____________________________________________
Σημειώσεις:
"Η φαντασία είναι πιο σημαντική απ' τη γνώση" -Albert Einstein




Νικηφόρος Λύτρας, Κάλαντα, Συλλογή Ι. Σερπιέρη. Έργο ζωγραφισμένο μετά το 1873
Χτύπησαν την πόρτα δυο παιδιά να πουν τα κάλαντα. Αλβανάκια μάλλον. Έχοντας χρόνια ν' ακούσω Κάλαντα στην Ελλάδα, συγκινήθηκα στο χτύπημα της πόρτας.
Γιατί έμαθα να τιμώ τις παραδόσεις, έδιναν και οι γονείς μου σ' αυτές τη δέουσα σημασία.
Η μητέρα μου είχε έναν τρόπο δικό της μαγικό να δίνει γιορτινή ατμόσφαιρα στα ιδιαίτερα γεγονότα.
Χριστούγεννα θα στόλιζε το σπίτι, όχι με δέντρο, αλλά με μπάλλες, γιρλάντες, αγγελάκια στα παράθυρα, λαμπιόνια... Η Μικρασιάτισσα γιαγιά θα έφτιαχνε τους κουραμπιέδες, μελομακάρονα και τηγανίτες. Υπήρχαν ξηροί καρποί σε μπωλάκια, σταφίδες και στραγάλια και φουντούκια σε αφθονία, όπως και χουρμάδες και κυδωνόπαστο και γλυκοσούντζουκο που αγόραζε απ' την οδό Ευριπίδου... Έτσι έμαθα να συνδέω τις μέρες των Χριστουγέννων με τους χουρμάδες και την Πρωτοχρονιά με τα κυδωνόπαστα.
Το ίδιο θα γινόταν και τις Απόκριες: Το σπίτι θα γέμιζε μάσκες και σερπαντίνες και θα καθόταν με την αδερφή της με τις ώρες να μου φτιάξουν στολές από φόδρες, ρετάλια και παλιά φουρώ. Θα ντυνόμουν με δεκάδες στολές μέσα σε μια μέρα, ο ένας ρόλος άλλαζε, από απάχης μαρκησία, από ναύαρχος νεράιδα, από πεταλούδα γέρος.
Το Πάσχα αντίστοιχα. Γέμιζε το σπίτι μεγάλα κόκκινα μεταξωτά αυγά, κουνέλια, κοκοράκια με υλικά ευτελή.
Το σχολική περίοδος θα άνοιγε και θα έκλεινε με διπλό παγωτό καϊμάκι στην Πλατεία της Νέας Σμύρνης στο Ζαχαροπλαστείο «Ο Γιώργος».
Το ίδιο σημασία στις γιορτές έδινε και ο πατέρας μου. Ο ταραμάς την Καθαρή Δευτέρα έπρεπε να είναι άσπρος, η 25η Μαρτίου και των Βαΐων ήταν συνδεδεμένες με αλιάδα και τα Χριστούγεννα θα έβαζε κοστούμι και θα χόρευε με τη γυναίκα του Τζέημς Ντην «Hey Mambo, mambo italiano». Κρασί, ξηροκάρπια, φωταψίες.
Τώρα ισοπεδώνονται όλα... Και τα παιδιά δεν ξέρουν να λένε τα Κάλαντα σωστά. Απ' το «Καληνημέραν άρχοντες» κατευθείαν στο «Χριστού τη θεία γέννηση», μπουρδούκλωμα και το χέρι απλωμένο...
Πήγαν και μαθητές χτες να πουν τα κάλαντα στο Υπουργείο Παιδείας...
«... και με τη νέα τη χρονιά
πάλι θα συγκρουστούμε...», είπαν.
Αχ, μωρέ... Πού πήγε η έρμα μας; Όλα ένα ίσωμα.
