Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνδρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνδρας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Ιουλίου 2008

Μπλάνκος Επιφάνιος Λίγον Οίκτον Εκλιπαρών


Η Mπλανς Επιφανί, σε σκίτσο του Georges Pichard και κείμενο του Jacques Lob, πρωτοκυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1967. Στην Ελλάδα τη γνωρίσαμε μέσα από τον «Ταχυδρόμο» στη δεκαετία του ’70 σε συνέχειες και σε μετάφραση κειμένων της Έλενας Ακρίτα σε μια σπαρταριστή καθαρεύουσα. Η Μπλανς ήταν η αποθέωση της πτωχής, ορφανής, παρθένας – πουτανίτσας, που κυκλοφορούσε γυμνή και πάντα κυνηγημένη από τον ακόλαστο τραπεζίτη Αντολφύς, ενώ σωζόταν πάντα την τελευταία στιγμή από έναν μασκοφόρο ήρωα τύπου Φαντομά, ο οποίος απέστρεφε κοκκινίζοντας το πρόσωπό του από την ταλαίπωρο γυμνή ηρωΐδα την ώρα που εκείνη εκλιπαρούσε: «Ω, σας παρακαλώ, δείξατε λίγον οίκτον! Λίγον οίκτον!», και ο κακός τραπεζίτης είχε εκδηλώσει τις πονηρές του προθέσεις με ένα «Ώρα, να διακορεύσωμεν τούτο το μικρόν τσουλίδιον και να του τσιμβήσωμεν τις ρογίτσες!»

Οι χρόνοι παρήλθον εκείνοι, οπότε δικαιούμαστε και να αντιστρέψουμε τους όρους.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι διαφθορεύς είναι μία γυναίκα και οι ταλαίπωροι αρσενικοί που τη γνωρίζουν οι Μπλανς της, άδοντες άσματα στα βήματα του Χατζηδάκη:

Ήμουν λιγνός και αψηλός[1]
και δροσερός κι ωραίος
πώς γνώρισα, πατέρα μου
την τσούλα, ο μοιραίος;

Αναρωτιέμαι βεβαίως ποιος θα παίξει και το ρόλο του Φαντομά και ποιος θα τους σώσει από τις ασχημονίες της γυναικός, αποστρέφοντας από ντροπή το βλέμμα στο γυμνό ανδρισμό τους. Υπάρχουν άραγε γυναίκες – ιππότες, που ως η Jeanne d’ Αrc θα σπηρουνίσουν το άσπρο άτι τους αφηρπάζοντας τα παρ’ ολίγον διακορευμένα αρσενικά και να τα αφήσουν στην ασφάλεια κάποιου μοναστηριού να κεντούν και να ψέλνουν ύμνους, μέχρι να εμφανιστεί η πριγκίπισσα να τους κάνει γαμβρούς;

Άβυσσος αι ψυχαί και τα μυαλά των γυναικών τη σήμερον ημέρα και τα δόλια αρσενικά χρήζουν προστασίας.

_____________________________________________
Σημειώσεις

[1] Παραφθορά της Προσευχής της Παρθένου του Νίκου Γκάτσου, που μελοποιήθηκε από το Μάνο Χατζηδάκι κι ανήκει στη μουσική συλλογή του δεύτερου «Τα Παράλογα»:

Με είκοσι φθινόπωρα και άνοιξη καμία
απ’τηνΥπάτη το ‘σκασα και πήγα στη Λαμία
Ήμουν μικρούλα κι άπραγη, και δροσερή κι ωραία
πώς το ‘παθα, μανούλα μου, κι αγάπησα εκδορέα;
Το γαρ πολύ του έρωτος, γεννά παραφροσύνη
γι’ αυτό και ο Αλή Πασάς έπνιξε τη Φροσύνη

Στο δρόμο μου σφυρίζανε και με φωνάζαν Γκόλφω
μα ευτυχώς τον Τάσο μου τον λέγανε Ροδόλφο
Ήμουν ψηλή κι ανάλαφρη, κι αφράτη και μοιραία
Πώς έμπλεξα, μανούλα μου, με τέτοιο διαφθορέα;
Το γαρ πολύ του έρωτος, γεννά παραφροσύνη
γι’ αυτό κι οι νέοι μουσικοί θαυμάζουν το Ροσσίνι

Από σκαλί, σ’άλλο σκαλί κι από φιλί σε πάθος
πήρα σοκάκι ανάποδα και μονοπάτι λάθος
Κι απ’ το Ροδόλφο στο Μηνά κ ι απ’ τον Κοσμά στον Πάνο
πελάγωσα μανούλα μου, και τώρα τι να κάνω;
Το γαρ πολύ του έρωτος, γεννά παραφροσύνη
το διάβασα στον Παλαμά, το βρήκα στον Δροσίνη
Συναφής ανάρτηση: Αλφονσίνος ντυ Πλεσσί



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 26 Ioυλίου 2008, μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος του Χριστού Παρασκευής, προστάτιδος των οφθαλμών, κόσμο ακούω και κόσμο δε βλέπω, βοηθήστε, καλοί μου χριστιανοί την αόμματη.

buzz it!

Τρίτη 22 Ιουλίου 2008

Μύθοι, Φενάκες, Αλήθειες και Στοιχειά για τις Γυναίκες. (Τα αυτονόητα)

1. Η χειραφετημένη γυναίκα δεν οφείλει να είναι η super woman, τουτέστιν η καλλονή, η άψογη νοικοκυρά, η τέλεια σύζυγος, η εξαιρετική μάνα, η επιτυχημένη καριερίστα, η πρόθυμη ερωμένη, όλα σε πακέτο του ενός. Οφείλει να προσδιορίσει το ρόλο της στον τομέα που αποφασίζει ότι για εκείνην έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα. Φιλοδοξίες συνδυασμού όλων καταλήγουν είτε σε παταγώδη αποτυχία είτε σε φυσική και ηθική εξόντωση.

