Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

Σκάλες Μείζονες



Κι όπως βλέπεις εσύ το μπλε κι εγώ το πράσινο, λίγο κίτρινο σου λείπει ~ για να 'χεις την αίσθηση του σύμμεικτου.
Δεν είναι καθόλου κακό το κίτρινο, κι ύστερα είναι κι αυτό μέσα στο "Ζωνάρι της Kυράς" που οι πολλοί καλούν ουράνιο τόξο.
Οι μύθοι είναι πέρα για πέρα αληθείς πως αν σταθείς εκεί που πέφτει η μια άκρη του ζωναριού βρίσκεις θησαυρό.
Παρέλειψαν ωστόσο να δηλώσουν τίνι τρόπω θα βρεις το θησαυρό αυτό (και πολύ καλά έκαναν, κατά τη γνώμη μου) κι έτσι οι περισσότεροι θνητοί είναι σαν τον γκαντέμη της ιστορίας που τον λυπήθηκαν οι αγγέλοι και του έβαλαν στο δρόμο που έκανε καθημερινά πάνω απ' το γιοφύρι μια τσάντα με φλουριά, αλλά αυτός αποφάσισε εκείνη την ημέρα να περάσει απ' το σημείο που ήταν ο θησαυρός με τα μάτια κλειστά.
Αλλά, σε τι θα ωφελούσε, αν κάποιος του έλεγε alta voce πως εκείνη την ειδική ημέρα θα έβρισκε στο δρόμο του χρυσάφι... Το πιθανότερο θα ήταν να περιγελούσε αυτόν που θα επιχειρούσε να του ανοίξει τα μάτια, γιατί οι περισσότεροι που έκαναν έργο ζωής το διαφωτισμό του ανθρώπινου είδους είτε κάηκαν στην πυρά είτε θεωρήθηκαν "σαλοί", παλαβιάρηδες, μουρλοί για δέσιμο, για τα κάγκελα, lunatics, matti, fous, kloge, tossede, disturbed, crazy σε σημείο που ο Ιερώνυμος Μπος να ζωγραφίσει ήδη απ' το τρίτο τέταρτο του 15ου αιώνα το γνωστό πίνακά του με την "Εξαγωγή της Πέτρας της Τρέλας".[1] Τη βγάζεις, γίνεσαι "ισορροπημένος άνθρωπος". Αν επιλέξεις να την κρατήσεις, τότε πρέπει να πάρεις τα βουνά ή να κρυφτείς στα πιο ανήλιαγα μέρη των δασών, αφενός για να μη σε καταλάβουν κι αφετέρου γιατί σου φαίνονται αφόρητες οι μωρολογίες των γύρω σου.
Λοιπόν, που λες, αν είσαι ανοιχτομάτης και δε σε έχουν εγχειρήσει για να σου βγάλουν την πέτρα που προκαλεί την τρέλα και περιμένεις υπομονετικά πότε θα βρέξει, μόλις βγει ξανά ο ήλιος τσουπ! νάτο το ουράνιο τόξο! Ωραία, θα μου πείς, κι αν είσαι στη μέση του λιβαδιού και η άκρη του βρίσκεται στην άλλη άκρη, πώς θα προκάμεις να φτάσεις μέχρι εκεί; Μέχρι να κάνεις δυο δρασκελιές, χάνεται της Κυράς η Ζώνη! Εδώ σε θέλω κάβουρα!
Θα ψάξεις να βρεις το καράβι που πάει στον ουρανό (κάνει συχνά δρομολόγια μεταξύ των συμπάντων) και θα σε πάει αυτό στο χρυσάφι. Τη ρότα την ξέρει. Τα δρομολόγια αναγράφονται καθημερινά πάνω στα σύννεφα. Ελάχιστες φορές έχουν καθυστερήσει. Κι αυτό συμβαίνει μόνο όταν τ' άστρα στήνουν χορό στους ουρανούς κι ο ήλιος ανατέλλει από τη δύση. [2]


KΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!


____________________________________________

Σημειώσεις:
© Ελένη Καλλιανέζου ~☺~ Vejen 14 Απριλίου 2009

buzz it!

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Τα Βάσανα μιας Ορφανής, Ανύπανδρης, Διανοουμένης Ιστολόγου.

Το να είσαι γυνή είναι δύσκολον. Το να έχεις πνευματικάς (λέμε τώρα) ανησυχίας και να είσαι και παραμυθατζού έτι δυσκολότερον. Το να ιστολογείς δυσκολότατον.




Έχεις να μαγειρέψεις...




Να βάλεις μπουγάδες...





Να σιδερώσεις... [1]


Αναλάβαμε το βαρύ φορτίο να ανανεώσουμε την Ανανεωτική Αριστερά και να σώσουμε τον κόσμο...




Και ποιήσαμε τα ΕΥ-ΩΝΥΜΑ


Έτσι, για να χαλαρώσουμε και να ξεκουραστούμε είπαμε στον εαυτό μας:

«Ποιήσωμεν νέον ιστολόγιον περί μουσικής κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν μας».






