Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Η Γυναίκα με τη Ζυγαριά

Με ύφος περισπούδαστο μαζεύτηκαν οι επαΐοντες και είπαν πως η έγκυος γυναίκα στον πίνακα του Βερμέερ με τη μικρή χρυσή ζυγαριά στο χέρι ήταν τάχα μου μια αλληγορία της ματαιότητας του κόσμου ή της Θείας Αλήθειας και Δικαιοσύνης ή ότι είναι η Παρθένος Μαρία που ζυγίζει τις ψυχές των αγέννητων παιδιών. Άλλοι πάλι είπαν πως ήταν απλώς ένα πορτρέτο της Κατερίνας Βερμέερ, της γυναίκας του καλλιτέχνη, θεωρία που μοιάζει να είναι κοντά στην πραγματικότητα, αφού η Κατερίνα Μπόλνες Βερμέερ γέννησε δεκατέσσερα παιδιά.




Η αλήθεια ωστόσο φαίνεται να είναι διαφορετική. Ο Γιαν Βερμέερ τον Οκτώβριο του 1661, λίγο μετά τα εικοστά ένατα γενέθλιά του, συνάντησε στο πανηγύρι της Nτελφτ έναν Ισπανό που τον έλεγαν Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ, που είχε μια ουλή πάνω απ’το αριστερό φρύδι κι ήταν ντυμένος στα ολόμαυρα και στο λαιμό του κρεμόταν με χρυσή καδένα ένα μυστήριο κόσμημα, που έδειχνε έναν άνδρα με τόξο στην πλάτη, να αγκαλιάζει απ’ το λαιμό μια έγκυο καμηλοπάρδαλη, η οποία ημιγονατισμένη ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο του.

Ο ξένος δε μιλούσε καλά ολλανδικά, στην πραγματικότητα δε μιλούσε καθόλου, μόνο καθόταν στον κορμό ενός δέντρου πάνω σ’ έναν μπόγο από πολύχρωμα υφάσματα και στύλωνε κατά καιρούς το βλέμμα του επίμονα σε δύο σαλτιμπάγκους που ξεφυσούσαν φωτιές κι έκαναν ζογκλερικά κόλπα με επτά μπαλάκια.

Ο Γιαν Βερμέερ είχε πιει πολύ το προηγούμενο βράδυ κι είχε πονοκέφαλο, αποφάσισε λοιπόν να απομακρυνθεί απ’ τη βουή στο κέντρο της πλατείας και πήγε και κάθησε κοντά στον Ισπανό. Αφού αντάλλαξαν κάποιες τυπικές κουβέντες συστάσεως και κάποιες άλλες αδιάφορες για τη συννεφιά που πιθανόν να έφερνε σε λίγο βροχή, οι δυο άντρες βάλθηκαν να μιλούν, και σύντομα ο ζωγράφος ρώτησε τον Ισπανό τι απεικονίζει το κόσμημα που κρεμόταν απ’ το λαιμό του και ποια η ιστορία του. Ο Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ τότε, αφού κατέβασε δυο γουλιές ισπανικό κρασί απ’ τη μποτίλια που είχε δίπλα του, διηγήθηκε στον Γιαν Βερμέερ την ακόλουθη ιστορία:

«Μια φορά ζούσε στη Μαυριτανία ένας πλούσιος γαιοκτήμονας, που είχε δυο γιους και μια κόρη. Όταν κατάλαβε πως πλησίαζε το τέλος του, αποφάσισε να μοιράσει τα υπάρχοντά του στους δυο του γιους, πιστεύοντας ότι θα φροντίσουν να δώσουν και μια καλή προίκα στη μικρή τους αδερφή, η οποία θα της εξασφάλιζε έναν καλό γάμο και μια πλούσια ζωή. Στο μεγάλο του γιο άφησε το υποστατικό του με τα αμπέλια στα υψίπεδα της Ταγκάτ και στο μικρό πέντε αραβικά άλογα, μια κασέλα με υφάσματα υφασμένα από Βέρβερους, ένα χωραφάκι στο Σάχελ με ακακίες κι ένα μπαομπάμπ στη μέση και δίπλα ένα μικρό σπιτάκι να προστατεύει όταν φυσάνε το χειμώνα οι τροπικοί άνεμοι Χαρματάν, καθώς κι ένα σακούλι χρυσά νομίσματα.

Ο μεγάλος γιος παντρεύτηκε μια καλή γυναίκα κι αφοσιώθηκε στην καλλιέργεια των αμπελιών, έκανε επτά παιδιά και έζησε μια ήσυχη ζωή, αφού καλοπάντρεψε και τη μικρή αδερφή του μ’ έναν Άραβα χρυσοχόο.

Ο μικρότερος, που τον έλεγαν Χαρούν, πούλησε τέσσερα απ’ τα πέντε άλογά του κι αποφάσισε να γυρίσει τον κόσμο μ’ ένα μπογαλάκι με τα απαραίτητα που μπορούσε να κουβαλήσει το άλογο που κράτησε για τον εαυτό του, με μόνα του όπλα ένα τόξο κι ένα μικρό εγχειρίδιο με ελεφάντινη λαβή, να προστατεύεται από τις επιθέσεις των ληστών και να προσπορίζεται την τροφή του.

Μια μέρα, καθώς περιπλανιόταν στις σαβάνες του νότου είδε ένα αρσενικό λιοντάρι να επιτίθεται σε μια θηλυκή ετοιμόγεννη καμηλοπάρδαλη κι αυθόρμητα το τόξευσε και το σκότωσε. Η καμηλοπάρδαλη πληγωμένη γονάτισε έτοιμη να υποκύψει στα τραύματά της κι ο άντρας έτρεξε και την αγκάλιασε απ’ το λαιμό καθώς έγερνε και πέθαινε, ενώ ταυτόχρονα έδινε ζωή σ’ ένα μικρό θηλυκό με πελώρια μάτια. Το μικρό ήταν καταδικασμένο χωρίς τη μάνα του κι ευάλωτο στις επιθέσεις των θηρίων, όμως ο νέος άρχισε να αγωνιά για την τύχη του κι ούτε που μπορούσε να το αφήσει εκεί μόνο του στις ερημιές κι ούτε αυτό, μικρό όντας κι αδύναμο, μπορούσε να τον ακολουθήσει.

Περάσανε καμπόσες ώρες κάτω από έναν ουρανό μ’ ένα τεράστιο φεγγάρι επάνω του και πέρασε ένα καραβάνι από νομάδες κι ο Χαρούν πλήρωσε δυο χρυσά νομίσματα για μια προβατίνα για να εξασφαλίσει στο καμηλοπαρδαλάκι του γάλα για τον πρώτο καιρό και το βάφτισε Άμπλα, που στη γλώσσα των Αράβων σημαίνει «τέλεια στην όψη».

Όταν η Άμπλα θέριεψε λίγο και δεν είχε πια ανάγκη το γάλα της προβατίνας, ξεκίνησαν ταξίδι προς το Σάχελ, εκεί που ο Χαρούν είχε το χωραφάκι με τις ακακίες, το μεγάλο μπαομπάμπ και το σπιτάκι. Ένα βράδυ με Πανσέληνο κι ύστερα από εξήντα πέντε φεγγάρια που ο Χαρούν και η Άμπλα ζούσαν μαζί, σκαρφάλωσε ο Χαρούν σ’ ένα κλαδί του μπαομπάμπ να θαυμάσει το φεγγάρι και να μπορεί να βλέπει την καμηλοπάρδαλή του στα μάτια –χωρίς ν’ αναγκάζεται να στραβώνει το λαιμό του κοιτάζοντας ψηλά κι ούτε να την υποχρεώνει να ψάχνει εκείνη να συναντήσει το βλέμμα του χαμηλά στη γη. Τότε ξαφνικά ένα ουρί του παραδείσου ακούστηκε να τραγουδά ένα τραγούδι που μιλούσε για την ανταμοιβή των ουρανών στις αγαθές ψυχές που κάνουν το καλό κι έξαφνα η καμηλοπάρδαλη - Άμπλα αναλήφθηκε στους ουρανούς μέσα σ’ ένα δαχτυλίδι φωτιάς και στη θέση της βρέθηκε μια κόρη με μαύρα μάτια και μαλλιά, Άμπλα στο όνομα και τις χάρες κι αυτή, να του δίνει μια γαβάθα ρύζι μοσχομυριστό κι ένα κουπάκι με τσάι γιασεμιού.

Ο Χαρούν την έπιασε απ’ το χέρι κι ακούμπησε εκείνη το κεφάλι της στο λαιμό του κι έσμιξαν πολλές φορές μέσα στο σπιτάκι, αλλά κι απ’ έξω κάτω απ’ τη σκιά του μπαομπάμπ σαν έπεφτε ο ήλιος και σαν ξημέρωνε και σαν εναλλασσόταν με το φεγγάρι που πότε γέμιζε και πότε λίγευγε, μέχρι που ύστερα από οκτώ φεγγάρια βρέθηκε η Άμπλα έγκυος στο σπόρο του Χαρούν και δεν υπήρχε άντρας στη χώρα των Μαυριτανών ή πάνω στη γη πιο ευτυχισμένος απ’ το Χαρούν, που απροσδόκητα γνώρισε τη χαρά του έρωτα, επειδή κάποτε έσωσε μια καμηλοπάρδαλη ετοιμόγεννη από ένα λιοντάρι που ετοιμαζόταν να την καταβροχθίσει.»

Στο σημείο αυτό ο Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ, έκοψε την αφήγησή του και κατέβασε πάνω απ’ το μισό απ’ το κρασί που είχε η μποτίλια του, στυλώνοντας επίμονα το βλέμμα του στους σαλτιμπάγκους της πλατείας που ξεφυσούσαν φωτιές κι έκαναν ζογκλερικά κόλπα με τα επτά μπαλάκια.

Ο Γιαν Βερμέερ ξαφνικά θυμήθηκε πως πεινούσε, αλλά δεν είχε καθόλου όρεξη να δει την πεθερά του. Σκέφτηκε να φάει στην κουζίνα με τους υπηρέτες κι ευγενικά ρώτησε τον ξένο αν ήθελε να τον ακολουθήσει σπίτι του. Εκείνος ένευσε ναι.

