρα, κάτασπρα μαλλιά.

Ήτανε πολύ φτωχοί και για να 'χουνε φαΐ, πήγαινε κάθε πρωί η καημένη η γριούλα στου χωριού την εκκλησιά, για ν' ανάψει τα καντήλια, να μαζέψει τα κεριά, να σκουπίσει, να φροντίσει να 'ναι πάντα καθαρή. Κι οι καλοί συχωριανοί όλο και καμιά δραχμούλα της αφήναν στην τσεπούλα. Κι έτρεχε η γριά στο φούρνο κι έπαιρνε λίγο ψωμί.

Καθώς σκούπιζε μια μέρα στην αυλή της εκκλησιάς, βρίσκει ένα πενταράκι!

-Αχ!, σ' ευχαριστώ, Θεέ μου! είπε με χαρά η γριά. Να κι εγώ που βρήκα κάτι! Που 'χα τύχη μια φορά! Θα χαρεί το γεροντάκι και θα φάμε μια χαρά!

Κι έδεσε το πενταράκι μ' ένα κόμπο στο μαντήλι. Μπήκε μες στην εκκλησιά, άναψ' το στερνό καντήλι και τρεχάτη βιαστικά, πήγε για να πει στο γέρο στην αυλή τι είχε βρει!

Μόλις τ' άκουσε ο γέρος, έσπασε την κεφαλή του για να βρει τι ν' αγοράσουν. Λέει τότε η γριά:


-Ν' αγοράσω καρυδάκια;

Μα ο γέρος απαντά:

-Θα πετάξεις τα τσοφλάκια και δεν έχεις και δοντάκια!

Λέει πάλι η γριά:

-Ν' αγοράσω μυγδαλάκια;

Μα ο γέρος απαντά:

-Θα πετάξεις τα τσοφλάκια και δεν έχεις και δοντάκια.

Ξαναλέει η γριά:

-Ν' αγοράσω φουντουκάκια;

Μα ο γέρος απαντά:

-Θα πετάξεις τα τσοφλάκια και δεν έχεις και δοντάκια.

Τότε λέει η γριά:

-Ν' αγοράσουμε μελάκι!

Μα ο γέρος πάλι λέει:

-Θα κολλήσει στο πιατάκι.

-Θα κολλήσει στο πιατάκι, μα θα φάμε και λιγάκι!, λέει με πείσμα η γριά.

Κι αγοράσανε μελάκι! Πού να ξέρανε αλήθεια πως θα βρουν πολύ μπελά! Πήγε ο γέρος για να φάει, λαίμαργα και βιαστικά, με το στόμα του στο πιάτο! Και η μούρη του κολλά!

Πάει κι η γριά, κολλά...
πάει ο σκύλος και κολλά...
πάει η μύγα και κολλά...
πάει η κότα και κολλά...
πάει η κατσίκα και κολλά...
πάει ο γάιδαρος, κολλά...

Τι να κάνουν οι καημένοι, τράβαγε απ' τη μια ο ένας, κι ο άλλος τράβαγε απ' την άλλη. Μα κανένας δεν μπορούσε τη μουρίτσα του να βγάλει. Κι ήταν όλοι τους για γέλια, έτσι που ήταν μαζεμένοι, κολλημένοι με τα μέλια!

Μα στο τέλος δυνατά, δίνει μια γερή κλωτσιά ο Ψυρρής ο γαϊδαράκος. Και ξεκόλλησε ο γεράκος! Δίνει τότε άλλη μια, και ξεκόλλησε η γριά! Ξανακλώτσησε και πάλι και ξεκόλλησαν κι οι άλλοι. Μα από τότε η γριά με τον λαίμαργο γεράκο, το μελάκι απ' το πιάτο το 'τρωγαν με το κουτάλι!



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen (προφέρεται Βάιν) 2 Απριλίου 2009, παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου και 204 χρόνια από την ημέρα γέννησης του Δανού παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και με δανέζικη προφορά Χανς Κγέστιαν Άν[ε]σεν ή εν συντομία Χω Σε Άν[ε]σεν.

buzz it!

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Οπτικές Απάτες και Πολυπλευρικότητα της Αλήθειας, Αρμονίες, Δυσαρμονίες και Πολυφωνικότητα του Ψεύδους.

"Εάν η αλήθεια είναι πολύπλευρη, το ψέμα είναι πολύφωνο. "

Ουίνστον Τσώρτσιλ



Λαγός ή Πάπια;


Η πρώτη σκέψη στην πολυπλευρικότητα της αλήθειας και στην πολυφωνικότητα του ψεύδους ήταν ακαριαία: η οπτική απάτη, συνήθης σε παιδικά περιοδικά του καιρού μου, που επιβίωσε μέσα από τον Βικτωριανό Τύπο μαζί με τα ρέμπους και τις μαγικές εικόνες τύπου "ψάξτε να βρείτε την κούκλα της Λιλίκας" ή "ποιο από τα δύο τρίγωνα είναι μεγαλύτερο", που τελικά κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει για οπτική εξαπάτηση τη στιγμή που μέσα τους κρύβουν και την αλήθεια τους. Θυμήθηκα κι άλλο ένα απόφθεγμα του κυβιστή ζωγράφου Georges Braques, ότι η αλήθεια υπάρχει, το ψέμα πρέπει να εφευρεθεί. Όχι απόλυτα αληθές, αφού και η αλήθεια (συνηγορούσης της πολυμορφικότητάς της και των πολλών της όψεων) μπορεί επίσης να συντεθεί, άρα τελικά και να εφευρεθεί, όμοια όπως και το ψέμα μπορεί να υπάρχει: Τα όνειρα που βλέπω το βράδυ απ' τη στιγμή που απέκτησαν αυτήν τη λειψή, την έστω μισερή και σουρρεαλιστική υπόσταση, υπάρχουν, το ίδιο υπάρχουν και τα παραμύθια απ' τη στιγμή που εκφέρονται ως λόγος, πολλώ δε μάλλον απ' τη στιγμή που καταγράφονται.

Ο Τσώρτσιλ από τη στιγμή που ορίζει την αλήθεια ως πολύπλευρη (που είναι) και το ψέμα πολύφωνο προσδίδει οπτικότητα στην αλήθεια και ακουστικότητα στο ψέμα. Αληθές, αν στο ψέμα δούμε μόνο την ηθική του υπόσταση, της αποφυγής του φερειπείν στον πολιτικό και κοινωνικό βίο και στην αρχή της προπαγάνδας του Γκαίμπελς. Το ακουστικό μήνυμα λόγω του φευγαλέου αισθήματος που δημιουργεί μέσω των φωνών των ψευδομένων, εάν δεν έχει καταγραφεί και μάλιστα κατά τρόπο αξιόπιστο (κατά το δυνατόν), κάλλιστα μπορεί να ενορχηστρωθεί ως μια συμφωνία ψεύδους που εξαρτάται και από την αντίληψη και την ικανότητα αυτοσχεδιασμού των κατά σειράν παραληπτών, όπως στο παιχνίδι με το χαλασμένο τηλέφωνο: Ακούω α, αντιλαμβάνομαι β, εννοώ γ, μεταφέρω δ, έως το αρχικό ψευδές μήνυμα να μεταφερθεί αληθώς στον τελικό του αποδέκτη και να καταλήξουμε τυχαία και πάλι στην αλήθεια. Χαριτωμένος παραλογισμός που θυμίζει τα παράδοξα στην "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων": Ένα σταματημένο ρολόι θα μου δείξει τη σωστή ώρα δυο φορές την ημέρα. Έτσι, αν θέλω να μάθω τη σωστή ώρα, κάθομαι ολόκληρη τη μέρα μπροστά στο σταματημένο ρολόι, που δυο φορές θα μου πει την αλήθεια.

Ας το συνθετοποιήσουμε και ας υποθέσουμε ότι το γνωστικό πεδίο μιας ομάδας στην οποία μεταφέρονται τα ψευδή μηνύματα είναι περιορισμένο και χαρακτηρίζεται από προβλεψιμότητα στις αντιδράσεις της. Τότε, εάν α = αληθές και το πρώτο αρχικό μήνυμα, που οφείλει να διαδοθεί ως ψεύδος ορίζεται ως β, κάλλιστα μπορούμε, διά της μεταφοράς των μηνυμάτων μέσω του παιχνιδιού αυτού του χαλασμένου τηλεφώνου, να εικάσουμε ότι θα καταλήξουμε νομοτελειακά και στο α, στην αρχική αλήθεια, όπως στο παράδοξο της Αλίκης. Τι πλάνη όμως! Γιατί και η αλήθεια μεταβάλλεται.

Εδώ ας προσθέσουμε κι άλλη παράμετρο. Στο προηγούμενο παιχνίδι του χαλασμένου τηλεφώνου ας αλλάξουμε τους παίχτες σε υψηλού νοητικού δυναμικού, ευφάνταστους και απρόβλεπτους, οι οποίοι ποτέ δε θα φτάσουν και στο σκοπό: να εντοπίσουν δηλαδή την αρχική αλήθεια, γιατί θα αυτοσχεδιάσουν με τέτοιον τρόπο, ώστε θα είναι αδύνατον να διακριθεί το ψέμα από την αλήθεια.

Αλλά ποιοι είναι οι παίχτες ενός τέτοιου ιδιοφυούς παιχνιδιού, που έχουν το δικαίωμα να παίξουν ένα τέτοιο παιχνίδι με τους όρους τους; Συνήθως η intelligentsia, που πέρα από ιδαίτερη κάστα διανοητών διαθέτει και τα μέσα να παίξει το παιχνίδι αυτό.

Εάν όμως τα ψεύδη ενορχηστρώνονται, τότε μπορούν και να παράξουν αρμονίες. Και εάν ταυτόχρονα οι αρμονίες αυτές γίνουν τα ζωτικά ψεύδη κοινωνικών ομάδων σε σημείο που η ευτυχία τους να εξαρτάται από αυτά, τότε θα έπρεπε πιθανόν να μιλήσουμε για απενοχοποίηση του ψεύδους ακόμη και στην ηθική του χροιά.

Θα μπορούσε όμως ταυτόχρονα να νομιμοποιηθεί η ψευδαίσθηση και η παραίσθηση και πού αυτή θα μπορούσε να αποβεί και ηθικά κατακριτέα; Ας υποθέσουμε ότι αυτός που τρέφει ψευδαισθήσεις αδυνατεί να διακρίνει αλήθεια από ψέμα και ότι ο έχων παραισθήσεις είναι ή ο κλινικά ψυχοπαθής ή ο λήπτης ψυχοτρόπων ουσιών. Κι ας μου επιτραπεί εδώ να χαρακτηρίσω τους λήπτες ψυχοτρόπων ουσιών ως στερούμενους φαντασίας, αφού η κατάσταση διευρυμένης συνείδησης μπορεί να γίνει κατά βούλησιν από το υποκείμενο και σε οποιαδήποτε στιγμή το θελήσει. Πηγαίνω επί παραδείγματι στο κέντρο της πόλης και βλέπω πολλούς ανθρώπους μαζεμένους. Εάν το θελήσω, μπορώ κάλλιστα να εστιάσω σε μια παραπληρωματική λεπτομέρεια, όπως λογουχάριν μύτες. Εκατοντάδες μύτες και κάποιοι άνθρωποι τριγύρω. Ή περιγράμματα. Υπάρχουν μόνο περιγράμματα και όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα στοιχεία των περιγραμμάτων. Ή χρώμα κόκκινο. Όλα κινούνται γύρω από το κόκκινο κ.ο.κ., διαδικασία σχεδόν αυτόματη στους αυτιστικούς ή σύμπτωμα της συναισθησίας: "βλέπω" ήχους, "ακούω" χρώματα, "μυρίζω" αριθμούς, συνδυάζω συγκεκριμένους ήχους με συγκεκριμένα χρώματα ή σχήματα, ικανότητα που είχε ο
Μότζαρτ και που πραγματεύεται και ο Βασίλι Καντίνσκυ στο βιβλίο του "Σημείο - Γραμμή - Επίπεδο" και στο "Για το Πνευματικό στην Τέχνη", ιδέα που απασχόλησε εκείνη την εποχή και το μουσικοσυνθέτη Μάλερ ή τις εσωτεριστικές αναζητήσεις της Elena Blavatski και της Annie Bessant στις "Σκεπτομορφές" της, το βιβλίο που έγραψε μαζί με τον Leadbeater, όταν τους κύκλους της εποχής απασχολούσε μια ενοποιητική αρχή των αισθήσεων με φιλοσοφικοθρησκευτικές προεκτάσεις.