Και εγένετο φως!


Και ποιήσαμεν Ιστολόγιον περί μουσικής, αρμονιών και άλλων τινών ηχητικών σε μείζονες και ελάσσονες. Και εκαλέσαμεν αυτό Από τη Μουσική των Σφαιρών στη Musica Mundi...

Και τούτο προορίζεται ως ιστολόγιον ιστορικόν και ενθυμητικόν των δαιμονίων της μουσικής, επιμορφωτικόν των μουσικών τεκταινομένων, κριτικόν των περί τα μουσικά και ενημερωτικόν περί τα μουσικολογικά.


_________________________________________


[1] Προέλευση: Ludmilla Balfour, Flade, Galeri Gerly, Κοπεγχάγη



© Ελένη Συμεών Καλλιανέζου, εν Αθήναις τη 6η Φεβρουαρίου έτει δισχιλιοστώ εννάτω μετά την κοινώς παρά τω ανθρωπίνω γένει συνομολογουμένην γέννησιν του Σωτήρος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Αμήν.

buzz it!

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008

"Calendarium exercere"

Νικηφόρος Λύτρας, Κάλαντα, Συλλογή Ι. Σερπιέρη. Έργο ζωγραφισμένο μετά το 1873


Χτύπησαν την πόρτα δυο παιδιά να πουν τα κάλαντα. Αλβανάκια μάλλον. Έχοντας χρόνια ν' ακούσω Κάλαντα στην Ελλάδα, συγκινήθηκα στο χτύπημα της πόρτας.

Γιατί έμαθα να τιμώ τις παραδόσεις, έδιναν και οι γονείς μου σ' αυτές τη δέουσα σημασία.

Η μητέρα μου είχε έναν τρόπο δικό της μαγικό να δίνει γιορτινή ατμόσφαιρα στα ιδιαίτερα γεγονότα.

Χριστούγεννα θα στόλιζε το σπίτι, όχι με δέντρο, αλλά με μπάλλες, γιρλάντες, αγγελάκια στα παράθυρα, λαμπιόνια... Η Μικρασιάτισσα γιαγιά θα έφτιαχνε τους κουραμπιέδες, μελομακάρονα και τηγανίτες. Υπήρχαν ξηροί καρποί σε μπωλάκια, σταφίδες και στραγάλια και φουντούκια σε αφθονία, όπως και χουρμάδες και κυδωνόπαστο και γλυκοσούντζουκο που αγόραζε απ' την οδό Ευριπίδου... Έτσι έμαθα να συνδέω τις μέρες των Χριστουγέννων με τους χουρμάδες και την Πρωτοχρονιά με τα κυδωνόπαστα.

Το ίδιο θα γινόταν και τις Απόκριες: Το σπίτι θα γέμιζε μάσκες και σερπαντίνες και θα καθόταν με την αδερφή της με τις ώρες να μου φτιάξουν στολές από φόδρες, ρετάλια και παλιά φουρώ. Θα ντυνόμουν με δεκάδες στολές μέσα σε μια μέρα, ο ένας ρόλος άλλαζε, από απάχης μαρκησία, από ναύαρχος νεράιδα, από πεταλούδα γέρος.

Το Πάσχα αντίστοιχα. Γέμιζε το σπίτι μεγάλα κόκκινα μεταξωτά αυγά, κουνέλια, κοκοράκια με υλικά ευτελή.

Το σχολική περίοδος θα άνοιγε και θα έκλεινε με διπλό παγωτό καϊμάκι στην Πλατεία της Νέας Σμύρνης στο Ζαχαροπλαστείο «Ο Γιώργος».

Το ίδιο σημασία στις γιορτές έδινε και ο πατέρας μου. Ο ταραμάς την Καθαρή Δευτέρα έπρεπε να είναι άσπρος, η 25η Μαρτίου και των Βαΐων ήταν συνδεδεμένες με αλιάδα και τα Χριστούγεννα θα έβαζε κοστούμι και θα χόρευε με τη γυναίκα του Τζέημς Ντην «Hey Mambo, mambo italiano». Κρασί, ξηροκάρπια, φωταψίες.

Τώρα ισοπεδώνονται όλα... Και τα παιδιά δεν ξέρουν να λένε τα Κάλαντα σωστά. Απ' το «Καληνημέραν άρχοντες» κατευθείαν στο «Χριστού τη θεία γέννηση», μπουρδούκλωμα και το χέρι απλωμένο...

Πήγαν και μαθητές χτες να πουν τα κάλαντα στο Υπουργείο Παιδείας...

«... και με τη νέα τη χρονιά

πάλι θα συγκρουστούμε...», είπαν.

Αχ, μωρέ... Πού πήγε η έρμα μας; Όλα ένα ίσωμα.

Δεν έχει σημασία αν θρησκεύεται κάποιος ή όχι. Η πνευματικότητα όμως είναι κάτι βαθύτερο. Κι είναι λάθος να αποποιούμαστε την ταυτότητα και τις παραδόσεις συλλήβδην.