Δεν έχει σημασία αν θρησκεύεται κάποιος ή όχι. Η πνευματικότητα όμως είναι κάτι βαθύτερο. Κι είναι λάθος να αποποιούμαστε την ταυτότητα και τις παραδόσεις συλλήβδην.
Γιατί αποτελούν μέρος της Ιστορίας μας και χωρίς ιστορία και ρίζες κανείς δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξή του στο χώρο και στο χρόνο.
...
Όταν αποφάσισα στα 25 μου να πάρω μαθήματα φλάουτου, η Ειρήνη, φίλη και κορυφαία στα θεωρητικά της μουσικής, μ' έφερε σε επαφή με τα βυζαντινά κάλαντα. Με εντυπωσίασαν (πέρα από την ακροστοιχίδα με τα γράμματα της αλφαβήτου που αρχίζει κάθε στίχος) και για τη μουσική τους. Κάθε στίχος έχει ανάμεσα εναλλάξ ένα «έρουρεμ, έρουρεμ, χέρου-ρέρου-ρέρουρέμ - Χαίρε Δέσποινα» και το «έρουρεμ, έρουρεμ, χέρου-ρέρου-ρέρουρέμ - Χαίρε Άχραντε»...
Ε, αυτό το ερουρέμ ηχητικά δίνει ρέστα!
Άναρχος Θεός καταβέβηκεν και εν τη Παρθένω κατώκησεν
Καλά Χριστούγεννα σε όλους από καρδιάς!
Το σκοτάδι δε νικιέται με σκοτάδι. Ούτε οι φόβοι με σκιές. Ένα άναμα του διακόπτη στο φως χρειάζεται. Και δεν το λέω ως πιστή χριστιανή. Γνωστόν γαρ ότι είμαι αγνωστικίστρια.
Marc Chagall, Le violoniste (Ο Βιολιστής), 1911-14, Kunstsammlung Nordrhein-Westfalen, Düsseldorf, Γερμανία
Ζούσε μια φορά στα χρόνια τα παλιά στη μακρινή παγωμένη Ισλανδία ένα αγοράκι που το έλεγαν Χάραλντουρ, που η μάνα του ξαναπαντρεύτηκε έναν άντρα κακό και μοχθηρό που μισούσε το γιο της γυναίκας του.
Τον έστειλε λοιπόν να μείνει στο σπίτι του σκύλου, κλείδωνε το φαγητό, κι έδινε στο μικρό Χάραλντουρ να τρώει μόνο μπαγιάτικα ψίχουλα και να πίνει νερό απ' την τουαλέτα. Μετά τον βάραγε και τον έβαζε να κάνει δουλειές κι όταν ο κακομοίρης ο Χάραλντουρ -κατάκοπος το βράδυ- πήγαινε να κοιμηθεί στο χαλάκι του στο σπίτι του σκύλου και τουρτούριζε, τον ξύπναγε και τον έβαζε να ξανασκουπίσει και να πλύνει πάλι όλα τα πιάτα απ' την αρχή και μετά τον έβαζε και να γυαλίσει το πάτωμα με τη γλώσσα του.
Ο Χάραλντουρ είχε μια γάτα με φουντωτή ουρά, την κυρία Έρνα – Μαρία, που τα βράδια μιλούσε με ανθρώπινη λαλιά.
-Πού θα πάει αυτή η κατάσταση, κυρία Έρνα – Μαρία; Κλαψούριζε ο Χάραλντουρ στη γάτα.
-Ένας τρόπος υπάρχει. Να πας να μάθεις βιολί στον κύριο Γκούναρ, του απάντησε η γάτα με ύφος περισπούδαστο.
-Ο κύριος Γκούναρ είναι ένας γερο – παράξενος και δε θα με δεχτεί για μαθητή του χωρίς λεφτά.
-Βρε, άκου με κι εμένα που σου λέω!
