Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λυράρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λυράρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2008

Η Χελιδόνα κι ο Λυράρης

H χελιδόνα, ψυχούλα μου, κάθε που ερχόντανε η άνοιξη, στο σπίτι του Γιωργή, του γιου του δάσκαλου επήαινεν κι εφώλιαζε, γιατί ο Γιωργής ήτονα ο καλύτερος λυράρης σε δεκαοχτώ χωριά. Ούλοι είχανε να το λένε για την τέχνη του κι οι κοπελιές εστέναζαν απ’ το φυλλοκάρδι τους κι επέφτανε στο σεβντά του.

Μα η χελιδόνα αυγά δεν εγένναγε μηδέ χελιδόνο επέταεν να βρει. Μόνον ετσουρτσούριζε κάθε που ο Γιωργής έπιανεν το δοξάρι.

Μιαν ημέραν του ‘ριξε ένα βοτσαλάκι πάνω στη λύρα του κι αμέσως ο Γιωργής αρχινάει και γράφει ένα τραγούδι για ένα βότσαλο που ερωτεύτηκε το φεγγάρι.

Μιαν άλλην πάλε του πετάει ένα άχυρο κι ευθύς έπλεξε εκείνος στιχάκια για το θερισμό και για μια κοπελιά που εσκίστηκε το φουστανάκι της με το δρέπανο και φανήκανε τα ποδάρια τση κι ούλοι θαυμάζανε τα μεριά τση.

Όταν ο Γιωργής εχαμπέριασεν πως η χελιδόνα τρόπους πολλούς εβρήκε για να τονε κάμει να πλέκει καινούργια τραγούδια, αρχίνησε να γράφει στιχάκια και για τη χελιδόνα. Πως ήτανε τάχατες μια κόρη λυγερή με μαύρα μαλλιά, που μάισσες την εμάγεψαν κι ήχασε τη μορφήν τση, και θα την έβρισκε μοναχά από κείνονα που θα την έκαμε να γεννήσει το χρυσό αυγό.

Μόλις ο Γιωργής έγραψε αυτό το τραγούδι κι εταίριασε και τη μελωδία του και τηνε τραγούδησε κάτω απ’ την αστρέχα, πιάνει η χελιδόνα και γεννάει ένα χρυσό αυγό και βάλθηκε να το κλωσσάει, μα χελιδόνος πουθενά.

Βλέπει ο Γιωργής τη χελιδόνα πάνω απ’ τ’ αυγό και της επήαινεν φαγί καθημερνώς. Κι ετσουρτσούριζεν η χελιδόνα κι έπαιζεν ο Γιωργής τη λύρα του.

Τότε γράφει δεύτερο τραγούδι ο Γιωργής για το χρυσό αυγό που δεν είχε μέσα του πουλί, μα μιαν ωραία φορεσιά, που την υφάνανε αερικά για μια κόρη πανώρια και τηνε βλέπεις την κοπελιά μοναχά αν γράψεις την καλύτερη μελωδία.

Σκάει τότενες τ’ αυγό της χελιδόνας και πέφτει στα γόνατα του Γιωργή ένα φουστάνι κεντητό μ’ αστέρια και φεγγάρια.

William Blake, Όνειρο Καλοκαιριάτικης Νύχτας, περίπου 1785, Tate Gallery


Εθάμπωσαν τα μάτια του Γιωργή, του λυράρη και πιάνει παρευθύς τραγούδι πως η πανώρια κόρη που της πρέπει το φουστάνι είναι η κόρη του Φεγγαριού.

Ενύχτωσε και το φεγγάρι εφάνηκε στον ουρανό. Κι ετσουρτσούρισεν η χελιδόνα κι επέταξεν και μεταμορφώθη σε κόρη λυγερή μ’ ολόμαυρα μαλλιά κι αρπάει και το φουστάνι το κεντητό μ’ αστέρια και φεγγάρια και το φορεί.

Κι αγαπήθηκε τότες η χελιδόνα με το λυράρη με το φεγγάρι να λάμπει πάνω απ’ την αστρέχα. Και κάθε βράδυ το ίδιο γινόντανε κι έσμιγε ο λυράρης με τη χελιδόνα.

Κι ετρελάθηκεν ο Γιωργής απ’ τα μάγια κι άλλο πλιο τραγούδια δεν έγραφεν ουδέ το δοξάρι της λύρας του άγγιζε, μόνο τη χελιδόνα αναλογίζουνταν και πώς θα ξανασμίξει και πάλε με δαύτηνα.

Κι εχάθη το φεγγάρι απ’ τον ουρανό κι εκείνο το βράδυ η χελιδόνα δεν εφάνη στο Γιωργή που την περίμενε. Και δίνει μια εκείνος στη λύρα του και την έκαμε χίλια κομμάτια κι ήσπασε και το δοξάρι στα δυο.