2. Άντρες και γυναίκες, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού έχουν εξίσου ισχυρή libido και είναι εξίσου προσανατολισμένοι στο σεξ. Όσοι και όσες δεν το παραδέχονται ψεύδονται.

3. Η ηθική γυναίκα δεν είναι αυτή η οποία δεν ενδίδει στο σεξ. Η ηθική ενός ατόμου δεν καθορίζεται από συγκεκριμένο ανατομικό σημείο στο σώμα κανενός.

4. Η χειραφετημένη γυναίκα δεν είναι η γυναίκα που πάντα ενδίδει στο σεξ, προσπαθώντας να αναμετρηθεί σε μια ανταγωνιστική με το αρσενικό κοινωνία στο ρόλο του κυνηγού. Η επιλογή ερωτικών συντρόφων δεν προσδιορίζεται για κανένα από τα δύο φύλα από στατιστικό πίνακα σεξουαλικών εμπειριών βάσει ποσοτικών αρχών. Καθορίζεται καθαρά από την επιθυμία και ποιοτικά κριτήρια.

5. Η ηθική γυναίκα, η οποία επεισέρχεται σε ερωτική σχέση με άτομο παντρεμένο, δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτή, η οποία αυτοβαυκαλιζόμενη στην αρχή του «ους ο Θεός συνέζευξεν άνθρωπος μη χωριζέτω», δέχεται να παίζει το ρόλο της σκαιώδους ερωμένης χωρίς να διεκδικεί το αντικείμενο του πόθου της, εάν όντως είναι ερωτευμένη με το πρόσωπο αυτό, και εάν με τη σύζυγο του εραστή της δεν τη συνδέει φιλία.

6. Ηθική γυναίκα είναι αυτή η οποία σέβεται τον άντρα ή τον εραστή μιας φίλης της.

7. Η χειραφετημένη γυναίκα δεν είναι αυτή η οποία στηρίζει τη χειραφέτησή της στο εισόδημα του συζύγου της.

8. Γάμος χωρίς αίσθημα με άτομο πλούσιο είναι εκπόρνευση και για τα δύο φύλα.

9. Επιτυχημένη γυναίκα δεν είναι η παντρεμένη γυναίκα, αλλά ούτε και η γυναίκα καριέρας με το υψηλό εισόδημα.

10. H φεμινίστρια δεν είναι η αντιθηλυκή γυναίκα.

11. Θηλυκή γυναίκα δεν είναι η σιλικονούχα γυναίκα.

12. Η έξυπνη γυναίκα δεν είναι αυτή η οποία ακολουθεί «τη συνταγή της γιαγιάς στο τύλιγμα» και στη χειραγώγηση του άνδρα. Το «άπαρτο αρσενικό που δεν ενδίδει» είναι ο συνήθης μύθος που ο Έλληνας άνδρας χρησιμοποιεί για να αποφεύγει σκοπέλους. Ενισχύεται περισσότερο απ’ την παρατήρηση και εμπειρία με γυναίκες που χρησιμοποιούν τα παραδοσιακά τεχνάσματα της γιαγιάς. Σε κατάσταση πολέμου, τα τεχνάσματα απαντώνται πάντα με τεχνάσματα και οι άνδρες σήμερα είναι πολύ περισσότερο ενημερωμένοι για γυναικεία ψυχολογία απ’ ό,τι στον καιρό της γιαγιάς μας.

13. Είναι αλήθεια ότι οι Ελληνίδες γυναίκες χρησιμοποιούν στην πλειοψηφία τους τεχνάσματα στην προσέγγιση του αρσενικού.

14. Είναι αλήθεια ότι οι Έλληνες άνδρες βρίσκουν ερείσματα και πατούν σ’ έναν φαλλοκρατικά δομημένο κώδικα αξιών που τελικά τους βολεύει. Παρατηρείστε τα διαζύγια: Σπανίως άνδρας στατιστικά θα χωρίσει με μια γυναίκα, ακόμη κι αν έχει ταυτόχρονα 100 παράλληλες σχέσεις. Οι περισσότεροι διαζευγμένοι άνδρες είναι αυτοί που η γυναίκα τους έκανε πρώτη αίτηση διαζυγίου.
____________________________________________

© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen 22 Iουλίου 2008

buzz it!

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2008

Ανοίξαμε Και Σας Περιμένουμε

Της Δανίας η Σειρήνα
όταν σκίστηκε η ουρά της
από φόβο πως θα χάσει
διά παντός τον πρίγκιπά της,
της παρέλυσε η δράση
και της κόπηκε η μιλιά της.