Με τα πολλά πείστηκε ο Χάραλντουρ και την άλλη μέρα πάει και χτυπάει την πόρτα του Γκούναρ του βιολιστή.
-Βρε, καλώστο το Χάραλντουρ, σε περίμενα, λέει ο γερο – Γκούναρ στο μικρό και τον τράταρε παστό μπακαλιάρο και δυο τσικουλάτες.
Αμ' έπος, αμ' έργον, μόλις ο μικρός απόφαγε, αρχινάει ο γερο – Γκούναρ να τον διδάσκει βιολί.
Ντο, ρε, μι, ξεφτέρι ο μικρός, τ' άρπαζε με την πρώτη.
Φα, σολ, λα, σι, κι απ' την καλή κι απ' την ανάποδη, σε δυο ωρίτσες ο μικρός έκανε το δοξάρι να μιλάει πάνω στις χορδές.
-Άντε, φεύγα τώρα και μην πεις σε κανέναν τίποτα για τα μαθήματά μας. Εντάξει;
-Εντάξει.
Τούτο συνεχίστηκε για πολύν καιρό ακόμη· ο Χάραλντουρ πήγαινε κρυφά τα βράδια στο σπίτι του γερο – Γκούναρ και το πρωΐ συνέχιζε να κάνει τις δουλειές που τον υποχρέωνε ο πατριός του, να τρώει τα μπαγιάτικα ψίχουλα και να πίνει τα απόνερα της τουαλέτας.
Ένα βράδυ ο γερο – Γκούναρ λέει στο Χάραλντουρ:
-Γιε μου, με ξεπέρασες στην τέχνη του βιολιού και, μα τον Όντιν, δεν πιστεύω ότι σου παραβγαίνει άλλος κανείς βιολιστής σ' ολάκερη τη Σκανδιναβία. Να, πάρε το βιολί μου, που το χάρισαν νεράιδες στον παππού μου, κι ώρα σου καλή.
Παίρνει ο Χάραλντουρ το βιολί και πριν φτάσει στο κρεβάτι του μέσα στο σπιτάκι του σκύλου, άρχισε να παίζει μια μελωδία.
Δεν απόσωσε τα πρώτα μέτρα του κομματιού και το σπίτι του σκύλου μεταμορφώθηκε σε σπίτι δίπατο.
-Επ, επ! Τι βλέπουν τα μάτια μου; Μουρμούρισε και σχεδόν κατουρήθηκε απ' τη χαρά του.
Μπαίνει μέσα στο σπίτι και βρίσκει τον πατριό του να τρώει δώδεκα ταψιά με κουλουράκια.
-Να πας να πλύνεις τα ταψιά, λέει τότε εκείνος στο Χάραλντουρ.
Πιάνει ο μικρός δεύτερη μελωδία στο βιολί και πουφ! μεταμορφώθηκε ο πατριός του σε ποντικό.
Δίνει μια η γάτα, η κυρία Έρνα – Μαρία και τον έκανε μια χαψιά.
-Άλλη φορά, να ακούς τα ζώα που μιλάνε, λέει τότε η γάτα στο Χάραλντουρ και έγλειψε τη δεξιά της πατούσα, αφού χάιδεψε το μικρό βιολιστή με τη φουντωτή ουρά της.
© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 24 Νοεμβρίου 2008
Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Η Ωραία Ανδριάννα των Αθηνών[2], Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου ΣούτσουΑπό καιρού εις καιρόν εδάκρυζε και πάλι με άσματα «δεν το περίμενα πως ήμουνα για σε ο πασατέμπος σου για να περνά η ώρα», «μην απελπίζεσαι και δε θ’ αργήσει, κοντά σου θα ‘ρθει μια χαραυγή καινούργια αγάπη να σου ζητήσει, κάνε λιγάκι υπομονή», το τραγουδάκι του Cohen “Dance me to the end of love”, fados της Amália Rodrigues, τραγούδια της Piaf, του Aznavour, τραγούδια του Νικόλα του Άσιμου, τραγούδια του Χατζηδάκι, τραγούδια των Γρεκάνων της Νοτίου Ιταλίας, Enio Morricone και Nino Rota, ιρλανδέζικες άρπες και βιολιά, τσιγγάνικες μελωδίες, τη Βέμπο στο «Δεν είναι γόης, δεν είν’ ωραίος και κολυμπάει μέσα στο χρέος, γιατί; Κι ένα κοστούμι μονάχα έχει, που το φοράει χιονίζει – βρέχει, γιατί;... Μα τον λατρεύω κι είναι το φως μου, γιατί είναι βλέπεις ο άνθρωπός μου»
Θα κλαύσει πικρώς με Ορφέα Περίδη «όσα τ’ ανακατέματα του τούρκικου καφέ τόσα ξενύχτια έκανα κι εγώ για σένανε», θα οδυρθεί με τον Παπάζογλου στο «δώσμου λοιπόν το τελευταίο μας φιλί και ας καπνίσουμε μαζί κι ένα τσιγάρο», ενώ εις το χωριό των Άνω Καρυών Αρκαδίας, όταν ανέσκαφε εις το Λύκαιον Όρος, τις μοναχικές της νύχτες θα τραγουδά μόνη της τα βράδια το «Δεν είν’ αυγή να σηκωθώ, να μην αναστενάξω, άστρο της αυγής, γιατί αργείς να βγεις;» και το «Νοτιάς φυσάει γι’ αγκαλιά. - νοτιάς φυσάει κι αγκαλιά έχω μι’ αγάπη μου παλιά». Όμως η μοναχή ήτο μοναχή της.
Ή θα κλαίει και πάλι στο θέατρο της Δωδώνης με το Jan Garbarek, έναστρη νύχτα θερινή να παίζει τα δώδεκα φεγγάρια του.
Στη Σίφνο θα βουρκώνει με Ζαμπέτα τα βράδια, στο μαγαζί του «Αράπη». (Το παρατσούκλι Αράπης, γιατί είχε μανία να βάζει Ζαμπέτα στον καφενέ και το γνωστό «Ο μαύρος, ο σκύλος, ο αράπης, ο ταμ ταμ», και το «η βρόχα έπεφτε στρέιτ θρου»), αλλά και με Χαΐνηδες:
Tις νύχτες του καλοκαιριού που ‘ριχνε τα μαλλιά σου
ένα αεράκι μόρτικο μες στη θολή ματιά σου
θυμάσαι το μπαρμπα Στελλή με τσ’ ώρες να μιλεί
για ένα μικρό Σαρακηνό κουρσάρο τον Αλή
Μικρό παιδί το πήρανε και το ‘ψησε η αρμύρα
τρανός κουρσάρος γίνηκε, έτσι το ‘γραφε η μοίρα
έλεγε ο γέρος κι έπεμπε το λογισμό μου αλλού
μα επάτουνα στα χνάρια σου στην άκρη του γιαλού
...
Στην Κέρκυρα μετά την ανασκαφή, στο Κανόνι, στην ταβέρνα του Τζόγια, κλάμα και πάλι και η αμαρτωλή Ελένη συγκινημένη ύστερα από κάμποσα ποτηράκια οίνου θα τραγουδάει μαζί με την κομπανία: «Σύρτε μάτια, σύρτε φρύδια, σύρτε στο καλό, της αγάπης μου να πείτε πως παντρεύτηκα, πήρα μάγισσα γυναίκα, μάγισσας παιδί...»[3]. Μία εκ των πολλών φορών, όπου της επροτάθη, άμα τη λήξει της συμβάσεως εις την αρχαιολογικήν υπηρεσίαν να παραμείνει εις την νήσο διά νυχτοκάματον άδουσα. Φευ, όμως! Γενετική ανωμαλία εις την αμαρτωλήν την έκαμε διά μίαν ακόμη φορά να αρνηθεί να κάμει επί χρήμασιν αυτό που η ψυχή της ποθεί και πράττει ευχαρίστως άνευ αργυρίων.