Πώς ορίζεται τότε η πολυφωνία του ψεύδους και η πολυοπτικότητα της αλήθειας; Το ψέμα μπορεί να είναι τόσο πολύπλευρο όσο και η αλήθεια και η αλήθεια τόσο πολυφωνική όσο και το ψέμα.


Maurits Cornelis Escher, Σχετικότητα, 1960

Δύσκολοι καιροί για παραμυθάδες. Και το πιο δύσκολο απ' όλα είναι να μπορείς να εφεύρεις τα ζωτικά σου ψεύδη, χωρίς όμως να διαθέτεις και την απαραίτητη κλινική τρέλα που θα σε κάνει ταυτόχρονα να πιστεύεις και σ' αυτά.


________________________________________

Σχετικές Αναρτήσεις:

1. Ψεύδους Εγκώμιον, Ζωτικό Ψεύδος, Σύνδρομο του Πινόκιο και Σύγχρονο Παραμύθι

2. Πλατύπους ο Περιττοδάκτυλος

3. Εξ Ιωνίας



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen Δανίας 1 Απριλίου 2009

buzz it!

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Η 25η Μαρτίου μέσα από παλιά αναγνωστικά των πρώτων τάξεων του Δημοτικού (1972 - 1976)

Το τρίπτυχο που για πολλά έτη τονιζόταν μέσα απ' τις βαθμίδες της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης ήταν το γνωστό «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια», το οποίο για να γίνει προσιτό στα παιδιά του Δημοτικού άρχιζε αντιστρόφως: Οικογένεια, Θρησκεία, Πατρίς. Έτσι, σε παλιά αναγνωσματάρια, μηδέ εξαιρουμένων και αυτών του δικού μου καιρού (στην Α' Δημοτικού πήγα το 1973-74), ξεκινούσε με νοσταλγικές - ωραιοποιημένες εικόνες οικογενειακής θαλπωρής. Παιδιά χαμογελαστά, ρόλοι μέσα στην οικογένεια ευδιάκριτοι, πειθαρχία και μια σχεδόν Ιεχωβίτικη εγκαρτέρηση και χαρά.

Το γλωσσικό ήταν ένα απ' τα θέματα που απασχόλησαν την κυβέρνηση της χούντας των συνταγματαρχών, καθώς ο Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος, υπουργός τότε Προεδρίας, στις συζητήσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1972 πρότεινε τη ρητή καθιέρωση της καθαρεύουσας ως επίσημης γλώσσας. Η άποψη όμως του Ανδρουτσόπουλου δε βρήκε σύμφωνο το Γεώργιο Παπαδόπουλο, ο οποίος, όπως καταγράφουν και τα πρακτικά των συζητήσεων 1971, σ. 19, αντέταξε ότι η γλώσσα αυτή δεν μπορεί να προσδιοριστεί στη μορφή και στο περιεχόμενό της.

Σε επόμενη συνεδρίαση, ο υπουργός τότε Παιδείας Αθανάσιος Παπακωνσταντίνου επισημαίνει τον κίνδυνο ότι εάν στο Σύνταγμα αναγραφεί η καθαρεύουσα ως επίσημη γλώσσα θα τοποθετείτο η Δημοτική εκτός νόμου με αποτέλεσμα «να την αφήσωμεν εις τον κομμουνισμόν, να του την παραχωρήσωμεν» (Πρακτικά 1971, σ. 677)[1].



Έτσι τα αναγνωστικά της Α' Δημοτικού του 1973 με το Μίμη, την Άννα και τη Λόλα σε δύο τεύχη των Kωνστ. Δ. Κολοβού, Ανδρ. Σπ. Παπανδρέου, Ιωάν. Ανδρουτσοπούλου - Τσουρέκη (Α' τεύχος) και Μαρίας Πορφύρη - Μαργαρίτη και Βασιλικής Μπαϊρακτάρη - Παπακυριακοπούλου (Β' τεύχος) του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, Αθήναι 1973 με το εθνόσημο της χούντας με το φοίνικα στην πρώτη σελίδα δεν αποφασίζει αν π.χ. "η τάξη" είναι τριτόκλιτο ή πρωτόκλιτο και βλέπουμε στο Α' τεύχος σελ. 76 "Η τάξι μας είναι καθαρή" με γιώτα ή "Σήμερα η δασκάλα ήταν γελαστή. Έφερε τους ελέγχους. Ήταν για τους μαθητάς της" (Α τεύχος σελ. 108), ή στο Β' τεύχος (σ. 68): "Από το ανοιχτό παράθυρο μπήκε σήμερα στην τάξι μας μια μικρή πεταλουδίτσα" ή "Ο Γιάννης και ο Ηλίας σηκώθηκαν πρωί πρωί. Πήγαν με το θείο και τη θεία τους στην πόλι", με έμμεση προπαγάνδα της αντιπαροχής: "Εκεί είδαν πολλούς μεγάλους δρόμους, πολυκατοικίες, ωραία και μεγάλα καταστήματα".





Η έμφαση δινόταν περισσότερο στην 28η Οκτωβρίου παρά στην 25η Μαρτίου. Μαθαίναμε π.χ. πολύ γρήγορα το "Όχι" του Μεταξά, ακόμη και έμμεσα μέσω εικόνων, παρά το τι συνέβη την 25η Μαρτίου, που στο Αλφαβητάριο περιοριζόταν σ' ένα γενικόλογο: «Κάποτε η Πατρίδα μας ήταν σκλαβωμένη. Σαν σήμερα λοιπόν τα παιδιά της, τα Ελληνόπουλα, πήραν τα όπλα, πολέμησαν γενναία τον εχθρό και την έκαμαν και πάλι ελεύθερη. Ζήτω η 25η Μαρτίου! Ζήτω η Ελλάδα μας!» και συνέχιζε με ποιήματα για τη σημαία, ενώ η πρώτη διά των εικόνων κατήχηση εθνικοφροσύνης γινόταν στις πρώτες σελίδες.








Τα παιδιά ετοιμάζονται για το σχολείο στην πρώτη και δεύτερη εικόνα, η τάξη στην τρίτη, ο αγιασμός στην τέταρτη, η παρέλαση με τανκς στην πέμπτη: Οικογένεια, θρησκεία και διά του σχολείου και της οικογένειας η πατρίς. Επιπλέον ποιήματα για φουστανελάδες και τη σημαία στο παράρτημα του Β' τεύχους:






Τα βιβλία αυτά βέβαια δεν είχαν καμιά σχέση εικαστικά (ή και θεματολογικά) με το προηγούμενο Αλφαβητάριο των Ι. Κ. Γιαννέλη - Γ. Σακκά -για δεκαετίες σε χρήση- με τις γνωστές λιθογραφίες που αγαπήθηκαν και επανακυκλοφόρησε απ' τις εκδόσεις Νέα Σύνορα - Α.Α. Λιβάνη, όπου οποιοδήποτε μάθημα ιστορίας ή εθνικής συνείδησης γίνεται έμμεσα με αναφορές στα δώρα της θείας Ευγενίας με τα μολυβένια ευζωνάκια στις σελίδες 80-81 και αναφορά στην εθνική εορτή στις σελίδες 147-149.






Επικεντρώνεται στον Ευαγγελισμό, στην εορτή του σχολείου και στο λόγο που εκφωνεί ο δάσκαλος επευφημούμενος απ' τα «Ζήτω η Πατρίδα μας! Ζήτω ο Στρατός μας! Ζήτω η 25η Μαρτίου» για να συνεχίσει με το ποίημα της σημαίας, που σηκώνει και πολλές ερμηνείες, αφού επαφίεται στο δάσκαλο να βγάλει το λόγο του για την ημέρα και να πει αυτό που πρέπει ή να αφήσει να υπαινιχθεί ότι η εορτή περιορίζεται στους λόγους που εκφωνούνται στις επίσημες περιστάσεις.





Το βιβλίο επανήλθε στη διδασκαλία και στη μεταπολίτευση για κάποια χρόνια.




Οι σημερινοί 60άρηδες που πρωτοπήγαν σχολείο το 1956 θυμούνται ένα άλλο αλφαβητάριο "Τα καλά παιδιά" με το Ρήγα, την Άννα και τη Νίνα, ένα πολύ ευχάριστο σε εικονογράφηση αλφαβητάρι, στο οποίο δε γίνεται καμιά αναφορά στις εθνικές εορτές.



Ομοίως, καμιά αναφορά δε γίνεται και στο πολύ παλιότερο Αλφαβητάριο Α' Δημοτικού (Β' έκδοση 1934) της Αρσινόης Ταμπακοπούλου "Παιγνίδια - Παιδάκια".




Η σταδιακή μύηση στα μαθήματα εθνικής συνείδησης συνεχίζει στη Β' Δημοτικού μ' ένα αναγνωστικό του 1954 της Βασιλ. Γ. Οικονομίδου που βραβεύτηκε από το Υπουργείο Παιδείας τότε και εντάχθηκε στη Β' Δημοτικού κατά το 1954-1955, συνεχίζοντας την πορεία του για πάνω από μία εικοσαετία, αφού αυτούσιο διδασκόταν στις μέρες μου, αλλά και μετά από μένα στα σχολειά.






Τα παιδιά συμμετέχουν στη σχολική εορτή με το στολισμό του σχολείου, ενώ η πληροφόρηση συνεχίζει με το δίπτυχο θρησκευτικής - εθνικής γιορτής, αναφορά σε κάποιους ήρωες, πατριωτικά τραγούδια, δοξολογία, θρησκευτικά σκετς, εθνικό ύμνο και τα απαραίτητα εύσημα στο δάσκαλο που οργάνωσε τη γιορτή: «Τέτοια γιορτή ας μην τελείωνε ποτέ, είπαν οι περισσότεροι την ώρα που έφευγαν. Μπράβο στο δάσκαλο και στα παιδιά μας, που μας χάρισαν μια τέτοια ωραία γιορτή.»





