Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάγισσες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μάγισσες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Μαΐου 2009

Mαγιόξυλο




Μαγιόξυλον, το: Σπάνιο και εξαιρετικά ακριβό είδος ξύλου, προερχόμενον από φαλλόδεντρον. Το συνηθέστερο είδος ξύλου που οι μάγισσες προτιμούν για κοντάρι της σκούπας τους.

Η επεξεργασία του ξύλου είναι ιδαίτερα δύσκολη και λίγοι είναι πλέον οι τεχνίτες που θα σκαλίσουν το ξύλο του φαλλόδεντρου, πολλώ δε μάλλον διότι φημολογείται ότι όποιος κόψει ένα τέτοιο δέντρο, ένεκα της σπανιότητάς του, καταδικάζεται σε 45 έτη σεξουαλικής ανικανότητας. Έτσι, από το Μεσαίωνα παραδοσιακοί υλοτόμοι του δέντρου και ξυλογλύπτες του φαλλόξυλου ήταν Καπουτσίνοι καλόγεροι. Λόγω της ανθεκτικότητάς του, αλλά και των ευεργετικών ιδιοτήτων του στο ορμονικό σύστημα των μαγισσών που ιππεύουν σκούπα από φαλλόδεντρο, οι μάγισσες αγαλλιούν και εκρύουν μια μοναδική ανυψωτική ορμόνη, την ιπτορμόνη, η οποία και κάνει τη σκούπα της μυημένης να πετά.





Francisco Goya, Mάγισσες πετούν για την εορτή του Σαββάτου, από το έργο του “Los Caprichos”, με την υποσημείωση ¡Linda maestra! (: Όμορφη δασκάλα), 1799


Την παραμονή της Πρωτομαγιάς, γνωστή στην παράδοση και ως Βαλπούργια νύχτα ή ως νύχτα του Beltane στους Κέλτες - εορτή συνδεδεμένης με τον ιερό γάμο - οι μάγισσες πετούν στον ουρανό σε σχηματισμούς, εν μέσω βεγγαλικών και πυροτεχνημάτων. Συχνά, ένεκα των βεγγαλικών αλλά και λόγω του ότι το φαλλόξυλο είναι ιδαίτερα εύφλεκτο υλικό, οι σκούπες γίνονται παρανάλωμα του πυρός.

Η λαϊκή παράδοση θέλει όποια προλάβει και αρπάξει το κοντάρι μιας φλεγόμενης σκούπας και σβήσει τη φωτιά απ’ αυτό, να αποκτά και πτητικές ικανότητες. Και επειδή αυτή η εορτή είναι συνήθης και στην πατρίδα μας ομοίως την παραμονή της Πρωτομαγιάς, έμεινε παροιμιώδης η φράσις «το πιάσατε το μαγιόξυλο;», επειδή όποιος πιάσει σκουπόξυλο από φαλλόδεντρο μπορεί και πετά.




© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen 2 Μαΐου 2009


buzz it!

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2008

Το Ζευγάρι Που Νίκησε Το Θάνατο

Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσει
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.

Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει,
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.

Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι,
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.

Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.


Λορέντζος Μαβίλης, Λήθη, από Tα ποιήματα, Ίδρυμα Kώστα και Eλένης Oυράνη 1990)


Όταν οι νεκροί διαβαίνουν τον Αχέροντα για να πάνε στον Κάτω Κόσμο, πίνουν νερό απ' τον ποταμό της Λήθης για να ξεχάσουν τη ζωή τους στη γη κι όλους τους τους συγγενείς και τους αγαπημένους φίλους. Έτσι, οι νεκροί δεν πεθυμούν λέει τους ζωντανούς. Γι' αυτό και ο Οδυσσέας, όταν χρειάστηκε να κατέβει στον Κάτω Κόσμο στη ραψωδία λ της Οδύσσειας για να επικοινωνήσει με τις ψυχές της μάνας του -της Αντίκλειας, του Αχιλλέα, του μάντη Τειρεσία και του συντρόφου του -Ελπήνορα, τούς δίνει πρώτα να πιουν αίμα από πρόβατο που θυσίασε.


ΛΗΘΑΡΓΟΣ ΠΑΕΙ ΝΑ ΠΕΙ: Ο ΤΗι ΛΗΘΗι ΤΑΧΥΣ






Eugène Delacroix, Η Βάρκα του Δάντη, 1822, Louvre, Παρίσι



Ζούσε στα χρόνια τα παλιά ένα αντρόγυνο πολύ αγαπημένο. Ο Νικόλας με την Αννιώ. Μάτι όμως φθονερό έπεσε πάνω στ' αντρόγυνο κι έπεσε θανατικό κι αρρώστησε η Αννιώ κι αδυνάτισε κι έλυωνε σαν το κεράκι κι απόθανε νεώτατη αφήνοντας το Νικολή απαρηγόρητο.

Έκλαιγε ο φουκαράς ο Νικόλας και δεν ημπόργιε να το χωνέψει πώς έμεινε χήρος έτσι αναπάντεχα κι έχασε το ταίρι του, κι επήγαινε καθημερνώς στο μνήμα της και μοιρολογούσε κι έλεγε:

-Κυρά μου ομορφοπλέξουδη με τα μεγάλα μάτια
απόθανες και μ' άφησες μονάχο να σε κλαίγω
κι εγίνηκε η καρδούλα μου σαρανταδυό κομμάτια
σε ποιον να πω τον πόνο μου; Μόνε τον Χάρο ψέγω

Με τα πολλά τον απάντησε μια μέρα στο νεκροταφείο η Κατίγκω, η μάγισσα.

-Άει, βρε Νικόλα, μου σκίζεις, μπάρε μ' την καρδιά, έλα το βράδυ απ' την καλύβα μου να πιούμε μιαν αλισφακιά.

Σφούγγισε ο Νικόλας τα μάτια του κι είπε εντάξει.

Το βράδυ έφτασε και πάγει ο Νικολής στης Κατίγκως κι ήπιανε δυο τσίπουρα και με τα πολλά του λέγει η Κατίγκω:

-Γιε μου, υπάρχει τρόπος να ξανασμίξεις με τη γυναίκα σου.

-Ποιος;

-Θα πας στο μνήμα αποπάνω στου φεγγαριού τη χάση και θα σφάξεις ένα κοκόρι. Κράτα το αίμα του σ' ένα λαγήνι και τότε θ' ανοίξει μια τρύπα στο μνήμα και θα δεις την είσοδο του Άδη. Μη φοβηθείς τις σκιές μηδέ το μαύρο σκύλο με τα τρία κεφάλια, μόνε δώστου να πιει λίγο αίμα κοκόρου και μετά θα δεις τον αφέντη του Κάτω Κόσμου και θα σε πει αυτός καταπώς να κάμεις.

Αναπήδησε από χαρά η καρδιά του Νικόλα και σα χάθηκε το φεγγάρι πάγει στο κοτέτσι κι αρπάζει έναν βαρβάτο κόκορα. Πάει και στο νεκροταφείο και τονε σφάζει πάνου απ' το μνήμα της Αννιώς. Κι άνοιξε ξάφνου μια τρούπα μεγάλη με μια σκάλα όλο στροφές και τηνε κατέβηκε ο Νικόλας μέχρι κάτου κι είδε και το φοβερό σκύλο με τα τρία κεφάλια. Χωρίς να φοβηθεί του δίνει να πιει απ' το αίμα του κοκόρου κι ηρέμισε το σκυλί κι ήρθε στην πόρτα ένας παραγιός του αφέντη Χάρου.

-Τι θες από τα μέρη μας εσύ ο ζωντανός;

-Να δω τον αφέντη σου.

-Ακολούθα με.

Και φτάνει ο Νικολής μπροστά στο θρόνο του αφέντη Χάρου.

-Άρχοντά μου, το και το, δεν ημπορώ να ζήσω χωρίς το γυναικάκι μου, κάλλιο πάρε με και μένα.

-Νάτη η γυναίκα σου, τηνε βλέπεις;

-Τηνε βλέπω.

-Τράβα δώστης να πιει απ' το αίμα του κοκόρου να σε θυμηθεί και κανονίστε τα. Θα σε ακολουθήσει ως πάνω, βάρδα μη γυρίσεις να την κοιτάξεις πριν ανεβείς τη σκάλα και φτάσεις πάλε πάνω στη γης. Πρόσεξε καλά.

Και πάγει ο Νικολής κι έδωσε στην Άννα να πιει αίμα κοκόρου κι ευθύς τον αναγνώρισε εκείνη κι έπεσε με δάκρυα στην αγκαλιά του.

-Αχ, βρε Αννιώ! Τι μου 'κανες και μ' άφησες το δόλιο μοναχό μου;

Βάνει κι η Αννιώ τα κλάματα και του λέγει:

-Θα 'ρθω μαζί σου και θα μείνουμε για πάντα μαζί. Όμως κάθε μέρα πρέπει ο καθένας να πίνει απ' το αίμα του άλλου κι έτσι τίποτα πια δε θα μας χωρίσει.