Θα ψυχορραγήσει με το Διγενή που «ψυχορραγεί κι η γης τονε τρομάσσει κι η πλάκα τον ανατριχιά πώς θα τονε σκεπάσει», ή με «τ’ αγρίμια κι αγριμάκια μου», με τη «Sonnerie de Sainte Geneviève du Mont de Paris» του Μarin Marais ή εξιστορώντας πώς:
Ήτανε μια φορά, μάτια μου, κι έναν καιρό
μιαν έμορφη κυρά αρχόντισσα, να σε χαρώ
Μια μικροπαντρεμένη, κόρη ξανθή
τον κύρη της προσμένει βράδυ – πρωΐ...
Αλλά και πάλι θα κλαύσει και θα στενάξει στις Gymnopédies ή στις Gnossiennes του Erik Satie, στο Fandango του Luigi Boccherini και στο «Μην κλαις, μικρή μου κι έπνιγες ανοιγισμό στα στήθη, εμείς οι δυο θα κάμωμε τον κόσμο παραμύθι»
Και εδώ η μοναχή Αστεροεσσία σταματά, καθόσον ο ήλιος δύων καλεί διά τον Εσπερινόν.
Άξιον εστί κι ας είν’ ευλογημένο!
_______________________________________
Σημειώσεις
[1] Bλέπε ανάρτηση: Hippocampus Guttulatus [1] σε μια μαύρη Ford.
[2] Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον πίνακα του Θεόφιλου στο ιστολόγιο dyosmaraki: Zωγραφίζοντας μια ιστορία. - Η ωραία Αδριάνα των Αθηνών (Θεόφιλος) και το Βατραχονήσι
[3] Ολόκληρο το τραγούδι στην ανάρτηση: Memorabilia
© Ελένη Καλλιανέζου, εν Vejen Δανίας, 24 Ιουνίου 2008 και η Εκκλησία τιμά τη μνήμη των Χριστίνης Μάρτυρος, Καπίτωνος Μάρτυρος, Υμεναίου Μάρτυρος, Ερμογένους Μάρτυρος, Θεοφίλου Νεομάρτυρος του Ζακυνθίου, Αθανασίου Νεομάρτυρος του από Γκίου.

Johannes Vermeer, Het meisje met de parel (Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι), γνωστό και ως ‘η Μόνα Λίζα του Βορρά’ 1665, Mauritshuis, Χάγη
***
Femme de Renaissance με σωματότυπο των γυναικείων μορφών του Gustav Klimt.
Το θάνατο τον εχθρεύομαι. Γιατί μια ζωή είναι πολύ μικρή για να γνωρίσεις όλα τα χρώματα, ν’ αφουγκραστείς όλους τους ήχους, να γευτείς όλα τα κρασιά.
Γιατί πότε θα προλάβεις να ανακαλύψεις αυτά που ανακάλυψαν άλλοι και πότε θα προλάβεις να κάνεις τις δικές σου ανακαλύψεις, να ζωγραφίσεις τους δικούς σου πίνακες, να συνθέσεις τη δική σου μουσική...
Γιατί ο χρόνος είναι λιγοστός για πράξη ‘σπουδαία και τελεία, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω...’ ως άτομο δρων ‘και ου δι’ απαγγελίας’...
Από το εγχειρίδιο ως την πρακτική οποιασδήποτε πράξης μεσολαβεί κάματος και πολύς, υπερβολικά πολύς χρόνος, για να σου περισσέψει αρκετός και για να ζήσεις.
Πάντα μου φλέρταρα με τις υπερβάσεις. Ίσως απωθημένο απ’ τα παιδικά μου χρόνια˙ ο έπαινος της μάνας μου πάντοτε φειδωλός...