Φωτογραφία: Νarcis Virgiliou

Υποκύπτοντας σε ιδιαίτερα φιλοπαίγμονα διάθεσή μου, την Πέμπτη 23η του μηνός Αυγούστου, σωτηρίω έτει 2007 και τοπικήν ώρα 11:38 πρωϊνήν, κατόπιν μαζικής προσελεύσεως αρρένων ζητούντων «το θήλυ» και πλείστων περιέργων και λοιπών «πελατών», εδημοσίευσα εις τον παλαιόν «οίκον» μου, την κάτωθι αγγελία:

«
Ζητείται πεπειραμένος εραστής διά φλογερόν και παράφορον ειδύλλιον με εξωγήινον θήλυ ιθαγενείας ελληνικής, κατοικούντος εις την αλλοδαπήν, διά περίοδον εξαμήνου με προϋποθέσεις ανανεώσεως έως τα δύο έτη. Εις περίπτωσιν εξαιρετικών επιδόσεων το ειδύλλιον δύναται να μεταβληθεί και εις αορίστου χρόνου.
Προτίμησις εις άνδρας ευειδείς, μετρίου ή υψηλού αναστήματος, λιποσάρκους ή κανονικής σωματικής διαπλάσεως (εάν ανήκουν εις τον αθλητικόν χώρον, προτιμητέοι οι άλτεις εις ύψος), διαθέτοντες μόριον τουλάχιστον 19 εκατοστομέτρων και πλέον και ικανοποιητικήν στυτικήν ικανότητα και αντοχήν, και δείκτην ευφυΐας τουλάχιστον 135 (optimum άνω του 150), ζωηράν φαντασίαν, αντισυμβατικότητα, και οξεία φιλοπαίγμονα διάθεση μετά θυμηδίας (humour), είρωνες, ικανοί προς εμβάθυνσιν εις την σκέψιν και με πλατείαν ουμανιστικήν μόρφωσιν, συμπεριλαμβανομένων όλων των ελευθερίων τεχνών και των επιστημών της τετρακτίδος, επαναστάται, οιστρηλάται, δημιουργικοί, αποτελεσματικοί, ενθουσιώδεις, επιστημονικοί, καλλιτεχνικοί και διαθέσιμοι.
Κοινωνική θέσις και οικονομική κατάστασις αδιάφορος (προτιμητέα ωστόσο σχετική οικονομική ανεξαρτησία επιτρέπουσα ενίοτε ταξείδια και εξερευνήσεις ανά τον κόσμο).
Απαγορεύεται ο σχολιασμός εις βαρβαρίζοντες, φληναφώντες και μη ομιλούντες την ελληνικήν.
»

Η προσέλευσις ήτο αθρόα από άνδρες ευπρεπείς και ομοίως φιλοπαίγμονες, καθώς και από γυναίκες ευφυέστατες, των οποίων αι απαντήσεις ήσαν τόσο καλοβαλμένες, που εάν τα γαστρονομικά μου γούστα ήταν και διαφορετικά, ίσως θα τις επέλεγα, δοθείσης της ευκαιρίας, από τους άρρενες αιτούντες.
Φίλη, ιστολόγος και σε αυτήν την μπλογκοχώρα, επεσήμανε: «δεν είναι κακό, πέρα από καλό παιδί, να έχει και τον τρόπο του», όπως έλεγε και η γιαγιά της. Επιδοκίμασα τη σοφή της θέση.

Κατόπιν εκδηλώσεως ενδιαφέροντος, θεωρώ σκόπιμη την επαναδημοσίευση της προκηρύξεως «θέσεως εργασίας», αλλά να δηλώσω επιπροσθέτως ότι απαιτώ και τουλάχιστον τρεις συστατικές επιστολές από πρώην, πιστοποιούσες τα προσόντα των αιτούντων. Περιττόν να είπω ότι «ο εκλεκτός» οφείλει να με ερωτευτεί σφόδρα, διότι καταπώς λέει και ο πατέρας μου «αν ο άνδρας δεν περπατάει και δεν παραμιλάει για πάρτη σου, χέστονα» χωρίς και να με κάνει να ασφυκτιώ, καθόσον είμαι μαθημένη και στα καλούδια της εργένικης ζωής. Στα σοφά λόγια του πατρός μου προσθέτω ότι ο ανήρ οφείλει πρωτίστως και να μου εμπνεύσει έρωτα βαθύ και ασίγαστον, ομού και διαρκή, και να με κάνει να πίνω νερό στο όνομά του ή έστω να με εμπνεύσει να γράψω κανένα καινούργιο βιβλίο.

Δικαιολογητικά και τίτλοι σπουδών υποβάλλονται καθ’ εκάστην.


Εκ της Γραμματείας

________________


Σημ. Ο παλαιός μου «οίκος» κατεδαφίσθη υπό δολίου hacker του Τμήματος Ηθών.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 18 Ιουλίου 2008

buzz it!

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2008

Του Θεού η Σκούπα

Όταν ο Θιος ήφκιασε τον κόσμο, τα πρόβατα, τα γίδια, τη γάτα και τον τραχανά, επήρε φθινόπωρο και τα δέντρα ρίχνανε τα φύλλα τους στον Παράδεισό Του.

Τότε ήφκιασε τη σκούπα κι είπε στους αγγέλους Του να σαρώσουνε καλά ούλες τις γωνιές.

Κατόπιν συλλογάται:

«Καλά είν’ τούτα, αλλά μάλλον πρέπει να φκιάσω κι ανθρώπους»

Κι ήφκιασε την Εύα και τον Αδάμ.

-Αυξάνεσθε τώρα και πληθύνεσθε, τους λέγει.

Όμως μετά εχαμπέριασεν ότι δεν είχε βρει τον τρόπο πώς τούτοι εδώ να απαυτώνονται και παιδιά να κάμουν.

Παίρνει το λοιπόν ο Θιος τη σκούπα και την έβαλε ανάμεσα στα σκέλια αυτών των δυόνε, το κοντάρι στον άντρα, και το μέρος της φροκαλιάς στη γυναίκα και καθώς τούτοι οι δυο κάμουνε φασίνα πέρα – δώθε στον Παράδεισο, κάμουνε μερικές φορές κι απογόνους.

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 4 Ioυλίου 2008

buzz it!

Σάββατο 21 Ιουνίου 2008

Η Μαρμαρωμένη Κόρη

Στα χρόνια τα παλιά πάνω στο λόφο του Άη Λια ένας τσοπάνης, εκεί που έβοσκε τα πρόβατα και τα γίδια του, ηύρε το άγαλμα μιας κόρης.