Τ' ορκίστηκε ο Νικολής και την έπιασε τότε απ' το χέρι κι εκείνη τον ακολουθούσε ανεβαίνοντας τη σκάλα κι ούτε μια φορά δε γύρισε να την κοιτάξει από φόβο μην τηνε χάσει πάλε ξανά.

Κι επήγανε σπίτι τους κι επήρε ο Νικολής μια βελόνα κι ετρύπησε το δάχτυλό του και το δάχτυλο της γυναικός του κι ήπιε ο καθείς απ' το αίμα του άλλου.

Κι αυτό κάνανε κάθε μέρα και χαιρόντουσαν την αγάπη τους.

Και τότε χορέψανε τ' άστρα στους ουρανούς κι ανέτειλε ο ήλιος απ' τη δύση.

Περάσανε χρόνια πολλά και ζούσε η Άννα με το Νικολή ευτυχισμένοι κι ήσαντε πάντα νέοι και ωραίοι, όπως την πρώτη μέρα που συναντηθήκανε. Μα είδανε οι χωριανοί πως τούτοι εδώ δε γερνούσανε ούτε μέρα, ενώ εκείνοι γερνάγανε και πεθαίνανε κι είπαν πως είναι βουρβούλακες και πως πίνουν το αίμα των ζωντανών και τους διαολέβουν. Κι ένα βράδυ κινήσανε να πάνε να τους κάψουνε ζωντανούς.

Μα τους επήρε ο Νικολής χαμπάρι και πήρε την Άννα κι εφύγανε γοργά απ' το χωριό και ζήσανε κρυμμένοι πότε στην καλύβα της Κατίγκως και πότε στα δάση και στ' ακροσπήλια. Κι όλο γυρνούσαν τον κόσμο εκεί που δεν τους ήξερε κανείς κι ακόμη και σήμερα γυρίζουνε τον κόσμο και δε ζουν για πολύν καιρό πουθενά. Λένε μάλιστα πως όπου να 'ναι θα φανούνε κι από τα μέρη μας. Εκείνη τη μέρα τ' άστρα θα στήσουνε χορό στους ουρανούς κι ο ήλιος θ' ανατείλει απ' τη δύση.





William Blake, Mercy and Truth are met together, Righteousness and Peace have kissed each other, Victoria and Albert Museum, Λονδίνο


A l’alta fantasia qui mancò possa;
ma già volgeva il mio disio e ‘l velle,
sì come rota ch’igualmente è mossa,
l’amor che move il sole e l’altre stelle

Dante Alighieri, La Divina Commedia, Paradiso XXXII, 142 – 145 [1]


Το παραμύθι αφιερώνεται στη μνήμη των προπάππων μου, Πάνου Σκοταρά και Κατερίνας το γένος Αθανασίου. Σαν πέθανε η γιαγιά η Κατερίνα γρήγορα την ακολούθησε στον τάφο κι ο παππούς ο Πάνος απ' τον καημό του.

______________

Σημείωση


[1] Kι εδώ το σθένος νίκησε τη μεγάλη φαντασιά
αλλά ήδη γύριζε την πεθυμιά μου και τη βούληση
σαν της Μοίρας τον τροχό που όμοια γυρίζει
η Αγάπη που κινεί τον ήλιο και τ' άλλα αστέρια.

Μτφρ. δική μου


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 29 Νοεμβρίου 2008

buzz it!

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2008

Τα Παπουτσάκια με τις Σιδερένιες Μύτες

Παλιά, πολύ παλιά ζούσε στου Χαροκόπου ένας τσαγκάρης επιτήδειος πολύ, ο μπαρμπα – Βασίλης. Οι ανθρώποι στο συνοικισμό ήσαντε φτωχοί και τα παιδιά ντωνε κυκλοφορούσανε πιο πολύ ξυπόλητα παρά ποδεμένα. Μα σαν ερχόντανε η Λαμπρή και κονομούσανε κάνα καινούργιο ζευγάρι ποδήματα, για να μη χαλάνε εύκολα τα πηγαίνανε στο μπαρμπα – Βασίλη και κειος τους έβαζε μπρος μεταλλικές μύτες και καινούργια τακούνια για ν' αντέχουνε στην κλωτσοπατινάδα.

Ο μπαρμπα – Βασίλης είχε μιαν ανεψιά, την Καλλιοπίτσα, που ήτονα αγοροκόριτσο και τσαούσα κι όλο ξύλο έτρωγε και μυαλό δεν έβαζε, κι ήτονα και πεισματάρα και γλωσσού και η τσαναμπετιά της έσκαζε γάιδαρο.

Κάθε που η Καλλιοπίτσα έπαιρνε καινούργια παπούτσια, πρώτη και καλύτερη στο μπάρμπα για μύτες και τακούνια κι ύστερις τα φόραγε και το 'σκαγε με τη Μάρω και σουφρώνανε γλυκά στα πανηγύρια.

Μια φορά τηνε κλείσανε την Καλλιοπίτσα οι γονείς της τιμωρία στο μέρος, μα εκείνη τράβηξε και το συρτάκι και κάθησε μέσα δυο μερόνυχτα και της φωνάζανε οι γονείς της:

-Έβγα, βρε Καλλιοπίτσα απ' την Καλλιόπη να κάμουμε την ανάγκη μας.

-Όχι, είμαι τιμωρημένη.

-Έβγα, μπρε θα τα κάμουμε επάνω μας.

-Όχι, είμαι τιμωρημένη.

-Αμάν, μπάρε μ' έληξε η τιμωρία!

-Όχι, δεν έληξε, είμαι τιμωρημένη!

-Βρε, καλή μου, βρε, κακή μου, έβγα και θα σε λιανίσει ο πατέρας σου.

Έβγαινε εκείνη.

-Βάρα τώρα.

Του ανέβηκε του ανθρώπου το αίμα στο κεφάλι.

-Βάρα σου λέω, είπες θα με δείρεις.


Μια άλλη φορά η Καλλιοπίτσα κλέβει τις κάλτσες της μάνας της, βάνει και τα παπούτσια, μάδησε και παπαρούνες και τις εκόλλησε στα νύχια της -τάχα πως ήσαντε βαμμένα- και παίρνει τη Μάρω αλαμπρατσέτα. Η Μάρω ακολούθαγε σα χάχας.

-Πάμε στο πανηγύρι των Αγίων Πάντων για παγωτά; Ρίχνει την ιδέα η Καλλιοπίτσα.

-Με τι λεφτά;

-Κάτσε, θα πάμε στην κυρά Σοφία τη μαμμή.

Πάνε στην κυρά Σοφία, μπροστά η Καλλιοπίτσα.

-Κυρά Σοφία, είπε η μάνα μου να μου δώκεις ένα εικοσάρι και θα στο δώσει λέει, μόλις πληρωθεί ο πατέρας μου.

Τό 'δωκε το κοσάρι η κυρά Σοφία, μα μετά τής εμπήκανε ψύλλοι στ' αυτιά, γιατί ήτανε 2 του μηνός κι ο μπαρμπα Στέλιος πληρωνόντανε κάθε πρωτομηνιά. Μια και δυο πάει στην κυρά Μαρίκα.

-Μαρίκα μου, η κόρη σου το και το, αλλά κοίτα μόλις ο Στέλιος πληρωθεί να με το δώκεις, γιατί έχω χρεία και κόψιμο.

Στο μεταξύ οι μικρές επήγανε στο πανηγύρι, φάγανε γλειφιτζούρια και ζαχαρωτά και μαλλί της γριάς, αγοράσανε και ραβανί και παστέλλια, σουφρώσανε και κάτι κουλουράκια και σκάσανε, αλλά πάλε τα λεφτά ήτανε πολλά και τους περίσσεψε ένα ταλληράκι, που το 'βαλε η Καλλιοπίτσα στο τσεπάκι.

Με το που επιστρέφει η Καλλιοπίτσα σπίτι, βλέπει την κυρά Σοφία, τη μάνα της και τον πατέρα της να πίνουνε καφέ.

«Ωχ, κακά μαντάτα», σκέφτηκε.

Φεύγει η κυρα – Σοφία κι αρχίζει ο εξάψαλμος.

-Μπρε, αχαΐρευτη, μπρε ανεπρόκοπη, πήρες απ' την κυρα – Σοφία το κοσάρι;

-Όχι.

Πάει ο πατέρας της να την τσουρομαδήσει, της πέφτει απ' το τσεπάκι το τάλληρο.

-Κι αυτό τι είναι;

-Δεν ξέρω!

-Ψεύτρα, μωρή θα τηνε βγάλεις τη γυναίκα; Πού το βρήκες το τάλληρο;

-Στο δρόμο.

Βγάνει ο Στέλιος το ζωνάρι, πού σε πονεί και πού σε σφάζει.

-Βάρα, βάρα κι άλλο.

Κόντευγε ο άνθρωπος να λιποθυμήσει και να τού έρθει συμφόρηση.