Γιατί αποτελούν μέρος της Ιστορίας μας και χωρίς ιστορία και ρίζες κανείς δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξή του στο χώρο και στο χρόνο.

...

Όταν αποφάσισα στα 25 μου να πάρω μαθήματα φλάουτου, η Ειρήνη, φίλη και κορυφαία στα θεωρητικά της μουσικής, μ' έφερε σε επαφή με τα βυζαντινά κάλαντα. Με εντυπωσίασαν (πέρα από την ακροστοιχίδα με τα γράμματα της αλφαβήτου που αρχίζει κάθε στίχος) και για τη μουσική τους. Κάθε στίχος έχει ανάμεσα εναλλάξ ένα «έρουρεμ, έρουρεμ, χέρου-ρέρου-ρέρουρέμ - Χαίρε Δέσποινα» και το «έρουρεμ, έρουρεμ, χέρου-ρέρου-ρέρουρέμ - Χαίρε Άχραντε»...

Ε, αυτό το ερουρέμ ηχητικά δίνει ρέστα!


Άναρχος Θεός καταβέβηκεν και εν τη Παρθένω κατώκησεν

Βασιλεύς των όλων και Κύριος, ήλθε τον Αδάμ αναπλάσασθαί
Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε, τάξεις των αγγέλων ευφραίνεσθε
Δέξαι Βηθλεεμ τον Δεσπότην σου, Βασιλέα πάντω και Κύριον
Εξ ανατολών Μάγοι έρχονται, δώρα προσκομίζοντες άξια
Ζητούν προσκυνήσαι τον Κύριον, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον
Ήνεγγεν αστήρν μάγους οδηγών, ένδον του σπηλαίου εκόμισεν
Θεός, βασιλεύς προαιώνιος, τίκτεται εκ κόρης Θεόπαιδος
Ιδών ο Ηρώδης ως έμαθεν, όλω εξεπλάγη ο δείλαιος
Κράζει και βοά προς τους ιερείς, τους δοξολογούντας τον Κύριον
Λέγετε σοφοί και διδάκαλοι άρα που γεννάται ο Κύριος;
Μέγα και φρικτόν το τεράστιον, ο εν ουρανοίς επεδήμησεν
Νύκτα Ιωσήφ ρήμα ήκουσε, άγγελος Κυρίου ελάλησεν
Ξένον και παράδοξον άκουσμα και η συγκατάβασις άρρητος
Ο μακροθυμίσας και εύσπλαχνος, πάντων υπομένει τα πταίσματα
Πάλιν ουρανοί ανεώχθησαν άγγλοι αυτού ανυμνήτωσαν
Ρήτορες ελθόντες προσέπεσον βασιλέα μέγαν και ένδοξον
Σήμερον η κτίσις αγάλλεται και πανηγύρίζει κι ευφραίνεται
Τάξεις των αγγέλων εξέστησαν επί το παράδοξον θέαμα
Ύμνους και δεήσεις ανέμελπον των πάντων δεσπότην και άνακτα
Φως εν τω σπηλαίω ανέτειλε και τοις εν τω σκότει επέλαμψε
Χαίρουσα η φύσις αγάλλεται και πανηγυρίζει κι ευφραίνεται
Ψάλλοντες Χριστόν, τον Θεόν ημών, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον
Ω Παρθενομήτορ και Δέσποινα, σώζε του εις Σε καταφεύγοντας.


Καλά Χριστούγεννα σε όλους από καρδιάς!


Το σκοτάδι δε νικιέται με σκοτάδι. Ούτε οι φόβοι με σκιές. Ένα άναμα του διακόπτη στο φως χρειάζεται. Και δεν το λέω ως πιστή χριστιανή. Γνωστόν γαρ ότι είμαι αγνωστικίστρια.







Ποντιακά Κάλαντα


© Eλένη Καλλιανέζου, Αθήνα 24 Δεκεμβρίου 2008

buzz it!

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008

Ο Αριστείδης, το Σαντούρι του και ο Ψύλλος


Στη μνήμη του Αριστείδη Μόσχου

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας μικρός τρίβολος ο Αριστείδης, που αγαπούσε πολύ το σαντούρι και χάλασε τον κόσμο να μάθει να παίζει κι αυτός. Με τα πολλά του φέρνει ο πατέρας του ένα κι άρχισε ο μικρός μαθήματα μ' ένα Ρουμάνο μάστορα στην τέχνη. Κι έγινε ο μικρός ξεφτέρι. Μα δεν έφτανε αυτό.

Μια μέρα πέφτει ο Αριστείδης να κοιμηθεί κι ήτανε στο μαξιλάρι του ένας ψύλλος.

-Βρε, ζαβολιάρη όλο τσιμπάς και δε μ' αφήνεις να κοιμηθώ. Ήρθε το τέλος σου!

Κι άρχισε ο Αριστείδης να βαράει δώθε – κείθε με μια πατσαβούρα να ξεπαστρέψει τον ψύλλο.