Κάθε φορά που αρίστευα στο σχολείο, γυρνούσε και μου ‘λεγε «Μπορείς και καλύτερα». Μέχρι που κάποτε στην τελευταία τάξη του Λυκείου έφερα στο τρίμηνο μέσο όρο 20 καθαρό. Από κεκτημένη ταχύτητα μου είπε «Μπορούσες και καλύτερα». Γύρισα και την κοίταξα. Εντούτοις, αν και ο παραλογισμός ήταν εμφανής, εγώ ήξερα μέσα μου ότι πράγματι «μπορούσα και καλύτερα». Κι αυτό με στοίχειωσε στη ζωή μου τόσο, ώστε να βλέπω το δέντρο και να χάνω το δάσος.
Για να μεγαλουργήσεις σ’ έναν τομέα χρειάζεται έρωτας και προσήλωση σ’ έναν σκοπό σε βαθμό μονομανίας. Όταν όμως το πρότυπό σου είναι ο Aναγεννησιακός homo universalis, πολυσχιδής και πολύπλευρος, δεν μπορείς να είσαι στους έρωτές σου πιστός. Γιατί το πρότυπο του Αναγεννησιακού ανθρώπου προϋποθέτει γνωστική πολυγαμία. Όχι το είδος της Δονζουανικής πολυγαμίας· οι έρωτες δε σου περνούν ποτέ όταν ερωτεύεσαι κάτι άλλο. Επανέρχεσαι στις παλιές σου αγάπες πάντα με νοσταλγία. Κι αν έχεις και θρησκευτικό παρελθόν, τότε τα πράγματα χειροτερεύουν. Γιατί στους νόστους σου προστίθενται και οι χριστιανικές ενοχές. Απίστησες, αμέλησες, κι ας είσαι στο βάθος φιλέρημος περιπατήτρια. Αλλά κανείς επιστήμονας δεν έβαλε μέχρι τώρα το χεράκι του για να διαστέλλεται ο χρόνος, εκτός κι αν ταξιδεύεις στο διάστημα με την ταχύτητα του φωτός ή σαν το μάντη Επιμενίδη κοιμηθείς τη νύχτα στο ναό του Επικουρίου Απόλλωνος για να ξυπνήσεις 50 χρόνια μετά. Και στον ύπνο σου δε δρας· παρακολουθείς μοναχά σα σε κινηματογραφική ταινία ό,τι το υποσυνείδητό σου περισυνέλεξε όταν δρούσες.
Mαύρο μαργαριτάρι στο όστρακο, (Φωτογραφία: Mila Zinkova)
Πέρλες.
Θα ήμουν γύρω στα 24, όταν έπιασαν τη μάνα μου ασυνήθιστες χουβαρντοσύνες κι αποφάσισε να μου αγοράσει πέρλες. Τις πέρλες δεν τις βρήκα ποτέ παλιομοδίτικες. Εξάλλου ταίριαζαν με το στυλάκι του Μεσοπολέμου που είχα. Φέρνανε κάτι από τη belle époque, τα φουστάνια του 1918, με τα μποτίνια από μέσα να διακρίνονται, το κατσαρωμένο με το σίδερο μαλλί, και τις σταρ του βωβού κινηματογράφου. Πάντα δε, κούρευα τα μαλλιά μου καρεδάκι σε διάφορα μεγέθη, με μύτες ή άνευ, κολπάκια ή αυστηρά, εκτός μιας εποχής γύρω στα 30 μου που αποφάσισα να αλλάξω στυλ και κουρεύτηκα αυτή τη φορά τσάρλεστον. (Όχι Γιάννης, Γιαννάκης).
Κάναμε περατζάδα απ’ όλα τα μαγαζιά της Αγίου Μάρκου, το ένα κολλιέ μου ξίνιζε, το άλλο μου βρώμαγε, τελικά βρήκα κάτι της αρεσκείας μου–και το μάτι μου έχει μια ιδιοτροπία να φλερτάρει πάντα το πιο ακριβό, παπαί!