-Εντάξει; Ευχαριστήθηκες τώρα; Ξαναδείρε.






Όταν τα χαΐρια της Καλλιοπίτσας πληθύνανε πολύ, πάει η μάνα της η Μαρίκα στην Κατίγκω τη μάγισσα.

-Φέρε μου τα παπούτσια της λεγάμενης με τις σιδερένιες μύτες, της λέγει εκείνη.

Της τα πήγε. Ανάβγει η Κατίγκω λιβάνια, είπε τα πατερημά της και τα δίνει πάλε πίσω στη Μαρίκα.

-Άμε τώρα στο καλό.

Ξημέρωσε ο Θιος την άλλη μέρα, κάνει σκασιαρχείο η Καλλιοπίτσα και τραβάει κατά τα χωράφια να φάει τσάγαλα.

Σφίγγουνε τότες τα παπούτσια πολύ. Πάγει να τα βγάλει σφίγγανε παραπάνω.

Πάγει να κόψει τσάγαλα, νάσου μπρος της ξεπροβάλλει ένας φακίρης τεράστιος και της δίνει μια μπάτσα. Χρααααπ! Κόκαλο η Καλλιοπίτσα.

Φεύγει με το κεφάλι σκυφτό και πάγει πάλε σπίτι της.

-Πώς ήτανε, Καλλιοπίτσα μου η μέρα στο σκολειό;

-Καλά, με σήκωσε κι ο δάσκαλος και μού 'βαλε και δεκαράκι.

Ξαναμανασφίγγουνε πάλε τα παπουτσάκια με τις σιδερένιες μύτες, νάτος πάλε ο φακίρης! Χρααπ! Δεύτερη μπάτσα.

-Πώς ήτανε, Καλλιοπίτσα μου η μέρα στο σκολειό;

-Το 'σκασα να πάω να φάγω τσάγαλα. Ξεσφίγγουνε τότες τα παπουτσάκια.

Έφτασε βράδυ, και πήγε η Καλλιοπίτσα να βγάλει τα παπούτσια της να κοιμηθεί, τούτα δε βγαίνανε με τίποτα, κολλήσανε πάνω στο δέρμα της.

Πέφτει για ύπνο με τα παπούτσια.

Την άλλη μέρα ήτονα της Αγια – Παρασκευής. Παίρνει η Καλλιοπίτσα τη Μάρω αλαμπρατσέτα, πάνε στο πανηγύρι. Κεια που η Καλλιοπίτσα έπιανε κουβέντα με τον κυρ – Λάμπρο για να του σουφρώσει ένα μαντολάτο, ξανασφίγγουνε τα παπουτσάκια, τηνε μαύρισε πάλε ο φακίρης.

Τούτο συνεχίστηκε για καιρό πολύ, και κάθε που η Καλλιοπίτσα πήγαινε να κάμει καμιά καινούργια κασκαρίκα τηνε κανόνιζε καλά ο φακίρης, μέχρι που έβαλε η Καλλιοπίτσα μυαλό κι έγινε καλό κορίτσι, σεβαστικό και συσταζούμενο.

Μα τα 'χε άχτι τα παπούτσια και μια μέρα τα ρίχνει μέσα στη σόμπα να καούνε.

Καήκανε τότε τα παπουτσάκια και λύωσανε και οι μεταλλικές τους μύτες, μα από τότες της Καλλιοπίτσας βρωμάγανε τα πόδια της.

_______________________

Σημείωση

Όλα τα πρόσωπα του παραμυθιού κι όλα τα περιστατικά μέχρι την επέμβαση της μάγισσας είναι πραγματικά. Την Καλλιοπίτσα τη λένε στην πραγματικότητα Κατινίτσα κι είναι η αδερφή της μητέρας μου και νονά μου, μετέπειτα αντάρτισσα στον ΕΑΜ - ΕΛΑΣ και σημαιοφόρος του τάγματος Νέας Σμύρνης - Παλαιού Φαλήρου στα Δεκεμβριανά. Επειδή όμως τη μάγισσα σ' όλα τα παραμύθια μου σ' αυτό το ιστολόγιο την έβγαλα Κατίγκω, δεν ήθελα να έχει το ίδιο όνομα το κοριτσάκι με τη μάγισσα. Και όχι, δε βρωμάνε τα πόδια της. Αλλά, φάλαγγα της έκαναν.




© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 19 Νοεμβρίου 2008

buzz it!

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

Βραστός Βάτραχος

Πάρε μια κατσαρόλα με βραστό νερό κι έναν βάτραχο. Ρίξε το βάτραχο μέσα στην κατσαρόλα. Τι νομίζεις ότι θα συμβεί; Το προφανές φυσικά: Ο βάτραχος θα πηδήξει έξω απ' την κατσαρόλα. Σε ποιον αρέσει να περιδιαβάζει σε μια κατσαρόλα με βραστό νερό; Τώρα... πάρε μια κατσαρόλα με κρύο νερό, βάλε μέσα το βάτραχο και τοποθέτησε τη χύτρα στην κουζίνα. Άναψε το μάτι. Αυτή τη φορά θα συμβεί κάτι διαφορετικό. Ο βάτραχος, λόγω της σταδιακής αύξησης της θερμοκρασίας δε θα πάρει χαμπάρι, ότι σιγά – σιγά γίνεται βραστός.[1] Manfred Kets de Vries, Life and Death in the Executive Fast Lane


William Robert Symonds, H Πριγκίπισσα και ο Βάτραχος, 1894, Bridgeman Art Gallery, West Yorkshire, Μεγάλη Βρεταννία


Ζούσε μια φορά κι έναν καιρό μια αρχοντοπούλα που είχε μια χρυσή μπαλίτσα κι έπαιζε χαρούμενη κι αμέριμνη στους κήπους του παλατιού της. Μια ημέρα, εκεί που έπαιζε τσουπ! της πέφτει η μπαλίτσα της μέσα σε μια λιμνούλα.

Από ένα νούφαρο πετάχτηκε ένα βατραχάκι και της λέει:

-Άμα σου δώσω τη μπαλίτσα σου, θα μου δώσεις ένα φιλάκι;

-Άπαπα, λέει η αρχοντοπούλα, είσαι γλιτσιάρης.

-Ναι, αλλά δεν ξέρεις κάτι, της λέει τότε το βατράχι με ύφος χιλίων καρδιναλίων. Είμαι μαγεμένος πρίγκιπας. Αν μια όμορφη κοπελιά μού δώσει ένα φιλί, θα ξαναπάρω την ανθρώπινη μορφή μου κι η κοπέλα που θα με σώσει θα κερδίσει το Βασίλειο των Επτά Λιμνών πέρα στα Σαράντα Νούφαρα. Σκέψου το καλά.

Πέφτει η αρχοντοπούλα σε βαθειά περισυλλογή.

«Βρε, λες να με περιμένει τέτοια τύχη και μεγαλεία;»

Όμως έβλεπε μια τα γουρλωτά μάτια του, μια τις μύγες που αυτός έχαφτε κάθε λίγο και λιγάκι βγάζοντας μια γλωσσάρα πιο μεγάλη απ' το μπόι του και δεν το αποφάσιζε.

Έξω απ' τους κήπους του παλατιού ήτανε ένα δάσος οπού 'χε το σπιτάκι της η Κατίγκω, η μάγισσα.

Μια και δυο ξεκινάει η αρχοντοπούλα κατά το δάσος και χτυπάει την πόρτα της Κατίγκως.

-Ε, κυρά Κατίγκω, το και το, το βατράχι μού είπε ότι είναι μαγεμένος πρίγκιπας. Να το φιλήσω;

-´Ενας τρόπος υπάρχει, κόρη μου, να βρεις αν σου λέει αλήθεια. Θα του πεις: εντάξει, θα σε φιλήσω σε τρεις νύχτες από σήμερα, αλλά μέχρι τότε θα ζεις μέσα στο χρυσό μου κατσαρολάκι, στο δωμάτιό μου. Μετά θα βρεις τρόπο και θα βάλεις την κατσαρόλα στη φωτιά. Αν είναι αληθινός πρίγκιπας, πριν πάρει βράση θα δεις να καθρεφτίζεται μέσα στο νερό το παλάτι του στο Βασίλειο των Επτά Λιμνών πέρα απ' τα Σαράντα Νούφαρα. Αν όμως είναι σκέτος μπάκακας, θα γεμίσει το νερό της κατσαρόλας σου με τις μύγες και τα κουνούπια που έχει χάψει απ' την αρχή της ζωής του, ο πονηρός.

Φεύγει η αρχοντοπούλα απ' το σπίτι της Κατίγκως και τραβάει κατά τη λίμνη.

-Ε, βατραχάκι, θα μου δώσεις τη χρυσή μπαλίτσα μου; Θα σε φιλήσω σε τρεις νύχτες από σήμερα, αλλά μέχρι τότε θα ζεις μέσα στο χρυσό κατσαρολάκι μου στο δωμάτιό μου.