Το 1975, όταν υπουργός Παιδείας ήταν ο Γεώργιος Ράλλης, διδάσκεται στη Γ' Δημοτικού το Αναγνωστικό της Αγγελικής Βαρελλά με τον Παναγιώτη, το μεγάλο του αδερφό Κλεάνθη και τη μικρή τους αδερφή τη Μαρίνα, με πολύ πιο ανθρώπινα και σχετικά με την τότε κοινωνία πρόσωπα και δρώμενα, προσιτούς δασκάλους που πάνε τα παιδιά επίσκεψη και σε εργοστάσια σοκολάτας, χωρίς ωστόσο να χάνουν ευκαιρία για μάθημα ηθικής και συμπεριφοράς (σελ. 25-26):

«Ο δάσκαλος περνούσε σοβαρός από τα θρανία, έδινε το χέρι του στα παιδιά, μάθαινε τ' όνομά τους και ρωτούσε:
-Συμφωνείς μ' αυτά που είπαμε, Ηλία;
-Εσύ, Φάνη συμφωνείς;
-Μάλιστα, κύριε.
Όταν έφτασε μπροστά στο Δημήτρη, του χάιδεψε το σγουρό του το κεφάλι και ρώτησε:
Λοιπόν, ποιο είναι το δικό σου όνομα;
-Δημήτρης Παπαϊωάννου, κύριε, απάντησε εκείνος.
Ο δάσκαλος του χτύπησε με συμπάθεια την πλάτη.
-Να ένα συμπαθητικό παιδί. Τον λένε Δημήτρη Παπαϊωάννου και το αγαπώ πολύ, γιατί μου έδωσε την ευκαιρία να μιλήσω στο πρώτο κιόλας μάθημα για τις βάσεις της ζωής μας μέσα στην τάξη.
Προχώρησε με βιαστικά βήματα στον πίνακα κι έγραψε πάλι με κεφαλαία γράμματα.
ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ
»







Η 28η Οκτωβρίου 1940 όπως και η 25η Μαρτίου διδάσκεται μέσω των αναμνήσεων του παππού, που, αντίθετα απ' τη γιαγιά που λέει παραμύθια, "προτιμά να διηγείται αληθινά περιστατικά". Αφού λοιπόν η διδασκαλία αρχίζει απ' τον Ευαγγελισμό, συνεχίζει με ανεκδοτολογικά περιστατικά απ' το Βλαχογιάννη για το βοσκό που δεν πολεμά γιατί δεν έχει όπλα, αλλά ο Κολοκοτρώνης του επισημαίνει ότι και η γκλίτσα είναι όπλο και συνεχίζει με τραγούδια της κλεφτουριάς και το χορό του Ζαλόγγου.





Η αυτοθυσία υπέρ πατρίδας παίρνει τεράστια αίγλη στα μάτια των πιτσιρικάδων του καιρού μου, που ονειρευόμασταν ρομαντικές μάχες και αυτοθυσίες, συνεπικουρούμενες κι από τις εθνικές εορτές και τα αναγνώσματα του Γεροστάθη που φτάνανε μέχρι τη θυσία της Ιφιγένειας ή της Αγλαύρου. Το Πατρίς - Θρησκεία - Οικογένεια εμφυτευόταν μέσα μας για τα καλά.

_____________________________________________

Σημειώσεις:



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 25 Mαρτίου 2009

buzz it!

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008

Αρχίζοντας από την Αλφαβήτα, όπου Άλφα = Αστυνομία και Βήτα = Βία

Αστυνομίας Γένεση.

Το 1884 ο Φρήντριχ Ένγκελς θα δημοσιεύσει το διάσημο βιβλίο του Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους, αναλύοντας με ιστορικά παραδείγματα πώς περνούμε από τη φυλετική κοινωνία στην πολιτική, πώς διαχειρίζονται οι πηγές πλούτου για να οδηγήσουν στις ταξικές διαφορές με τη δημιουργία τάξεων και κοινωνικής διαστρωμάτωσης μέσα από τα στάδια που χαρακτηρίζει ο ίδιος Άγρια Κατάσταση, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός. Όταν ιδρύεται κράτος, συγκροτείται και αστυνομία. Αναφέρει λοιπόν:

Οι Αθηναίοι ίδρυσαν λοιπόν ταυτόχρονα με το κράτος τους και αστυνομία, μια σωστή χωροφυλακή από πεζούς και έφιππους τοξότες κυνηγούς της υπαίθρου (Landjager), όπως τους λένε στη Νότια Γερμανία και στην Ελβετία. Η χωροφυλακή αυτή όμως σχηματίστηκε από δούλους. Τόσο εξευτελιστική φαινόταν στον ελεύθερο Αθηναίο αυτή η υπηρεσία του χωροφύλακα που προτιμούσε να τον συλλαμβάνει ο οπλισμένος δούλος παρά να ασχολείται ο ίδιος με τέτοιες ατιμωτικές πράξεις. Εδώ εκφράζεται ακόμα η παλιά νοοτροπία των γενών. Το κράτος δεν μπορούσε να υπάρχει χωρίς την αστυνομία, ήταν, όμως, ακόμα νέο και δεν είχε ακόμα αρκετό ηθικό κύρος για να κάνει σεβαστό ένα επάγγελμα που αναγκαστικά φαινόταν ατιμωτικό στα πρώην μέλη του γένους.

Ο Ένγκελς δε θα αναφερθεί στο διάσημο βιβλίο του για το ότι Σκύθες χωροφύλακες αναλάμβαναν καθημερινά να συγκεντρώνουν τους Αθηναίους στην Εκκλησία του Δήμου, όταν η πολιτική απάθεια έπαιρνε διαστάσεις ανησυχητικές. Ο συμμετέχων στα κοινά έπαιρνε μίσθιο μιας δραχμής. Κρατώντας ένα σχοινί βαμμένο με μίνιο οι Σκύθες χωροφύλακες μάζευαν τους αποσκιρτήσαντες από τη δημόσια συγκέντρωση. Ο φέρων μίνιο στο χιτώνα του πολίτης δεν έπαιρνε το μέρισμά του από το δημόσιο μισθό, ως αδιάφορος στα κοινά. Αλλά φυσικά, άλλα πραγματεύεται ο Ένγκελς στο πόνημά του. Πιο κάτω θα πει:

Το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η εγκαθίδρυση μιας δημόσιας εξουσίας, που δεν συμπίπτει πια άμεσα με τον αυτοοργανωμένο σε ένοπλη δύναμη πληθυσμό. Αυτή η ιδιαίτερη δημόσια εξουσία χρειάζεται, γιατί από τότε που διασπάστηκε η κοινωνία σε τάξεις έγινε αδύνατη μια αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού. Και οι δούλοι ανήκουν στον πληθυσμό. Οι 90.000 αθηναίοι πολίτες αποτελούν μονάχα μια προνομιούχα τάξη απέναντι στους 365.000 δούλους. Ο λαϊκός στρατός της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν μια αριστοκρατική δημόσια εξουσία απέναντι στους δούλους και τους χαλιναγωγούσε. Αλλά για να χαλιναγωγούνται οι πολίτες, έγινε απαραίτητη, όπως είπαμε πιο πάνω, η χωροφυλακή. Αυτή η δημόσια εξουσία υπάρχει σε κάθε κράτος. Δεν αποτελείται μονάχα από οπλισμένους ανθρώπους, αλλά και από υλικά εξαρτήματα, από φυλακές και κάθε λογής ιδρύματα καταναγκασμού που ήταν άγνωστα στην κοινωνία των γενών. Μπορεί η δημόσια αυτή εξουσία να είναι πολύ ασήμαντη, σχεδόν μηδαμινή σε κοινωνίες με ανεξέλικτες ακόμα τις ταξικές αντιθέσεις και σε απομακρυσμένες περιοχές, όπως γίνεται κάπου και κάποτε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ενισχύεται όμως στο βαθμό που οξύνονται οι ταξικές αντιθέσεις μέσα στο κράτος και στο βαθμό που τα κράτη που συνορεύουν μεταξύ τους γίνονται μεγαλύτερα και πολυπληθέστερα. Ας δούμε μόνο τη σημερινή μας Ευρώπη, όπου η ταξική πάλη και ο ανταγωνισμός για κατακτήσεις ανέβασαν τη δημόσια εξουσία σε τέτοια ύψη, που απειλούν να καταβροχθίσουν ολόκληρη την κοινωνία, ακόμα και το κράτος.

Για να διατηρείται αυτή η δημόσια εξουσία χρειάζονται οι εισφορές των πολιτών — οι φόροι. Οι φόροι ήταν τελείως άγνωστοι στην κοινωνία των γενών. Εμείς όμως σήμερα ξέρουμε να πούμε πολλά γι' αυτούς. Με την πρόοδο του πολιτισμού δεν φτάνουν πια ούτε κι αυτοί. Το κράτος εκδίδει γραμμάτια για το μέλλον, κάνει δάνεια, κρατικά χρέη. Η γρια-Ευρώπη έχει πικρή πείρα και απ' αυτά.

Η γριά Ευρώπη του Ένγκελς ήταν αρκετά πιο νεαρή, αφού το βιβλίο γράφτηκε το 1884 και σίγουρα έχουμε πολλά ακόμη να πούμε και πολλά ιστορικά παραδείγματα να δώσουμε πικρής εμπειρίας επί των φόρων για τη διατήρηση της δημόσιας εξουσίας.


Βίβλος Γενέσεως ΜΑΤ και ΜΕΑ

Αλλά τι γίνεται εν Ελλάδι με την ίδρυση των ΜΑΤ και ΜΕΑ; Ένα αποκαλυπτικότατο χρονικό μας δίνεται εδώ, όπου ο απόστρατος αξιωματικός της αστυνομίας πόλεων Ηλίας Ψυχογιός, με μακρόχρονη πορεία από το 1945 στην προδικτατορική καταστολή συγκεντρώσεων και διαδηλώσεων στα Ιουλιανά και στο Πολυτεχνείο, θα αναλάβει μεταδικτατορικά την οργάνωση του καινούργιου σώματος καταστολής:

Δεν υπήρχε πρότυπον, τίποτα. Το βασικό, τους έλεγα εγώ, είναι να φτιάξουμε μια δύναμη που θα απασχολείται αποκλειστικά (ή σχεδόν αποκλειστικά) με το θέμα αυτό. Να υπάρχουν 100 άνδρες και, όταν χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε κάποια συνάθροιση, να καλούμε αυτούς κι όχι άλλους θα πει ο Ηλίας Ψυχογιός, ο οποίος πιο κάτω θα πει:

Ως αρχική ιδέα χρησιμοποίησε όσα είχε δει στην Αμερική, επέφερε όμως αλλαγές για να τα προσαρμόσει "στα ελληνικά δεδομένα". Ενίσχυσε, λχ, το βάθος της αστυνομικής παράταξης που έρχεται αντιμέτωπη με τους διαδηλωτές: "Τους μάζεψα όλους μαζί, για να μην μπορούνε να μας διασπάσουν, μπροστά οι ψηλοί και οι πιο δυνατοί". Κάποιες από τις ιδέες του, όπως η "σφήνα" (για τον διεμβολισμό των συγκεντρώσεων και την "ριζικήν μεταβολήν της ψυχολογίας των εις το κέντρον της μάζης ευρισκομένων"), ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν στην πράξη.

"Οι αναρχικοί έλαβαν ένα καλό μάθημα. Αντελήφθησαν ότι το Κράτος είναι πανίσχυρον και όποιος αντιτάσσεται προς τας επιταγάς του, υφίσταται σοβαράς συνεπείας"
...
Αργότερα, μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, τα ΜΕΑ θα υποκαταστήσουν προσωρινά τα ΜΑΤ, ως αιχμή του δόρατος της πολιτικής καταστολής. Ντυμένοι με πολιτικά, οι άνδρες τους μπορούσαν να διαλύουν στα μουλωχτά ανεπιθύμητες συγκεντρώσεις (όπως του κινήματος για το στρατό), χωρίς να εκτίθεται δημόσια η πολιτική ηγεσία της "Αλλαγής".

Τι είναι λοιπόν τα ΜΑΤ και τίνι τρόπω εκπαιδεύονται; Μα δεν υπάρχει καμιά απολύτως αμφιβολία ότι είναι σώμα καταστολής.



Η Δολοφονία ενός 16άχρονου και η ιερόσυλη καπηλεία της.