Κατευθύνθηκαν στην κουζίνα του σπιτιού της Μαρίας Τινς, της πεθεράς του, όπου ο Βερμέερ ζούσε σώγραμπος και που, ως πολύ πλουσιότερη απ’ τον ίδιο, του υπαγόρευε το καταπώς θα ζήσει με την κόρη της. Η υπηρέτρια σέρβιρε σιωπηλή λάχανο βραστό και λουκάνικα, τυρί, φρέσκο φουρνιστό ψωμί, κόκκινο κρασί της Προβηγκίας και κομπόστα δαμάσκηνα. Ύστερα απ’ το γεύμα, οι δυο άντρες κάθησαν κοντά στη φωτιά της κουζίνας με το κρασί τους κι ο Φερδινάνδο Λούκας, λιγότερο αγριωπός στην όψη, έψαξε στον μπόγο με τα πολύχρωμα υφάσματα που είχε μαζί του, έβγαλε μια μικρή χρυσή ζυγαριά και παρακάλεσε τον Γιαν να τη δεχτεί ως δώρο για τη γενναιδωρία και τη φιλοξενία του.

Ο ζωγράφος στην αρχή αρνήθηκε, λέγοντας πως ένα μικρό χρυσό κομψοτέχνημα ήταν πολύ μεγάλο αντίτιμο για ένα γεύμα με λάχανο, λουκάνικα, ψωμί και λίγο κρασί, όμως ο Ισπανός επέμενε κι ο Βερμέερ δεν είχε άλλη επιλογή, παρά να δεχτεί για να μην τον προσβάλει.

Με το μικρό ζυγό στο χέρι, γύρισε τότε ο Γιαν Βερμέερ και ρώτησε τον Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ τι απέγινε ο Χαρούν με την Άμπλα κι ο Ισπανός συνέχισε την ιστορία του:

«Σαν πλησίαζε ο καιρός της Άμπλας να γεννήσει κι είχε ετοιμάσει την προίκα του μωρού από υφαντά Βερβέρων, γύρισε και θερμοπαρακάλεσε το Χαρούν να την πάει στα μέρη που γεννήθηκε, τότε που η μάνα της, η καμηλοπάρδαλη, υπέκυψε στα τραύματα απ’ τα νύχια του λιονταριού, και που εκείνος, ο γενναίος και σπλαχνικός άντρας της είχε σκοτώσει για να της χαρίσει εκεινής ζωή.

Ο Χαρούν έπεσε σε βαθειά συλλογή σκεφτόμενος τον κόπο του ταξιδιού για την ετοιμόγεννη γυναίκα, όμως εκείνη τον παρακάλαγε επίμονα μαζί και γλυκά, που δεν κατάφερε πια να της το αρνηθεί. Πήραν μαζί τους και τα μωριουδιακά, μιας κι η ώρα της γέννας πλησίαζε και θα μπορούσε να είναι κάθε στιγμή.

Έφτασαν χωρίς πολλή ταλαιπωρία στις σαβάνες και κατασκήνωσαν κάτω απ’ τον ουρανό, όταν ανέτελλε το φεγγάρι. Αφού ήπιαν το τσάι τους, σφιχταγκαλιάστηκαν και κουλουριάστηκαν στα πολύχρωμα κιλίμια, που μούσκεψαν ξαφνικά, γιατί η Άμπλα γεννούσε. Ο Χαρούν τη φίλησε στο μέτωπο κι έτρεξε έξω απ’τη σκηνή να ανάψει φωτιά και να ζεστάνει νερό απ’ το ασκί που είχαν μαζί τους.

Καθώς η Άμπλα στο έδαφος με τα χέρια της να κρατούν τα γκέμια του αλόγου σφιγγόταν για να βγάλει το παιδί, σκίστηκε το ύφασμα της σκηνής από μια λέαινα που καραδοκούσε να επιτεθεί στην ετοιμόγεννη.

Άρπαξε τότε ο Χαρούν το τόξο του και σημάδεψε τη λέαινα που έτρεξε μακριά, όμως το θηρίο είχε ήδη πληγώσει την Άμπλα στο λαιμό, που καθώς τον έβαφε το αίμα μάκραινε και μάκραινε κι έγινε λαιμός καμηλοπάρδαλης μέσα στη νύχτα κι έγινε η Άμπλα και πάλι καμηλοπάρδαλη, όμοια στην όψη με τη μάνα της κι ο Χαρούν έκλαιγε και θρηνούσε και τη φιλούσε κι ακούμπησε εκείνη το κεφάλι στον ώμο του και ξεψύχησε, την ώρα ακριβώς που έδινε ζωή στο παιδί τους.

Στη μέση της σαβάνας έκλαιγε ο Χαρούν με το μικρό του γιο στην αγκαλιά το χαμό της αγάπης του κι αναθεμάτισε κι αναρωτιόταν ποια κακή μοίρα τον κατάτρεξε κι έχασε ό,τι αγάπησε στον κόσμο περισσότερο.

Και τότε σκίστηκαν και πάλι οι ουρανοί κι ένα ουρί του παραδείσου τραγούδησε ένα τραγούδι για τη δικαιοσύνη των ουρανών στα πλάσματα του κόσμου και για τον πόνο μιας λέαινας που έχασε το σύντροφό της, όταν βγήκε να κυνηγήσει μια καμηλοπάρδαλη για την πεινασμένη αγέλη και αναλήφθηκε τότε το σώμα της Άμπλας στον ουρανό μέσα σε μια πύρινη νεφέλη και στη θέση του έμεινε μια μικρή χρυσή ζυγαριά και μια περγαμηνή στα αραβικά με τη φράση «Τυχερός αυτός που έζησε τη γενναιοδωρία των ουρανών για την αγαθή του προαίρεση, πριν γνωρίσει ότι ο Αλλάχ είναι και δίκαιος»

-Το παιδί του Χαρούν και της Άμπλας είμαι εγώ, Ολλανδέ, που με υιοθέτησε ένα ζεύγος Ισπανών στα τρία μου χρόνια. Ο πατέρας μου έβαλε μετά το θάνατο της μάνας τον αντράδερφό του να του φτιάξει ένα κόσμημα με την Άμπλα κι εκείνον και το φορούσε διαρκώς στο λαιμό του, μέχρι που τον πέρασε στο δικό μου, όταν με έδωσε για υιοθεσία.»

Κάπου εκεί χάνονται οι γραπτές μας πηγές για τη συνέχεια της ιστορίας και για το τι απέγινε ο Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ, όμως ο Γιαν Βερμέερ έβαλε την έγκυο γυναίκα του να ποζάρει στον καινούργιο του πίνακα κρατώντας στο χέρι τη μικρή χρυσή ζυγαριά του Ισπανού.


© Ελένη Καλλιανέζου, εν Δανία τη 4η Ιουνίου 2011 έγραψε.

buzz it!

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

Η Ρούσαλκα του Ντβόρζακ, η Εθνική Λυρική Σκηνή και η Αφροδίτη του Lucas Cranach του Πρεσβύτερου

Ένας λόγος που λυπάμαι γιατί δεν ήμουν στην Ελλάδα τον προηγούμενο μήνα είναι γιατί έχασα την παράσταση της Ρούσαλκα του Ντβόρζακ στην Εθνική Λυρική Σκηνή σε σκηνοθεσία της Marion Wasserman, με το περίφημο ομοφυλοφιλικό φιλί που σήκωσε θύελλες διαμαρτυριών απ' τα μέλη της Ε.Λ.Σ., όταν η Γαλλίδα σκηνοθέτις αποφάσισε να παραπέμψει τον πρίγκιπα του έργου στον Λούντβιχ τον Β' της Βαυαρίας, που συνακόλουθα ξεσήκωσε και ομοφυλοφιλικές οργανώσεις που εισέβαλαν στα Ολύμπια με πανώ και κείμενα διαμαρτυρίας.

Και αναρωτιέμαι: Έστω ότι η σκηνοθέτις ποιητική αδεία αποφάσισε να κάνει ετεροχρονισμένες ιστορικές αναφορές. Πού το μεμπτόν; Και ο Luchino Visconti στην ιστορική παράσταση της Τραβιάτας στη Σκάλα το 1955 τοποθέτησε τη δράση του έργου 30 χρόνια αργότερα, ντύνοντας την Κάλλας με παλτό και καπέλο στην τελευταία πράξη μ' έναν υπαινιγμό η ηρωΐδα να θελήσει να βγει έξω πολεμώντας το θάνατο. Οι κριτικές έθαψαν τότε το Βισκόντι, για να έρθουν οι ιστορικοί Όπερας κάποια χρόνια αργότερα και να τον υμνήσουν γι' αυτές ακριβώς τις καινοτομίες του.

Αλλά, ας το προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα: Φυσιολογικό είναι οι μουσικοί της ορχήστρας της Ε.Λ.Σ. να μην είναι όλοι πολύγλωσσοι και να μη διαβάζουν λιμπρέττα όπερας. Κι αν η Wasserman αυθαιρέτησε στη Ρούσαλκα, τι θα έλεγαν για το ντουέτο των λουλουδιών από τη Lakmé του Léo Delibes:

Sous le dôme épais, où le blanc jasmin
À la rose s’assemble
Sur la rive en fleurs, riant au matin
Viens, descendons ensemble.


όπου υπάρχουν σαφέστατοι υπαινιγμοί γυναικείας ομοφυλοφυλίας μεταξύ της Lakmé και της θεραπαινίδας της Mallika; Κι αν το ομοφυλοφιλικό φιλί ήταν μεταξύ γυναικών και όχι ανδρών, θα ξεσήκωνε ομοίως τις ίδιες θύελλες αντιδράσεων; Αστεία πράγματα. Κι όμως κάποιος εκ των θεατών θα συνεπικουρήσει του γιουχαΐσματος της σκηνοθέτιδος: «Πώς θα φέρνουμε πια τις γυναίκες μας σε τέτοια θεάματα;».

Να μην τις φέρνετε, αγαπητέ. Να τις κρατήσετε σπίτι και να τους φορέσετε και μπούργκα. Αλλά μόνο μέσα στο σπίτι, καθώς η μπούργκα στους εξωτερικούς χώρους στην Ελλάδα εμπίπτει στο ιδιώνυμο.