-Αμέ, λέει ο βάτραχος κι έβγαλε τη γλώσσα του όξω και έχαψε τρεις ακόμη μυγούλες και δυο κουνουπάκια.

Παίρνει η αρχοντοπούλα το χρυσό κατσαρολάκι της, το γέμωσε νερό και δίνει μια το βατράχι και πηδάει μέσα.

Κάθε μέρα και για τρεις μέρες έτρωγε ο μπάκακας μυγούλες από χρυσό πιατάκι και τις νύχτες κόαζε δίπλα απ' το κομοδίνο της αρχοντοπούλας πάνω σ' ένα χρυσό νουφαράκι.

Την τρίτη νύχτα παίρνει η αρχοντοπούλα το κατσαρολάκι με το βάτραχο και το έβαλε πάνω στη φωτιά.

-Πωπώ, ζέστη κάνει, καλοκαίριασε, λέει ο βάτραχος όταν το νερό άρχισε να κάνει μπουρμπουλήθρες και ρεύτηκε και γέμωσε το νερό μυγούλες και κουνούπια και λιβελλούλες κι ακρίδες και τζιτζίκια.

-Αμάν, τι πήγαινα να πάθω! Μπάκακας ήτανε ο παλιομασκαράς και πήγε να με κοροϊδέψει!

Κι έβρασε ο βάτραχος κι έγινε από πράσινος άσπρος και τα κακάρωσε.

Πάει η αρχοντοπούλα να πετάξει και τα βατραχόνερα απ' το κατσαρόλι της, κάνει μια έτσι και τι βλέπει; Κάτω στον πάτο της κατσαρόλας είχε εμφανιστεί ένας χάρτης μιας άγνωστης χώρας που έγραφε επάνω «Βασίλειο των Επτά Λιμνών» με καλλιγραφικά γράμματα.

«Βάτραχος να 'ταν τάχα ή πρίγκιπας; Πρίγκιπας ή Βάτραχος;», σκεφτόντανε.

Ρώτησε και σοφούς δασκάλους αν ξέρανε τίποτα για το Βασίλειο των Επτά Λιμνών, μα κανείς τους δεν το είχε ακουστά.


Όταν οι βάτραχοι πάνε να κατακλύσουν τη γη ή θα τους εξολοθρεύσεις άμεσα ή θα μειώσεις την τροφή τους. Αν όμως εξολοθρεύσεις τα έντομα, κινδυνεύουν να αφανιστούν και τα πουλιά.


___________________

Σημειώσεις

[1] Take a pot of hot water and a frog. Throw the frog into the pot. What do you think will happen? The obvious, of course: the frog will jump out. Who likes hanging around in a pot of hot water? Now ... take a pot of cold water, put the frog in it, and place the pot on the stove. Turn on the heat. This time something different will occur. The frog, because of the incremental change in temperature, will not notice that it is slowly being boiled.



© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 3 Νοεμβρίου 2008

buzz it!

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2008

Μήδειας Αρές

Tην αφίσσα φιλοτέχνησε ο Otto Baumberger


Ανάθεμά σε, Ιάσονα και τρισανάθεμά σε

που μ’ ήφερες στην Κόρινθο μες στους γυναικωνίτες
του γιους σου να βυζαίνω εγώ κι εσύ να είσαι κύρης
και τώρα να παντρεύεσαι του Ρήγα θυγατέρα.
Σάματις δε σου κοίμισα εγώ το μέγα δράκο
και το μικρό μου αδερφό δεν ήσφαξα για σένα;
Μήγαρις δεν τον βούβανα εγώ το γίγα Τάλω
και τον Πελία δεν έβρασα σε χάλκινο σκουτέλι;
Τώρα ατή μου τους δυο γιους που ‘σπειρες θα χαλάσω,
της Κόρινθος το βασιλιά θα τονε καταστρέψω,
τη ρηγοπούλα νύφη σου εγώ θα φαρμακώσω,
κακά στερνά σε σένανε και σ’ όλη τη σπορά σου!
Κι ανάθεμα τη μήτρα μου που στην Κολχίδα εδέχθη
τον Αργοναύτη ήρωα, της Ιωλκώς αυθέντη...


Η Μαρία Κάλλας ως Μήδεια από την πρόβα generale στην ομώνυμη όπερα του Κερουμπίνι, Covent Garden, Λονδίνο, 15 Ιουνίου 1959. Η παράσταση είχε πρεμιέρα στις 17 Ιουνίου του 1959. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από τον Bettelmann.





Σημειώσεις

1. Η Μήδεια ετυμολογείται εκ του ρήματος της αρχαίας ελληνικής μέδομαι (: σκέπτομαι)
2. Σχετικές αναρτήσεις: Ι)
To Καρβέλι της Μάγισσας ΙΙ) Medea and the humanization of the beast. Another aspect to the known myth (στα αγγλικά, με σχετική βιβλιογραφία και συνδέσμους)


© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 23 Iουλίου 2008

buzz it!

Σάββατο 21 Ιουνίου 2008

Η Μαρμαρωμένη Κόρη

Στα χρόνια τα παλιά πάνω στο λόφο του Άη Λια ένας τσοπάνης, εκεί που έβοσκε τα πρόβατα και τα γίδια του, ηύρε το άγαλμα μιας κόρης.

Η κόρη ήτονα έμορφη πολύ με το πρόσωπο πετρωμένο και τους πόδες της να λείπουσι, μα εκειός απόμεινε να τη θαυμάζει και καθόλου δεν ενοιαζόντανε που δεν είχε το άγαλμα πόδια. Το έκρυψε στα σχοίνα και την άλλη μέρα επήγε με το γαϊδαράκο του, το εφόρτωσε και το ήφερε στη στάνη του, το καθάρισε από τα χώματα και το έστησε καταμεσίς να το βλέπει και ν’ αγάλλεται.

Κάθε πρωί στο άγαλμα έλεγε ο τσοπανάκος καλημέρα κι ύστερις έβγανε όξω το κοπάδι για βοσκή. Και κάθε βράδυ στο άγαλμα της κόρης έλεγε την καληνύχτα του και πάλε τη μαρμαρωμένη έβλεπε τις νύχτες στον ύπνο του να του μιλεί και να του γελά.

Περάσανε μέρες πολλές κι ο τσοπανάκος έλυωνε απ’ το μαράζι που το άγαλμα δεν εμπόραε να του ομιλήσει με ανθρώπινη λαλιά, όπως και στα όνειρά του, και τ’ αποφάσισε να πάει να βρει την Κατίγκω τη μάισσα.

-Το και το, τηνε βλέπω, της μιλώ, μα να μου μιλήσει δε γίνεται, θ’ αποθάνω. Αυτήνα βλέπω στον ύπνο μου, άλλη γυναίκα δεν υπάρχει για με, μόνον η μαρμαρωμένη κόρη.

-Μαρέ, γιε μου, το εσκέφτης καλά; Τόσες κοπέλες στο χωριό σαν τα κρύα τα νερά, ζωντανές, τι να τηνε κάμεις τη μαρμαρωμένη;

-Όχι, εγώ αυτήνα θέλω κι άλλη καμιά κι αν αυτή δε γίνει γυναίκα μου, θ’ αποθάνω.

Πέφτει η μάισσα σε περισυλλογή και του λέγει:

-Καλά, έλα πάλε με το νέο φεγγάρι, να δω τι θα με φωτίσει το πνεύμα της πέτρας.

Σαν έφυγε το τσοπανόπουλο, βγάνει η Κατίγκω δυο πέτρες, κι αρχίνισε υπομονετικά να τις σμιλεύει, μέχρι που τους έδωσε σχήμα ανδρός και γυναικός. Πάει και στο εικονοστάσι, τις ραντίζει και μ’ αγιασμό και τις ρωτάει:

-Πε μου μου πνεύμα του αντρός, πε μου κόρη σμιλεμένη
πώς θα σμίξει ζωντανός με μια μαρμαρωμένη;

Τα στόματα που εσμίλεψε η Κατίγκω στην πέτρα εσαλέψανε κι είπανε:

-Αν άντρας κόρην αγαπά που ‘ναι μαρμαρωμένη,
να σμίξει μ’ αυτήν γίνεται, μα είναι μαγεμένη.

Η Κατίγκω πάλε τις ξαναρωτάει, μα οι πέτρες άλλη απόκριση δεν εδίνανε, πάρεξ την ίδια:

-Αν άντρας κόρην αγαπά που ‘ναι μαρμαρωμένη,
να σμίξει μ’ αυτήν γίνεται, μα είναι μαγεμένη.


Edward Burne-Jones, Από τη σειρά Pygmalion, The Soul Attains 1878, Birmigham Museum and Art Gallery


Στο μεταξύ πλησίαζε και το νιο φεγγάρι, τι να κάμει κι η Κατίγκω, ετοιμάζει μάγια για την αγάπη.

Έρχεται το τσοπανόπουλο, του δίνει η Κατίγκω τα βοτάνια και του λέγει:

-Το νου σου, γιε μου, γιατί τα πνεύματα μου ‘πανε τούτο:

«Αν άντρας κόρην αγαπά που ‘ναι μαρμαρωμένη
να σμίξει μ’ αυτή γίνεται, μα είναι μαγεμένη».

