Μα η χελιδόνα αυγά δεν εγένναγε μηδέ χελιδόνο επέταεν να βρει. Μόνον ετσουρτσούριζε κάθε που ο Γιωργής έπιανεν το δοξάρι.
Μιαν ημέραν του ‘ριξε ένα βοτσαλάκι πάνω στη λύρα του κι αμέσως ο Γιωργής αρχινάει και γράφει ένα τραγούδι για ένα βότσαλο που ερωτεύτηκε το φεγγάρι.
Μιαν άλλην πάλε του πετάει ένα άχυρο κι ευθύς έπλεξε εκείνος στιχάκια για το θερισμό και για μια κοπελιά που εσκίστηκε το φουστανάκι της με το δρέπανο και φανήκανε τα ποδάρια τση κι ούλοι θαυμάζανε τα μεριά τση.
Όταν ο Γιωργής εχαμπέριασεν πως η χελιδόνα τρόπους πολλούς εβρήκε για να τονε κάμει να πλέκει καινούργια τραγούδια, αρχίνησε να γράφει στιχάκια και για τη χελιδόνα. Πως ήτανε τάχατες μια κόρη λυγερή με μαύρα μαλλιά, που μάισσες την εμάγεψαν κι ήχασε τη μορφήν τση, και θα την έβρισκε μοναχά από κείνονα που θα την έκαμε να γεννήσει το χρυσό αυγό.
Μόλις ο Γιωργής έγραψε αυτό το τραγούδι κι εταίριασε και τη μελωδία του και τηνε τραγούδησε κάτω απ’ την αστρέχα, πιάνει η χελιδόνα και γεννάει ένα χρυσό αυγό και βάλθηκε να το κλωσσάει, μα χελιδόνος πουθενά.
Βλέπει ο Γιωργής τη χελιδόνα πάνω απ’ τ’ αυγό και της επήαινεν φαγί καθημερνώς. Κι ετσουρτσούριζεν η χελιδόνα κι έπαιζεν ο Γιωργής τη λύρα του.
Τότε γράφει δεύτερο τραγούδι ο Γιωργής για το χρυσό αυγό που δεν είχε μέσα του πουλί, μα μιαν ωραία φορεσιά, που την υφάνανε αερικά για μια κόρη πανώρια και τηνε βλέπεις την κοπελιά μοναχά αν γράψεις την καλύτερη μελωδία.
Σκάει τότενες τ’ αυγό της χελιδόνας και πέφτει στα γόνατα του Γιωργή ένα φουστάνι κεντητό μ’ αστέρια και φεγγάρια.
William Blake, Όνειρο Καλοκαιριάτικης Νύχτας, περίπου 1785, Tate Gallery
Εθάμπωσαν τα μάτια του Γιωργή, του λυράρη και πιάνει παρευθύς τραγούδι πως η πανώρια κόρη που της πρέπει το φουστάνι είναι η κόρη του Φεγγαριού.
Ενύχτωσε και το φεγγάρι εφάνηκε στον ουρανό. Κι ετσουρτσούρισεν η χελιδόνα κι επέταξεν και μεταμορφώθη σε κόρη λυγερή μ’ ολόμαυρα μαλλιά κι αρπάει και το φουστάνι το κεντητό μ’ αστέρια και φεγγάρια και το φορεί.
Κι αγαπήθηκε τότες η χελιδόνα με το λυράρη με το φεγγάρι να λάμπει πάνω απ’ την αστρέχα. Και κάθε βράδυ το ίδιο γινόντανε κι έσμιγε ο λυράρης με τη χελιδόνα.
Κι ετρελάθηκεν ο Γιωργής απ’ τα μάγια κι άλλο πλιο τραγούδια δεν έγραφεν ουδέ το δοξάρι της λύρας του άγγιζε, μόνο τη χελιδόνα αναλογίζουνταν και πώς θα ξανασμίξει και πάλε με δαύτηνα.
Κι εχάθη το φεγγάρι απ’ τον ουρανό κι εκείνο το βράδυ η χελιδόνα δεν εφάνη στο Γιωργή που την περίμενε. Και δίνει μια εκείνος στη λύρα του και την έκαμε χίλια κομμάτια κι ήσπασε και το δοξάρι στα δυο.
Και σχίστηκαν τότες οι ουρανοί κι ήφτασε η φωνή του Αυγερινού στο Γιωργή:
Τα μάγια και τα θάματα, του φεγγαριού οι κόρες
τ’ αστέρια και ο ουρανός, τα χρώματα της δύσης,
που ’ρχονται απ’ το Πουθενά και του Ποτέ τις χώρες
χάνονται, όταν λησμονείς ξανά να τραγουδήσεις.
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 12 Ιουνίου 2008