Πάμε τώρα στο δολοφόνο του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ σε άρθρο της (9.12.2008) τον περιγράφει ως το λάθος άνθρωπο στην λάθος θέση με modus vivendi το «πρώτα πυροβόλησε και μετά ρώτα». Προς τι λοιπόν η έκπληξη για το αμετανόητον και για την έλλειψη συγγνώμης για το 16χρονο; Ο Πάσχος Μανδραβέλης στο άρθρο του Πότε ξεκίνησε το «κακό»; θα το περιγράψει ούτε λίγο ούτε πολύ ως χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου. Φαίνεται όμως ότι έχουμε τόσο πολύ εθιστεί στο show που αδυνατούμε πλέον να αντιληφθούμε εγκαίρως τα ουσιώδη, τα οποία περνούν στα ψιλά γράμματα και αποτελούν στόχο χλευασμού από την «επαναστατημένη – ενεργή πλειοψηφία» απέναντι σ' «εμάς τους συμβιβασμένους».

Με μια μικρή λεπτομέρεια όμως: Κάποιοι από «εμάς τους συμβιβασμένους» αρνηθήκαμε θέση στο Δημόσιο, όταν διοριζόμαστε -χωρίς μπάρμπα στην Κορώνη και χωρίς εχέγγυα καλύτερου μέλλοντος- όταν «ο επαναστάτης» σύντροφος Αλέξης Τσίπρας έπαιρνε το δαχτυλίδι του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να είναι εκλεγμένος, για να βαφτίζει αυθαίρετα την ψυχολογία του όχλου που βανδαλίζει ως «λαϊκή εξέγερση» βγαίνοντας προς άγραν ψήφων από τη νεολαία.

Mε δεδομένη τη στάση μιας Κυβέρνησης που αποδείχθηκε ανίκανη έως και σ' αυτούς που την πίστεψαν, πόσο μάλλον σ' εμάς, με μια αξιωματική αντιπολίτευση που ακολουθεί τη γνωστή τακτική "Πέσε εσύ ν' ανέβω εγώ" και το ΚΚΕ με σταθερή κι άκαμπτη γραμμή απ' το '74 κι εδώθε να περιμένει να πέσει ο καπιταλισμός, μόνη ελπίδα φαινόταν να απομένει η Ανανεωτική Αριστερά.

Λαϊκή εξέγερση όμως, δεν υπάρχει χωρίς κεντρικά αιτήματα και οκτάχρονοι πιτσιρικάδες που βγαίνουν στους δρόμους και πετροβολούν δεν είναι Γαβριάδες στην κομμούνα των Παρισίων.

Δεν αλώθηκε καμιά Βαστίλλη. Αντίθετα, δίνονται ερείσματα να χτιστούν περισσότερες. Γιατί η Βία γεννά Βία. Και όσο αυτή γενικεύεται από τα πλήθη, τόσο περισσότερο θα θεωρηθεί αργότερα τεχνηέντως αναγκαία η εκ του Κράτους. Και τέτοια έχουμε δει με την κατάφωρη καταστρατήγηση των θεσμών στην Ελλάδα, την απαξίωση του ανθρώπου, την εξαθλίωση. Απεκδυόμενοι την ταυτότητα του ανθρώπου, δεν μπορούμε μετά ως άνθρωποι να αξιώνουμε ή να απαιτούμε. Απλώς θα επαιτούμε. Και «beggars can't be choosers».

Πολύ ενδιαφέρουσα, κατά την άποψή μου, συζήτηση εξελίσσεται στο ιστολόγιο του Σπίθα, ενώ ο Pølsemannen μας καλεί να σκεφτούμε.




John Gutmann, The Jump, 1939, Courtesy Castelli Graphics



© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 11 Νοεμβρίου 2008

buzz it!

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

To δίλημμα του Corneille

Όταν ο Γάλλος δραματουργός Pierre Corneille[1] έγραψε το 1636 την τραγικοκωμωδία του Le Cid[2] σίγουρα κατέρριψε πολλούς από τους παραδεδομένους κανόνες για το θέατρο. Το έργο απάντησε τεράστια επιτυχία από το κοινό, αλλά αντιμετώπισε και τη δριμεία πολεμική του Καρδιναλίου Ρισελιέ, ο οποίος ήταν και επικεφαλής της Γαλλικής Ακαδημίας.

Πρώτα απ’ όλα, ο σκόπιμα προτεινόμενος από τον Corneille νεολογισμός ‘τραγικοκωμωδία’ (ιλαροτραγωδία) κατέρριπτε τον παραδεδομένο έως τότε αυστηρό διαχωρισμό του θεατρικού έργου σε αμιγώς κωμωδία ή τραγωδία. Το θέατρο αποκτούσε και άλλες διαστάσεις πέραν του μαύρου – άσπρου των οιμωγών του δράματος και της κωμικής, συχνά γκροτέσκας φάρσας ή φαρσοκωμωδίας.

Αλλά ο όρος ‘τραγικοκωμωδία’ (tragi-comédie) δεν ήταν ο μόνος λόγος που ο Corneille σόκαρε την υπό τη σκιά του Καρδιναλίου Ρισελιέ Ακαδημία, λογικό -μιας και ήταν ο ιδρυτής της. Ανέσυρε στην επιφάνεια κι άλλα ακανθώδη ερωτήματα θεολογικής υφής για την αθανασία λογουχάριν της ψυχής, τη στιγμή που η παραδεδομένη αντίληψη ήταν ότι το θέατρο οφείλει να διδάσκει ήθος.

Οι ενστάσεις ωστόσο της Γαλλικής Ακαδημίας δεν επικεντρώθηκαν σ’ αυτά τα δύο βασικά ερωτήματα. Το ζήτημα Σιντ, όπως ονομάστηκε, προτάσσει επισήμως ως αιτιάσεις για τη δριμεία κριτική του έργου το γεγονός ότι δραματουργικά ο Corneille δε σεβάστηκε τους τρεις βασικούς κλασσικούς κανόνες ενότητας στο δράμα: Την ενότητα κοντολογίς του Χρόνου, του Τόπου και της Δράσης. Σύμφωνα με αυτούς, η υπόθεση έπρεπε να εξελίσσεται μέσα σ’ ένα εικοσιτετράωρο, στον ίδιο τόπο και χρησιμοποιώντας ένα μόνο σκηνικό, ενώ η υπόθεση θα έπρεπε να επικεντρώνεται σε ένα και μοναδικό ερώτημα ή εσωτερική διαμάχη. Kαι το έργο του Corneille σίγουρα εξελίσσεται σε πολλαπλά επίπεδα.

Κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι ο Rodrigo Díaz de Vivar, θρυλικός ήρωας της Ισπανίας του Μεσαίωνα, γνωστός ως El Cid el Campeador (Ο Κύριος, ο Δάσκαλος των πολεμικών τεχνών). Ο Rodrigo Díaz υμνήθηκε από τους Ισπανούς σε σημείο που η ύπαρξή του να θεωρείται μυθική από κάποιους μελετητές του, όπως ο Masdeu. Θα εμπνεύσει από τον ανώνυμο ποιητή του 13ου αιώνα στο Cantar de Mio Cid ή El Poema del Cid (Το τραγούδι του Σιντ μου ή Το Ποίημα του Σιντ) μέχρι και το Θερβάντες που θα αντλήσει έμπνευση για το Ροσινάντη, το άλογο του Δον Κιχώτη από το άλογο του Ελ Σιντ, τον Μπαμπιέκα. Ο Jules Massenet θα γράψει όπερα τιτλούμενη Le Cid, μέχρι και ο Ezra Pound θα αναφέρει τον θρυλικό ήρωα στο Cantos III από τη συλλογή του The Cantos. Θα γυριστεί σε ταινίες, θα εμπνεύσει ακόμη και παιχνίδια του υπολογιστή, όπως το Age of Empire II. O Pierre Corneille όμως θα στηρίξει την υπόθεση του έργου του πάνω στο έργο Las Mocedades del Cid του Guillén de Castro y Bellvís[3], που γράφτηκε το 1621.

Συνοπτικά η υπόθεση του έργου αναφέρεται στον έρωτα του Δον Ροντρίγκο (Ελ Σιντ) και της Σιμένης, ο οποίος όμως κωλύεται απ’ τη διαμάχη του πατέρα του Δον Ροντρίγο, του στρατηγού Δον Ντιέγκο και του πατέρα της Σιμένης, κόμη του Γκορμάς. Η διαμάχη των δύο οικογενειών είναι σχεδόν Σαιξπηρική: Ο πατέρας της Σιμένης θα προσβάλλει τον πατέρα του Ελ Σιντ. Διχασμένος ανάμεσα στο καθήκον να υπερασπιστεί τον πατέρα του και στον έρωτά του για τη Σιμένη, ο Δον Ροντρίγκο τελικά θα λαβώσει θανάσιμα σε μονομαχία τον πατέρα της καλής του. Η Σιμένη από την άλλη, χωρίς να αρνηθεί την αγάπη της, ζητά την κεφαλή του φονιά του πατέρα της επί πίνακι («απαιτώ δικαιοσύνη»).

Αργότερα ο Ροντρίγκο θα δώσει νικηφόρες μάχες με τους Μαυριτανούς, το κύρος και η υπόληψή του θα επανακτηθούν, και η Σιμένη θα ζητήσει τελικά από το βασιλιά κάποιος από τους ιππότες του να μονομαχήσει για χάρη της με το Δον Ροντρίγκο, για να της φέρει το κεφάλι του, ενώ συμφωνεί να παντρευτεί το νικητή, όποιος κι αν είναι αυτός. Ο Ροντρίγκο διστάζει και συνομιλώντας μαζί της ιδιαιτέρως της δηλώνει ότι δε θα μονομαχήσει με κανέναν για το χέρι της («μη χαραμίζεις το αίμα μου, δοκίμασε χωρίς αντίσταση τη χαρά της καταστροφής μου και δικής σου εκδίκησης»).

Τελικά η Σιμένη θα τον πείσει με το επιχείρημα ότι αν νικήσει, θα παντρευτούν. Η αγωνία της Σιμένης θα κορυφωθεί, όταν προς στιγμήν νομίζει ότι ο αγαπημένος της σκοτώθηκε βλέποντας το μονομάχο του βασιλιά να κουβαλά ένα ματωμένο σπαθί. Αυτός όμως θα της πει ότι ο Δον Ροντρίγκο στην πραγματικότητα τον αφόπλισε και του χάρισε της ζωή.

Αν και οι δυο ήρωες αγαπιούνται, μένουν αναποφάσιστοι προκειμένου να παντρευτούν, λόγω της προϊστορίας τους. Ο βασιλιάς τους επισημαίνει ότι οι συνθήκες απέδειξαν ότι είναι πλασμένοι οι δυο τους ο ένας για τον άλλον, κατανοεί εντούτοις, ότι χρειάζονται χρόνο για να προσαρμοστούν. Η Σιμένη θα ορίσει τις ημερομηνίες του γάμου τους για τον επόμενο χρόνο, ενώ στο μεταξύ ο Ροντρίγκο με το προσωνύμιο πλέον Ελ Σιντ – Ο Κύριος θα ξεκινήσει μάχες για να υπερασπιστεί την Ισπανία από τους Μαυριτανούς.

Το δίλημμα του Corneille.
Aυτό που είναι πρόδηλο μέσα στο έργο του Γάλλου δραματουργού είναι το δίλημμα του Corneille ή η επιλογή του Corneille σ’ ένα θανάσιμο στοίχημα, όπου δεν υπάρχει νικητής. Ο ήρωας παραπαίει ανάμεσα στον έρωτα και το καθήκον ή την τιμή και τη φυσική του αβίαστη κλίση. Δυο αγωνιώδη ερωτήματα: θα υπερασπιστεί ο Δον Ροντρίγκο την τιμή του πατέρα του εκδικούμενος για την προσβολή που του έγινε κινδυνεύοντας να χάσει για πάντα τη γυναίκα που αγαπά ή θα αγνοήσει το καθήκον του προς την οικογένεια για την αγάπη μιας γυναίκας στηλιτεύοντας το όνομά του;


Ο Ελ Σιντ με το άλογό του Μπαμπιέκα από γκραβούρα της Catholic Encyclopedia, έκδοση 1908


Όταν έγραφα τον Ιππόκαμπο ( βλέπε Ο Ερωτευμένος Ιππόκαμπος), εκείνο που μου ερχόταν αβίαστα στο νου ήταν η απάντηση από το πουθενά στο δίλημμα της ηρωΐδας:

-Όταν τα φώτα του μυαλού σου έχουν σβηστεί
και ψάχνεις δρόμο νά ‘βρεις στη ζωή σου,
στο δίλημμά σου δε θα σου απαντήσει ο νους,
ζήτα και βρες τις απαντήσεις στην ψυχή σου...