Σκέψου το καλά, κι αν το πάρεις απόφαση, το βράδυ βράσε το βοτάνι, πιες το μισό και με τ’ άλλο μισό να ραντίσεις τη μαρμαρωμένη.

Του τσοπανόπουλου όμως το μάτι είχε τόσο πολύ μαυρίσει απ’ το σεβντά για το άγαλμα, που δεν εκάθησε να σκεφτεί καθόλου κι επερίμενε πώς και πώς το βράδυ να εφαρμόσει τα μαγικά της Κατίγκως.

Βράζει το βοτάνι, πίνει μάνι – μάνι το μισό, ραντίζει και με το άλλο μισό τη μαρμαρωμένη κι εζωντάνεψε εκείνη κι έτρεξε εκειός και την αρπάει στην αγκάλην του και σμίξανε κι αποκοιμήθηκε το τσοπανόπουλο στην αγκαλιά της μαρμαρωμένης κόρης.

Τα πρόβατα βελάζανε μέρες κλεισμένα στο μαντρί και τ’ ακούσανε απ’ το χωριό κι ανεβήκανε πέντε – έξι νοματαίοι στη στάνη.

Κι ηύρανε κάποια πρόβατα ψόφια κι άνθρωπο τριγύρω κανένανε, μόνε ένα άγαλμα με πόδια αντρικά και κορμό γυναίκειο κι εφοβηθήκασι τόσο πολύ, που το σπάσανε και το εκάμανε χίλια κομμάτια.

© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 21 Iουνίου 2008

buzz it!

Τρίτη 10 Ιουνίου 2008

Ο Κωστής, η Λεμονιά και το Στοιχειό της Φωτιάς

Φωτογραφία Ben Cody

Ζούσε μια φορά στα παλιά τα χρόνια μια κοπελιά που τηνε λέγαν Λεμονιά κι ήφτασε κι αυτή σε ηλικία γάμου. Σαν ήρθε η παραμονή τ’ Άη Γιάννη του Κλήδονα ξεκίνησε και τούτη με τις άλλες κοπελιές του χωριού να γεμώσει το σταμνίν της με τ’ αμίλητο νερό, αφού σ’ εκείνανα έπεσε ο κλήρος να κάμει την μπροστάρισσα. Τραβάει το λοιπόν για την πηγή, το γεμώνει ως απάνω, κι από πίσω της ούλο το χωριό ν’ ακολουθεί κι ούλο να προσπαθεί να τηνε κάμει να μιλήσει ως είχανε το έθιμο. Αυτή μιλιά.

Φτάσανε πίσω στο χωριό, πιάνουνε να ζυμώσουνε τις αλμυρόπιτες. Τις πλάσανε, τις ψήσανε, τραγουδήσανε και χορέψανε. Το βράδυ ανάβουνε τις φωτιές.

Βγαίνει κι η Λεμονιά να πηδήξει τη φωτιά τρεις φορές. Ξάφνου μια χέρα μέσα απ’ την φωτιά την αρπάει και χάθηκε.

Στο χωριό γίνηκε σούσουρο μεγάλο, γιατί δεν εκάη, δεν απέθανε στις φλόγες, μόνον εχάθη.

Ο Κωστής όμως, ο γιος του σιδερά, π’ αγάπαγε τη Λεμονιά κρυφά, αλλά δεν ετόλμαγε να της το μολογήσει πέφτει σε βαθύ συλλογισμό, ποιος τάχα να τηνε πήρε και πώς θα την έφερνε πίσω.

Συνήθειο ήτανε τις αλμυρόπιτες να τις τρώνε μόνον οι κοπελιές κι ύστερις να πίνουνε το αμίλητο νερό και να κοιμούνται και το πρωί τ’ Αγιού, όποιο όνομα ανδρός ακούγανε πρώτο να καλείται, τούτο να ‘ναι και το όνομα του άντρα που θα παίρνανε.

Ο Κωστής πήρε απόφαση να ντυθεί γυναίκεια και να φάει κι ετούτος αλμυρόπιτα, μπας και τονε φωτίσει ο Θεός να βρει τρόπο να φέρει πίσω την καλή του.

Μια και δυο, πάει στο μπαούλο της μάνας του, βρίσκει τη νυφιάτικη φορεσιά της, τη φορεί και βάνει και στο κεφάλι του μια μπόλια.

Τραβάει στην πλατεία, τρώγει και την αλμυρόπιτα, πίνει τ’ αμίλητο νερό κι ύστερις γύρισε πίσω και πέφτει να κοιμηθεί με την ελπίδα κάτι να του ονειρέψει ο Άγιος στον ύπνο του.
Προτού ακόμη χαράξει, ξυπνάει ο Κωστής με μια φωνή:

-Τη Λεμονιά την κλέψανε, τη Λεμονιά την πήραν
κι είναι της φλόγας του στοιχειού η νύφη και γυναίκα.

Πάγωσε μόλις άκουσε τη φωνή ο Κωστής, πως αλλουνού έγινε νύφη η κοπελιά που αγαπούσε, αλλά αποφάσισε να πάει να τηνε βρει. Με τι τρόπο δεν ήξερε, πάει στο σπίτι της Κατίγκως, της μάγισσας.

-Το και το, η Λεμονιά είναι νύφη του στοιχειού της φωτιάς.

-Μην τηνε ψάχνεις τότε, γιέ μου, τον ορμηνεύει η μάγισσα.

-Όχι, εγώ τη θέλω.

Του δίνει τότε κι η Κατίγκω ένα διμάνικο μαχαίρι και του λέγει:

-Με τούτο να χαράξεις το βράδυ έναν κύκλο στην αυλή κι άναψε στη μέση μια φωτιά. Όταν φουντώσει, πήδα μέσα. Κλέψε την και χάραξε πάλι έναν κύκλο με τη μαχαίρα στην αυλή του στοιχειού και θα βρεθείς ξανά πίσω στο χωριό.

Το βράδυ ο Κωστής χάραξε τον κύκλο, ανάβγει και την φωτιά κι όταν εφούντωσε καλά, δίνει έναν πήδο στη μέση και βρέθηκε στην κάμαρη του ζευγαριού που κοιμόντανε.

Αρπάει τη Λεμονιά, όπως ήτονα κοιμισμένη, ξαναμανανάβγει δεύτερη φωτιά στην αυλή του παλατιού του στοιχειού, νάτονα πάλι πίσω στο χωριό.

Σαν εξημέρωσε στο χωριό γινήκανε χαρές και πανηγύρια που ήρθε πίσω η Λεμονιά.

Έρχεται κι ο παπάς και τους παντρεύγει και σφάξανε κι αρνιά να ψήσουνε και φέρανε και λαγούτα και βιολιά να χορέψουνε.

Όμως η Λεμονιά ήτονα θλιμμένη, γιατί θυμόντανε τον πρώτο της άντρα, το στοιχειό της φωτιάς κι ούλο αναστέναζε.

Σαν ήπιανε το πρώτο κρασί, άρχισαν τα όργανα και σηκώθηκε η νύφη να σύρει το χορό. Σηκώθηκε κι ο γαμπρός. Δεν πρόκαμε τ’ αντρόγυνο να φέρει τον πρώτο γύρο και πρασινίζει η Λεμονιά, κι έβγαλε ρίζες και φύλλα κι ανθούς και γίνηκε δέντρο.

Ήμουνα κι εγώ εκεί και το ‘δα με τα μάτια μου, κι ακόμα βρίσκεται η λεμονιά στη μέση της πλατείας κι από τότε ούλες οι νύφες απ’ εκειά παίρνουνε ανθούς να στολίσουνε τα μαλλιά τους, σαν παντρεύονται.

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 10 Ιουνίου 2008.

buzz it!

Πέμπτη 29 Μαΐου 2008

To Καρβέλι της Μάγισσας

Τον παλιό καιρό ζούσε μια κοπελιά που τηνε λέγαν Χρυσαυγή, που ήταν έμορφη πολύ κι είχε τις χάρες ούλες. Η Χρυσαυγή έπεσε στον έρωτα ενός παλικαριού, του Μανώλη και παντρευτήκανε. Τον πρώτο καιρό περνούσανε καλά, μ’ αγάπες και λουλούδια κι όλα μέλι γάλα.

Κάποια στιγμή η Χρυσαυγή εγκαστρώθη, μα η γκαστριά ήταν δύσκολη πολύ κι η Χρυσαυγή δεν ήτανε πια η παλιά Χρυσαυγή που ετραγούδαγε κι όλη την ώρα γέλαγε.

Σαν ήφεξε ο Θιος τη μέρα που θα λευτερωνόταν, σφίχτηκε και βόγγηξε κι έβγαλε παιδί αγόρι κι έκανε ο Μανώλης χαρές για το παιδί και το ‘δειχνε στη γειτονιά όλος καμάρι που πέτυχε η σπορά του.