Lucas Cranach ο Πρεσβύτερος, Venus, 1532, Städel Museum, Φραγκφούρτη, Φωτογραφία © Jochen Beyer, Village-Neuf.


Παρόμοια θύελλα αντιδράσεων είχε προκαλέσει στην Αγγλία πριν ενάμιση περίπου χρόνο η αφίσα της Βασιλικής Ακαδημίας του Λονδίνου που προανήγγειλε την έκθεση με τα έργα του Lucas Cranach του Πρεσβύτερου, όταν επιλέχθηκε η γυμνή Αφροδίτη του για το πόστερ της έκθεσης. Θρησκευτικές και παραθρησκευτικές οργανώσεις ξεσηκώθηκαν θεωρώντας τον πίνακα του 1532 άσεμνο, προσβλητικό και χυδαίο, επειδή έδειχνε το ηβαίο της Αφροδίτης και για τον πρόσθετο λόγο ότι η Αφροδίτη δεν παρουσιαζόταν τελείως γυμνή, αλλά ημίγυμνη (λόγω μιας αραχνοΰφαντης μαντήλας που κρατά).

Και ο χορός καλά κρατεί. Και να φυλαγόμαστε όλοι απ' τους φιλότεχνους κατ' επίφασιν, που αδυνατούν ακόμη να ξεχωρίσουν το ερωτικό απ' την πορνογραφία και θεωρούν εαυτούς και επαΐοντες στα περί Τέχνης. Ας αρκεστούν στην κηπουρική και στην υμνωδία κι ας αφήσουν την Τέχνη ήσυχη. Μεγάλη η σειρά αυτών που κάηκαν στην πυρά λόγω της φρενοβλάβειας των απανταχού ψευδευλαβών, δε χρειάζεται κι άλλο κυνήγι μαγισσών.



___________________________________________

Συναφής ανάρτηση: Imprimatur


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 8 Απριλίου 2009

buzz it!

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008

Η Κατερίνα και ο Τράγος

Tω αυτώ μηνί KE΄, μνήμη της Aγίας και ενδόξου Mεγαλομάρτυρος του Xριστού Aικατερίνης.

Αικατερίνα και σοφή και παρθένος,
Eκ δε ξίφους και Mάρτυς. Ω καλά τρία!
Eικάδι πέμπτη άορ κατέπεφνεν ρήτορα κούρην.

Αύτη ήτον κατά τους χρόνους του Mαξιμιανού εν έτει τδ΄ [304], καταγομένη από την πόλιν της Aλεξανδρείας, θυγάτηρ βασιλίσκου τινός ονομαζομένου Kώνστου. Ωραία πολλά και μεγαλόσωμος, δεκαοκτώ χρόνων ούσα κατά την ηλικίαν. Aύτη έμαθεν εις το άκρον κάθε ελληνικήν και ρωμαϊκήν, ήτοι λατινικήν παιδείαν και επιστήμην: δηλαδή του Έλληνος Oμήρου, του των Λατίνων μεγαλωτάτου ποιητού Bιργιλίου, του Aσκληπιού, του Iπποκράτους και Γαληνού των ιατρών, Aριστοτέλους και Πλάτωνος, Φιλιστίωνός τε και Eυσεβίου των φιλοσόφων, Iαννή και Iαμβρή των μεγάλων μάγων, Διονυσίου και Σιβύλλης. Aυτή εγυμνάσθη και όλην την ρητορικήν τέχνην, όση εφευρέθη από τους ανθρώπους. Oυ μόνον δε ταύτας, αλλά και πολλάς γλώσσας και διαλέκτους πολλών εθνών έμαθεν η πάνσοφος, ώστε οπού έκαμνεν εκστατικούς, όχι μόνον εκείνους οπού την έβλεπον, αλλά και εκείνους οπού ήκουον την φήμην και την σοφίαν της. Kατά τους χρόνους δε του βασιλέως Mαξιμιανού και Mαξεντίου του υιού του, επιάσθη διά την εις Xριστόν ομολογίαν, και εδοκίμασε πολλά και διάφορα βάσανα. Kαι με την σοφίαν αυτής και διαλεκτικήν, εκατάπεισεν εκατόν πενήντα ρήτορας να πιστεύσουν εις τον Xριστόν, ομού με άλλους πολλούς Έλληνας. Mε τους οποίους απεκεφαλίσθη η μακαρία, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτής όρα εις τον Παράδεισον.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)




Carlo Crivelli, H Αικατερίνη της Αλεξανδρείας, περί το 1470, Santa Lucia, Montefiore dell' Aso


΄Ασπρο σαν το χιόνι το Κατερινιώ
μύριζε λεμόνι, μόσκο στο σκολειό.
Μαύρα τα μαλλιά τση δαχτυλιδωτά
θάλασσες τα μάτια τ' αμυγδαλωτά.

Αχ Κατερινιώ, καλέ Κατερινιώ
δεν επήρες άντρα μέσα απ' το χωριό.

Ζήλεψεν η νύχτα τα σγουρά μαλλιά
πού 'χανε κονέψει άστρα και πουλιά.
Στ' άδικου τη χέρα ήδωσε βουλή
κι ήριξε στο χώμα τ' ακριβό κουρλί.

Αχ Κατερινιώ, καλέ Κατερινιώ
δεν επήρες άντρα μέσα απ' το χωριό.

Νύχτες δίχως άστρα σαν τ' αερικό
φαίνει στ' αργαλειό τση κόσμο μαγικό.
Μάθαν το οι κυράδες και περάσανε
ονειροκεντίδια κι αγοράσανε.

Αχ Κατερινιώ, καλέ Κατερινιώ
δεν επήρες άντρα μέσα απ' το χωριό.

Χαΐνηδες






François Clouet, Αικατερίνη των Μεδίκων. Το όνομά της συνδέθηκε με τη μεγάλη σφαγή της Νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου. Πηγή εικόνας © Bridgeman Art Library, Μουσείο Carnavalet, Παρίσι

Tις Κατερίνες η Εκκλησία τις έκανε προστάτιδες των Γραμμάτων και των Τεχνών, όμοια όπως οι Αιγύπτιοι έκαναν προστάτιδα των Γραμμάτων και των Τεχνών τη γάτα και οι Ινδοί τον ελέφαντα.
Ο τρισκατάρατος Ερρίκος ο Η' παντρεύτηκε τρεις Κατερίνες. Πρώτη την Αικατερίνη της Αραγωνίας, που ευτυχώς τη σκαπούλαρε μ' ένα διαζύγιο και μια κόρη, τη Μαίρη την αιμοσταγή. Δεύτερη από τις Κατερίνες του η Αικατερίνη Χάουαρντ, πέμπτη του σύζυγος κατά σειρά, που αποκεφαλίστηκε όπως και η δύστυχη ξαδέρφη της και δεύτερη σύζυγός του Άννα Μπολέυν, μητέρα της Ελισάβετ της Μεγάλης. Η Αικατερίνη Χάουαρντ ήταν ομορφούλα και ολίγον τι πεταχτούλα, αλλά έβαλε μυαλό μόνο όταν έχασε το τσαχπίνικο κεφαλάκι της. Τελευταία και τυχερή στάθηκε η Αικατερίνη Παρ, που λάτρευε τα κοσμήματα κι έμεινε και χήρα.








Ζούσε μια φορά κι έναν καιρό ένα κοριτσάκι που το λέγαν Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα.

Η Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα ήτανε κοριτσάκι περίεργο κι αλαφροΐσκιωτο, που αρεσκότανε να πηγαίνει περιπάτους στις ερημιές και να κουβεντιάζει με τα ζώα και τα πουλιά.

Μια μέρα, εκεί που περπατούσε στο δάσος βλέπει ένα τραγί.

-Το μεσημέρι που θα πας στο σπίτι σου, θα δεις και τον αδερφό μου, λέει το τραγί της Κατερίνας ή Κατέ ή Κατερινιώς ή Καίτης ή Κατινίτσας, που για λόγους συντομίας θα τηνε λέμε πια Κατ.

-Δε βλέπω την ώρα, απαντάει η Κατ χαρούμενη.

Πράγματι, πάει σπίτι της και βλέπει ένα προβατάκι που το είχε φέρει ο πατέρας της πεσκέσι σ' αυτήν και στην αδερφή της την Τασσώ.

-Πώς θα το βγάλουμε το προβατάκι; Ρωτάει η Τασσώ.

-Να το πούμε Κίτσο.

Μπε και μπε ο Κίτσος.

-Γιατί βελάζει;

-Θα πεινάει.

Το ταΐσανε λοιπόν χλωροκούκια.

Μπε και μπε πάλι το προβατάκι...

-Θα διψάει. Ας του δώσουμε νεράκι.

Του δώσανε και νεράκι, μα ο Κίτσος συνέχιζε να βελάζει.

Μια με το πεινάει ο Κίτσος – διψάει ο Κίτσος, δώστου ξανά μανά χλωροκούκια και νερό, μέχρι που έσκασε ο δόλιος και τα τίναξε.

Πάει την άλλη μέρα πάλι η Κατ στο δάσος (τη λέμε Κατ για λόγους συντομίας, γιατί τ' όνομά της ήταν Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα) και συναντάει πάλι το τραγί.

-Βρε, αθεόφοβη, ωραία υποδεχτήκατε εσύ με την αδερφή σου τον αδερφό μου!

-Τι έφταιγα; Αφού πέρα από μπε και μπε δεν ήξερε τι άλλο να πει.

-Ναι, ήτανε λιγόλογος ο μακαρίτης. Σήμερα όμως θα έρθει η αδερφή μου απ' το σπίτι σου. Κανόνισε να μην της δώσεις να φάει χλωροκούκια.

Πάει πάλι η Κατ στο σπίτι και βλέπει μια αίγα, που την είχε αφήσει αμανάτι ο γείτονας που θα έφευγε για λίγο καιρό.

-Πώς να την πούμε; Ρωτάει η Τασσώ.

-Να τη βγάλουμε Κανέλλα.

Μπε και μπε η Κανέλλα.

-Θα πεινάει.

Την ταΐσανε χλωροφάσουλα.