Ο ψύλλος του βγάνει τότε μια γλώσσα δυο χιλιόμετρα και του εκαυχήθηκε πως αν τονε αφήσει ζωντανό, θα γίνει στην τέχνη του σαντουριού άφθαστος.




Frederic Leighton, Music Lesson (Μάθημα Μουσικής), 1877, Guild Hall Art Gallery, Λονδίνο


-Και πώς, βρε του διαόλου μαμούνι θα γένει αυτό;

Ο ψύλλος τότε τον είπε βόδι και ζαγάρι και χαϊβάνι και ζωντόβολο κι αφού τον στόλισε κανονικά, τέλος του λέγει:

-Μπιτ μυαλό δεν έχεις! Θα σε τσιμπάω εγώ και θα σου ρουφώ το αίμα και μετά θα σου κάνω μάθημα μουσικής πάνω στις χορδές.

Του Αριστείδη του ανέβηκε τότες το αίμα στο κεφάλι, αλλά ο ψύλλος ήτανε ήδη πάνω στο σαντούρι.

Πιάνει τις μπαγκέτες κι ετοιμάζεται να τονε κάνει λυώμα, αλλά δίνει ο ψύλλος έναν πήδο και να 'σου τονε σε άλλη χορδή.

Πάει να τον κοπανήσει ο Αριστείδης ξαναπηδάει σε άλλη χορδή ο ψύλλος. Έτσι με το κυνήγι πατ εδώ και πατ εκεί κοπάναγε ο Αριστείδης τις χορδές κι έγινε μουσικός μεγάλος και τρανός.

Κάθε που έπαιζε σαντούρι, ο ψύλλος παρέα. Αυτός του έδειχνε τις νότες. Αλλά το βράδυ τον τσίμπαγε και τον δαιμόνιζε. Μα σαν πέθανε ο Αριστείδης, γέρος πια και δάσκαλος στης μουσικής την τέχνη, απόθανε κι ο ψύλλος απ' την πείνα.

Έψαχνα κι εγώ να βρω έναν τέτοιο ψύλλο να με μάθει να παίζω μουσική, αλλά μου είπανε ότι άλλο πράμα τα κοινά παράσιτα κι άλλο οι διακεκριμένοι ψύλλοι που γνωρίζουνε μουσική και συχνάζουν στα καφέ αμάν.


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 3 Δεκεμβρίου 2008

buzz it!

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

Ο Μικρός Βιολιστής κι η Γάτα του

Marc Chagall, Le violoniste (Ο Βιολιστής), 1911-14, Kunstsammlung Nordrhein-Westfalen, Düsseldorf, Γερμανία


Ζούσε μια φορά στα χρόνια τα παλιά στη μακρινή παγωμένη Ισλανδία ένα αγοράκι που το έλεγαν Χάραλντουρ, που η μάνα του ξαναπαντρεύτηκε έναν άντρα κακό και μοχθηρό που μισούσε το γιο της γυναίκας του.

Τον έστειλε λοιπόν να μείνει στο σπίτι του σκύλου, κλείδωνε το φαγητό, κι έδινε στο μικρό Χάραλντουρ να τρώει μόνο μπαγιάτικα ψίχουλα και να πίνει νερό απ' την τουαλέτα. Μετά τον βάραγε και τον έβαζε να κάνει δουλειές κι όταν ο κακομοίρης ο Χάραλντουρ -κατάκοπος το βράδυ- πήγαινε να κοιμηθεί στο χαλάκι του στο σπίτι του σκύλου και τουρτούριζε, τον ξύπναγε και τον έβαζε να ξανασκουπίσει και να πλύνει πάλι όλα τα πιάτα απ' την αρχή και μετά τον έβαζε και να γυαλίσει το πάτωμα με τη γλώσσα του.

Ο Χάραλντουρ είχε μια γάτα με φουντωτή ουρά, την κυρία Έρνα – Μαρία, που τα βράδια μιλούσε με ανθρώπινη λαλιά.

-Πού θα πάει αυτή η κατάσταση, κυρία Έρνα – Μαρία; Κλαψούριζε ο Χάραλντουρ στη γάτα.

-Ένας τρόπος υπάρχει. Να πας να μάθεις βιολί στον κύριο Γκούναρ, του απάντησε η γάτα με ύφος περισπούδαστο.

-Ο κύριος Γκούναρ είναι ένας γερο – παράξενος και δε θα με δεχτεί για μαθητή του χωρίς λεφτά.

-Βρε, άκου με κι εμένα που σου λέω!

Με τα πολλά πείστηκε ο Χάραλντουρ και την άλλη μέρα πάει και χτυπάει την πόρτα του Γκούναρ του βιολιστή.

-Βρε, καλώστο το Χάραλντουρ, σε περίμενα, λέει ο γερο – Γκούναρ στο μικρό και τον τράταρε παστό μπακαλιάρο και δυο τσικουλάτες.