Η Χρυσαυγή τα βράδια ξενυχτούσε και κάνανε τα μάτια της κύκλους κι αδυνάτιζε, κι όλο πεταγόταν σαν άκουγε θόρυβο και στα καλά του καθουμένου πάταγε θρήνους κι οιμωγές κι έκλαιγε και καταραζόντανε τη μοίρα της.

-Ανάθεμά σε Μανωλιό και τρις ανάθεμά σε
μου μάρανες τα νιάτα μου, μου πήρες την ικμάδα
με γκάστρωσες, με γέρασες και τώρα δε με θέλεις.

Ο Μανωλιός δούλευγε στα χωράφια την ημέρα και το βράδυ πήγαινε στον καφενέ κι ήπαιζε πρέφα και κάποιες φορές έκανε βίζιτες κρυφά και στο σπίτι της χήρας.

Ο κόσμος το ‘χε τούμπανο, στη Χρυσαυγή μαθές η γειτονιά δεν έκαμε κουβέντα, μα κείνη στραβή δεν ήτανε κι έβλεπε του αντρός της τα χαΐρια.

Με τα πολλά κι αφού παίδεψε το μυαλό της πολύ, παίρνει μια μέρα η Χρυσαυγή τις ρούγες να βρει τη γριά Κατίγκω, που ήτονε μάγισσα.

-Βάβω μου, εμαράθηκα, βάβω μου επικράνθην
μου μάρανε τα νιάτα μου, μου πήρε την ικμάδα
με γκάστρωσε, με γέρασε και τώρα δε με θέλει.
Στης χήρας ξημερώνεται, στον καφενέ για πρέφα
και σα γυρίζει σπίτι του μόνε το γιο φιλάει.

Η γριά Κατίγκω απόμεινε για λίγο βουβή, εσυλλογίστηκε και της λέει:

-Έλα αύριο με το γιο σου.

Ξημέρωσε η άλλη μέρα, πάει η Χρυσαυγή με το παιδί στο σπίτι της Κατίγκως της Μάγισσας.

Και πήρε η Κατίγκω μια μεγάλη μαχαίρα κι ήσφαξε το παιδί κι έπειτα ζύμωσε ένα στρογγυλό καρβέλι με το αίμα του παιδιού και το τύλιξε σ’ ένα πεσκίρι.

-Αυτό το ψωμί, κόρη μου να ταΐσεις τον άντρα σου το βράδυ και κάτω απ’ το μαξιλάρι του να βάλεις το πεσκίρι, κι αυτός δε θα ‘χει μάτια πλιο γι’ άλλην γυναίκα, πάρεξ μόνο για σε.

Ήρθε το βράδυ και γύρισε ο Μανωλιός στο σπίτι.



Francisco Goya, Saturno devorando a un hijo (O Κρόνος που καταβροχθίζει το γιο του), περί το 1815, Museo del Prado, Μαδρίτη

-Πού ‘ναι ο γιος μου;

-Κοιμάται, τρεις ώρες τον νανάριζα, έλα να φάμε κατιτίς.

Του βγάνει φαΐ και κρασί, του ‘δωσε και το ψωμί της Κατίγκως.

Έφαγε κι ήπιε ο Μανωλιός κι άστραψε το μάτι του και φούντωσαν τα σωθικά του και ξαπλώσανε στο κρεβάτι, μα η Χρυσαυγή, πάνω στη φούντωση, είχε ξεχάσει να βάλει το πεσκίρι της Κατίγκως στις μαξιλάρες αποκάτω.

Το βράδυ το αίμα του παιδιού μίλησε μέσα απ’ την κοιλιά του Μανώλη.

-Άι, μπαμπά μου, βάι, μπαμπά μου
μ’ ήσφαξε η μάνα μου με τη γριά Κατίγκω.

Πετιέται ο Μανώλης, πάει να βρεί το γιο στο λίκνο του, πουθενά το παιδί. Αρπάει τη Χρυσαυγή απ’ τα μαλλιά.

-Πού είναι, μωρή σκύλα το παιδί;

-Εκειά που το ήχωνες προτού απαντήσεις τη χήρα, του αποκρίνεται εκείνη.

Ο Μανώλης είπε μια να τηνε σφάξει κι αυτήν σαν το τραγί στο γόνατο. Μα μια θέριευε από οργή, μια τον έπιανε πόθος για τη γυναίκα του, απ’ το αίμα του παιδιού του που έφαγε στο καρβέλι της μάγισσας. Δεν πήγαινε πια στα χωράφια, κι όλη τη μέρα πλάγιαζε με τη Χρυσαυγή, κι αδυνάτιζε κι έλυωνε.

Όταν πια έγινε σούσουρο στη γειτονιά, κι άνθρωπος κανείς δεν έβλεπε ούτε κείνηνα ούτε και κείνον, σπάσανε την πόρτα και τους βρήκανε και τους δυο αποθαμένους πάνω στο κρεβάτι και τα χέρια τους ήτανε δεμένα με το πεσκίρι της Κατίγκως. Ποιος τους τα έδεσε δεν έμαθε ποτέ κανείς.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 29 Μαΐου 2008




Traditional / Rounds - Daydreams & Lullabies

buzz it!

Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

Στο Μέλανα Δρυμό υπάρχουν ακόμη μάγισσες.

Το Κάστρο του Rötteln κοντά στο Lörrach


Το Κάστρο του Rötteln


Freiburg, Münster

Freiburg

Aν, λένε οι Γερμανοί, μια ανύπαντρη κοπελιά βουτήξει τα πόδια της στο νερό απ' τα χαντάκια στους δρόμους της παλιάς πόλης, τότε θα παντρευτεί και άντρα απ' το Freiburg.