Η κόρη ήτονα έμορφη πολύ με το πρόσωπο πετρωμένο και τους πόδες της να λείπουσι, μα εκειός απόμεινε να τη θαυμάζει και καθόλου δεν ενοιαζόντανε που δεν είχε το άγαλμα πόδια. Το έκρυψε στα σχοίνα και την άλλη μέρα επήγε με το γαϊδαράκο του, το εφόρτωσε και το ήφερε στη στάνη του, το καθάρισε από τα χώματα και το έστησε καταμεσίς να το βλέπει και ν’ αγάλλεται.

Κάθε πρωί στο άγαλμα έλεγε ο τσοπανάκος καλημέρα κι ύστερις έβγανε όξω το κοπάδι για βοσκή. Και κάθε βράδυ στο άγαλμα της κόρης έλεγε την καληνύχτα του και πάλε τη μαρμαρωμένη έβλεπε τις νύχτες στον ύπνο του να του μιλεί και να του γελά.

Περάσανε μέρες πολλές κι ο τσοπανάκος έλυωνε απ’ το μαράζι που το άγαλμα δεν εμπόραε να του ομιλήσει με ανθρώπινη λαλιά, όπως και στα όνειρά του, και τ’ αποφάσισε να πάει να βρει την Κατίγκω τη μάισσα.

-Το και το, τηνε βλέπω, της μιλώ, μα να μου μιλήσει δε γίνεται, θ’ αποθάνω. Αυτήνα βλέπω στον ύπνο μου, άλλη γυναίκα δεν υπάρχει για με, μόνον η μαρμαρωμένη κόρη.

-Μαρέ, γιε μου, το εσκέφτης καλά; Τόσες κοπέλες στο χωριό σαν τα κρύα τα νερά, ζωντανές, τι να τηνε κάμεις τη μαρμαρωμένη;

-Όχι, εγώ αυτήνα θέλω κι άλλη καμιά κι αν αυτή δε γίνει γυναίκα μου, θ’ αποθάνω.

Πέφτει η μάισσα σε περισυλλογή και του λέγει:

-Καλά, έλα πάλε με το νέο φεγγάρι, να δω τι θα με φωτίσει το πνεύμα της πέτρας.

Σαν έφυγε το τσοπανόπουλο, βγάνει η Κατίγκω δυο πέτρες, κι αρχίνισε υπομονετικά να τις σμιλεύει, μέχρι που τους έδωσε σχήμα ανδρός και γυναικός. Πάει και στο εικονοστάσι, τις ραντίζει και μ’ αγιασμό και τις ρωτάει:

-Πε μου μου πνεύμα του αντρός, πε μου κόρη σμιλεμένη
πώς θα σμίξει ζωντανός με μια μαρμαρωμένη;

Τα στόματα που εσμίλεψε η Κατίγκω στην πέτρα εσαλέψανε κι είπανε:

-Αν άντρας κόρην αγαπά που ‘ναι μαρμαρωμένη,
να σμίξει μ’ αυτήν γίνεται, μα είναι μαγεμένη.

Η Κατίγκω πάλε τις ξαναρωτάει, μα οι πέτρες άλλη απόκριση δεν εδίνανε, πάρεξ την ίδια:

-Αν άντρας κόρην αγαπά που ‘ναι μαρμαρωμένη,
να σμίξει μ’ αυτήν γίνεται, μα είναι μαγεμένη.


Edward Burne-Jones, Από τη σειρά Pygmalion, The Soul Attains 1878, Birmigham Museum and Art Gallery


Στο μεταξύ πλησίαζε και το νιο φεγγάρι, τι να κάμει κι η Κατίγκω, ετοιμάζει μάγια για την αγάπη.

Έρχεται το τσοπανόπουλο, του δίνει η Κατίγκω τα βοτάνια και του λέγει:

-Το νου σου, γιε μου, γιατί τα πνεύματα μου ‘πανε τούτο:

«Αν άντρας κόρην αγαπά που ‘ναι μαρμαρωμένη
να σμίξει μ’ αυτή γίνεται, μα είναι μαγεμένη».

Σκέψου το καλά, κι αν το πάρεις απόφαση, το βράδυ βράσε το βοτάνι, πιες το μισό και με τ’ άλλο μισό να ραντίσεις τη μαρμαρωμένη.

Του τσοπανόπουλου όμως το μάτι είχε τόσο πολύ μαυρίσει απ’ το σεβντά για το άγαλμα, που δεν εκάθησε να σκεφτεί καθόλου κι επερίμενε πώς και πώς το βράδυ να εφαρμόσει τα μαγικά της Κατίγκως.

Βράζει το βοτάνι, πίνει μάνι – μάνι το μισό, ραντίζει και με το άλλο μισό τη μαρμαρωμένη κι εζωντάνεψε εκείνη κι έτρεξε εκειός και την αρπάει στην αγκάλην του και σμίξανε κι αποκοιμήθηκε το τσοπανόπουλο στην αγκαλιά της μαρμαρωμένης κόρης.

Τα πρόβατα βελάζανε μέρες κλεισμένα στο μαντρί και τ’ ακούσανε απ’ το χωριό κι ανεβήκανε πέντε – έξι νοματαίοι στη στάνη.

Κι ηύρανε κάποια πρόβατα ψόφια κι άνθρωπο τριγύρω κανένανε, μόνε ένα άγαλμα με πόδια αντρικά και κορμό γυναίκειο κι εφοβηθήκασι τόσο πολύ, που το σπάσανε και το εκάμανε χίλια κομμάτια.

© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 21 Iουνίου 2008

buzz it!

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Sensualisisimo

Όσες φορές σκεφτόμουν το θάνατο ή ο θάνατος χτύπαγε την πόρτα του σπιτιού μου, η αυτόματη επιθυμία μου και σκέψη ήταν: θέλω να κάνω έρωτα. Τώρα. Χωρίς να με νοιάζει ούτε το ερωτόλογο ούτε αν η ιστορία θα είχε συνέχεια. Όμοια όπως ένας άντρας.

Φωτογραφία Waclaw Wantuch


Δεν μπόρεσα ποτέ μου να καταλάβω τις γυναίκες που σ’ όλα τους τα ζευγαρώματα απαιτούν ως προϋπόθεση το τριαντάφυλλο ή το να κάτσουν και ν’ ακούσουν ή να πουν την ιστορία της ζωής τους ή να εκθέσουν τις ευαισθησίες τους... Προς τι; Χάσιμο χρόνου. Έχει ο άλλος ευαισθησίες; Ωραία. Κι εγώ έχω. Δεν είμαι ψυχαναλύτρια κανενός. Κι ούτε χρειάζεται όλες τις φορές να ανοίξεις κουβέντα για την ποίηση ή τη φιλοσοφία. Δε θα συνουσιαστείς για να λάβεις μέρος σε συμπόσιο για την ποίηση του Μαγιακόφσκι, διάολε! Ούτε για την «αίσια έκβαση», που τις περισσότερες φορές συνεπάγεται με το στεφάνι.

Τα στεφάνια τα αποφεύγω επιμελώς. Στην πραγματικότητα το στεφάνι της κηδείας μου είναι αυτό που θέλω ν’ αποφύγω, για το δάφνινο της δόξας δε θα έλεγα όχι· δε γίνεται σ’ όλα τα στεφάνια όχι να λες κι έχω κι εγώ, όπως όλοι, τη δόση ματαιοδοξίας μου.

Κάποια ζευγαρώματα είναι άγευστα, ανούσια, περνούν και τα χρόνια, λες δε γίνεται και να σκορπίζομαι, ακούς δυο κουβέντες λες μέσα σου, τώρα να δεις που θα μου πει αυτό... Και το λέει. Και μετά πάλι λες, τώρα θα κάνει ετούτο και περιμένει από εμένα να κάνω το άλλο. Και κάνει ετούτο και κάνεις κι εσύ το άλλο. Ακριβώς όπως το σκέφτηκες, χωρίς καμιά παραλλαγή. Και μέσα σου γελάς και λες, κοίτα να δεις! Αν είμαι δα κι ο προφήτης του βαθμού του οργασμού μου, άστον να πάει στα κομμάτια, αν είναι να μοιάζει με της αγελάδας. Καλύτερα να μουγκρίσω σαν άνθρωπος κι ένας άνθρωπος μουγκρίζει καλύτερα, όταν παραμιλάει από έρωτα.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 18 Iουνίου 2008

buzz it!

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Ιθυφαλλικά επαπειλούμενα κι ο αψηλός Κρητίκαρος -ο ντεληκανής.

Ερυθρόμορφη οινοχόη - θήλαστρο με πλαστική ιθυφαλλική διακόσμηση, Μuseo di Spina, Ferrara (Φωτογραφία: Giovanni Dall’Orto)
***
Συνήθως στο Μουσείο κατέγραφα ανασκαφικά σύνολα. Εκείνο τον καιρό, ο διάολος και του Μανώλη η σκούφια, θες επειδή όλοι οι απασχολούμενοι στον αρχαιολογικό τομέα βιώνουν μιαν άλφα στέρηση στα σκέλια τους, θες γιατί ήταν και καλοκαίρι κι οι αρχαίοι θεοί γούσταραν να σπάσουν κι άλλο τα ήδη σπασμένα νεύρα μας, θες η συγκυρία, μου ήρθε στο γραφείο μου να καταγράψω μεγάλη ποσότητα φαλλών.

Η πρακτική στην καταγραφή ήταν να περιγράφουμε με λεπτομέρειες το αντικείμενο, έως και να του κάνουμε λογιστική αποτίμηση, π.χ. πώς είναι ακριβώς, πόσες αποκρούσεις φέρει, αν είναι συγκολλημένο από θραύσματα, πόσα είναι τα θραύσματα αυτά, ύψος, διάμετρος κ.ο.κ.
Επειδή η προϊσταμένη μου ήταν ολίγον παράξενη, και δεν πολυτολμούσαμε να βήξουμε χωρίς να τη ρωτήσουμε πρώτα, ζήτησα οδηγίες στο πόσο λεπτομερής οφείλω να είμαι καταγράφοντας όργανα...

«Κοιτάξτε, Λένα», μου λέει (της άρεσε αυτή η εκ της γαλλικής μείξη χαϊδευτικού ονόματος και πληθυντικού), «ας γράψετε μόνο τα απαραίτητα, μην αναφέρετε και πολλές λεπτομέρειες, θεωρώ ότι κάτι συνοπτικό αρκεί»

Έγραφα λοιπόν «Πήλινος ακέραιος φαλλός, κατάτι αποκεκρουμένος στην κορυφή» (!) ή «λίθινος φαλλός σωζόμενος κατά το ήμισυ, ελαφρώς αποκεκρουμένος» και μετά προχωρούσα στις διαστάσεις.
Eν τω μεταξύ οι συνάδερφοι μου κάνανε πλάκα:

«Σου θυμίζει κάτι ή μπα;» ή

«Όταν του παίρνεις τις διαστάσεις, κοίτα να μην το χουφτώνεις πρώτα, γιατί μπορεί να μεγαλώσει» κι άλλα παρόμοια.