Kαι μου ήρθε με τρόπο απλό, σαν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Για να κάνουμε δηλαδή τη σωστή επιλογή ελέγχουμε τι δίνει στην ψυχή ελαφράδα, τι μας δίνει φτερά, τι σκεφτόμαστε αυθόρμητα δίχως να το ενδύσουμε με μια δεοντολογία συχνά ξένη προς τα δικά μας ζητούμενα. Και μου φαίνεται ακόμη σωστό οκτώ χρόνια μετά τη συγγραφή εκείνου του βιβλίου. Για περιπτώσεις απλές είναι ίσως η πιο φυσική ανθρώπινη επιλογή.

Ας βάλουμε όμως μέσα στο παιχνίδι μιαν ακόμη παράμετρο. Ας αντικαταστήσουμε τη λέξη «καθήκον» και «τιμή» που ηχούν ξύλινες και ενίοτε ανούσιες με τη λέξη «αγάπη».

Αγάπη του Ελ Σιντ για τον πατέρα. Και αγάπη του Ελ Σιντ για τη Σιμένη. Σε μια κοινωνία που δεν είναι πρόθυμη να κατανοήσει ή και να συγχωρήσει. Και πώς άλλωστε αυτό θα ήταν δυνατό σε μια μεσαιωνική κάστα ή ακόμη και την ίδια την κοινωνία της εποχής του Corneille, της Γαλλίας του 17ου αιώνα, όταν ακόμη και στις μέρες μας έννοιες παρόμοιες παραμένουν ακόμη ασαφείς και συγκεχυμένες. Καθήκον- τιμή και φυσική κλίση – αβίαστη ροπή. Λέμε «στο λόγο της τιμής μου» κι έχει ο λόγος αυτός βαρύτητα και κύρος. Αν λέγαμε «στο λόγο του έρωτά μου», πιθανόν και κανείς να μη μας έπαιρνε στα σοβαρά.
_________
Σημειώσεις:

[1] Βιογραφικό του Pierre Corneille στα αγγλικά εδώ

[2] Ολόκληρο το έργο Le Cid του Pierre Corneille online στα αγγλικά εδώ
[3] Το έργο Las Mocedades del Cid του Guillén de Castro y Bellvís στα ισπανικά εδώ και στα αγγλικά εδώ



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 6 Ιουνίου 2008

buzz it!

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

Imprimatur


Όταν ήρθα στη Δανία τα Χριστούγεννα του 2005, έπεσα πάνω στη μεγάλη κρίση του Μωάμεθ. Θυμίζω τα γεγονότα: Η τοπική εφημερίδα Jyllands - Posten είχε δημοσιεύσει γελοιογραφίες του Μωάμεθ, που ξεσήκωσαν τότε τον Ισλαμικό κόσμο με συνεπακόλουθα να καίγονται οι δανέζικες σημαίες, να πυρπολούνται πρεσβείες και προξενεία της Δανίας στη Μέση Ανατολή, και να απειλείται το δανέζικο εξαγωγικό εμπόριο, αφού ο Αραβικός κόσμος απέκλεισε τα δανέζικα προϊόντα με εμπάργκο. Σ’ όλα αυτά προστέθηκαν και απειλές για τη ζωή δημοσιογράφων. Πρακτική συνήθης για φονταμενταλιστές, παρόμοια είχαν αντιδράσει εξάλλου και παλιότερα για το συγγραφέα των “Σατανικών Στίχων” Salman Rushdie.



Ο φονταμενταλισμός όμως δεν είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό των μουσουλμάνων. Οι χριστιανοί πρώτοι και καλύτεροι εξέδωσαν Index Librorum Prohibitorum ήδη από το 1529 στην Ολλανδία και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ακολούθησε. Επιβλήθηκε λογοκρισία στον έντυπο λόγο κι όλα τα βιβλία που περνούσαν επιτυχώς την εκκλησιαστική επιθεώρηση έφεραν στην πρώτη τους σελίδα την ένδειξη “nihil obstat” ή “imprimatur”.
Η χθεσινή όμως μέρα, η 10η Μαΐου στάθηκε σημαδιακή στην ιστορία της λογοκρισίας και της ελευθεροτυπίας. Στις 10 Μαΐου του 1768 φυλακίστηκε ο John Wilkes, ριζοσπάστης δημοσιογράφος και πολιτικός στην Αγγλία του 18ου αιώνα για ένα επικριτικό άρθρο για το Γεώργιο Γ’ που δημοσίευσε στην εφημερίδα “North Briton”, ενώ στη Ναζιστική Γερμανία του 1933, ίδια μέρα – 10 του Μάη καίγονται βιβλία μαζικά.
Παρόμοιες σκηνές λογοκρισίας είδε και η Ελλάδα, όχι μόνο στην εποχή του ψυχρού πολέμου ή κατά την περίοδο δικτατοριών. Σάλο είχε προκαλέσει η ταινία του Σκορτσέζε «Ο Τελευταίος Πειρασμός» πάνω στο ομώνυμο βιβλίο του Καζαντζάκη με στίφη ευλαβών χριστιανών να επελαύνουν εν πλήρει ταπεινότητι στις κινηματογραφικές αίθουσες της Αθήνας πριν κάποια χρόνια και σεμνά να βανδαλίζουν κινηματογραφικές οθόνες και καθίσματα κινηματογραφικών αιθουσών, ενώ το βιβλίο του Μίμη Ανδρουλάκη “Mι εις τη νι”, θα ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών όχι μόνο σε ανοιχτούς χώρους και πλατείες (όπου αυτόπτες μάρτυρες θέλουν και τον Ψωμιάδη «ως αγανακτισμένο πολίτη» να συμμετέχει στην ομαδική καύση του βιβλίου), αλλά ακόμη και στην αίθουσα του Δικαστικού Μεγάρου στη Θεσσαλονίκη, όταν δεκάδες μέλη χριστιανικών και παραχριστιανικών οργανώσεων όρμησαν κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για την απόσυρση του βιβλίου.
Το σκηνικό είναι γνωστό και η ιστορία επαναλαμβάνεται. Το είδαμε και ως σενάριο και στην ταινία του François Truffaut “Fahrenheit 451” του 1966, η οποία βασιζόταν πάνω σ’ ένα βιβλίο του Ray Bradbury με τον ίδιο τίτλο, που είχε δημοσιευτεί το 1951. Η υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: Σε μια μελλοντική απολυταρχική κοινωνία, όπου και το διάβασμα απαγορεύεται, τα βιβλία καίγονται από την πυροσβεστική υπηρεσία στους 451 βαθμούς Φαρενάιτ (θερμοκρασία ανάφλεξης του χαρτιού). Ένας πυροσβέστης σταδιακά προβληματίζεται μέσα από τη γνωριμία μιας γυναίκας κι αρχίζει να διαβάζει, με αποτέλεσμα να γίνει και κυβερνητικός στόχος και τέλος να δραπετεύσει στην «Πόλη των Βιβλίων», όπου κάθε άνθρωπος αποστηθίζει και το αγαπημένο του βιβλίο για να μη χαθεί η γνώση.

Το φιλμ το ξαναέφερα στη μνήμη πέρσι και απηύθυνα πρόσκληση για ομαδικό παιχνίδι. Αν ζούσαμε σε μια παρόμοια κοινωνία, ποιο θα ήταν το βιβλίο αυτό που θα επέλεγαν να αποστηθίσουν και γιατί.
Ένας φίλος με εξέπληξε. «Τι σου φέρνει στο μυαλό το δίλημμα του Χαλίφη Ομάρ;», με ρωτάει.
Τι ήξερα για το Δίλημμα του Χαλίφη Ομάρ; Έχει να κάνει με την πυρκαγιά τον 7ο μ.Χ αιώνα στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, η οποία αποδώθηκε μεν στον Χαλίφη Ομάρ, αλλά δεν αποδεικνύεται ιστορικά ότι αυτός ήταν και ο εμπρηστής. Eπιπλέον, υπάρχουν ιστορικές ενδείξεις ότι πίσω από τα επεισόδια ήταν ο χριστιανός επίσκοπος Αλεξανδρείας Θεόφιλος, που αντιμετώπιζε τότε προβλήματα μέσα στις χριστιανικές φράξιες με το Μονοφυσιτισμό.
Ο Χαλίφης Ομάρ λοιπόν ή έβαλε φωτιά ή αρνήθηκε να τη σβήσει όταν είδε ότι μπήκε και αναφέρεται να λέει στον υπασπιστή του: «Αν πιστεύεις ότι τα βιβλία εκεί πέρα έρχονται απ’ το στόμα του Θεού, τότε δε χρειάζονται. Αν πάλι τίποτα το θείο δεν υπάρχει σ’ αυτά, πάλι δε χρειάζονται. Κάψτα».
Κι άλλη μια έκπληξη. Μια άλλη φίλη μου λέει: «έχω έναν φίλο τρελό, συγγραφέα ταλαντούχο και καλλιτέχνη, που μου είπε ότι ο διάβολος έβαλε το χέρι του στην καταστροφή της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, έτσι ώστε η παλιά γνώση να γίνει στάχτες και καινούργια βιβλία να γραφτούν».
Ριζοσπαστική άποψη, κι αν υπάρχει διάβολος που να ενδιαφέρεται όντως τόσο για τη γνώση, ίσως και να γινόμουν και ενθουσιώδης οπαδός του. Εξάλλου, οι εκπρόσωποι του θεού επί της γης, σε όποιο θρήσκευμα κι αν ανήκουν, πάντα Index Librorum Prohibitorum εκδίδουν, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υδρογείου ήδη από την εποχή του κοσμικού ωού.


______________

Σημ: Στους συνδέσμους της ανάρτησης ενσωμάτωσα Index Librorum Prohibitorum από το 1557 μέχρι το 1966. Στους απαγορευμένους συγγραφείς και τίτλους δεν περιλαμβάνονται μόνο οι μεγάλοι αιρετικοί, όπως ο Hobbes, ο Montaigne, o Zola ή ο Jean - Paul Sartre, αλλά ακόμη και οι μύθοι του La Fontaine! Πιθανόν και “Ο Λύκος με τα επτά κατσικάκια” να αποτελεί ομοίως επικίνδυνο ανάγνωσμα, που απομακρύνει τη νεολαία από τα χρηστά ήθη και προάγει την αίρεση και την αθεΐα. Kαι τι άραγε το εκμαυλιστικό έχουν “Οι Άθλιοι” του Ουγκώ ή το μεγάλο λεξικό του Pierre Larousse σε σχέση με την Παλαιά Διαθήκη, όπου ναι μεν ο Μέγας Γιαχβέ καταστρέφει τα Σόδομα και τα Γόμορρα ή μετατρέπει σε στήλη άλατος τη γυναίκα του Λωτ, όταν η τελευταία θέλησε να κοιτάξει την πόλη της, αλλά αφήνει ατιμώρητο τον ίδιο το Λωτ και τις θυγατέρες του, όταν συνάπτουν άνομες σχέσεις μεταξύ τους «ίνα μη χαθεί το σπέρμα αυτού» (!)