Αμ' έπος, αμ' έργον, μόλις ο μικρός απόφαγε, αρχινάει ο γερο – Γκούναρ να τον διδάσκει βιολί.

Ντο, ρε, μι, ξεφτέρι ο μικρός, τ' άρπαζε με την πρώτη.

Φα, σολ, λα, σι, κι απ' την καλή κι απ' την ανάποδη, σε δυο ωρίτσες ο μικρός έκανε το δοξάρι να μιλάει πάνω στις χορδές.

-Άντε, φεύγα τώρα και μην πεις σε κανέναν τίποτα για τα μαθήματά μας. Εντάξει;

-Εντάξει.

Τούτο συνεχίστηκε για πολύν καιρό ακόμη· ο Χάραλντουρ πήγαινε κρυφά τα βράδια στο σπίτι του γερο – Γκούναρ και το πρωΐ συνέχιζε να κάνει τις δουλειές που τον υποχρέωνε ο πατριός του, να τρώει τα μπαγιάτικα ψίχουλα και να πίνει τα απόνερα της τουαλέτας.

Ένα βράδυ ο γερο – Γκούναρ λέει στο Χάραλντουρ:

-Γιε μου, με ξεπέρασες στην τέχνη του βιολιού και, μα τον Όντιν, δεν πιστεύω ότι σου παραβγαίνει άλλος κανείς βιολιστής σ' ολάκερη τη Σκανδιναβία. Να, πάρε το βιολί μου, που το χάρισαν νεράιδες στον παππού μου, κι ώρα σου καλή.

Παίρνει ο Χάραλντουρ το βιολί και πριν φτάσει στο κρεβάτι του μέσα στο σπιτάκι του σκύλου, άρχισε να παίζει μια μελωδία.

Δεν απόσωσε τα πρώτα μέτρα του κομματιού και το σπίτι του σκύλου μεταμορφώθηκε σε σπίτι δίπατο.

-Επ, επ! Τι βλέπουν τα μάτια μου; Μουρμούρισε και σχεδόν κατουρήθηκε απ' τη χαρά του.

Μπαίνει μέσα στο σπίτι και βρίσκει τον πατριό του να τρώει δώδεκα ταψιά με κουλουράκια.

-Να πας να πλύνεις τα ταψιά, λέει τότε εκείνος στο Χάραλντουρ.

Πιάνει ο μικρός δεύτερη μελωδία στο βιολί και πουφ! μεταμορφώθηκε ο πατριός του σε ποντικό.

Δίνει μια η γάτα, η κυρία Έρνα – Μαρία και τον έκανε μια χαψιά.

-Άλλη φορά, να ακούς τα ζώα που μιλάνε, λέει τότε η γάτα στο Χάραλντουρ και έγλειψε τη δεξιά της πατούσα, αφού χάιδεψε το μικρό βιολιστή με τη φουντωτή ουρά της.


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 24 Νοεμβρίου 2008




buzz it!

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Τα Γράμματα, Οι Λέξεις - Ο, patria mia

Οι μύθοι στην οικογένεια με θέλουν να μίλησα πολύ νωρίς, πέντε μηνών. Κι ήτανε, λέει, η πρώτη μου λέξη «μπαμπά». Αυτό, κατά τις διηγήσεις της μακαρίτισσας της μητέρας μου, έγινε ως εξής:
Καθόταν ο πατέρας μου πάνω απ' την κούνια μου ώρες ατέλειωτες κι επαναλάμβανε:

-Μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά.

Η μητέρα μου τον κορόιδευε.

-Μα, τι νομίζεις ότι κάνεις;

-Κάνε δουλειά σου, της απαντούσε.

Ένα βράδυ τη σκούντησε μέσα στον ύπνο της.

-Ξύπνα, το παιδί μίλησε.

-Άει, παράτα μας, του απάντησε εκείνη.

-Λόγω τιμής, της λέει εκείνος. Το παιδί είπε «μπαμπά».

Ήρθε η ώρα να με θηλάσει. Γύρισα και την κοίταξα και είπα «μπαμπά». Τότε, λέει, παρολίγο να της πέσω απ' τα χέρια. Πήρε τον παιδίατρο τηλέφωνο, προσποιούμενη ότι είχα πυρετό. Όταν ο γιατρός με εξέταζε, αφού τη σκυλόβρισε, γιατί ήταν και φίλος οικογενειακός, γιατί τον ξεσήκωσε άδικα και με πήρε αγκαλιά, τον είπα και αυτόν «μπαμπά». Και δεν ήταν αυτό το συλλαβικό «μπα, μπα, μπα» που λένε τα βρέφη. Ήταν καθαρότατο «μπαμπά».

Ο πατέρας μου κατουρήθηκε απ' τη χαρά του και θριαμβολόγησε. Έβγαλε κόρη σαΐνι.

Μετά με φόρτωσε με βιβλία, στην αρχή παραμύθια με εικόνες μαγικές, ύστερα μυθιστορήματα.