Ξανά – μανά πάλι μπε, θα πεινάει, θα διψάει και δώστου νερό και χλωροφάσουλα, πάει κι η Κανέλλα καλλιά της.

Περάσανε μέρες και στο δάσος συναντάει η Κατ το μεγάλο τράγο.

-Ου, να μου χαθείς και σε είχα για ξύπνια! Ξεπάστρεψες και την αδερφή μου.

-Μα, μου, σου, του, τα μασάει η Κατ, αφού κι αυτή μπε έλεγε.

-Ε, για να λέμε και του στραβού το δίκιο ήταν τούβλο η συχωρεμένη. Αλλά κοίτα να φερθείς καλύτερα στο μεγάλο αδερφό μου απόψε.

Το απόγευμα η Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα βρίσκει στο σπίτι ένα κριάρι που το είχε αφήσει ένας τσοπάνης για λίγες μέρες και μετά θα το έπαιρνε πάλι να βατέψει τις προβατίνες.

-Πώς θα το βγάλουμε;

-Περικλή.

Μπε ο Περικλής, του δίνανε να πιει μόνο νερό γιατί φοβόντουσαν μην τον ξεκάνουνε με χλωροκούκια και χλωροφάσουλα και τον κλείσανε και μέσα στον καμπινέ για να τον έχουνε και σίγουρο. Περάσανε μέρες, πάνε να δουν τον Περικλή, τέζα ο Περικλής απ' την πείνα.

Πάει πάλι η Κατ στο δάσος (είπαμε τη λένε Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα) και βρίσκει τον τράγο.

-Τα συλλυπητήριά μου, δεν έχω λόγια... Λέει η Κατ και τότε ο μέγας τράγος βέλασε θριαμβευτικά.

-Να 'σαι καλά, βρε Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα! Χρόνια ήθελα να τους βγάλω απ' τη μέση να μείνουν δικά μου τα βοσκοτόπια και οι γίδες του κοπαδιού, αλλά μεγάλη αμαρτία να γίνεσαι αδερφοκτόνος!


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 25 Νοεμβρίου 2008

buzz it!

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008

Επανάσταση, Dada και Ξερό Ψωμί (Μπλογκοπαίχνιδο)

Βίβλος Γενέσεως Τέχνης Dada[1], τέκνου Tzara, τέκνου Janco, τέκνου Hans Arp, τέκνου Duchamp... Pølsemannen παρέδωκε τω Hades, Hades παρέδωκε τω Σπίθα, Σπίθας παρέδωκε τη Αστεροεσσία και τους αδερφούς αυτής.





Marcel Duchamp, Μόνα Λίζα, 1919. O πίνακας του ντανταϊστή καλλιτέχνη δεν ήταν κάτι άλλο πέρα από μια αντιγραφή της γνωστής Μόνα Λίζα του Ντα Βίντσι με μουστάκι και γένια. Κάτω έφερε τα γαλλικά γράμματα: L.H.O.O.Q. Aν διαβαστούν όλα όπως προφέρονται στη γαλλική γλώσσα δίνουν τη φράση: Elle a chaud au cul = Έχει ζεστό / καυτό κώλο.


Ο πάπυρος που μου παρεδόθη από το ντανταϊστή Σπίθα αποκρυπτογραφήθηκε κι έδωσε το παρακάτω κείμενο:

Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε φράσεις από πέντε μπλόγκερ της επιλογής μας και να σχηματίσουμε με τις φράσεις αυτές μια καινούργια φράση.

Α. Η επιλογή της κάθε φράσης από τον κάθε μπλόγκερ να μην ξεπερνά τις τρεις λέξεις και να επιλέγεται από τους χρήστες με όσο το δυνατόν τυχαίο copy/paste.

Β. Δεν έχει σημασία αν στο τέλος η πρόταση ή η παράγραφος βγάζει νόημα. Αυτό είναι και η πλάκα! Αποφύγετε να "ωραιοποιήσετε" το αποτέλεσμα, και αφήστε την ως έχει.

Γ. Αποφεύγετε να χρησιμοποιείτε φράσεις από ήδη επιλεγμένους μπλόγκερ.


Ανέτρεξα στους καλλιτέχνες: tovenito, dyosmaraki, ανεμοσκορπίσματα, b|a|s|n\i/a, Amεliε * Dήmηtρa και ιδού τι τους βούτηξα χωρίς να με ανθιστούν:

Μπακ του γιου. Οι πιστοί χριστιανοί μες στο σκοτάδι. Μείζον δε τούτων καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ.

Το κολλάω κάτω απ' την ποίηση των υπολοίπων και κάνω Αντιτέχνη:

Τον είδα αγριεμένο ως μοχλό ανάπτυξης της εντυπωσιακής δύναμης. Εξ ημέρας εργά την ατμόσφαιρα της Τούμπας. Μόνο χρήσιμοι για να ανατέμνουν ποντίκια, δεν φαίνεται να πιστεύει στις θρησκευτικές ελευθερίες, ο καλός Θεός θα της δώσει τη φώτιση, η αυτάρκεια του χωριού διαβρώθηκε, ψεύδεσθαι διά των αριθμών. Όλα στην ώρα, θρησκομανία, αμετροέπεια και υπερβολές o Χίτλερ, δεν βρίσκω νόστιμα κι από τις ταυτότητες. Τα ζα μας ήσαντε αργά. Οι άνδρες δεν κλαίνε, χτυπήσαμε κάτι ροφούδια, συμβαίνουν και εις τας καλυτέρας των οικογενειών. Άστα να πάνε πάτερ....
Μπακ του γιου. Οι πιστοί χριστιανοί μες στο σκοτάδι. Μείζον δε τούτων καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ.


Οι προαναφερθέντες καλλιτέχνες, ων και εβούτηξα φράσεις πνευματικής τους ιδιοκτησίας, καλούνται με τη σειρά τους να κλέψουν φράσεις άλλων καλλιτεχνών, ώστε να κάνουμε την επανάστασή μας κι εμείς με ολίγη τέχνη, μιας και δε βλέπω παιδιά στους δρόμους, γυναίκες και άντρες με όπλα στους ώμους... και δε βροντάει κανένας Όλυμπος ούτε αστράφτει καμιά Γκιώνα, κι ούτε μουγγρίζουν τ' Άγραφα κι ούτε σειέται η στεριά, αλλά φευ! μόνο στην μπλογκόσφαιρα κάποιοι κινούν κάτι, πλην όμως αυτό είναι πλήκτρα και ποντίκι...


______________________________________

[1] Dada ή Ντανταϊσμός είναι ένα κίνημα τέχνης ή σωστότερα αντί-Τέχνης που γεννήθηκε στη Ζυρίχη το 1916. Επηρεάζει τόσο τις εικαστικές τέχνες όσο και την ποίηση, τη λογοτεχνία, το θέατρο και τη γραφιστική. Τι ακριβώς σημαίνει Dada, δεν το γνωρίζει κανείς και οι συζητήσεις επ' αυτού θυμίζουν τους ατέλειωτους προβληματισμούς των αναλυτών του τύπου «τι θέλει να πει ο ποιητής». Ο ίδιος ο Τristan Tzara, από τους πρωτεργάτες του κινήματος θα πει «Dada ne signifie rien» (Νταντά δε σημαίνει τίποτα), ενώ κατ' άλλους, όπως ο Richard Hülsenbeck η λέξη προήλθε, όταν οι καλλιτέχνες επιζητώντας όνομα για το νέο καλλιτεχνικό ρεύμα έβαλαν ένα μαχαίρι μέσα στο γαλλικό λεξικό Larousse κι έπεσαν τυχαία στη λέξη dada που σημαίνει ξύλινο παιδικό αλογάκι. Άλλοι πάλι ερμηνεύουν την προέλευση της ονομασίας του κινήματος από το da da (ναι, ναι), που χρησιμοποιούσαν στις μεταξύ τους συνομιλίες οι Ρουμάνικης καταγωγής καλλιτέχνες Tristan Tzara και Marcel Janco.

Το σίγουρο όμως είναι ότι το Dada δεν είναι τέχνη κατάφασης, αλλά αμφισβήτησης και άρνησης σ' όλες τις μέχρι τότε παραδεδομένες νόρμες που οδήγησαν στην παρακμή και τελικά στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ως ρεύμα δεν κρατάει παρά μέχρι το 1920, αλλά θα επηρεάσει τα επερχόμενα κινήματα του σουρρεαλισμού, της avant-garde, το νεορεαλισμό μέχρι και την πολύ μεταγενέστερη pop art και το punk.

Άλλοι από τους καλλιτέχνες του Νταντά, όπως ο Χανς Άρπ θα μεταπηδήσουν αργότερα στην αφηρημένη τέχνη, ενώ ο Max Ernst και ο Guillaume Apollinaire θα θεμελιώσουν αργότερα το ρεύμα του σουρρεαλισμού.


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 7 Οκτωβρίου 2008


buzz it!

Κυριακή 13 Ιουλίου 2008

Πλατύπους ο Περιττοδάκτυλος

Ο πλατύπους είναι ένα περίεργο ζώο. Το παράξενο της μορφής του ήταν ίσως αυτό που με τράβηξε να τον υιοθετήσω από τον καιρό που η ηλικία μου ήταν ιδιαίτερα τρυφερή.

Στην πραγματικότητα αυτός με εξημέρωσε και με υιοθέτησε και όχι εγώ αυτόν. Ο συγκεκριμένος ήταν και περιττοδάκτυλος, όμοια όπως και η ατυχήσασα δεύτερη σύζυγος του Ερρίκου του Η’ και ιδιαίτερα προσφιλής μου Άννα Μπολέυν, που, όπως θρυλείται, είχε στο ένα χέρι έξι δάχτυλα, το σύνολον έντεκα δάκτυλα στα χέρια και δέκα στα πόδια. Η Άννα των εικοσιενός δακτύλων και των χιλίων ημερών έχασε μία μέρα του Μαΐου (σε ημερομηνία που έδιδε αριθμόν περιττόν) το κεφάλι της - κι ας ήτο καλλιεργημένον και γοητευτικόν (αν και όχι ιδιαίτερα εύμορφον, ως λέγεται). Το κεφάλι της Άννας κατηγορήθηκε επί μοιχεία και μαγεία.