Και σχίστηκαν τότες οι ουρανοί κι ήφτασε η φωνή του Αυγερινού στο Γιωργή:

Τα μάγια και τα θάματα, του φεγγαριού οι κόρες
τ’ αστέρια και ο ουρανός, τα χρώματα της δύσης,
που ’ρχονται απ’ το Πουθενά και του Ποτέ τις χώρες
χάνονται, όταν λησμονείς ξανά να τραγουδήσεις.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 12 Ιουνίου 2008

buzz it!

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Ιθυφαλλικά επαπειλούμενα κι ο αψηλός Κρητίκαρος -ο ντεληκανής.

Ερυθρόμορφη οινοχόη - θήλαστρο με πλαστική ιθυφαλλική διακόσμηση, Μuseo di Spina, Ferrara (Φωτογραφία: Giovanni Dall’Orto)
***
Συνήθως στο Μουσείο κατέγραφα ανασκαφικά σύνολα. Εκείνο τον καιρό, ο διάολος και του Μανώλη η σκούφια, θες επειδή όλοι οι απασχολούμενοι στον αρχαιολογικό τομέα βιώνουν μιαν άλφα στέρηση στα σκέλια τους, θες γιατί ήταν και καλοκαίρι κι οι αρχαίοι θεοί γούσταραν να σπάσουν κι άλλο τα ήδη σπασμένα νεύρα μας, θες η συγκυρία, μου ήρθε στο γραφείο μου να καταγράψω μεγάλη ποσότητα φαλλών.

Η πρακτική στην καταγραφή ήταν να περιγράφουμε με λεπτομέρειες το αντικείμενο, έως και να του κάνουμε λογιστική αποτίμηση, π.χ. πώς είναι ακριβώς, πόσες αποκρούσεις φέρει, αν είναι συγκολλημένο από θραύσματα, πόσα είναι τα θραύσματα αυτά, ύψος, διάμετρος κ.ο.κ.
Επειδή η προϊσταμένη μου ήταν ολίγον παράξενη, και δεν πολυτολμούσαμε να βήξουμε χωρίς να τη ρωτήσουμε πρώτα, ζήτησα οδηγίες στο πόσο λεπτομερής οφείλω να είμαι καταγράφοντας όργανα...

«Κοιτάξτε, Λένα», μου λέει (της άρεσε αυτή η εκ της γαλλικής μείξη χαϊδευτικού ονόματος και πληθυντικού), «ας γράψετε μόνο τα απαραίτητα, μην αναφέρετε και πολλές λεπτομέρειες, θεωρώ ότι κάτι συνοπτικό αρκεί»

Έγραφα λοιπόν «Πήλινος ακέραιος φαλλός, κατάτι αποκεκρουμένος στην κορυφή» (!) ή «λίθινος φαλλός σωζόμενος κατά το ήμισυ, ελαφρώς αποκεκρουμένος» και μετά προχωρούσα στις διαστάσεις.
Eν τω μεταξύ οι συνάδερφοι μου κάνανε πλάκα:

«Σου θυμίζει κάτι ή μπα;» ή

«Όταν του παίρνεις τις διαστάσεις, κοίτα να μην το χουφτώνεις πρώτα, γιατί μπορεί να μεγαλώσει» κι άλλα παρόμοια.

Παρεμφερή σχόλια παρουσίαζαν ιδαίτερη άνθιση κι ένας λόγος παραπάνω, ότι καθάριζα εκείνο το φεγγάρι τον πάγκο που δούλευα με οινόπνευμα τουλάχιστον 5 φορές μέσα στις εργάσιμες ώρες, τα πάντα πάνω στο γραφείο μου ήταν τοποθετημένα με σχολαστική τάξη κι επιπλέον με είχε πιάσει μια μανία να τοποθετώ με ταμπελίτσες ό,τι περιείχε η τσάντα μου μέσα σε πλαστικά σακουλάκια διαφανή... Σ’ όλα αυτά και μια υποχονδρία να τρέχω στους γιατρούς και να μετράω ό,τι μου κατέβαινε στην κεφάλα: χοληστερίνη, ζάχαρο, πίεση, θυρορμόνες, ουρικό οξύ... Απαραίτητες φυσικά και οι επισκέψεις σε γυναικολόγους, για να φτιάξω το απαυτό μου του κουτιού σαν καινούργιο (χωρίς όμως αυτό να περιλαμβάνει και οποιαδήποτε σκέψη μελλοντικής του χρήσης στο μέλλον). Η πρόθεσις της ποιήτριας ήταν «φτιάξτο σαν καινούργιο, και μην το τσαλακώνεις, για να ‘χεις να το καμαρώνεις!».