Παρεμφερή σχόλια παρουσίαζαν ιδαίτερη άνθιση κι ένας λόγος παραπάνω, ότι καθάριζα εκείνο το φεγγάρι τον πάγκο που δούλευα με οινόπνευμα τουλάχιστον 5 φορές μέσα στις εργάσιμες ώρες, τα πάντα πάνω στο γραφείο μου ήταν τοποθετημένα με σχολαστική τάξη κι επιπλέον με είχε πιάσει μια μανία να τοποθετώ με ταμπελίτσες ό,τι περιείχε η τσάντα μου μέσα σε πλαστικά σακουλάκια διαφανή... Σ’ όλα αυτά και μια υποχονδρία να τρέχω στους γιατρούς και να μετράω ό,τι μου κατέβαινε στην κεφάλα: χοληστερίνη, ζάχαρο, πίεση, θυρορμόνες, ουρικό οξύ... Απαραίτητες φυσικά και οι επισκέψεις σε γυναικολόγους, για να φτιάξω το απαυτό μου του κουτιού σαν καινούργιο (χωρίς όμως αυτό να περιλαμβάνει και οποιαδήποτε σκέψη μελλοντικής του χρήσης στο μέλλον). Η πρόθεσις της ποιήτριας ήταν «φτιάξτο σαν καινούργιο, και μην το τσαλακώνεις, για να ‘χεις να το καμαρώνεις!».


H θεά των όφεων, ΜΜ ΙΙΙ, (περί το 1600 π.Χ) από φαγεντιανή. Ύψος: 0.343 μ. Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου

***

Το καλοκαίρι πέρασε κι ήρθε ο Σεπτέμβρης. Τότε ρίχνει η Γιάννα την ιδέα να πάμε καμιά βδομάδα Χανιά. Κοντά στ' άλλα, άρχισε να μου χτυπάει στα νεύρα το πολύ «πνεύμα και ηθική», φαλλός εδώ, φαλλός εκεί, φαλλός και παραπέρα, άρχισα να ονειρεύομαι απ’ το πουθενά ιπτάμενα πουτσάκια να μου γνέφουν στο παράθυρο και να μου κλείνουν το μάτι, κι άρχισα να παραλογίζομαι...

Τακτοποιηθήκαμε σε δωμάτιο κι αρχίσαμε τις αυτοκινητότσαρκες με τις απαραίτητες στάσεις για ντάκους, ρακές, χοχλιούς, σταμναγκάθια και πάσης λογής κοψίδια και κάναμε παρέα με το Σήφη και τη Χρύσα, που ήταν τότε οκτώ μηνών έγκυος, ψυχολόγοι κι οι δυο τους με γραφείο στα Χανιά. Και να κάτι στάκες ξεγυρισμένες στο Θέρισσο και δώστου και κρασιά, και πήτες παραγεμιστές με αρνί ψητό και ομελέτες με τηγανητές πατάτες μέσα, πάχους ίσαμε δέκα πόντους. Οι μερίδες μεγάλες, κάποια στιγμή το σχολίασα «μα όλα μεγάλα τα έχουν πια εδώ πέρα;» και να και να σκουντιώνται και να κλείνουν το μάτι, και να και να με σκουντάνε...

Ο Σήφης φώναζε τη Χρύσα χαϊδευτικά «μπόμπα» και πιάσανε κι οι δυο τους να με ψυχαναλύουνε, πώς και γιατί μια νέα κοπέλα σαν τα κρύα νερά αντί για τη χοληστερίνη της δεν κοιτάζει να εξετάσει τίποτε άλλο κι ήταν κι οι δυο τους σκανδαλωδώς απασχολημένοι με τις ακολασίες τους.

Κάποια στιγμή οι δυο φιλενάδες, Χρύσα και Γιάννα, ξεμοναχιαστήκανε κι η Χρύσα, ζηλιάρα του κερατά, άρχισε να λέει στην άλλη τον πόνο της και την ανησυχία της.

Το βράδυ η Γιάννα ορμήνευε το Σήφη:

«Μα καλά, χριστιανέ μου, μην το παραξηλώνεις κι εσύ, την αλλάλιασες την κοπέλλα»

«Α, τη μπομπίτσα;» κάγχαζε εκείνος. «Μη δίνεις βάση, έτσι είναι λόγω του επ' απειλούμενου της πούτσης μου»

«Κοίτα, βλαμμένη, να βρεις κάνα άντρα της προκοπής», έλεγε με νόημα η Γιάννα στην αφεντιά μου, «γιατί καλά και τα φλάουτα, αλλά ομοίως καλά και τα κλαρίνα»

Κι άρχισα κι εγώ να ονειρεύομαι έναν αψηλό, χλωμό, μελαχροινό νέο, αλλά δεν κόταγα να κάνω κι αναφορές, γιατί μ' έκοβε σαν τον Αυλωνίτη από τους «γαμπρούς της Ευτυχίας» μ’ ένα «Α, στο διάλο μωρή, δεν υπάρχουν τέτοιοι!»

Έλα όμως που έκανε λάθος... Ένα μεσημέρι καταλήξαμε σε μια ταβέρνα στη Χώρα των Σφακίων και πηγαίνοντας προς νερού μου είδα τη φωτογραφία:

Αψηλός, λιγνός, μελαχροινός, γαλανομάτης, ντεληκανής, ένας θεός με κρητική βράκα να κάνει με το χέρι του αντήλιο και να θωρεί αγέρωχα ένα λιβάδι μπρος του.

«Η φωτογραφία είναι προσώπου πραγματικού;», ρωτώ το γιο του ταβερνιάρη.