Θυμάμαι σαν να ήταν χθες, χειμώνα στο καθιστικό, τυλιγμένη με κουβέρτα στο ντιβάνι και τριγύρω μου βιβλία ανοιχτά, τα κοίταζα σαν υπνωτισμένη.

Ύστερα, πριν ακόμη πάω σχολείο, η μητέρα μου «εφηύρε» ένα παιχνίδι. Έραβε κι επαναλάμβανε:

-Άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα, ακολουθώντας την επιτυχημένη συνταγή του πατέρα μου, αν και εκείνος δεν ήταν πια στο σπίτι.

Κάποια στιγμή εκνευριζόμουν κι έλεγα:

-Ουφ, βρε μαμά! Σταμάτα πια με το «άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα»!

Εκείνη δεν έδινε σημασία. Την άλλη μέρα συνέχιζε:

-Έψιλον, ζήτα, ήτα, θήτα.

Και την τρίτη, όλα μαζί: άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα, έψιλον, ζήτα, ήτα, θήτα.

Έτσι έμαθα το αλφάβητο πολύ πριν πάω νηπιαγωγείο.

Μετά άρχισε η γραφή.

-Έλα, γιαγιά να ζωγραφίσουμε. Και ζωγραφίζανε γράμματα. Μ' έτρωγε η περιέργεια κι η επιθυμία να συμμετέχω. Κάπως έτσι λύθηκε και το κεφάλαιο γραφή, το οποίο συνεχίστηκε με πινακάκια με γράμματα καρφωτά σα σφηνάκια και κύβους. Μετά ήταν θέμα χρόνου να αρχίσω να διαβάζω μόνη μου στην αρχή τα παραμύθια κι ύστερα μυθιστορήματα. Πρώτα τα παιδικά, ύστερα τα «απαγορευμένα» απ' τα επάνω ράφια της βιβλιοθήκης. Μετά δε με προλαβαίνανε. Σ' ένα βιβλίο για δεινοσαύρους ή για γεωγραφία έκρυβα Καραγάτση ή Ανατόλ Φρανς ή τη «Νανά» του Ζολά.

Όταν τρώγαμε κοτόπουλο, βάζαμε στοίχημα γιάντες. Εγώ θα ήμουνα υπάκουη και τακτική, αν έχανα, εκείνη, αν έχανε, θα μου αγόραζε κάποια βιβλία. Τις περισσότερες φορές έχανε. Το κόλπο ήταν απλό: Πήγαινα στο κρεβάτι με κάποιο βιβλίο, ενώ έπρεπε να κοιμηθώ και φρόντιζα να με πάρει χαμπάρι.

-Τι έχεις κάτω απ' τα σκεπάσματα;

-Τίποτα.

Τα άνοιγε. Κρατούσα σφιχτά το βιβλίο.

-Δε στο δίνω!

Το τράβαγε.

-Όχι, δε θα το πάρεις!

Θύμωνε.

-Τι έκανε λέει;

Άφηνα σιγά σιγά το βιβλίο να της γλιστρήσει στα χέρια. Έπεφτε στην παγίδα.

-Γιάντες, έχασες! (Κοστολογείτο με Παπαδιαμάντη. Όχι κι άσχημα).

Τα Σαββατοκύριακα που έβλεπα τον πατέρα μου είχα ακόμη πέντε έξι βιβλία. Αυτά που είχε συνήθως διαβάσει και δεν ήθελε να του πιάνουν χώρο πια στη βιβλιοθήκη του.


Μετά πιάσαμε τις όπερες. Τηλεόραση δεν υπήρχε, ιδιοτροπία της μητέρας μου. Ραδιόφωνο.

Τρίτο Πρόγραμμα, «Το Θέατρο της Κυριακής» και της Τετάρτης στο Πρώτο και «η Όπερα της Εβδομάδας», κάθε Πέμπτη βράδυ, ώρα δέκα. Προλόγιζε η Αθηνά Σπανούδη. Μετά σφύριζα τις μελωδίες. Άρχισα να συγκρίνω εκτελέσεις της Άννας Μόφφο ή της Τεμπάλντι στην Τραβιάτα με την αντίστοιχη της Κάλλας. Υπερτερούσαν τα πάντα υπέρ της τελευταίας. Δε συγχωρούσα τις επιφανειακές εκτελέσεις ή τις άσκοπες τρίλλιες, που δε σέβονταν το συνθέτη.

Κάποια Κυριακή, όταν με πήρε ο πατέρας μου σφύριζε, θυμάμαι το εμβατήριο από την Αΐντα, που είχε τύχει να ακούσω το προηγούμενο βράδυ. Τον κοίταξα με δέος.

-Το ξέρεις;

Με κοίταξε ειρωνικά.

-Εσύ, τι λες;

Η Αΐντα ήταν η δεύτερη όπερα που απέκτησα ολοκληρωμένη. Φυσικά, στον ομώνυμο ρόλο η Κάλλας. Κι αυτό βάσει συμφωνίας, καθιερωμένη απ' τη γιαγιά. Κάθε φορά που αρίστευα στο σχολείο (φαινόμενο σύνηθες) ή μετά από τους βαθμούς του τριμήνου, η γιαγιά η Μαρίκα καθιέρωσε ένα τελετουργικό: Μια ολοκληρωμένη όπερα με την Κάλλας. Έτσι σε τρυφερή ηλικία απέκτησα μια αξιόλογη συλλογή από όπερες.