Ηans Holbein ο Nεώτερος, Anne Boleyn, σκίτσο περ. 1534 – 1535, British Museum, Λονδίνο

Ο πλατύπους μου όμως ο περιττοδάκτυλος κεφάλι έχει και είναι και αστείο. Βγάζει γλώσσα και αντιμιλάει, αλλά είναι ντροπαλός πολύ. Αφού όταν ήμουν μικρή και μπαίναμε σε ένα κατάστημα, ο πλατύπους κρυβόταν πίσω μου κρατώντας μου το φουστανάκι κι εγώ κρυβόμουν πίσω από τον πατέρα μου κρατώντας του το παντελόνι και ο πατέρας μου κρυβόταν πίσω από ένα ύφος άνεσης κρατώντας τον κόσμο απ’ το μανίκι κι ο κόσμος κρυβόταν πίσω από ένα «Καλημέρα σας, πώς είσθε, καλά ευχαριστώ» και το «Καλημέρα σας, πώς είσθε, καλά ευχαριστώ» κρυβόταν πίσω από χαμόγελα και τα χαμόγελα κρύβονταν πίσω από μύτες. Μύτες κάθε λογής: ελληνικές ορθογώνιες και πυθαγόρειες, Ρωμαϊκές στυλ Ιουλίου Καίσαρα, γαλλικές τύπου Μαντάμ Πομπαντούρ ή Συρανό ντε Μπερζεράκ και αγγλικές τύπου γκουβερνάντας με ομπρελίνο.

Το ουσιαστικότερο πράγμα στον κόσμο είναι οι μύτες. Μύτες συναχωμένες, μύτες με τουπέ, μύτες με κρεατάκια, μύτες που μερικές φορές φέρνουν κι έναν άνθρωπο πίσω, μύτες κάποτε με μπιμπίκια ή πόρους, τους οποίους ζουλάς και κάνουν «πλιτς» και βγαίνει από μέσα ένα μακαρόνι ή σμήγμα.



Pieter Bruegel o Πρεσβύτερος, Ο Πύργος της Βαβέλ, 1563, Kunsthistorisches Museum, Βιέννη


Ο πλατύπους μου όμως ο περιττοδάκτυλος έλυσε το πρόβλημα των μυτών άπαξ διά παντός, γιατί αντί μύτης έχει ράμφος. Ανοίγει και το ψυγείο και μου τρώει και την τελευταία φέτα του ψωμιού και τότε δεν έχω πού να αλείψω το βούτυρό μου και γρυλίζω.

Ο πλατύπους τότε, ως μέγας μαλαγάνας, πλησιάζει με το ντροπαλό ακαταμάχητο γελάκι και μου τρίβεται και δείχνοντάς μου τα δάκτυλά του (των οποίων ο αριθμός είναι περιττός) λέει ναζιάρικα:

-Έλα τώρα! Μη θυμώνεις, είναι περιττόν!

-Εάν εσένα σου περιττεύει μια, εμένα μου περιττεύει δυο, του απαντώ.

Και τότε λέει:

-Όχι, όχι, αν εμένα μου περιττεύει περιττώς, εσένα σου περιττεύει αρτίως.

-Περιττώς μου περιττεύει, αρτίως καταβρόχθισες την περιττή μου φέτα άρτου, του αντιγυρνώ.

-Ουκ επ’ άρτω ζήσεται μόνον άνθρωπος, με αποστομώνει ο πλατύπους μου ο περιττοδάκτυλος.

Κι εγώ χαμογελώ και τότε αυτός μουρτζουφλιάζει, γιατί δεν μπορούμε να χαμογελάμε και οι δυο, αφού το άθροισμα των χαμογέλων θα ήτο αριθμός άρτιος και ουχί περιττός.



Εικονογράφηση του John Tenniel από το βιβλίο του Lewis Carroll Through the Looking Glass, and What Alice Found There

__________

Πλήρες κείμενο των βιβλίων του Lewis Carrol Alices Adventures in Wonderland και Through the Looking-Glass, and What Alice Found There στα αγγλικά εδώ.

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 13 Iουλίου 2008

buzz it!

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008

Αεί Ο Έρως Ο Μέγας Γεωμετρεί

Θα μπορούσα να είμαι πολύ καλή στα Μαθηματικά. Ο λόγος που μου κόπηκε η φόρα ήταν ένας καθηγητής μου στο σχολείο, Κύπριος, ο οποίος δίδασκε κατά τρόπο ανιαρό στην τάξη το θεώρημα του Θαλή. Όταν τέλειωσε επιτέλους η ώρα των χασμουρητών, στο διάλειμμα μονολόγησα: «Το μόνο ενδιαφέρον στο θεώρημα του Θαλή, όπως μου παρουσιάστηκε, είναι ότι ο Θαλής ο Μιλήσιος είναι ένας από τους επτά σοφούς». Αυτός το άκουσε και βλακωδώς μου έβαλε στο τρίμηνο δεκατρία. Έκτοτε σταμάτησα να διαβάζω θεωρία στα Μαθηματικά. Το αστείο ήταν ότι οσάκις στη Γεωμετρία μια άσκηση προβλημάτιζε τους θετικής κατεύθυνσης συμμαθητές μου, πάντα έβρισκα τον τρόπο πού να επικεντρωθώ και τι έπρεπε να κάνω για να αποδείξω μια θέση. Κολλούσα όμως στο ότι δεν είχα διαβάσει το θεώρημα για να στηρίξω το συλλογισμό μου.

Μια μέρα, μια συμμαθήτρια από την Άνδρο, κόρη μαθηματικού, σε μάθημα για το π του κύκλου, ανεβαίνει στον πίνακα και γράφει μια φράση που ο πατέρας της τής είπε το προηγούμενο βράδυ. Η φράση ήταν:

ΑΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΕΩΜΕΤΡΕΙ

Κατόπιν, μέτρησε τα γράμματα κάθε λέξης από κάτω έτσι:

ΑΕΙ =3 γράμματα
Ο = 1 γράμμα
ΘΕΟΣ = 4 γράμματα
ΤΑ = 2 γράμματα
ΠΑΝΤΑ = 5 γράμματα
ΓΕΩΜΕΤΡΕΙ = 9 γράμματα

Και προέκυψε ο αριθμός 3,14259 – κοντολογίς περίπου το 3,14 του περίφημου π.
Εντυπωσιάστηκα.

***


William Blake, The Ancient of Days, 1794, British Museum, Λονδίνο

Κάποια στιγμή, κατά το Φεβρουάριο που μας πέρασε, καθόμουν και χάζευα τους δυο πίνακες του William Blake: Τον Παλαιό των Ημερών και το Νεύτωνα. Και οι δυο κρατούν ένα διαβήτη και γεωμετρούν. Έγραψα λοιπόν κάτω από τον πίνακα που απεικονίζει το Θεό: «Αεί ο Θεός τα πάντα γεωμετρεί» = 3,14259



William Blake, Newton, 1795, Tate Gallery, Λονδίνο


Και κάτω από τον πίνακα του Νεύτωνα: «Αεί ο Άνθρωπος τα πάντα γεωμετρεί» = 3,18259 ακούγοντας παράλληλα το «Ο, fortuna, velut luna» από τα Carmina Burana του Carl Orff. Ταυτόχρονα χάζευα, αλλά κάτι δε μου κολλούσε στην ακροστιχίδα. Αυτό το οκτάρι στους δεκαδικούς μ’ ενοχλούσε.

Ξαφνικά είχα μια έκλαμψη. Μου σφηνώθηκε στο μυαλό ο Paul Klee και ο πίνακάς του «Έρως» με τα τείνοντα προς τα άνω τρίγωνα και τα βέλη.

Paul Klee, Eros, 1923, Συλλογή Rosengart, Dessau, Γερμανία

Κάτω λοιπόν από τον πίνακα του Klee έγραψα αυτόματα: «Αεί ο Έρως τα πάντα γεωμετρεί» = 3,14259

Ο αριθμός ήταν ο ίδιος με αυτόν που προέκυπτε απ’ το Θεό, το Μέγα Γεωμέτρη.

Αναφώνησα: «Εύρηκα!» Όχι γιατί με απασχολούσε η έννοια του Πλατωνικού Έρωτα μέσα απ’ το Συμπόσιο με την Ουράνια και Πάνδημο Αφροδίτη. Επικεντρωνόμουν κυρίως στην έννοια του αυτογέννητου Έρωτα
της Ησιόδειας Θεογονίας και αυτή των Ορφικών κειμένων, σύμφωνα με τα οποία εκκολάφθηκε απ’ το ασημένιο κοσμικό αυγό, το «ωόν αργίφεον». Ένας Έρωτας που υπερβαίνει την έννοια της έλξης δύο ατόμων και δρα ως ελκτική δύναμη και μορφοποιητική αρχή και απ’ το καζάνι του χάους θα συνάξει τα όσα κραδαίνονται στους ίδιους τόνους, για να γίνει μια νόστιμη κοσμογονική σούπα.

© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen 10 Ioυλίου 2008

_______________________________

Κατόπιν σημαντικότατου σχολίου στην ανάρτηση από τον ΑΑ αναθεωρώ την αρχική μου φράση: «Αεί ο Έρως τα πάντα γεωμετρεί» = 3,14259 και την τροποποιώ ως εξής:

«Αεί ο Έρως ο Μέγας γεωμετρεί, το Χρόνου μήκος ίνα ορίση διαμέτρω, παρήγαγεν αριθμόν απέραντον, καί όν, φεύ, ουδέποτε όλον θνητοί θα εύρωσι» = 3,1415926535897932384626 (που δίνει με ακρίβεια και τα 22 πρώτα δεκαδικά ψηφία του π)

Δανία, Vejen, Παρασκευή 11 Ιουλίου 2008, Ελένη Καλλιανέζου

buzz it!

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

Όμφακες - Σταυρωμένες στη Μήτρα τους

Σ’ όλες τις χριστιανικές εκκλησιές, υπάρχει ιστορική ψύχωση με τις Σταυρώσεις και τους Εσταυρωμένους. Όπου κι αν γυρίσεις το μάτι θα δεις μια σταύρωση με τον Ιησού. Εσταυρωμένες πουθενά.