«Ναι», μου γνέφει εκείνος.

«Την πουλάτε;», τον ματαρωτώ.

«Ε, όχι και να πουλήσουμε τη φωτογραφία του παππού!», πετιέται από μέσα η ταβερνιάρισσα κι όλες μου οι ελπίδες καταρρακώθηκαν ξαφνικά...


Vejen, Σάββατο 9 Ιουνίου 2007


Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Λυράρης ή Λήμνιος Κεχαγιάς, Μουσείο Θεόφιλου, Μυτιλήνη

«...Φαντάζεται έναν χορευτή
με τη μαθιά πολεμιστή
πάνω στα κάστρα
να ‘χει ξεκούμπωμα βαθύ
και με τ’ αστραφτερό σπαθί
να ξεχωρίζει τ’ άστρα...»

Χαΐνηδες,
Το πουκάμισο του χορευτή

© Ελένη Καλλιανέζου

buzz it!

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Hippocampus Guttulatus [1] σε μια μαύρη Ford.

Ψάχνοντας για βιβλία Τέχνης έπεσα πάνω στον Ανδρέα. Έφερνε λίγο στον Αλέκο Αλεξανδράκη και στη φαντασία της καταπιεσμένης παρθένας, που περίμενε υπομονετικά να κλείσει τα 18 για να ενδώσει στο φλερτ και στο συναγελασμό με τα αρσενικά ήταν κάτι σαν το Καβαφικό:

Πολίτου εντίμου υιός- / προ πάντων, ευειδής
έφηβος του θεάτρου, / ποικίλως αρεστός,
ενίοτε συνθέτω / εν γλώσση ελληνική
λίαν ευτόλμους στίχους, / που τους κυκλοφορώ
πολύ κρυφά, εννοείται- / θεοί! να μην τους δουν
οι τα φαιά φορούντες, / περί ηθικής λαλούντες-
στίχους της ηδονής / της εκλεκτής, που πηαίνει
προς άγονην αγάπη / κι αποδοκιμασμένη.

Τον είχα βαφτίσει λοιπόν στη φαντασία μου «Νέο της Σιδώνος». Ο «νέος της Σιδώνος» τραβολογιόταν με μια Αυστριακή, τη Σουζάννα, που του έψηνε το ψάρι στα χείλη, κι αυτός ήτανε δεμένος στο βρακί της. Εγώ δε σκάμπαζα γρι από αντρική ψυχολογία, κι ούτε μπορούσα τότε να καταλάβω πώς οι άντρες μπορούν με ευκολία να ποθούν γυναίκες και με την ίδια ευκολία να πλαγιάζουν πότε με τη μια και πότε με την άλλη. Νόμιζα πως επειδή του παραχώρησα την «πολύτιμον παρθενίαν μου» τα είχαμε «φτιάξει». Πέρασαν μήνες για να καταλάβω πως δεν τα είχαμε «φτιαγμένα» καθόλου και λογάριαζα ν’ αυτοκτονήσω μια μέρα του Φλεβάρη, με θεαματικό τρόπο: Θα ήτανε λέει σαράντα μέρες μετά από το τελευταίο μας ζευγάρωμα, κι εγώ νηστική θα έπαιρνα 3-4 κουτιά ασπιρίνες αφού πρώτα άκουγα την άρια της αυτοκτονίας της Μαντάμ Μπατερφλάι με την Κάλλας, όταν παίρνει το σπαθί των σαμουράι που γράφει επάνω «να πεθαίνεις τίμια, όταν δεν μπορείς πια να ζεις τίμια» και κάνει χαρακίρι.
Πικάπ δεν είχα και μια και δυο την καθορισμένη μέρα (ήτανε και Κυριακή) παίρνω το δίσκο και πάω στης φίλης μου της Μαιρούλας. Θα άκουγα λέει την άρια και μετά θα έπαιρνα τις ασπιρίνες. Και για να είμαι και εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι θα έπιανε, θα έβγαινα έξω στους δρόμους ημιζαλισμένη να με πατήσει το τρόλει.
Τελικά τα σχέδια μου τα χάλασε η μαμά της Μαιρούλας.
-Δεν έχετε λυσσάξει της πείνας, κορίτσια; Μας λέει κι ετοιμάζει μακαρονάδα.
Εγώ απ’ τη μια σκεφτόμουν την αυτοκτονία στο πλάνο, αλλά από την άλλη είχα περιπέσει και σε νηστεία μέρες πολλές και στη μυρωδιά της μακαρονάδας μου τρέχανε τα σάλια. Τελικά κάθησα κι έφαγα, κι όταν χόρτασα λέω μέσα μου «Σκατούλες! Με γεμάτο στομάχι πώς θα με πιάσουν οι ασπιρίνες;» Έτσι ανέβαλα την αυτοκτονία μου και φυσικά δε θα μπορούσα να την πραγματοποιήσω τη Δευτέρα, διότι δε θα ήμαστε πια στην τεσσαρακοστή ημέρα από το τελευταίο ζευγάρωμα με το «νέο της Σιδώνος», αλλά στην τεσσαρακοστή πρώτη.