Η Αΐντα είναι μια σκλάβα απ' την Αιθιοπία, κόρη του ηττημένου Αμονάστρο, του βασιλιά της Αιθιοπίας από το Φαραώ της Αιγύπτου. Δορυάλωτη δούλα στην κόρη του Φαραώ, την Αμνέρις και εκβιασμός στον πατέρα της. Αν σηκώσει κεφάλι εναντίον της Αιγύπτου, η Αΐντα θα πεθάνει. Η ατυχία της είναι ότι θα ερωτευτεί τον αρχιστράτηγο των αιγυπτιακών στρατευμάτων και νικητή των πολεμιστών Αιθιόπων, Ρανταμές, τον οποίο διεκδικεί και η κόρη του Φαραώ. Και η Αΐντα διχάζεται ανάμεσα στον έρωτα και στην αγάπη της στον πατέρα της.

Ο, patria mia. Ω, πατρίδα μου...

Αλήθεια, τι είναι η πατρίδα χωρίς τον πατέρα;

Χωρίς πατρίδα είσαι άπατρις. Χωρίς πατέρα τι είσαι; Και τι είναι η πατρίδα μας, μην είν' οι κάμποι... Όλα πατρίδα μας κι αυτά κι εκείνα;

Όταν ο Ρανταμές, θα φέρει στη Αίγυπτο σκλάβο και τον Αμονάστρο, τον πατέρα της Αΐντας, αυτή θα τρέξει στην αγκαλιά του.

-Non sei mia figlia! Dei faraoni tu sei la schiava! Δεν είσαι κόρη μου. Θα της πει ο πατέρας της. Είσαι η σκλάβα των Φαραώ.

Και η Αΐντα θα πεθάνει στο τέλος ά-πατρις... Immenso Ftha! Mortal, diletto ai Numi...


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 5 Αυγούστου 2008

buzz it!

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

Χίλιες και Μία Δακρύβρεχτες Μελωδίες (Μπλογκοπαίχνιδο)

O νεαρός ιερομόναχος Τοβένιος, όστις περιδιαβάζων εις τον κόσμον, σε άδεια απ’ τον ηγούμενο της Ιεράς Μονής ίνα εύρη το νόημα του ανθρωπίνου βίου, έφθασε χτες, εν τω μέσω της νυκτός εις το ταπεινό ενδιαίτημα της μοναχής Αστεροεσσίας, ήτις μετανοούσα εις το εν Δανιμαρκία κελλίον της, αναπολούσε τας ημέρας των ηδονών και των ακολασιών της.

Αφού επροσευχήθηκαν και οι δύο διά την σωτηρίαν των αθλίων ψυχών των, ο Γέρων Τοβένιος εζήτησε απ’ την Γερόντισσα εξομολόγησιν εν Κυρίω, πλήρη ταπείνωσιν και μεταμέλειαν εμπρός των οφθαλμών του Κυρίου, αρχής γενομένης εκ των μελωδιών, ύμνων, τροπαρίων, κοντακίων και εξαποστειλαρίων, άτινα φέρουν εις την μοναχήν Αστεροεσσία δάκρυα μετανοίας και θείου προς τον Κύριον έρωτα.

Έτσι λοιπόν αρχίζει η εξομολόγησις της μοναχής:



Εις ηλικίαν μόλις δέκα ετών, η νεαρά παρθένος έτυχε να ακούσει εις το ραδιόφωνον αναμετάδοσιν κονσέρτου μετά της μεγάλης αοιδού του μελοδράματος, η οποία μόλις είχε αφήσει τον μάταιον τούτον κόσμον διά τους λειμώνας των αιωνίων μονών, Μαρίας Κάλλας. Το κονσέρτο άρχιζε με την ουβερτούρα από τη «Δύναμη του Πεπρωμένου» του Ιωσήφ Βέρντι και συνέχιζε με την άρια από τη σκηνή της τρέλας της Oφηλίας από τον «Άμλετ» του Thomas. Η κορασίς εδάκρυσε. Αργότερα και μέσα στον ίδιο χρόνο η σεπτή αείμνηστος μήτηρ της, την εσυνόδευσεν εις το λυρικόν θέατρον «Ολύμπια» εις παράστασιν της «Tραβιάτας» του Βέρντι (ήτις εις την ελληνικήν μεταφράζεται «Η Παραστρατημένη»). Η μικρά εμαγεύθη και εσυγκινήθη σφόδρα βλέπουσα την υψίφωνον εις την β’ πράξιν να ικετεύει τον πατέρα του εραστού της διά οίκτον, όταν αυτός της ζητεί να εγκαταλείψει τον υιόν του, καθόσον ο νέος είναι από σόι κι έχει και αδερφήν απάντρευτον και αυτή είναι μία (θου, Κύριε, φυλακή τω στόματί μου) εκδιδομένη επί χρήμασιν. Η νεαρά κόρη, κατά κόσμον Ελένη, έκλαυσεν τέλος με λυγμούς, όταν η φθισική ηρωΐς και παραστρατημένη Βιολέττα Βαλερύ θα αφήσει την τελευταία της πνοή εις το θλιβερόν της διαμέρισμα, λησμονημένη από τους εκατοντάδες εραστάς της. Μόνη παρηγοριά ότι ο ανήρ τον οποίον η δύστυχη Βιολέττα ηράσθη σφόδρα ήτο παρών, όταν αύτη κλίνοντας την κεφαλή σε μία διακοπείσα κορωνίδα θα παραδώσει το πνεύμα της.