© Ελένη Καλλιανέζου


buzz it!

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Eγκώμιον ες Ουρανόν ή Τα Όνειρα του Φρήντριχ Βίλχελμ Χέρσελ.

[… -Οι άνθρωποι έχουν άστρα, μα δεν είναι τα ίδια για όλους. Για εκείνους που ταξιδεύουν, τ’ άστρα είναι οδηγοί. Για άλλους είναι μόνο μικρά φωτάκια. Για τους σοφούς είναι προβλήματα. Για τον επιχειρηματία μου ήταν χρυσάφι. Όλα όμως αυτά τ’ αστέρια σωπαίνουν. Εσύ, μόνο εσύ, θα έχεις άστρα που δεν τα ‘ χει κανένας…
-Τι θέλεις να πεις;
-Όταν θα κοιτάζεις τον ουρανό, τη νύχτα, κι αφού εγώ θα γελώ σ’ ένα απ’ αυτά, για σένα λοιπόν θα είναι σα να γελούν όλα τ’ αστέρια. Εσύ θα έχεις άστρα που ξέρουν να γελούν!]
Antoine de Saint – Exupéry, “Ο Μικρός Πρίγκιπας’’, Μτφρ. Στρατή Τσίρκα, Εκδόσεις «Ηριδανός», Αθήνα 1983.

***

Ο Φρήντριχ Βίλχελμ Χέρσελ ήταν σίγουρα πνεύμα ανήσυχο. Αυτό όμως που έκανε την οικογένειά του να ανησυχεί και ιδιαίτερα τ’ αδέρφια του, τον Γιάκομπ και την Καρολίνε, ήταν η τελευταία του αφηρημάδα. Ξεχνούσε να φάει, δεν έδινε σημασία στις συζητήσεις και περνούσε ώρες πολλές μόνος του στο παρατηρητήριό του, στη σοφίτα του σπιτιού. Ακόμη και την ώρα του απογευματινού καφέ, ανάμεσα στις ασκήσεις φωνητικής και στις χαρούμενες φλυαρίες της Καρολίνε, εκείνος αρεσκόταν να τοποθετεί τα βουτήματα σε κύκλους γύρω απ’ την καφετιέρα και να παίζει σαν παιδί, κάνοντάς τα να κινούνται κυκλικά, κι αλλάζοντας κατά διαστήματα τις αποστάσεις μεταξύ τους. Σα να προσπαθούσε να εφαρμόσει το νόμο του μαθηματικού Τίτιους, όπως τον είχε δημοσιεύσει ο αστρονόμος Μπόντε εννέα χρόνια πριν στα κουλουράκια, για να προσδιορίσει την απόσταση των πλανητών, αδιαφορώντας για τα ψίχουλα που γέμιζαν το τραπεζάκι – και που σίγουρα θα έκαναν την κυρία Χαλς, που καθάριζε το σπίτι, να παραπονιέται περισσότερο απ’ το συνηθισμένο.
Εκείνο το απόγευμα του Μαρτίου, πέταξε μακριά το νοτισμένο απ’ την αγγλική υγρασία πανωφόρι του, άφησε στην άκρη την περούκα του που ο αέρας είχε αναστατώσει, πήγε βιαστικός στο γραφείο, άνοιξε το ημερολόγιό του κι έγραψε:

«…13 Μαρτίου 1781
0, 3 , 6 , 12, 24, 48, 96, 192, 384, 768
S^9 = α1 (λ^ν –1 ) / λ-1 ... ν = 9, α1 =3, λ =2
Οπότε για εννέα πλανήτες έχω:
S^9= 3 ( 2^9 – 1) / 2-1 = 1533 + 4 = 1537 : 10 = 153,7
Δε νομίζω τελικά ότι πρόκειται για κομήτη…»

Κατόπιν κατέγραψε σ’ έναν χοντρό δερματόδετο τόμο κάποιες ακόμη παρατηρήσεις του σχετικά με το ύψος κάποιων ακόμη σεληνιακών ορέων, άφησε στην άκρη το φτερό κι έβγαλε τα γυαλιά του. Βημάτισε στο δωμάτιο τρίβοντας και χνωτίζοντας τα δάχτυλά του και ξάπλωσε στο ντιβανάκι του γραφείου.
Μπροστά του άρχισαν να χορεύουν αριθμοί, που μόνοι τους τοποθετήθηκαν σε πεντάγραμμο κι εμφανίστηκαν τυπωμένοι σε μια παρτιτούρα που φαινόταν να μην έχει τέλος. Πάνω απ’ τη σύνθεση ήταν γραμμένη η φράση: «Τοκκάτα και Φούγκα του Μακρόκοσμου», ήταν όμως γραμμένη σε μια περίεργη κλίμακα που ακολουθούσε αντιστικτικούς κανόνες οι οποίοι του ήταν ολότελα άγνωστοι. Καμιά σχέση με την musica mundana, όπως την περιέγραφε ο Κέπλερ στο πέμπτο βιβλίο των “Harmonices mundi”, την αρμονία με άλλα λόγια του κόσμου των σφαιρών, των εποχών και του σύμπαντος× όλα αυτά εξάλλου του ήταν γνωστά ήδη από τα παιδικά του χρόνια, όταν ο πατέρας, με ύφος γλυκύ, μυούσε τα παιδιά του στα μυστικά της μουσικής και της αστρονομίας, δίπλα στο τζάκι με τις φλόγες που χόρευαν, στο σπίτι τους στο Αμβούργο. Ο πατέρας αρεσκόταν συχνά να επαναλαμβάνει στα παιδιά του την αγαπημένη ρήση του Schütz πως «η μουσική είναι ανάμεσα στις ελευθέριες τέχνες όπως ο Ήλιος μεταξύ των επτά πλανητών». Οι διδασκαλίες αυτές του πατέρα του σημάδεψαν την ψυχή του, κι έτσι ο Φρήντριχ Βίλχελμ έμεινε και στην υπόλοιπη ζωή του να αιωρείται ανάμεσα σε μια άποψη για τη μουσική απ’ τη μια μυστικιστική και πυθαγόρεια, κι απ’ την άλλη στην καθαρότητα και τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της κλασικιστικής παράδοσης του διαφωτισμού -παρά τη γοητεία που ασκούσε επάνω του το αισθηματικό ύφος της σύγχρονής του Σχολής του Μανχάιμ και το εύληπτο, μελωδικό ύφος του Σκαρλάτι και του Τέλεμαν-. Ξύπνησε και κοίταξε με το τηλεσκόπιό του τον ουρανό. Δεν είχε ακόμη πέσει σκοτάδι και τα παράτησε.
Έριξε μερικά κάρβουνα στην πορσελάνινη σόμπα και την ένοιωσε να πυρώνει. Χαμογέλασε σαν υπνωτισμένος κοιτάζοντας το δωμάτιο, χωρίς να το βλέπει. Απ’ το σαλόνι ακουγόταν η φωνή της Καρολίνε να τραγουδά την άρια της Ευρυδίκης απ’ τον «Ορφέα» του Γκλουκ συνοδεύοντας τον εαυτό της στο τσέμπαλο. Κατέβηκε στην κουζίνα, διάλεξε ένα κολονάτο ποτήρι με φύλλα αμπέλου χαραγμένα στο κρύσταλλο κι έναν μικρό Διόνυσο, το γέμισε κόκκινο κρασί κι ανέβηκε στη σοφίτα. Ήπιε δυο τρεις γουλιές και ξαπλώθηκε στην κουνιστή πολυθρόνα δίπλα στη σόμπα, ρίχνοντας μια μικρή κουβέρτα στα πόδια του.
Έκλεισε πάλι τα μάτια του κι είδε φεγγάρια και πέρα απ’ αυτά έναν άνθρωπο ψηλό και γέροντα, με έντεκα στέμματα στο κεφάλι και τα παιδιά του ολόγυρά του -παιδιά όμορφα και παιδιά τέρατα μιας φυλής εξωανθρώπινης- . Και χόρευαν τα παιδιά γύρω απ’ τον πατέρα και στρέφονταν γύρω απ’ τον εαυτό τους, όπως ακριβώς του είχε διηγηθεί ο κύριος Γουάτσον, ο ιδρυτής της φιλοσοφικής Εταιρείας του Μπαθ, που ήταν πέραν όλων των άλλων και πολυταξιδεμένος, πως χορεύουν κάποιες φυλές Ινδιάνων στο Νέο Κόσμο. Δεν του ήταν βολετό να κρίνει τι είδους εξουσία ασκούσε ο γέροντας, πολλά όμως απ’ τα παιδιά του φαίνονταν να τυραννιούνται όντας τέρατα, σαν κάτι να τα εξανάγκαζε να χορεύουν δίχως σταματημό, για να κερδίσουν την συμπάθεια αυτουνού που τα γέννησε, κι όχι την περιφρόνηση που τους έδειχνε × όμως μάταια, τίποτα δε μαρτυρούσε πως θα μπορούσε να τον εξευμενίσει. Και πρόσφεραν όλοι φρούτα και καρπούς της γης σε καλάθια από λυγαριά κι άλλα ο γέροντας δεχόταν κι έτρωγε απ’ αυτά, κι άλλα τα πέταγε στην άκρη να σαπίσουν. Στο τέλος του χορού, ο μεγαλύτερος γιος μ’ ένα χρυσό δρεπάνι θέρισε το μόριο του πατέρα και ούρλιαξε ο γέροντας κι έπεσε απ’ το θρόνο του και καταβαραθρώθηκε. Και κυλιόταν εκείνος στο πλευρό κι έπεσε η ανδρική του ρώμη στη θάλασσα κι απ’ τους αφρούς γεννήθηκε μια γυναίκα όμορφη σαν αίμα και σα θάλασσα.
–« Κυθήρεια…» ψιθύρισε ο Χέρσελ κι άνοιξε τα μάτια.
Εκείνο το ίδιο βράδυ του Μαρτίου ο Βίλχελμ Χέρσελ ανακάλυψε την τροχιά ενός καινούργιου πλανήτη που τον ονόμασε ‘αστέρι του Γεωργίου’, προς τιμήν του βασιλιά της χώρας που τόσα χρόνια τον φιλοξένησε και του πρόσφερε απλόχερα ό,τι θα μπορούσε να επιθυμήσει η ψυχή του. Επρόκειτο για τον ίδιο πλανήτη που σύγχρονοί του αστρονόμοι θα καλούσαν εφεξής Ουρανό, και που αυτός θα αρνιόταν πεισματικά να τον ονομάσει μ’ αυτό το όνομα, μέχρι το τέλος της ζωής του. Μολαταύτα, το όνειρο που είχε δει πριν λίγο τον έκανε να παρατηρήσει καλύτερα το στέμμα του εκπεσόντος πατέρα Ουρανού στο διάδοχο γιο, τον πλανήτη Κρόνο, κι έτσι χάζευε για ώρα πολλή τους δακτυλίους του.
Την επομένη όλοι μιλούσαν για την ανακάλυψη, κι ήπιαν στην υγειά του Χέρσελ και του Διευθυντή του Αστεροσκοπείου της Αυτού Μεγαλειότητας, του Μάσκελυν, ενώ δεν παρέλειψαν να κάνουν πρόποση και για τον Χόρνσμπυ, το διευθυντή του Αστεροσκοπείου της Οξφόρδης. Κάποια χρόνια αργότερα θα ανακάλυπταν ότι ο έβδομος πλανήτης, ο Ουρανός, ήταν γαλάζιος σαν ουρανός, πιο πολύ γαλάζιος κι απ’ τη γη όπως τη βλέπει ένας ταξιδιώτης τ’ ουρανού.
Μεθυσμένος απ’ το κρασί και τη χαρά της ανακάλυψης ο Χέρσελ πλάγιασε ευτυχισμένος. Ανακάλυψε πως το κορμί της Σάρας είχε κι άλλες στρογγυλάδες κι αναρωτιόταν πώς δεν τις είχε προσέξει τα δέκα χρόνια τώρα που εκείνη μοιραζόταν το κρεβάτι του. Έπεσε σε έκσταση πρωτόγνωρη, και στην ίδια έκσταση αποκοιμήθηκε.
Κι ήταν άραγε η έκσταση ή τ’ όνειρο πως είχε τάχα βρέξει παντού πορτοκάλια… Χωριά ολόκληρα είχαν ταφεί κάτω από βουνά πορτοκαλιών. Ένα κορίτσι στα δεκατρία κι ένα εικοσάχρονο αγόρι βρήκαν κι αυτοί θάνατο εξ’ ουρανού εν ώρα συνουσίας. Τα σώματα των δυο παιδιών όπως φαίνονταν σε κοντινό πλάνο ήταν γεμάτα μώλωπες, και τα πρόσωπά τους είχαν πάρει μιαν όψη χρυσαφιά απ’ τις ανταύγειες του πορτοκαλοχυμού στον ήλιο και από τα ανοιγμένα στα δυο πορτοκάλια τριγύρω, καρπός αστράπτων, καρπός που η μυρωδιά του φέρνει στο νου υγιή βρέφη, καρπός ως πλαίσιο στον ωραιότερο πίνακα που απεικόνισε ποτέ τη σχέση ανάμεσα στον έρωτα και στο θάνατο.