Egon Schiele, Stehende Frau in rot, 1913
Πέρασε καιρός και γνώρισα το Γιώργο, που έμενε στα Αναφιώτικα. Η Πλάκα πάντα εξασκούσε επάνω μου τεράστια έλξη, και λόγω των αρχαιοτήτων, αλλά και λόγω των καφενέδων και των Χατζηδακικο-λογοτεχνικο-μουσικο-φιλοσοφικών μου αναφορών.
Με το Γιώργο βρισκόμαστε σε παρέες με δάσκαλους που σχετίζονταν με τη Διεθνή Αμνηστεία, το Θέατρο και την Ποίηση και πίναμε κρασί με τυρί φέτα και μια ολίγη από φασολάκια φρέσκα ή μανεστράκι, ό,τι υπήρχε κατά περίπτωση. Το ειδύλλιο με το Γιώργο κράτησε μόλις δυο μήνες. Μια μέρα μου ανακοίνωσε ότι έρχεται από τη Σκοτία η Σιόνα, η επίσημη αγαπημένη του των καλοκαιριών, με την οποία νταραβεριζόταν επτά χρόνια. Αποφάσισα να το παίξω άνετη και cool. «Α, ναι σοβαρά; Μπράβο» κλπ, κλπ, σαν μια «προχωρημένη φίλη», που έχοντας ξεπεράσει το ταμπού της Ελληνίδας «γυναικούλας», γίνεται το μεγάλο αυτί του πόνου του «εραστο-φίλου». Τελικά ο Γιώργος κατέφευγε σε μένα για να μου πει, πόσο πολύ τον βασάνιζε η Σιόνα με τη ζήλεια της και πόσο πολύ υποφέρει, κι εγώ τον συμπονούσα στ’ αλήθεια, αλλά από την άλλη δεν μπορούσα να κατανοήσω και πάλι τη φύση των ανδρών, που απ’ τη μια καταπιέζονται και δεν αντέχουν, αλλά από την άλλη αισθάνονται και ανασφάλειες, όταν τους αφήνεις αμολητούς.
***
***
Σήμερα, λόγω έλλειψης ηλιοφάνειας το μυαλό μου γύριζε συνεχώς γύρω απ’ τον Ήλιο και το Ρωμαίο αυτοκράτορα Ηλιογάβαλο, που παντρεύτηκε πέντε φορές κι έδειξε μεγάλη ασέβεια προς όλες τις θρησκευτικές παραδόσεις και τα σεξουαλικά ταμπού. Ο Ηλιογάβαλος λέει, αντικατέστησε το κεφάλι του Διός του Ρωμαϊκού Πανθέου με το κεφάλι του Deus Sol Invictus, του απόρθητου βασιλιά του Ήλιου. Κι η λέξη sol μου έφερε στο νου τη μουσική νότα σολ ή G της Ευρωπαϊκής Μουσικής Παράδοσης. Τότε θέλησα να ακούσω μουσική, κι έπεσα πάνω στον Ηλιογάβαλο με τα μπαλέτα Béjart [2].
Μαγνητίστηκα.. Η κίνηση των κορμιών των χορευτών μου θύμησε τα Γράμματα του
Erté (πρωτοπόρου της Art Deco) και κατακλύστηκα από συνειρμούς. Το κεφάλι μου γέμισε με εικόνες, τη νότα σολ και Ιππόκαμπους.
Στο μεταξύ, η ζωή τραβάει απ’ το μανίκι.... αλλά...

"Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις
εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκκαλο
με το λουρί στο σβέρκο
νάτη πετιέται από ξαρχής
κι αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό
με το καμάκι του ήλιου."

Με βάζανε και στο σχολείο να το τραγουδάω σόλο στις σχολικές γιορτές κι ήταν μεγάλο σουξέ μου. Μια αυτό, μια η ωδή του Κάλβου:

"Όσοι το χάλκαιον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται
ζυγόν δουλείας ας έχωσιν.
Θέλει αρετήν και τόλμην
-η ελευθερία."

Μου λέγανε ότι έχω Φαραντουρική φωνή. Και το τραγουδούσα σε ρε ματζόρε, ενισχυμένο κι απ’ τις καταβολές μου απ’ τη μάνα μου, που αναγεννιόταν κάθε φορά μέσα απ’ την τέφρα της, όταν όλοι τριγύρω στοιχημάτιζαν ότι θα τινάξει τα πέταλα. Βοηθάει το να έχεις μάνα, που ανήκε στο αστερισμό του Σκορπιού. Ψυχοβγάλτης μεν, αλλά κλειδοκράτορας στην πιο βαθύ Φροϋδικό ερώτημα της ζωής: γέννηση – λίμπιντος – θάνατος.
Ίσως γι’ αυτό, όταν αρνούμαι τη Διονυσιακή μου φύση και αποστειρώνω τον περιβάλλοντα χώρο, αποστερώ κι από τον εαυτό μου τη χαρά, κι όλα μοιάζουν γύρω απίστευτα ανούσια. Κοινοτοπίες, επαναλαμβανόμενα κλισέ... Και ποιος ο λόγος να ξημερώσει μια άλλη μέρα, για να ακούσεις και πάλι τα ίδια;

Το G του Erté, σαν τη νότα sol, σαν Ήλιος, σαν Ιππόκαμπος


To O του Erté

____________


[1] Στον Ερωτευμένο Ιππόκαμπο, επέλεξα για τον Ιππόκαμπο το ονοματεπώνυμο Τίτος Γουτουλάτος, γιατί guttulatus είναι είδος ιππόκαμπου, που απαντάται και στη θάλασσα της Μεσογείου. O Hippocampus Guttulatus Κολυμπά στην ανοιχτή θάλασσα μακρυά από μολυσμένα ύδατα και είναι είδος απειλούμενο προς εξαφάνιση.

[2] *Τα μπαλέτα Béjart στον Ηλιογάβαλο*

[3] Πηγή φωτογραφιών: α) Egon Schiele, Stehende Frau in Rot, β) Το G και το Ο του Erté


Συναφής ανάρτηση: Ο Ερωτευμένος Ιππόκαμπος



© Vejen, Φεβρουάριος 2008, Eλένη Καλλιανέζου

buzz it!