Ο Eric Drooker είναι από τους λίγους που τόλμησαν να απεικονίσουν μια γυναίκα σταυρωμένη. Εξάλλου, οι γυναίκες δεν απεικονίζονται συνήθως σταυρωμένες κι ας σταυρώνονται.

Οι γυναίκες θα πρέπει ή να παντρευτούν και να γίνουν μάνες ή να παραμείνουν παρθένες ή να θυσιαστούν για χίλους δυο λόγους: ούριο άνεμο, αίσια έκβαση στη μάχη - σαν την Ιφιγένεια ή την Πολυξένη ή θα μπουν όλες τους σε τσουβάλια για να πνιγούν στο Βόσπορο - όπως τα χανουμάκια του Αβδούλ Χαμίτ, τα νέα κοριτσόπουλα που του θύμιζαν νύχτες ρώμης και οργίων, τότε που αυτός, άθλιος γεράκος έβλεπε ένα κομμάτι κρέας να κρέμεται ανάμεσα στα σκέλια του.
***
Eugène Delacroix, Ο Θάνατος του Σαρδανάπαλου, 1827, Mουσείο Λούβρου
***
Κι είναι στους άντρες συνήθειο, το αντικείμενο του πόθου τους ή να το σκοτώνουν ή σαν την αλεπού να κάνουν τα σταφύλια κρεμαστάρια, όταν η κληματαριά με τη γυναίκα πάνω της, τσαμπί σταφύλι έτοιμο για τρύγο, φαντάζει δυσθεώρητο για το δικό τους ύψος. Το αντίθετο θα τους στοίχιζε στη ματαιοδοξία.

Κι όμως... οι γυναίκες σταυρώνονται. Κι οι παρθένες κι οι μάνες κι οι πόρνες... Μπορεί και να καούν ως μάγισσες ή ακόμα να συνελκυστούν όπως η Υπατία από άνδρες ψευδευλαβείς, που αναίσχυντα «αποδύσαντές τε την εσθήτα, οστράκοις ανείλον· και μεληδόν διασπάσαντες, επί τον καλούμενον Κιναρώνα τα μέλη συνάραντες πυρί κατηνάλωσαν» [1]. Τούτες οι τελευταίες είναι και οι όμφακες. Τσαμπιά σταφύλια, που ωστόσο δεν τα αφήνουν και πάνω στην κληματαριά να σαπίσουν μοναχά τους ή να τα φάνε τα πουλιά. Femina delenda est!
___________________

© Ελένη Καλλιανέζου

buzz it!

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Φλάουτο και Πέρλες σε Αναγεννησιακή πολυγαμία.


Johannes Vermeer, Meisje met fluit (Το κορίτσι με το φλάουτο), 1665 -1667, Νational Gallery of Art, Washington DC
Aπό τα αμφιλεγόμενα έργα του Vermeer, αν και η κοπέλα φορά τα ίδια σκουλαρίκια με την άλλη στο γνωστό έργο του καλλιτέχνη “Het meisje met de parel” (To κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι). Η επανάλειψη μοτίβων στους πίνακες του Vermeer είναι από τα τυπικά χαρακτηριστικά του ζωγράφου. Περισσότερα στο άρθρο του
Norbert Schneider “Vermeer, Veiled Emotions, Leitmotifs in Vermeer’s Art”.


Johannes Vermeer, Het meisje met de parel (Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι), γνωστό και ως ‘η Μόνα Λίζα του Βορρά’ 1665, Mauritshuis, Χάγη

***

Femme de Renaissance με σωματότυπο των γυναικείων μορφών του Gustav Klimt.

Το θάνατο τον εχθρεύομαι. Γιατί μια ζωή είναι πολύ μικρή για να γνωρίσεις όλα τα χρώματα, ν’ αφουγκραστείς όλους τους ήχους, να γευτείς όλα τα κρασιά.
Γιατί πότε θα προλάβεις να ανακαλύψεις αυτά που ανακάλυψαν άλλοι και πότε θα προλάβεις να κάνεις τις δικές σου ανακαλύψεις, να ζωγραφίσεις τους δικούς σου πίνακες, να συνθέσεις τη δική σου μουσική...
Γιατί ο χρόνος είναι λιγοστός για πράξη ‘σπουδαία και τελεία, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω...’ ως άτομο δρων ‘και ου δι’ απαγγελίας’...
Από το εγχειρίδιο ως την πρακτική οποιασδήποτε πράξης μεσολαβεί κάματος και πολύς, υπερβολικά πολύς χρόνος, για να σου περισσέψει αρκετός και για να ζήσεις.

Πάντα μου φλέρταρα με τις υπερβάσεις. Ίσως απωθημένο απ’ τα παιδικά μου χρόνια˙ ο έπαινος της μάνας μου πάντοτε φειδωλός...
Κάθε φορά που αρίστευα στο σχολείο, γυρνούσε και μου ‘λεγε «Μπορείς και καλύτερα». Μέχρι που κάποτε στην τελευταία τάξη του Λυκείου έφερα στο τρίμηνο μέσο όρο 20 καθαρό. Από κεκτημένη ταχύτητα μου είπε «Μπορούσες και καλύτερα». Γύρισα και την κοίταξα. Εντούτοις, αν και ο παραλογισμός ήταν εμφανής, εγώ ήξερα μέσα μου ότι πράγματι «μπορούσα και καλύτερα». Κι αυτό με στοίχειωσε στη ζωή μου τόσο, ώστε να βλέπω το δέντρο και να χάνω το δάσος.
Για να μεγαλουργήσεις σ’ έναν τομέα χρειάζεται έρωτας και προσήλωση σ’ έναν σκοπό σε βαθμό μονομανίας. Όταν όμως το πρότυπό σου είναι ο Aναγεννησιακός homo universalis, πολυσχιδής και πολύπλευρος, δεν μπορείς να είσαι στους έρωτές σου πιστός. Γιατί το πρότυπο του Αναγεννησιακού ανθρώπου προϋποθέτει γνωστική πολυγαμία. Όχι το είδος της Δονζουανικής πολυγαμίας· οι έρωτες δε σου περνούν ποτέ όταν ερωτεύεσαι κάτι άλλο. Επανέρχεσαι στις παλιές σου αγάπες πάντα με νοσταλγία. Κι αν έχεις και θρησκευτικό παρελθόν, τότε τα πράγματα χειροτερεύουν. Γιατί στους νόστους σου προστίθενται και οι χριστιανικές ενοχές. Απίστησες, αμέλησες, κι ας είσαι στο βάθος φιλέρημος περιπατήτρια. Αλλά κανείς επιστήμονας δεν έβαλε μέχρι τώρα το χεράκι του για να διαστέλλεται ο χρόνος, εκτός κι αν ταξιδεύεις στο διάστημα με την ταχύτητα του φωτός ή σαν το μάντη Επιμενίδη κοιμηθείς τη νύχτα στο ναό του Επικουρίου Απόλλωνος για να ξυπνήσεις 50 χρόνια μετά. Και στον ύπνο σου δε δρας· παρακολουθείς μοναχά σα σε κινηματογραφική ταινία ό,τι το υποσυνείδητό σου περισυνέλεξε όταν δρούσες.

Mαύρο μαργαριτάρι στο όστρακο, (Φωτογραφία: Mila Zinkova)

Πέρλες.


Θα ήμουν γύρω στα 24, όταν έπιασαν τη μάνα μου ασυνήθιστες χουβαρντοσύνες κι αποφάσισε να μου αγοράσει
πέρλες. Τις πέρλες δεν τις βρήκα ποτέ παλιομοδίτικες. Εξάλλου ταίριαζαν με το στυλάκι του Μεσοπολέμου που είχα. Φέρνανε κάτι από τη belle époque, τα φουστάνια του 1918, με τα μποτίνια από μέσα να διακρίνονται, το κατσαρωμένο με το σίδερο μαλλί, και τις σταρ του βωβού κινηματογράφου. Πάντα δε, κούρευα τα μαλλιά μου καρεδάκι σε διάφορα μεγέθη, με μύτες ή άνευ, κολπάκια ή αυστηρά, εκτός μιας εποχής γύρω στα 30 μου που αποφάσισα να αλλάξω στυλ και κουρεύτηκα αυτή τη φορά τσάρλεστον. (Όχι Γιάννης, Γιαννάκης).
Κάναμε περατζάδα απ’ όλα τα μαγαζιά της Αγίου Μάρκου, το ένα κολλιέ μου ξίνιζε, το άλλο μου βρώμαγε, τελικά βρήκα κάτι της αρεσκείας μου
–και το μάτι μου έχει μια ιδιοτροπία να φλερτάρει πάντα το πιο ακριβό, παπαί!
Τελικά μου αγόρασε δυο σειρές πέρλες
κι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια. Ένωσα τα δυο κολλιέ και τα έκανα μια τεράστια σειρά, που τις έδεσα αλά Channel, στο χέρι μου φορούσα ήδη ένα κολλιεδάκι με πολύ μικρότερες σε μέγεθος πέρλες, σα βραχιολάκι. Το image ολοκληρώθηκε.
-Πάμε τώρα στου Floca για καφέ ή παγωτό, μου λέει.

Μάλλον είχε θυμηθεί τα νιάτα της στη δεκαετία του ’50 και το ανεκδοτάκι μ’ έναν νέο της παρέας της, θαυμαστή της κι επίδοξο εραστή. Πήγανε, λέει στου Floca. Απέναντι καθόταν μια κυρία με καπελαδούρα, και σε άλλα τραπέζια κάποιοι σνομπ με μονόκλ... Ο σερβιτόρος έρχεται και ο καβαλλιέρος της μαμάς τον ρωτάει τι προτείνει. Εκείνος άρχισε ένα κατεβατό από γλυκά στα ιταλικά και στα γαλλικά, τα οποία η μαμά μου αγνοούσε. Κάποια στιγμή πιάνει το αυτί της παγωτό κασσάτο. Παραγγέλνει λοιπόν κασσάτο. Της το φέρανε σε ένα επίπεδο μπαφόν τετράγωνο πιατάκι με μαχαίρι και πηρούνι. Πάει ελαφρώς να το αγγίξει, αυτό ήταν σκληρό σαν μπετόν αρμέ. Η μαμά έπεσε σε περισυλλογή:
«Άραγε περιμένουμε λίγο να λυώσει και μετά το χτυπάμε λίγο με το μαχαίρι, ενώ πριν το έχουμε καρφώσει με το πηρούνι;», αναρωτιέται.
Κάποια στιγμή, ενώ προσπαθεί να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο, πολεμώντας ταυτόχρονα να μη χάσει και την αυτοκυριαρχία της μπροστά στο συνοδό της, πάει να καρφώσει το παγωτό....
La catastrophe! To παγωτό αυτομολεί και βρίσκεται απέναντι στα πόδια της κυρίας με την καπελαδούρα! Ντροπή! Κοκκινίσματα! Ρεζίλι σε ζαχαροπλαστείο αριστοκρατικό και παρουσία του ωραίου νέου (που ήταν κι από σπίτι)... Καταβαραθρώθηκαν όλα της τα όνειρα για μελλοντικό ειδύλλιο. Δε θέλησε να τον ξαναδεί απ’ την ντροπή της.