H θεά των όφεων, ΜΜ ΙΙΙ, (περί το 1600 π.Χ) από φαγεντιανή. Ύψος: 0.343 μ. Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου

***

Το καλοκαίρι πέρασε κι ήρθε ο Σεπτέμβρης. Τότε ρίχνει η Γιάννα την ιδέα να πάμε καμιά βδομάδα Χανιά. Κοντά στ' άλλα, άρχισε να μου χτυπάει στα νεύρα το πολύ «πνεύμα και ηθική», φαλλός εδώ, φαλλός εκεί, φαλλός και παραπέρα, άρχισα να ονειρεύομαι απ’ το πουθενά ιπτάμενα πουτσάκια να μου γνέφουν στο παράθυρο και να μου κλείνουν το μάτι, κι άρχισα να παραλογίζομαι...

Τακτοποιηθήκαμε σε δωμάτιο κι αρχίσαμε τις αυτοκινητότσαρκες με τις απαραίτητες στάσεις για ντάκους, ρακές, χοχλιούς, σταμναγκάθια και πάσης λογής κοψίδια και κάναμε παρέα με το Σήφη και τη Χρύσα, που ήταν τότε οκτώ μηνών έγκυος, ψυχολόγοι κι οι δυο τους με γραφείο στα Χανιά. Και να κάτι στάκες ξεγυρισμένες στο Θέρισσο και δώστου και κρασιά, και πήτες παραγεμιστές με αρνί ψητό και ομελέτες με τηγανητές πατάτες μέσα, πάχους ίσαμε δέκα πόντους. Οι μερίδες μεγάλες, κάποια στιγμή το σχολίασα «μα όλα μεγάλα τα έχουν πια εδώ πέρα;» και να και να σκουντιώνται και να κλείνουν το μάτι, και να και να με σκουντάνε...

Ο Σήφης φώναζε τη Χρύσα χαϊδευτικά «μπόμπα» και πιάσανε κι οι δυο τους να με ψυχαναλύουνε, πώς και γιατί μια νέα κοπέλα σαν τα κρύα νερά αντί για τη χοληστερίνη της δεν κοιτάζει να εξετάσει τίποτε άλλο κι ήταν κι οι δυο τους σκανδαλωδώς απασχολημένοι με τις ακολασίες τους.

Κάποια στιγμή οι δυο φιλενάδες, Χρύσα και Γιάννα, ξεμοναχιαστήκανε κι η Χρύσα, ζηλιάρα του κερατά, άρχισε να λέει στην άλλη τον πόνο της και την ανησυχία της.

Το βράδυ η Γιάννα ορμήνευε το Σήφη:

«Μα καλά, χριστιανέ μου, μην το παραξηλώνεις κι εσύ, την αλλάλιασες την κοπέλλα»

«Α, τη μπομπίτσα;» κάγχαζε εκείνος. «Μη δίνεις βάση, έτσι είναι λόγω του επ' απειλούμενου της πούτσης μου»

«Κοίτα, βλαμμένη, να βρεις κάνα άντρα της προκοπής», έλεγε με νόημα η Γιάννα στην αφεντιά μου, «γιατί καλά και τα φλάουτα, αλλά ομοίως καλά και τα κλαρίνα»

Κι άρχισα κι εγώ να ονειρεύομαι έναν αψηλό, χλωμό, μελαχροινό νέο, αλλά δεν κόταγα να κάνω κι αναφορές, γιατί μ' έκοβε σαν τον Αυλωνίτη από τους «γαμπρούς της Ευτυχίας» μ’ ένα «Α, στο διάλο μωρή, δεν υπάρχουν τέτοιοι!»

Έλα όμως που έκανε λάθος... Ένα μεσημέρι καταλήξαμε σε μια ταβέρνα στη Χώρα των Σφακίων και πηγαίνοντας προς νερού μου είδα τη φωτογραφία:

Αψηλός, λιγνός, μελαχροινός, γαλανομάτης, ντεληκανής, ένας θεός με κρητική βράκα να κάνει με το χέρι του αντήλιο και να θωρεί αγέρωχα ένα λιβάδι μπρος του.

«Η φωτογραφία είναι προσώπου πραγματικού;», ρωτώ το γιο του ταβερνιάρη.

«Ναι», μου γνέφει εκείνος.

«Την πουλάτε;», τον ματαρωτώ.

«Ε, όχι και να πουλήσουμε τη φωτογραφία του παππού!», πετιέται από μέσα η ταβερνιάρισσα κι όλες μου οι ελπίδες καταρρακώθηκαν ξαφνικά...