Τελικά μου αγόρασε δυο σειρές πέρλες κι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια. Ένωσα τα δυο κολλιέ και τα έκανα μια τεράστια σειρά, που τις έδεσα αλά Channel, στο χέρι μου φορούσα ήδη ένα κολλιεδάκι με πολύ μικρότερες σε μέγεθος πέρλες, σα βραχιολάκι. Το image ολοκληρώθηκε.
-Πάμε τώρα στου Floca για καφέ ή παγωτό, μου λέει.
Μάλλον είχε θυμηθεί τα νιάτα της στη δεκαετία του ’50 και το ανεκδοτάκι μ’ έναν νέο της παρέας της, θαυμαστή της κι επίδοξο εραστή. Πήγανε, λέει στου Floca. Απέναντι καθόταν μια κυρία με καπελαδούρα, και σε άλλα τραπέζια κάποιοι σνομπ με μονόκλ... Ο σερβιτόρος έρχεται και ο καβαλλιέρος της μαμάς τον ρωτάει τι προτείνει. Εκείνος άρχισε ένα κατεβατό από γλυκά στα ιταλικά και στα γαλλικά, τα οποία η μαμά μου αγνοούσε. Κάποια στιγμή πιάνει το αυτί της παγωτό κασσάτο. Παραγγέλνει λοιπόν κασσάτο. Της το φέρανε σε ένα επίπεδο μπαφόν τετράγωνο πιατάκι με μαχαίρι και πηρούνι. Πάει ελαφρώς να το αγγίξει, αυτό ήταν σκληρό σαν μπετόν αρμέ. Η μαμά έπεσε σε περισυλλογή:
«Άραγε περιμένουμε λίγο να λυώσει και μετά το χτυπάμε λίγο με το μαχαίρι, ενώ πριν το έχουμε καρφώσει με το πηρούνι;», αναρωτιέται.
Κάποια στιγμή, ενώ προσπαθεί να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο, πολεμώντας ταυτόχρονα να μη χάσει και την αυτοκυριαρχία της μπροστά στο συνοδό της, πάει να καρφώσει το παγωτό....
La catastrophe! To παγωτό αυτομολεί και βρίσκεται απέναντι στα πόδια της κυρίας με την καπελαδούρα! Ντροπή! Κοκκινίσματα! Ρεζίλι σε ζαχαροπλαστείο αριστοκρατικό και παρουσία του ωραίου νέου (που ήταν κι από σπίτι)... Καταβαραθρώθηκαν όλα της τα όνειρα για μελλοντικό ειδύλλιο. Δε θέλησε να τον ξαναδεί απ’ την ντροπή της.
Όταν όμως πήγαμε εμείς στου Floca με τη μαμά, είχε παρέλθει η εποχή με τις καπελαδούρες και τα μονόκλ. Καθήσαμε και παραγγείλαμε καφέ viennois. Έβγαλα κι εγώ μια πίπα μακριά, τελευταίο μου λάφυρο από κάποιο παλαιοπωλείο κι άναψα τσιγάρο. Απέναντί μας καθόταν ένας καλοντυμένος τύπος γύρω στα 30 με 35 που με είχε καρφώσει. Εποίησα τη νήσσα. Κάποια στιγμή ο τύπος βγάζει ένα σημειωματάριο και μια πέννα κι άρχισε κάτι να γράφει. Τελειώνει τον καφέ του, πληρώνει και κατευθύνεται προς το τραπέζι μας.
-Μαντάμ, μου επιτρέπετε, λέει στη μαμά μου και στρέφει σε μένα.