***

Το τελευταίο όνειρο του Βίλχελμ Χέρσελ έμελλε να ταλαιπωρήσει ένα νεαρό κορίτσι, την Εύα, κοντά διακόσια δέκα χρόνια μετά. Στύβει πορτοκάλια για τη μάνα της που ισχυρίζεται πως ο γιατρός της σύστησε να πίνει βιταμίνες σε φυσική μορφή και βρίζει. Δυο χρόνια μετά οι ειδήσεις στην τηλεόραση έδειξαν ένα χωριό της Πελοποννήσου που οι βρύσες του έτρεχαν αντί για νερό πορτοκαλάδα. Αιτιολογία του γεγονότος κάποιοι τόνοι εσπεριδοειδών της Αργολίδας που δεν απορροφήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και αναπαύτηκαν εν ειρήνη σε χωματερές.
Πέρασαν κάποια χρόνια. Το ίδιο κορίτσι, γυναίκα πια ζευγαρώνει με τον Αλέξανδρο σε μια παραλία των Μεθάνων, κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό. –«Σ’ αγαπώ, Ουρανέ μου», του ψιθυρίζει την ύστατη στιγμή κι αυτός εκσπερματίζει έναν καινούργιο γαλαξία.
Έπρεπε να έρθει η πανσέληνος του Αυγούστου του 2000, για να ονειρευτεί η Εύα τον Χέρσελ να ονειρεύεται εκείνη. Την ονειρευόταν τη νύχτα της 14ης Μαρτίου του 1781 να ονειρεύεται εκείνον την αυγουστιάτικη Πανσέληνο του 2000.
-Αυτό που με προβληματίζει, έλεγε η Εύα στον Αλέξανδρο την επαύριο, είναι αν υπάρχουν ρήγματα στο χρόνο. Αν ισχύει κάτι τέτοιο, δεν υπάρχει παρόν, δεν υπάρχει παρελθόν, δεν υπάρχει μέλλον. Τότε ο Παρατατικός επεμβαίνει στον Μέλλοντα δυναμικά κι εμείς αλλάζουμε την κατά αξίωμα δοσμένη ιστορία. Ίσως παραλογίζομαι απ’ το μεθάνιο που εκλύεται κατά ποσότητες στην περιοχή καθιστώντας τα νερά των Μεθάνων ιαματικά, σκέψου όμως πως και ο πλανήτης Ουρανός αποτελείται κι αυτός από υδρογόνο, ήλιο και μεθάνιο, τα πρωταρχικά στοιχειακά δηλαδή, της αρχέγονης συμπαντικής σούπας που δημιουργεί ζωή.
-Αν ο Χέρσελ ονειρευόταν εμένα που ονειρευόμουν εκείνον είναι ψευδαίσθηση εκείνος ή εγώ; συνέχισε με τα μάτια της να γυαλίζουν, σα να ‘χε πυρετό. Κι είμαστε πραγματικότητα ή μέρος ενός καλοσκηνοθετημένου ονείρου μιας διάνοιας ύπουλης και κατεργάρας;
Εκείνος της απάντησε ότι παρόμοιοι αντιφατικοί συλλογισμοί ενσωματώνονται σε διαφορετική μορφή στα μαθηματικά παράδοξα του Ζήνωνα και στα σοφίσματα που χρησιμοποιεί ο Λιούις Κάρρολ στην «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων».
Όταν πάλι ζευγάρωσαν πάνω στα μαύρα ηφαιστειογενή βότσαλα, πάλι εκείνη του ψιθύρισε στ’ αυτί εκείνο το «Σ’ αγαπώ - Ουρανέ μου». Τούτη όμως τη φορά, ο Αλέξανδρος δεν ήταν καθόλου σίγουρος, αν αυτό το «Ουρανέ μου» αναφερόταν σ’ εκείνον, στο στερέωμα ή στον πλανήτη Ουρανό. Κι έμεινε με την απορία του.

***

Όταν ξημέρωσαν οι Ειδοί του Μαρτίου του 1781, ο Βίλχελμ Χέρσελ ήξερε πως την ίδια μέρα το 44 π.Χ. δολοφονήθηκε ο Ιούλιος Καίσαρας. Ήξερε πως δυο μέρες πριν είχε μάλλον κάνει την ανακάλυψη ενός νέου πλανήτη κι ότι τ’ όνομά του θα γραφόταν στα αστρονομικά χρονικά. Ήξερε επίσης ότι το προηγούμενο βράδυ είχε κάνει έρωτα με την καμαριέρα της κυρίας Πιτ και πως ονειρεύτηκε μια νεαρή γυναίκα να τον ονειρεύεται διακόσια είκοσι χρόνια μετά. Ένα μυαλό σαν το δικό του, τόσο τετράγωνο και διαποτισμένο απ’ το ρασιοναλισμό της εποχής δεν θα του επέτρεπε ποτέ να δώσει περισσότερη σημασία στο όνειρο.


__________________________

Ελένη Καλλιανέζου, από το βιβλίο
«13 Νέοι Συγγραφείς», Εκδόσεις Νεφέλη, 2002
__________________________
Ο βίος και η πολιτεία αυτού του μικρού διηγήματος είναι λίγο περίεργος. Στις 26 του Οκτώβρη του 2000 έλαβα ένα τηλεφώνημα από τα Ελληνικά Γράμματα να προχωρήσουμε σε έκδοση του "Ερωτευμένου Ιππόκαμπου". Θυμάμαι την ημερομηνία καλά, γιατί ήταν τ' Αη Δημητριού και γιόρταζε ο τότε καλός μου.
Την επομένη, έπεσε στα χέρια μου το ένθετο της Ελευθεροτυπίας "Βιβλιοθήκη". Προκηρυσσόταν διαγωνισμός για νέους συγγραφείς, ο οποίος και εξέπνεε στις 31 Οκτωβρίου. Το αγνόησα, εξάλλου εκείνο τον καιρό διάβαζα μετά μανίας αστρονομία. Άφησα το Σαββατοκύριακο να περάσει. Ο Δημήτρης στο μεταξύ να με τσιγκλάει, γράψε και γράψε, να γράψω τι και με τι θέμα δεν ήξερα, οπότε του απαντούσα "αμάν, ρε παπάκι, παράτα μας", αλλά λέγε- λέγε το κοπέλλι κάνει την κοπελλιά να θέλει...
Τελοσπάντων, Δευτέρα 30 Οκτωβρίου τηλεφωνώ στην Ελευθεροτυπία να μάθω λεπτομέρειες, πέφτω πάνω στον ίδιο το Φυντανίδη, ο οποίος προφανώς πρεσσαρισμένος και εκνευρισμένος, μόνο που δε με έστειλε στον αγύριστο, απορώντας με το ούφο που του τηλεφωνούσε.
Laptop δεν είχα, μου είχε πέσει στο πάτωμα και αποδήμησε στην κόλαση των κομπιούτερ, οπότε πάω το βράδυ σε ένα Internet-Café και σκάρωσα τούτο εδώ, εν μιά νυκτί. Το έστειλα στο τσακ στην Ελευθεροτυπία και ξέχασα τα πάντα επ' αυτού.
Ιούνιος 2001, πάλι ο Δημήτρης να μου τηλεφωνεί σε παραληρηματική κατάσταση "παπάκι, είσαι ανάμεσα στους 13 που κέρδισαν". Το υποφαινόμενο "παπάκι" τα 'χασε. Τον Ιούλιο του 2001 δημοσιεύτηκε και στην Ελευθεροτυπία με τα απαραίτητα τυπογραφικά: Ο Oυρανός είχε 13 στρέμματα αντί στέμματα στο κεφάλι, 13 στρέμματα τι; Αγκινάρες; Η αναφορά είναι στο μύθο του τιτάνα Ουρανού, όταν ο γιος του Κρόνος, αμφισβητώντας την πατρική εξουσία θα τον ευνουχίσει. Ο μύθος λέει ότι όταν τα γεννητικά όργανα του Ουρανού έπεσαν στη θάλασσα, γεννήθηκε η Αφροδίτη, η θεά της ομορφιάς. Ακριβής τόπος δεν προσδιαρίζεται, αλλά οι προσφιλέστερες εκδοχές του μύθου τη θέλουν να γεννιέται στις θάλασσες της Πάφου, στην Κύπρο (βλέπε νησί Αφροδίτης) ή στις θάλασσες των Κυθήρων. (Πίστευα ότι η αλληγορία θα ήταν και ευκόλως κατανοητή, εννοούσα φυσικά τους δορυφόρους του, αλλά ως φαίνεται, οι τυπογράφοι δε χαμπαριάζουν από αλληγορίες, οπότε τους έστειλα κι εγώ χαιρετίσματα με το πουλί τ' αηδόνι).
Δυο χρόνια μετά, όλως τυχαίως από το Internet, μαθαίνω ότι συμπεριλήφθηκε σε βιβλίο που έβγαλαν οι Εκδόσεις Νεφέλη μαζί με τα υπόλοιπα 12 διηγήματα που διακρίθηκαν στο διαγωνισμό. Όλο λέω να κάνω μια βόλτα από τις εκδόσεις Νεφέλη να πάρω το περίφημο βιβλίο στα χέρια μου, όλο κάτι τυχαίνει και το ξεχνάω.
Από την άλλη λέω, κι αν δω πάλι στρέμματα στο κεφάλι του Ουρανού και με πιάσουνε δαιμόνια; Άντε μετά να εκπληστηριάζεις τα δαιμόνιά σου...
...Για να είμαι ειλικρινής μια ζωή απαξίωνα αυτά που έγραφα. Η άποψή μου για το κείμενο εκπορεύεται από την ίδια την ετυμολογία της λέξεως κείμενο > εκ του ρήματος κείμαι. Άρα, φιλοσοφικώς, από τη στιγμή που δημοσιεύεται, είναι νεκρό (τουλάχιστον για το γράφοντα), ήδη το έχει ξεπεράσει και πάει για κάτι άλλο. Η δύσκολη και άτιμη ώρα είναι όταν γυρεύει η ψυχή σου την έμπνευση και νοιώθεις στέγνωμα. Η έλλειψη του έρωτος (σε πολλαπλά επίπεδα). Μόνο με έρωτα δημιουργούμε. Αυτή η ρημάδα η έννοια μας στοιχειώνει είτε με την παρουσία της είτε με την απουσία της.