Όταν όμως πήγαμε εμείς στου Floca με τη μαμά, είχε παρέλθει η εποχή με τις καπελαδούρες και τα μονόκλ. Καθήσαμε και παραγγείλαμε καφέ viennois. Έβγαλα κι εγώ μια πίπα μακριά, τελευταίο μου λάφυρο από κάποιο παλαιοπωλείο κι άναψα τσιγάρο. Απέναντί μας καθόταν ένας καλοντυμένος τύπος γύρω στα 30 με 35 που με είχε καρφώσει. Εποίησα τη νήσσα. Κάποια στιγμή ο τύπος βγάζει ένα σημειωματάριο και μια πέννα κι άρχισε κάτι να γράφει. Τελειώνει τον καφέ του, πληρώνει και κατευθύνεται προς το τραπέζι μας.
-Μαντάμ, μου επιτρέπετε, λέει στη μαμά μου και στρέφει σε μένα.
-Δεσποινίς, η παρουσία σας με ενέπνευσε να γράψω αυτό. Και μου δίνει το χαρτί από το σημειωματάριο. Πιθανόν να μη λέει τίποτα ως ποίημα, συνέχισε, αλλά αυτό αισθάνθηκα και αυτό έγραψα. Σας ανήκει. Δε ζητώ τίποτε από σας. Ονομάζομαι Στέφανος.
Η μαμά μου έλυωσε με τον ιπποτισμό. Το ποίημα, αν θυμάμαι καλά,
έλεγε κάτι για τα μάτια μου, πώς φαίνονται μαβιά στην αντανάκλαση από τις πέρλες πάνω στα μαύρα που φορούσα. Όμορφο σαν ποίημα. Δεν πρόλαβα να το χαρώ. Μου το βουτάει η μαμά μου και κατασυγκινημένη όταν επιστρέψαμε σπίτι διηγείται το περιστατικό απ’ το τηλέφωνο σ’ όλες της τις φιλενάδες κι όλους τους συγγενείς, διαβάζοντας τους στίχους του άγνωστου Στέφανου. «Και η Λένα μου ενέπνευσε έναν κύριο και της έγραψε ποίημα!» «Και τι ιππότης! Και πόσο αξιοπρεπής!» κλπ, κλπ. Ποιος ξέρει πού καταχώνιασε μετά το χαρτάκι· δεν το βρήκα. Στην πραγματικότητα και ποιήματα και τραγούδια μου αφιέρωσαν κι άλλοι. Αλλά αυτούς η μάνα μου δεν τους ήξερε.

Αλλά οι πέρλες έχουν όντως κάτι το μαγικό. Ένα βράδυ τις φόρεσα κι αποφάσισα να κάνω μπάνιο στη θάλασσα με Πανσέληνο. Φορώντας μόνο τις πέρλες. Θεία αίσθηση, ηδονική πάνω στο κορμί. Πλημμύρισα με ερωτικά συναισθήματα, κι ας μην ήμουν εκείνο τον καιρό ερωτευμένη με κανένα πρόσωπο υπαρκτό, κι ας μην ήταν κανείς παρών σ’ εκείνη τη στιγμή της απόλαυσης.

Οι πέρλες του Vermeer έχουν κάτι που μαγνητίζει. Ο ίδιος ο ζωγράφος φαίνεται υπνωτισμένος σ’ ένα στολίδι τόσο θελκτικό, καρπό της θάλασσας, σεληνιακό, όσο σεληνιακό είναι και το ίδιο το φεγγάρι, η Εύα, η Λίλιθ, η Ελένη, η Βερενίκη, η Βραυρωνία Άρτεμις, η Πότνια Θηρών, η Εκάτη, η Ιφιγένεια, η Φοίβη, η
Ελεντάρι –η Κυρά των ξωτικών στο Silmarillion του Τolkien ή η Μadeleine, σκελετωμένη και μισότρελη στο βιβλίο του Pascal Quignar ‘Τοus les matins du monde’, που βηματίζει πάνω κάτω σε υπερδιέγερση κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, πριν κρεμαστεί με τα κορδόνια των παπουτσιών της στην κρεβατοκάμαρά της.

Κι ο Vermeer πάντρεψε στον πίνακά του ‘To κορίτσι με το φλάουτο’ δυο σύμβολά μου αγαπημένα.

Φλάουτο.


Το φλάουτο είναι ένας απ’ τους μεγάλους μου έρωτες. Όχι μόνο γιατί επέλεξα να πάρω μαθήματα σ’ αυτό το μουσικό όργανο.

Μ’ αρέσει ο ήχος του φ και του λ μαζί, του α και του ου. Λες φλά-ου-το, και τα φωνήεντα με τα σύμφωνα ακολουθούν το δικό τους πολυφωνικό κανόνα. Κι είναι το άκουσμά τους γλυκύ σαν μια Pavane του Gabriel Fauré, οξύ και συνάμα διονυσιακό σαν το Chant de Linos [1] του André Jolivet, όταν το πιάνο απαντά στο διάλογο που το φλάουτο αρχινάει.

Το φλάουτο το αγαπώ, γιατί είναι το μουσικό όργανο ορχήστρας που πλησιάζει περισσότερο την ανθρώπινη φωνή.

Το φλάουτο είναι σα σχήμα αρσενικό και σαν ύλη θηλυκό - Σεληνιακό (γιατί ένα καλό φλάουτο είναι φτιαγμένο συνήθως από ασήμι). Υπάρχουν κι εβένινα ή χρυσά φλάουτα, αλλά προτιμώ τ’ ασημένια. Και με το ασήμι έχω ιδιότυπη σχέση. Μου αρέσει περισσότερο απ’ το χρυσό, γιατί μου θυμίζει νύχτα και φεγγάρια. Και τη νύχτα λειτουργώ καλύτερα απ’ όσο με το φως της ημέρας. Η νύχτα έχει ήχους μυστικούς, η νύχτα έχει μαγεία και μέθη. Η νύχτα έχει γρίφους και παράδοξα και χαμόγελα που παραμένουν στον αέρα όταν αυτοί που χαμογελούν χάνονται απ’ τον ορίζοντα ή τη ζωή σου. Της νύχτας τα χαμόγελα είναι σαν το χαμόγελο της γάτας του Cheshire. Και τη νύχτα βλέπεις τ’ άστρα καλύτερα κι αντιλαμβάνεσαι ότι ο Ήλιος του δικού μας Ηλιακού Συστήματος δεν είναι παρά μια ψείρα στο Γαλαξία, που ωστόσο τυγχάνει και γονιμοποιητής ζωής στον πλανήτη Γη.

Το φλάουτο είναι πνευστό. Παίζει με τις ίδιες σου τις ανάσες. Εσύ είσαι σαν το φυτό που φωτοσυνθέτει για να δώσει στο φλάουτο οξυγόνο. Κι είναι, Θεέ μου, τόσο – μα τόσο ναρκισσιστικό! Παίρνει μόνο το 40% του αέρα που του δίνεις. Το υπόλοιπο το πετάει περιφρονητικά στο μεγάλο αποθέτη της ατμόσφαιρας του μη-φλάουτου. Κι ας είναι ο αέρας του μη-φλάουτου μεστός αρωμάτων μυρεψών ταλαντούχων...

Ονειρεύομαι ένα ασημένιο φλάουτο, ένα λιτό τραπέζι, με φρούτα μεσογειακά και κρασί σε ποτήρι κρυστάλλινο κολωνάτο εποχής Μπαρόκ. Μια καρέκλα, ένα αναλόγιο ξύλινο, κεριά κι έναν καθρέφτη οβάλ επιδαπέδιο απ’ αυτούς που είχαν οι μόδιστροι παλιά, σε μια καλύβα σαν κι αυτή του Christoph de St. Colombe στην ταινία ‘Όλα τα Πρωϊνά του κόσμου’. Καθρέφτη Βενετσιάνικο αγόρασα. (Δεν βρήκα οβάλ, αλλά ορθογώνιο. Έστω! Αποτελεί μέρος της προίκας μου, κι είναι απ’ τα υλικά πράγματα στο σπίτι μου που αγαπώ). Κι ο καθρέφτης είναι απαραίτητος σ’ ένα φλαουτίστα, για να ελέγχει τη στάση του σώματός του. Άλλο ένα επιχείρημα υπέρ του ναρκισσισμού του οργάνου. Όσο για το ασημένιο φλάουτο, ε, ίσως κάποτε κερδίσω το λαχείο και το πάρω ή ίσως ξαφνικά αποκτήσω ενδιαφέρον στο να βγάζω και χρήματα...

Το φλάουτο να παίζει, κι οι ήχοι του να δονούν τις σφαίρες του Πυθαγόρα στη σκιά του κώνου της Γης, όπου πάνε μετά θάνατον οι μάκαρες και οι σοφοί... Και ν’ ακούν οι ψυχές τη μουσική του φλάουτου και να γίνεται το φως τους μαζί ήχος κι αρμονία...

____________________


[1] Le Chant de Linos, του Αndré Jolivet (1905-1974). Φλάουτο παίζει ο Robert Aitken. Στο πιάνο ο Robin MacCabe. (Από την προσωπική μου μουσική συλλογή).



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 23 Απριλίου 2008

buzz it!

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Hippocampus Guttulatus [1] σε μια μαύρη Ford.