Vejen, Σάββατο 9 Ιουνίου 2007


Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Λυράρης ή Λήμνιος Κεχαγιάς, Μουσείο Θεόφιλου, Μυτιλήνη

«...Φαντάζεται έναν χορευτή
με τη μαθιά πολεμιστή
πάνω στα κάστρα
να ‘χει ξεκούμπωμα βαθύ
και με τ’ αστραφτερό σπαθί
να ξεχωρίζει τ’ άστρα...»

Χαΐνηδες,
Το πουκάμισο του χορευτή

© Ελένη Καλλιανέζου

buzz it!

Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

Χάρτινο Φεγγάρι (Της Αρχιμάγισσας το «σ’ αγαπώ»)


Παίξε, Λυράρη μου
Και κράτα πουλιά και τζιτζίκια
δεμένα στα μάγια του δοξαριού σου.



Nude torso


Της Αρχιμάγισσας το «σ’ αγαπώ».


-Διαβάζεις τους νόμους της θερμοδυναμικής εντροπίας στον άλλον με τον ίδιο τρόπο που θα απάγγελλες τη «Μαρία Νεφέλη» του Ελύτη.

-Τραγουδάς: Μαργιόγκα τα ποτήρια σπάστα.

-Μυρίζεις λυγαριά και λες το ποιηματάκι: Όποιος λυγαριά δεν πιάσει, την αγάπη του θα χάσει / Κι όποιος δεν τη μυριστεί θα την αποχωριστεί.

-Ψιθυρίζεις σε δυο χαλικάκια να σου σημαδέψουν την πλάτη.

-Ανάβεις ένα σπίρτο με μωβ κεφάλι και μετά σβήνεις τη φλόγα με την αναπνοή σου. Μετά ανάβεις δεύτερο. Μετά τα ανάβεις όλα κι ύστερα αρχίζεις το μοιρολόι για το άδειο κουτί.

-Όπου βρίσκεις νερά πλατσουρίζεις.

-Κυλάς δυο πορτοκάλια στο χιόνι.

-Καλείς τήν αγάπη σου για ταυτόχρονο οργασμό στη θέα μιας βελόνας ραπτομηχανής που ανεβοκατεβαίνει. Αν ράβει ή δε ράβει, λίγο ενδιαφέρει.

-Πιάνεις δυο σύννεφα και τα μεταλλάσσεις αλχημιστικά.

-Αρχίζεις συλλογή από πούπουλα.

-Δεν πας πουθενά, χωρίς μια νεραϊδόπετρα στην τσέπη. Είναι αυτές οι πετρούλες που έχουν μια τρύπα στη μέση. Την πλησιάζεις στο μάτι σου και κοιτάς τον κόσμο από κει.

-Παρακαλείς ένα αρσενικό παγώνι να σου χαρίσει ένα φτερό απ’ την ουρά του και το κάνεις φετίχ.

-Μαζεύεις άμμο και αρχίζεις να κάνεις παιδιά σου τους κόκκους της, αφού της έχεις κατεβάσει πέντε – έξι καντήλια πρώτα, γιατί τρυπώνει εκεί που δεν τη σπέρνουν.

-Κοιτάς τον έναστρο ουρανό και ζωγραφίζεις σχήματα στον αέρα σα να ενώνεις τις αριθμημένες τελείες σε περιοδικό με σταυρόλεξα. Έχεις περιέργεια να δεις τι ζωγραφιά θα βγει.

-Αλλάζεις το αίμα σου με μεταγγίσεις κρασιού.

-Παίζεις μαζί με τον καλό σου σου τύμπανα για να ανατείλλει ο ήλιος. Αν δε συγχρονιστούν οι χτύποι στη μεμβράνη, ο ήλιος δε βγαίνει. Είναι μαγικό.

-Μεταμορφώνεις το μαξιλάρι σου στη μορφή του αγαπημένου σου και του λες «πάρε με τώρα». Ύστερα μπορείς να αντιστρέψεις και το ξόρκι. Κάνεις αυτόν μαξιλάρι.

-Γεμίζεις την πιο μεγάλη σου χύτρα με νερό και βουτάς το χέρι σου μέσα μέχρι τη μασχάλη.

Υπάρχουν άπειροι τρόποι να το πεις, κι ας μην το ξεστομίσεις ποτέ. O βερμπαλισμός έχει μόνο επεξηγηματική σημασία. Το να χαράξεις καρδούλες τρυπημένες με βελάκια στους κορμούς των δέντρων είναι μια από τις κοινοτοπίες του, παραλλαγή στο ίδιο μοτίβο. Διόλου δυσάρεστη, αλλά πολύ φορεμένη.


© Eλένη Καλλιανέζου



buzz it!