Στο Δημήτρη χρωστάω ένα ακόμη ευχαριστώ. Ως μαθηματικός, ήταν αυτός που συνέβαλε στη διατύπωση των μαθηματικών τύπων που ο Χέρσελ υποτίθεται ότι έγραψε στο σημειωματάριό του. Για τα λοιπά βιογραφικά στοιχεία του Χέρσελ στηρίχτηκα σε πηγές και σε ιστορικά στοιχεία της εποχής. Δε γνωρίζω ωστόσο, αν είχε κάποια ερωμένη, πολλώ δε μάλλον, αγνοώ το όνομά της.
Κι όσο για το περιστατικό με τις βρύσες να τρέχουν πορτοκαλοχυμό στην Αργολίδα, το είχα γράψει στο προσωπικό μου ημερολόγιο το 1987 σε τύπο ονειροδράματος. Ανατρίχιασα πολλά χρόνια αργότερα, όταν άκουσα από το δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση ότι όντως στην Αργολίδα οι βρύσες έτρεχαν για κάποιες μέρες πορτοκαλοχυμό αντί νερού και αιτία ήταν πράγματι πορτοκάλια που δεν απορροφήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και θάφτηκαν σε χωματερές. Το ρασιοναλιστικό μου κομμάτι δηλώνει ότι δεν έχω προφητικές ικανότητες.

Ελένη Καλλιανέζου

buzz it!

Hippocampus Guttulatus [1] σε μια μαύρη Ford.

Ψάχνοντας για βιβλία Τέχνης έπεσα πάνω στον Ανδρέα. Έφερνε λίγο στον Αλέκο Αλεξανδράκη και στη φαντασία της καταπιεσμένης παρθένας, που περίμενε υπομονετικά να κλείσει τα 18 για να ενδώσει στο φλερτ και στο συναγελασμό με τα αρσενικά ήταν κάτι σαν το Καβαφικό:

Πολίτου εντίμου υιός- / προ πάντων, ευειδής
έφηβος του θεάτρου, / ποικίλως αρεστός,
ενίοτε συνθέτω / εν γλώσση ελληνική
λίαν ευτόλμους στίχους, / που τους κυκλοφορώ
πολύ κρυφά, εννοείται- / θεοί! να μην τους δουν
οι τα φαιά φορούντες, / περί ηθικής λαλούντες-
στίχους της ηδονής / της εκλεκτής, που πηαίνει
προς άγονην αγάπη / κι αποδοκιμασμένη.

Τον είχα βαφτίσει λοιπόν στη φαντασία μου «Νέο της Σιδώνος». Ο «νέος της Σιδώνος» τραβολογιόταν με μια Αυστριακή, τη Σουζάννα, που του έψηνε το ψάρι στα χείλη, κι αυτός ήτανε δεμένος στο βρακί της. Εγώ δε σκάμπαζα γρι από αντρική ψυχολογία, κι ούτε μπορούσα τότε να καταλάβω πώς οι άντρες μπορούν με ευκολία να ποθούν γυναίκες και με την ίδια ευκολία να πλαγιάζουν πότε με τη μια και πότε με την άλλη. Νόμιζα πως επειδή του παραχώρησα την «πολύτιμον παρθενίαν μου» τα είχαμε «φτιάξει». Πέρασαν μήνες για να καταλάβω πως δεν τα είχαμε «φτιαγμένα» καθόλου και λογάριαζα ν’ αυτοκτονήσω μια μέρα του Φλεβάρη, με θεαματικό τρόπο: Θα ήτανε λέει σαράντα μέρες μετά από το τελευταίο μας ζευγάρωμα, κι εγώ νηστική θα έπαιρνα 3-4 κουτιά ασπιρίνες αφού πρώτα άκουγα την άρια της αυτοκτονίας της Μαντάμ Μπατερφλάι με την Κάλλας, όταν παίρνει το σπαθί των σαμουράι που γράφει επάνω «να πεθαίνεις τίμια, όταν δεν μπορείς πια να ζεις τίμια» και κάνει χαρακίρι.
Πικάπ δεν είχα και μια και δυο την καθορισμένη μέρα (ήτανε και Κυριακή) παίρνω το δίσκο και πάω στης φίλης μου της Μαιρούλας. Θα άκουγα λέει την άρια και μετά θα έπαιρνα τις ασπιρίνες. Και για να είμαι και εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι θα έπιανε, θα έβγαινα έξω στους δρόμους ημιζαλισμένη να με πατήσει το τρόλει.
Τελικά τα σχέδια μου τα χάλασε η μαμά της Μαιρούλας.
-Δεν έχετε λυσσάξει της πείνας, κορίτσια; Μας λέει κι ετοιμάζει μακαρονάδα.
Εγώ απ’ τη μια σκεφτόμουν την αυτοκτονία στο πλάνο, αλλά από την άλλη είχα περιπέσει και σε νηστεία μέρες πολλές και στη μυρωδιά της μακαρονάδας μου τρέχανε τα σάλια. Τελικά κάθησα κι έφαγα, κι όταν χόρτασα λέω μέσα μου «Σκατούλες! Με γεμάτο στομάχι πώς θα με πιάσουν οι ασπιρίνες;» Έτσι ανέβαλα την αυτοκτονία μου και φυσικά δε θα μπορούσα να την πραγματοποιήσω τη Δευτέρα, διότι δε θα ήμαστε πια στην τεσσαρακοστή ημέρα από το τελευταίο ζευγάρωμα με το «νέο της Σιδώνος», αλλά στην τεσσαρακοστή πρώτη.

Egon Schiele, Stehende Frau in rot, 1913
Πέρασε καιρός και γνώρισα το Γιώργο, που έμενε στα Αναφιώτικα. Η Πλάκα πάντα εξασκούσε επάνω μου τεράστια έλξη, και λόγω των αρχαιοτήτων, αλλά και λόγω των καφενέδων και των Χατζηδακικο-λογοτεχνικο-μουσικο-φιλοσοφικών μου αναφορών.
Με το Γιώργο βρισκόμαστε σε παρέες με δάσκαλους που σχετίζονταν με τη Διεθνή Αμνηστεία, το Θέατρο και την Ποίηση και πίναμε κρασί με τυρί φέτα και μια ολίγη από φασολάκια φρέσκα ή μανεστράκι, ό,τι υπήρχε κατά περίπτωση. Το ειδύλλιο με το Γιώργο κράτησε μόλις δυο μήνες. Μια μέρα μου ανακοίνωσε ότι έρχεται από τη Σκοτία η Σιόνα, η επίσημη αγαπημένη του των καλοκαιριών, με την οποία νταραβεριζόταν επτά χρόνια. Αποφάσισα να το παίξω άνετη και cool. «Α, ναι σοβαρά; Μπράβο» κλπ, κλπ, σαν μια «προχωρημένη φίλη», που έχοντας ξεπεράσει το ταμπού της Ελληνίδας «γυναικούλας», γίνεται το μεγάλο αυτί του πόνου του «εραστο-φίλου». Τελικά ο Γιώργος κατέφευγε σε μένα για να μου πει, πόσο πολύ τον βασάνιζε η Σιόνα με τη ζήλεια της και πόσο πολύ υποφέρει, κι εγώ τον συμπονούσα στ’ αλήθεια, αλλά από την άλλη δεν μπορούσα να κατανοήσω και πάλι τη φύση των ανδρών, που απ’ τη μια καταπιέζονται και δεν αντέχουν, αλλά από την άλλη αισθάνονται και ανασφάλειες, όταν τους αφήνεις αμολητούς.
***
***
Σήμερα, λόγω έλλειψης ηλιοφάνειας το μυαλό μου γύριζε συνεχώς γύρω απ’ τον Ήλιο και το Ρωμαίο αυτοκράτορα Ηλιογάβαλο, που παντρεύτηκε πέντε φορές κι έδειξε μεγάλη ασέβεια προς όλες τις θρησκευτικές παραδόσεις και τα σεξουαλικά ταμπού. Ο Ηλιογάβαλος λέει, αντικατέστησε το κεφάλι του Διός του Ρωμαϊκού Πανθέου με το κεφάλι του Deus Sol Invictus, του απόρθητου βασιλιά του Ήλιου. Κι η λέξη sol μου έφερε στο νου τη μουσική νότα σολ ή G της Ευρωπαϊκής Μουσικής Παράδοσης. Τότε θέλησα να ακούσω μουσική, κι έπεσα πάνω στον Ηλιογάβαλο με τα μπαλέτα Béjart [2].
Μαγνητίστηκα.. Η κίνηση των κορμιών των χορευτών μου θύμησε τα Γράμματα του
Erté (πρωτοπόρου της Art Deco) και κατακλύστηκα από συνειρμούς. Το κεφάλι μου γέμισε με εικόνες, τη νότα σολ και Ιππόκαμπους.
Στο μεταξύ, η ζωή τραβάει απ’ το μανίκι.... αλλά...

"Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις
εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκκαλο
με το λουρί στο σβέρκο
νάτη πετιέται από ξαρχής
κι αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό
με το καμάκι του ήλιου."

Με βάζανε και στο σχολείο να το τραγουδάω σόλο στις σχολικές γιορτές κι ήταν μεγάλο σουξέ μου. Μια αυτό, μια η ωδή του Κάλβου:

"Όσοι το χάλκαιον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται
ζυγόν δουλείας ας έχωσιν.
Θέλει αρετήν και τόλμην
-η ελευθερία."

Μου λέγανε ότι έχω Φαραντουρική φωνή. Και το τραγουδούσα σε ρε ματζόρε, ενισχυμένο κι απ’ τις καταβολές μου απ’ τη μάνα μου, που αναγεννιόταν κάθε φορά μέσα απ’ την τέφρα της, όταν όλοι τριγύρω στοιχημάτιζαν ότι θα τινάξει τα πέταλα. Βοηθάει το να έχεις μάνα, που ανήκε στο αστερισμό του Σκορπιού. Ψυχοβγάλτης μεν, αλλά κλειδοκράτορας στην πιο βαθύ Φροϋδικό ερώτημα της ζωής: γέννηση – λίμπιντος – θάνατος.
Ίσως γι’ αυτό, όταν αρνούμαι τη Διονυσιακή μου φύση και αποστειρώνω τον περιβάλλοντα χώρο, αποστερώ κι από τον εαυτό μου τη χαρά, κι όλα μοιάζουν γύρω απίστευτα ανούσια. Κοινοτοπίες, επαναλαμβανόμενα κλισέ... Και ποιος ο λόγος να ξημερώσει μια άλλη μέρα, για να ακούσεις και πάλι τα ίδια;

Το G του Erté, σαν τη νότα sol, σαν Ήλιος, σαν Ιππόκαμπος


To O του Erté

____________


[1] Στον Ερωτευμένο Ιππόκαμπο, επέλεξα για τον Ιππόκαμπο το ονοματεπώνυμο Τίτος Γουτουλάτος, γιατί guttulatus είναι είδος ιππόκαμπου, που απαντάται και στη θάλασσα της Μεσογείου. O Hippocampus Guttulatus Κολυμπά στην ανοιχτή θάλασσα μακρυά από μολυσμένα ύδατα και είναι είδος απειλούμενο προς εξαφάνιση.

[2] *Τα μπαλέτα Béjart στον Ηλιογάβαλο*

[3] Πηγή φωτογραφιών: α) Egon Schiele, Stehende Frau in Rot, β) Το G και το Ο του Erté


Συναφής ανάρτηση: Ο Ερωτευμένος Ιππόκαμπος



© Vejen, Φεβρουάριος 2008, Eλένη Καλλιανέζου

buzz it!