-Δεσποινίς, η παρουσία σας με ενέπνευσε να γράψω αυτό. Και μου δίνει το χαρτί από το σημειωματάριο. Πιθανόν να μη λέει τίποτα ως ποίημα, συνέχισε, αλλά αυτό αισθάνθηκα και αυτό έγραψα. Σας ανήκει. Δε ζητώ τίποτε από σας. Ονομάζομαι Στέφανος.
Η μαμά μου έλυωσε με τον ιπποτισμό. Το ποίημα, αν θυμάμαι καλά, έλεγε κάτι για τα μάτια μου, πώς φαίνονται μαβιά στην αντανάκλαση από τις πέρλες πάνω στα μαύρα που φορούσα. Όμορφο σαν ποίημα. Δεν πρόλαβα να το χαρώ. Μου το βουτάει η μαμά μου και κατασυγκινημένη όταν επιστρέψαμε σπίτι διηγείται το περιστατικό απ’ το τηλέφωνο σ’ όλες της τις φιλενάδες κι όλους τους συγγενείς, διαβάζοντας τους στίχους του άγνωστου Στέφανου. «Και η Λένα μου ενέπνευσε έναν κύριο και της έγραψε ποίημα!» «Και τι ιππότης! Και πόσο αξιοπρεπής!» κλπ, κλπ. Ποιος ξέρει πού καταχώνιασε μετά το χαρτάκι· δεν το βρήκα. Στην πραγματικότητα και ποιήματα και τραγούδια μου αφιέρωσαν κι άλλοι. Αλλά αυτούς η μάνα μου δεν τους ήξερε.
Αλλά οι πέρλες έχουν όντως κάτι το μαγικό. Ένα βράδυ τις φόρεσα κι αποφάσισα να κάνω μπάνιο στη θάλασσα με Πανσέληνο. Φορώντας μόνο τις πέρλες. Θεία αίσθηση, ηδονική πάνω στο κορμί. Πλημμύρισα με ερωτικά συναισθήματα, κι ας μην ήμουν εκείνο τον καιρό ερωτευμένη με κανένα πρόσωπο υπαρκτό, κι ας μην ήταν κανείς παρών σ’ εκείνη τη στιγμή της απόλαυσης.
Οι πέρλες του Vermeer έχουν κάτι που μαγνητίζει. Ο ίδιος ο ζωγράφος φαίνεται υπνωτισμένος σ’ ένα στολίδι τόσο θελκτικό, καρπό της θάλασσας, σεληνιακό, όσο σεληνιακό είναι και το ίδιο το φεγγάρι, η Εύα, η Λίλιθ, η Ελένη, η Βερενίκη, η Βραυρωνία Άρτεμις, η Πότνια Θηρών, η Εκάτη, η Ιφιγένεια, η Φοίβη, η Ελεντάρι –η Κυρά των ξωτικών στο Silmarillion του Τolkien ή η Μadeleine, σκελετωμένη και μισότρελη στο βιβλίο του Pascal Quignar ‘Τοus les matins du monde’, που βηματίζει πάνω κάτω σε υπερδιέγερση κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, πριν κρεμαστεί με τα κορδόνια των παπουτσιών της στην κρεβατοκάμαρά της.
Κι ο Vermeer πάντρεψε στον πίνακά του ‘To κορίτσι με το φλάουτο’ δυο σύμβολά μου αγαπημένα.
Φλάουτο.
Το φλάουτο είναι ένας απ’ τους μεγάλους μου έρωτες. Όχι μόνο γιατί επέλεξα να πάρω μαθήματα σ’ αυτό το μουσικό όργανο.
____________________
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 23 Απριλίου 2008
Vejen, 14 Aπριλίου 2008
_____________________________
Οι μύλοι, το λευκό και το γαλάζιο κι ένα φλάουτο να αιχμαλωτίζει τον αέρα. Kαι να χάνεται ο ήχος πέρα απ’ τα πέλαγα. Μύκονος, Μάιος 1994
© Ελένη Καλλιανέζου