Freiburg

Καλέ μου πατερούλη,

Δεν ξέρω ποια μοίρα έδωσε στις μάγισσες του Tiengen εξουσία. Να φανταστείς είναι τόσο μεγάλη, που ακόμη και στους πύργους των κωδωνοστασίων στις εκκλησίες οι τρούλοι είναι μαγισσοκαπέλα. Άλλοτε κωνικά, άλλοτε πυραμιδοειδή κι άλλες φορές πάλι πολυεδρικά.
Ο Herr Sigmar Fischer ήταν γελαστός, η Frau Viola αγχώδης, η Leonie ντροπαλή και η Mia γελαστή και στρουμπουλή. Μου έστρωσαν το κρεβάτι στη σοφίτα και στα πόδια του κρεβατιού ετοίμασαν και καλάθι για το Λουλούκο. Το καλάθι ήταν μικρό, ο Λουλούκος σκύλος μεγαλόσωμος˙ γρύλλιζε στην αρχή, αλλά εγώ του λέω:
-Legstu [1], Λουλούκο και μην ακούσω τσιμουδιά.
Ο Λουλούκος κλαψούρισε λίγο και σώπασε.
Την άλλη μέρα μας πήγαν στο κάστρο του Rötteln με την ορχήστρα των προβάτων. Τα πρόβατα μάλλον κατάλαβαν ότι υπήρχε κάτι το δαιμονικό στην ατμόσφαιρα κι άρχισαν να ψέλνουν ύμνους του Gruntvig για να ξορκίσουν το κακό.
Ένας Γερμανός τσοπάνης χώρισε το κοπάδι σε δύο ίσα μέρη και τους πήγε στις πολεμίστρες για βοσκή. Ο Λουλούκος έμεινε να φυλάει το ένα κοπάδι να μην ξεστρατίσει. Εγώ τους άφησα στην αίθουσα των Ιπποτών και ανέβηκα μοναχή μου στους δυο πύργους. Έριξα μια ματιά από ψηλά στα βοσκοτόπια του Freiburg, της Γαλλίας και της Ελβετίας. Τα ελβετικά βοσκοτόπια παραμένουν πολύ élégants και ακριβείας ελβετικής. Σαν ελβετικά ρολόγια. Δίπλα στο λάβαρο της ψηλότερης πολεμίστρας κάποιοι εκπρόσωποι του homo sapiens sapiens είχαν χαράξει στην πέτρα χαριτωμένες καρδιές με τα αρχικά μέσα:
HR και RH, HMK MK, KSL, EHPMS, OK και ΜΑΙ. Aμέσως κατάλαβα ότι πρόκειται για στρατιωτικό κώδικα. Μετά μπήκα μέσα στην κρύπτη των μαγισσών κι εκεί ανέκραξα:
-Μαγικό να γίνει και χαρά να μου δίνει!
Και ροβόλησα στον αυλόγυρο του κάστρου. Δυο αεροπλάνα διέγραψαν ένα Χ στον αέρα και διασταυρώθηκαν με δυο γεράκια. Οιωνός πως το μαγικό έπιασε. Τότε έφαγα μούρα από μια βατομουριά και μετά γέμισα τις χούφτες μου με τριφύλλι, ένα είδος γερμανικής βρούβας και γρασίδι κι άρχισα να μασουλάω. Ύστερα είδα ένα άλλο περίεργο δέντρο με κάτι στρογγυλούς καρπούς που έμοιαζαν με σταφύλι. Πήρα μια ρόγα και την έχωσα κι αυτή στο στόμα μου. Είχε ένα μεγάλο κουκούτσι κι ήταν πολύ στυφό. Τότε θυμήθηκα τη σοφή σου συμβουλή, ότι στο δάσος δεν πρέπει να τρώμε ό,τι λάχει, γιατί μπορεί να είναι δηλητηριώδες.
Troppo tardi [2], πατερούλη.
Όταν οι τσοπάνηδες βρήκαν ότι το κοπάδι βόσκησε αρκούντως στα μεσαιωνικά ερείπια άλλαξαν βοσκοτόπι. Πήγαμε στο δάσος με τις βελανιδιές κι από κει σε μια τρύπα μέσα στη γη στο Hasel. Χάιδεψα και με τα δυο μου χέρια όλα τα γλυκά σταλακτιτάκια και σταλαγμιτάκια και τους ψιθύρισα στ’ αυτί να μου πουν τα μυστικά τους. Είναι ο μόνος τρόπος να πείσεις σταλακτίτες και σταλαγμίτες να σου μιλήσουν. Οι τουρίστες τους φωτογραφίζουν, αλλά αυτό διαολίζει τα πετρώματα κι αγριεύουν και τότε δε βγάζουν κιχ. Ιδίως στα φλας αντιδρούν μουγκρίζοντας.
-Έλα ξανά χωρίς προβατάκια και Λουλούκους, μου σφυρίξανε.
Τους το υποσχέθηκα.
Το απόγευμα τα προβατάκια έπαιξαν μουσική. Οι προβατίνες βέλαζαν σε μια γωνιά μη καπνιστών, οι Γερμανοί έπιναν μπύρα. Γέμισα κι εγώ το ποτήρι μου με ωραία ξανθιά γερμανική μπύρα, άφησα τις προβατίνες να μηρυκάζουν και κατέβηκα στην πίστα που έπαιζαν ρυθμούς latin. Ο Λουλούκος πάλι ήρθε κι έβαλε τα μπροστινά του πόδια πάνω μου και πάλι νευρίασα και του λέω:
-Λουλούκο, sestu!
[3]
O Λουλούκος υπάκουσε θυμωμένα δείχνοντας τα δόντια του.
Την άλλη μέρα τα προβατάκια θα έπαιζαν χορευτική μουσική στα λουτρά του Kronzingen.
Οι γριές προβατίνες κάθησαν όλες μαζί γύρω από ένα τραπέζι. Κάθησα μαζί τους αναγκαστικά, γιατί καμιά μάγισσα δεν είχε κάνει εμφάνιση ως εκείνη τη στιγμή...
Ξαφνικά νάτη κι οι μάγισσα! Άσχημη σαν ισπανικός επιτάφιος, καμιά εξηνταριά χρονών με ταφταδένιο μίνι συνολάκι με φραμπαλάδες και φρου – φρου, γυαλιά, γόβες στιλέτο και ψάθινο καπέλο. Βουτάει έναν ηλικιωμένο μάγο αγκαλιά κι αρχίσανε να χορεύουν πόλκες και στρατιωτικά εμβατήρια.
Η Helle, η προτεστάντισσα θεούσα προβατίνα που έπαιζε φλάουτο στην ορχήστρα της έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα. Ποτέ μου δε χώνεψα τη Helle. Η Helle, σα σωστό αρνί γάλακτος διαφύλαξε την παρθενία της για τη μέρα που θα παντρευόταν τον Anders, ένα μουνουχισμένο κριάρι με καλή ανατροφή, κοντοκουρεμένο μαλλί και αγγελικό χαμόγελο.
Η Γερμανίδα μάγισσα όμως χόρεψε τόσο μαγικά, που βρήκα πολύ σέξυ το χορό των στρατιωτικών march. Τρέχω έξω, τσουρομάδησα μια τριανταφυλλιά, κόβω ένα μπουμπούκι και μόλις τελείωσε το χορό της, πάω με το λουλουδάκι μου και υποκλίθηκα μπροστά της:
-Μadame, pour vous, της λέω.
Οι Δανέζες προβατίνες βέλασαν εν χορώ. Μάλλον ήθελαν να φάνε το τριαντάφυλλο, αλλά τους την έσκασα!
Μετά η Frau Viola μας πήγε με το αυτοκίνητο στο Freiburg. Αχ, πατερούλη μου γλυκέ! Πρέπει να τη δεις αυτήν την πόλη. Στο κόκκινο δημαρχείο ο δήμαρχος κάποιες φορές δουλεύει, στο ναό του Αγίου Μαρτίνου έχει βυζαντινές εικόνες, στο Münster τα ωραιότερα βιτρώ που έχω δει ως σήμερα, και το βαμμένο σε κεραμιδί χρώμα κτήριο του Kaufhaus το διοικεί ο Μαξιμιλιανός ο Α’, ο Φίλιππος – κόμης της Βουργουνδίας και βασιλιάς της Ισπανίας, ο αυτοκράτορας Κάρολος ο Ε’ και ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος ο Α’ της Αυστρίας, αργότερα μέγας αυτοκράτωρ της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας του Γερμανικού κράτους.
Την επομένη πήγα στο Freiburg και πάλι, αλλά μόνη μου αυτή τη φορά. Έκλεισα το μάτι στα μεσαιωνικά τερατάκια του ναού της Παρθένου, πήγα στο παζάρι με τα λουλούδια και τα γυάλινα και ξύλινα παιδικά παιχνιδάκια του Hänsel και της Gretel, περπάτησα στα στενά, αγκάλιασα τη μαμά - ελιά, που την έχουν έξω στους δρόμους τα καλοκαίρια και τη βάζουν στο θερμοκήπιο το χειμώνα κι ήπια μπύρες στο Kornhaus.
Θα το ξανακάνω αυτό το ταξίδι. Αλλά χωρίς πρόβατα και Λουλούκους αυτή τη φορά. Φαίνεται πως έχω αλλεργία στις τρίχες.

_____________________________


[1] Legstu: στα Ισλανδικά «Κάτω», αντίστοιχο του lay down, παράγγελμα που δίνεται στους σκύλους.
[2] Troppo tardi: στα ιταλικά, πάρα πολύ αργά.
[3] Sestu: παράγγελμα στους σκύλους στα ισλανδικά. Σημαίνει «κάτσε», sit.


© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 17 Οκτωβρίου 2007

Tiengen

Edward Weston, Kneeling Nude

_____________

Προέλευση Φωτογραφιών:

1. To Κάστρο του Rötteln κοντά στο Lörrach: Wladyslaw Sojka

2. To Κάστρο του Rötteln: Kolding Harmoniorkester

3. Freiburg Münster: Wikimedia

4. Freiburg: Philipendula

5. Ποτάμι στο Freiburg: Florian K.

6. Kneeling Nude: Edward Weston

buzz it!

Πρώτα τον βρήκα... μετά τον έχασα

Λατρεμένε μου θείε,

Θυμάσαι τότε που με ρώταγες πού πήγε ο κούκος του παππού, που πέταξε και πάει, όταν πέταξε κι ο παππούς ο Στέλιος μακριά απ’ τη γη; Τον κούκο που έψαχνες κι εσύ να βρεις, τότε που πήγες στο βουνό;
Θάρρεψα για λίγο πως τον βρήκα στο χωριό τη μέρα που έβρεχε κάστανα. Όταν βρέχει κάστανα, λίγο να μην προσέξεις και να μην κρατάς ομπρέλα μεταλλική, να ‘σου και δέκα καρούμπαλα στην κεφαλή σου απ’ τα κάστανα που πέφτουν απ’ τον ουρανό, και μανούλα μου, είναι χειρότερα απ’ το χαλάζι! Κι εγώ είχα ξεχάσει την χάλκινη καστανοομπρέλα μου σπίτι.
Τα καστανοσύννεφα τα ξεχωρίζεις εύκολα: αν το σύννεφο έχει σχήμα φουφούς, τρέχα να κρυφτείς όπου μπορείς.
Όταν ξεσπάει καστανοβροχή, σκέφτομαι πολλές φορές πως είναι κόλπο αβανταδόρικο των καστανάδων˙ κλείνουν συμφωνίες με τους ουρανούς να σου θυμίζουν ότι τα κάστανα είναι ό,τι πρέπει στη θράκα. Μετά γεμίζουν κοφίνια με κάστανα και τα ψήνουν και βγάζουν καναδυό φραγκάκια.
Με το που μου πέφτει λοιπόν το πρώτο κάστανο στο κεφάλι, κάνω έτσι και σηκώνω τα μάτια ψηλά.
Φρρρτ πέταξε τότε πάνω απ’ το κεφάλι μου ένα πουλί.
-Κούκου, πιάσε με, μου κάνει με αναίδεια
-Σε τσάκωσα, μπαγάσα, μουρμουρίζω και τρέχω στο κατόπι του.
Στο μεταξύ η καστανοβροχή όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Ο κούκος κούρνιασε στο σπιτάκι της γωνίας, κάτω απ’ το λούκι. Αλλά φοβήθηκα να πλησιάσω. Γιατί στο σπίτι μένουν μάγισσες και είναι στοιχειωμένο χρόνια τώρα. Το λέει και η επιγραφή του: ”Hekses hus”, δηλαδή το σπίτι των Μαγισσών.
Όταν τα παιδιά τύχει να είν’ απέξω απ’ το σπίτι των Μαγισσών, δε γυρίζουν το βλέμμα τους. Περνούν τη γωνία τρέχοντας και τραγουδούν το τραγουδάκι - ξόρκι:


Heksen Agnethe
er blevet så frisk
med en ny energi.
Det er, fordi
kosten har været
på værksted og fået
en jetmotor i. [1]


Ευτυχώς που ήταν μέρα μεσημέρι και καμιά μάγισσα δε φαινόταν τριγύρω.
-Κούκου, λέει τότε μια φορά το πουλί και η καμπάνα του ρολογιού της εκκλησίας χτύπησε δώδεκα φορές.
«Αποσυντονισμένος ο κούκος» σκέφτηκα. «Αλλά και πάλι, ποιος μου λέει ότι είναι ο δικός μου κούκος;»
-Δώσε σημάδια, κούκε, του λέω με νόημα
-Κούκου, κούκου, κούκου... κελαηδάει ο κούκος.
Μετράω τα κούκου και βγήκαν εννέα.
-Σε καλό δρόμο είμαστε, μονολογώ και περιμένω και πάλι το καινούργιο σήμα
-Κούκου - κούκου....
Να κι άλλες οκτώ φορές.
Εννέα απ’ την πρώτη φορά, κι οχτώ απ’ τη δεύτερη, η έννατη μέρα κι ο όγδοος μήνας, νάτη κι η ημερομηνία: 9 Αυγούστου, η μέρα που πέθανε ο παππούς!
Η χαρά μου δεν περιγραφόταν. Ζούσε ο κούκος μου! Γιατί τον κούκο δεν τον είχα συναντήσει ποτέ προσωπικά. Τον είχα ακούσει μονάχα μέσα απ’ την κοιλιά της μάνας μου πριν 40 χρόνια. Όταν αυτός άφησε το σπίτι μας, εγώ δεν είχα δει ακόμη πώς μοιάζει απ’ έξω ο κόσμος. Ο κούκος, που λες, αυτός ήταν κούκος της Σουμάτρας. Με σταχτιά και καφελιά ριγωτά φτερά από κάτω, πράσινα από πάνω και κύκλους γύρω από τα μάτια του γαλαζωπούς και βιολέ απ’ τα πολλά ξενύχτια.
Και να βρέχει κάστανα, και να γίνεται χαμός... Καστανοποντή! Πλημμύρα! Πανικός! Και οι διαβάτες εξαφανισμένοι, εξόν από δυο. Δυο αυτοί και μία εγώ -τρεις κι ο κούκος!
Πατ – πατ τα κάστανα στο πλακόστρωτο, μα τι ηλίθια κι εγώ να βγω χωρίς ομπρέλα!
Κι εκεί που προσπαθούσα να προστατέψω το κεφάλι μου και να γλιτώσω απ’ τα καρούμπαλα, πέταξε ο κούκος προς το γειτονικό νεκροταφείο.
«Μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει μια ώρα αρχύτερα», λέω και κινώ κι εγώ μια και δυο προς το νεκροταφείο.
Τον κούκο δεν τον βρήκα. Τον βρήκα... και τον έχασα. Το λάθος ήταν όλως διόλου δικό μου. Ποτέ δε βγαίνουν έξω απ’ το σπίτι χωρίς τη χάλκινη ομπρέλα τους, όταν φθινοπωριάζει.
Έψαξα ένα - ένα τα μνήματα. Ο κούκος άφαντος. Μόνο μια ταφόπλακα που έγραφε «Κούκος» R.I.P., μια ημερομηνία γέννησης: 11 Οκτωβρίου 1967, μια μισοσβησμένη ημερομηνία θανάτου και την επιγραφή:


ΕΝΑΣ ΚΟΥΚΟΣ ΔΕ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ


Παρεπιμπτόντως, η ημερομηνία γέννησης είναι ίδια με τη δικιά μου. Κι απόμεινα κι εγώ να κοιτάω την ταφόπλακα μοναχή μου – σαν τον κούκο.

________________

[1] Η μάγισσα Αγνίτε
ανανεώθηκε
κι είναι γεμάτη με νέα ενέργεια.
Κι αυτό γιατί
η σκούπα της βρέθηκε
στο εργαστήριο, όπου και της έβαλαν
τη μηχανή ενός τζετ αεροπλάνου.
(Παιδικό δανέζικο τραγουδάκι του Thorstein Thomsen)

Να το νεκροταφείο όπου πέταξε ο κούκος.

© Eλένη Καλλιανέζου


buzz it!

Χάρτινο Φεγγάρι (Της Αρχιμάγισσας το «σ’ αγαπώ»)


Παίξε, Λυράρη μου
Και κράτα πουλιά και τζιτζίκια
δεμένα στα μάγια του δοξαριού σου.



Nude torso


Της Αρχιμάγισσας το «σ’ αγαπώ».


-Διαβάζεις τους νόμους της θερμοδυναμικής εντροπίας στον άλλον με τον ίδιο τρόπο που θα απάγγελλες τη «Μαρία Νεφέλη» του Ελύτη.

-Τραγουδάς: Μαργιόγκα τα ποτήρια σπάστα.

-Μυρίζεις λυγαριά και λες το ποιηματάκι: Όποιος λυγαριά δεν πιάσει, την αγάπη του θα χάσει / Κι όποιος δεν τη μυριστεί θα την αποχωριστεί.

-Ψιθυρίζεις σε δυο χαλικάκια να σου σημαδέψουν την πλάτη.

-Ανάβεις ένα σπίρτο με μωβ κεφάλι και μετά σβήνεις τη φλόγα με την αναπνοή σου. Μετά ανάβεις δεύτερο. Μετά τα ανάβεις όλα κι ύστερα αρχίζεις το μοιρολόι για το άδειο κουτί.

-Όπου βρίσκεις νερά πλατσουρίζεις.

-Κυλάς δυο πορτοκάλια στο χιόνι.

-Καλείς τήν αγάπη σου για ταυτόχρονο οργασμό στη θέα μιας βελόνας ραπτομηχανής που ανεβοκατεβαίνει. Αν ράβει ή δε ράβει, λίγο ενδιαφέρει.

-Πιάνεις δυο σύννεφα και τα μεταλλάσσεις αλχημιστικά.

-Αρχίζεις συλλογή από πούπουλα.

-Δεν πας πουθενά, χωρίς μια νεραϊδόπετρα στην τσέπη. Είναι αυτές οι πετρούλες που έχουν μια τρύπα στη μέση. Την πλησιάζεις στο μάτι σου και κοιτάς τον κόσμο από κει.

-Παρακαλείς ένα αρσενικό παγώνι να σου χαρίσει ένα φτερό απ’ την ουρά του και το κάνεις φετίχ.

-Μαζεύεις άμμο και αρχίζεις να κάνεις παιδιά σου τους κόκκους της, αφού της έχεις κατεβάσει πέντε – έξι καντήλια πρώτα, γιατί τρυπώνει εκεί που δεν τη σπέρνουν.

-Κοιτάς τον έναστρο ουρανό και ζωγραφίζεις σχήματα στον αέρα σα να ενώνεις τις αριθμημένες τελείες σε περιοδικό με σταυρόλεξα. Έχεις περιέργεια να δεις τι ζωγραφιά θα βγει.

-Αλλάζεις το αίμα σου με μεταγγίσεις κρασιού.

-Παίζεις μαζί με τον καλό σου σου τύμπανα για να ανατείλλει ο ήλιος. Αν δε συγχρονιστούν οι χτύποι στη μεμβράνη, ο ήλιος δε βγαίνει. Είναι μαγικό.

-Μεταμορφώνεις το μαξιλάρι σου στη μορφή του αγαπημένου σου και του λες «πάρε με τώρα». Ύστερα μπορείς να αντιστρέψεις και το ξόρκι. Κάνεις αυτόν μαξιλάρι.

-Γεμίζεις την πιο μεγάλη σου χύτρα με νερό και βουτάς το χέρι σου μέσα μέχρι τη μασχάλη.

Υπάρχουν άπειροι τρόποι να το πεις, κι ας μην το ξεστομίσεις ποτέ. O βερμπαλισμός έχει μόνο επεξηγηματική σημασία. Το να χαράξεις καρδούλες τρυπημένες με βελάκια στους κορμούς των δέντρων είναι μια από τις κοινοτοπίες του, παραλλαγή στο ίδιο μοτίβο. Διόλου δυσάρεστη, αλλά πολύ φορεμένη.


© Eλένη Καλλιανέζου



buzz it!