Ψάχνοντας για βιβλία Τέχνης έπεσα πάνω στον Ανδρέα. Έφερνε λίγο στον Αλέκο Αλεξανδράκη και στη φαντασία της καταπιεσμένης παρθένας, που περίμενε υπομονετικά να κλείσει τα 18 για να ενδώσει στο φλερτ και στο συναγελασμό με τα αρσενικά ήταν κάτι σαν το Καβαφικό:

Πολίτου εντίμου υιός- / προ πάντων, ευειδής
έφηβος του θεάτρου, / ποικίλως αρεστός,
ενίοτε συνθέτω / εν γλώσση ελληνική
λίαν ευτόλμους στίχους, / που τους κυκλοφορώ
πολύ κρυφά, εννοείται- / θεοί! να μην τους δουν
οι τα φαιά φορούντες, / περί ηθικής λαλούντες-
στίχους της ηδονής / της εκλεκτής, που πηαίνει
προς άγονην αγάπη / κι αποδοκιμασμένη.

Τον είχα βαφτίσει λοιπόν στη φαντασία μου «Νέο της Σιδώνος». Ο «νέος της Σιδώνος» τραβολογιόταν με μια Αυστριακή, τη Σουζάννα, που του έψηνε το ψάρι στα χείλη, κι αυτός ήτανε δεμένος στο βρακί της. Εγώ δε σκάμπαζα γρι από αντρική ψυχολογία, κι ούτε μπορούσα τότε να καταλάβω πώς οι άντρες μπορούν με ευκολία να ποθούν γυναίκες και με την ίδια ευκολία να πλαγιάζουν πότε με τη μια και πότε με την άλλη. Νόμιζα πως επειδή του παραχώρησα την «πολύτιμον παρθενίαν μου» τα είχαμε «φτιάξει». Πέρασαν μήνες για να καταλάβω πως δεν τα είχαμε «φτιαγμένα» καθόλου και λογάριαζα ν’ αυτοκτονήσω μια μέρα του Φλεβάρη, με θεαματικό τρόπο: Θα ήτανε λέει σαράντα μέρες μετά από το τελευταίο μας ζευγάρωμα, κι εγώ νηστική θα έπαιρνα 3-4 κουτιά ασπιρίνες αφού πρώτα άκουγα την άρια της αυτοκτονίας της Μαντάμ Μπατερφλάι με την Κάλλας, όταν παίρνει το σπαθί των σαμουράι που γράφει επάνω «να πεθαίνεις τίμια, όταν δεν μπορείς πια να ζεις τίμια» και κάνει χαρακίρι.
Πικάπ δεν είχα και μια και δυο την καθορισμένη μέρα (ήτανε και Κυριακή) παίρνω το δίσκο και πάω στης φίλης μου της Μαιρούλας. Θα άκουγα λέει την άρια και μετά θα έπαιρνα τις ασπιρίνες. Και για να είμαι και εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι θα έπιανε, θα έβγαινα έξω στους δρόμους ημιζαλισμένη να με πατήσει το τρόλει.
Τελικά τα σχέδια μου τα χάλασε η μαμά της Μαιρούλας.
-Δεν έχετε λυσσάξει της πείνας, κορίτσια; Μας λέει κι ετοιμάζει μακαρονάδα.
Εγώ απ’ τη μια σκεφτόμουν την αυτοκτονία στο πλάνο, αλλά από την άλλη είχα περιπέσει και σε νηστεία μέρες πολλές και στη μυρωδιά της μακαρονάδας μου τρέχανε τα σάλια. Τελικά κάθησα κι έφαγα, κι όταν χόρτασα λέω μέσα μου «Σκατούλες! Με γεμάτο στομάχι πώς θα με πιάσουν οι ασπιρίνες;» Έτσι ανέβαλα την αυτοκτονία μου και φυσικά δε θα μπορούσα να την πραγματοποιήσω τη Δευτέρα, διότι δε θα ήμαστε πια στην τεσσαρακοστή ημέρα από το τελευταίο ζευγάρωμα με το «νέο της Σιδώνος», αλλά στην τεσσαρακοστή πρώτη.

Egon Schiele, Stehende Frau in rot, 1913
Πέρασε καιρός και γνώρισα το Γιώργο, που έμενε στα Αναφιώτικα. Η Πλάκα πάντα εξασκούσε επάνω μου τεράστια έλξη, και λόγω των αρχαιοτήτων, αλλά και λόγω των καφενέδων και των Χατζηδακικο-λογοτεχνικο-μουσικο-φιλοσοφικών μου αναφορών.
Με το Γιώργο βρισκόμαστε σε παρέες με δάσκαλους που σχετίζονταν με τη Διεθνή Αμνηστεία, το Θέατρο και την Ποίηση και πίναμε κρασί με τυρί φέτα και μια ολίγη από φασολάκια φρέσκα ή μανεστράκι, ό,τι υπήρχε κατά περίπτωση. Το ειδύλλιο με το Γιώργο κράτησε μόλις δυο μήνες. Μια μέρα μου ανακοίνωσε ότι έρχεται από τη Σκοτία η Σιόνα, η επίσημη αγαπημένη του των καλοκαιριών, με την οποία νταραβεριζόταν επτά χρόνια. Αποφάσισα να το παίξω άνετη και cool. «Α, ναι σοβαρά; Μπράβο» κλπ, κλπ, σαν μια «προχωρημένη φίλη», που έχοντας ξεπεράσει το ταμπού της Ελληνίδας «γυναικούλας», γίνεται το μεγάλο αυτί του πόνου του «εραστο-φίλου». Τελικά ο Γιώργος κατέφευγε σε μένα για να μου πει, πόσο πολύ τον βασάνιζε η Σιόνα με τη ζήλεια της και πόσο πολύ υποφέρει, κι εγώ τον συμπονούσα στ’ αλήθεια, αλλά από την άλλη δεν μπορούσα να κατανοήσω και πάλι τη φύση των ανδρών, που απ’ τη μια καταπιέζονται και δεν αντέχουν, αλλά από την άλλη αισθάνονται και ανασφάλειες, όταν τους αφήνεις αμολητούς.
***
***
Σήμερα, λόγω έλλειψης ηλιοφάνειας το μυαλό μου γύριζε συνεχώς γύρω απ’ τον Ήλιο και το Ρωμαίο αυτοκράτορα Ηλιογάβαλο, που παντρεύτηκε πέντε φορές κι έδειξε μεγάλη ασέβεια προς όλες τις θρησκευτικές παραδόσεις και τα σεξουαλικά ταμπού. Ο Ηλιογάβαλος λέει, αντικατέστησε το κεφάλι του Διός του Ρωμαϊκού Πανθέου με το κεφάλι του Deus Sol Invictus, του απόρθητου βασιλιά του Ήλιου. Κι η λέξη sol μου έφερε στο νου τη μουσική νότα σολ ή G της Ευρωπαϊκής Μουσικής Παράδοσης. Τότε θέλησα να ακούσω μουσική, κι έπεσα πάνω στον Ηλιογάβαλο με τα μπαλέτα Béjart [2].
Μαγνητίστηκα.. Η κίνηση των κορμιών των χορευτών μου θύμησε τα Γράμματα του
Erté (πρωτοπόρου της Art Deco) και κατακλύστηκα από συνειρμούς. Το κεφάλι μου γέμισε με εικόνες, τη νότα σολ και Ιππόκαμπους.
Στο μεταξύ, η ζωή τραβάει απ’ το μανίκι.... αλλά...

"Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις
εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκκαλο
με το λουρί στο σβέρκο
νάτη πετιέται από ξαρχής
κι αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό
με το καμάκι του ήλιου."

Με βάζανε και στο σχολείο να το τραγουδάω σόλο στις σχολικές γιορτές κι ήταν μεγάλο σουξέ μου. Μια αυτό, μια η ωδή του Κάλβου:

"Όσοι το χάλκαιον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται
ζυγόν δουλείας ας έχωσιν.
Θέλει αρετήν και τόλμην
-η ελευθερία."

Μου λέγανε ότι έχω Φαραντουρική φωνή. Και το τραγουδούσα σε ρε ματζόρε, ενισχυμένο κι απ’ τις καταβολές μου απ’ τη μάνα μου, που αναγεννιόταν κάθε φορά μέσα απ’ την τέφρα της, όταν όλοι τριγύρω στοιχημάτιζαν ότι θα τινάξει τα πέταλα. Βοηθάει το να έχεις μάνα, που ανήκε στο αστερισμό του Σκορπιού. Ψυχοβγάλτης μεν, αλλά κλειδοκράτορας στην πιο βαθύ Φροϋδικό ερώτημα της ζωής: γέννηση – λίμπιντος – θάνατος.
Ίσως γι’ αυτό, όταν αρνούμαι τη Διονυσιακή μου φύση και αποστειρώνω τον περιβάλλοντα χώρο, αποστερώ κι από τον εαυτό μου τη χαρά, κι όλα μοιάζουν γύρω απίστευτα ανούσια. Κοινοτοπίες, επαναλαμβανόμενα κλισέ... Και ποιος ο λόγος να ξημερώσει μια άλλη μέρα, για να ακούσεις και πάλι τα ίδια;

Το G του Erté, σαν τη νότα sol, σαν Ήλιος, σαν Ιππόκαμπος


To O του Erté

____________


[1] Στον Ερωτευμένο Ιππόκαμπο, επέλεξα για τον Ιππόκαμπο το ονοματεπώνυμο Τίτος Γουτουλάτος, γιατί guttulatus είναι είδος ιππόκαμπου, που απαντάται και στη θάλασσα της Μεσογείου. O Hippocampus Guttulatus Κολυμπά στην ανοιχτή θάλασσα μακρυά από μολυσμένα ύδατα και είναι είδος απειλούμενο προς εξαφάνιση.

[2] *Τα μπαλέτα Béjart στον Ηλιογάβαλο*

[3] Πηγή φωτογραφιών: α) Egon Schiele, Stehende Frau in Rot, β) Το G και το Ο του Erté


Συναφής ανάρτηση: Ο Ερωτευμένος Ιππόκαμπος



© Vejen, Φεβρουάριος 2008, Eλένη Καλλιανέζου

buzz it!