Εις ηλικίαν ένδεκα ετών, η μετανοούσα μοναχή Αστεροεσσία και κατά κόσμον Ελένη έκλαυσε και πάλι οδυρομένη, όταν παρακολούθησε εις τον κινηματογράφον τα μπαλέτα Μπολσόι σε παράστασιν του «Ιβάν του Τρομερού» και μουσική Προκόφιεφ. Η μουσική ήτο το ένδυμα εις την κίνησιν των σωμάτων του τσάρου Ιβάν και της ωραιοτάτης και αδικοχαμένης πρόωρα από δηλητήριον γυναικός του, Τσαρίνας Αναστασίας.

Εις ηλικίαν δώδεκα ετών, η έφηβος πλέον Ελένη κατά κόσμον θα παρακολουθήσει εν Επιδαύρω το «Ρέκβιεμ» του Βέρντι με την ορχήστρα και χορωδία της Σκάλας του Μιλάνου και σε μουσική διεύθυνσιν του Κλάουντιο Αμπάντο. Τα τριζόνια, η ζέστη της θερινής νυκτός, οι εν τω ουρανώ αστέρες και οι εν τη γη λαμπτήρες των αναλογίων της ορχήστρας, συνδυασμένα με την υποβλητικήν μουσικήν του “Dies Irae” του μουσουργού, πάλι θα συγκινήσουν τη νεαρά, που κλαίουσα θα χειροκροτεί στο τέλος ενθουσιωδώς και επί είκοσι λεπτά τους μουσικούς και τραγουδιστάς αλλαλάζουσα «Bravo!» και «Βrava!»

Ομοίως όμως η μικρά Ελένη θα κλαίει, όταν άδει και επαναστατικά άσματα του Μίκη Θεοδωράκη, αντάρτικα, τις μπαλλάντες του Μαουτχάουζεν και τα μεγάλα της σουξέ, τα οποία τραγουδούσε σόλο εις στο σχολείον: «Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις», σε ποίηση Ρίτσου, την «Ωδή του Κάλβου» (όσοι το χάλκαιον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας ας έχωσιν, θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία), καθώς και τα νέγρικα του Λοΐζου «Μάτι κίτρινο θολό, νέγρα μάνα ξαγρυπνάει» και «Ο γέρο νέγρο – Τζιμ», ξεσηκώντας ταυτοχρόνως και τους συμμαθητάς της εις θύελλαν ενθουσιασμού, φρενήρη χειροκροτήματα και σφυρίγματα επιδοκιμασίας.

Εις ηλικίαν 18 ετών η νεαρά Ελένη θα αμαρτήσει και θα δώσει την παρθενίαν της εις νέον της Σιδώνος[1]. Όταν η νεαρά άφρων αμαρτωλή εγνώρισε τον νέον, σιγοσφύριζε το τραγουδάκι του Georges Brassens σε ποίηση Louis Aragon “Rien n’est jamais acquis à l’ homme, ni sa force, ni sa faiblesse, ni son coeur, et quand il croit ouvrir ses bras, son ombre est celle d’une croix”, που τελείωνε με το «Ιl n’ y pas d’ amour heureux» (=δεν υπάρχει ευτυχισμένος έρωτας). Το σφύριζε και δάκρυζε, ομοίως όπως εδάκρυζε ακούγοντας την άρια της αυτοκτονίας της Μπατερφλάι ή το Suicidio από τη Gioconda, όταν ο έρως τη διέψευσεν.


Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Η Ωραία Ανδριάννα των Αθηνών[2], Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου

Από καιρού εις καιρόν εδάκρυζε και πάλι με άσματα «δεν το περίμενα πως ήμουνα για σε ο πασατέμπος σου για να περνά η ώρα», «μην απελπίζεσαι και δε θ’ αργήσει, κοντά σου θα ‘ρθει μια χαραυγή καινούργια αγάπη να σου ζητήσει, κάνε λιγάκι υπομονή», το τραγουδάκι του Cohen “Dance me to the end of love”, fados της Amália Rodrigues, τραγούδια της Piaf, του Aznavour, τραγούδια του Νικόλα του Άσιμου, τραγούδια του Χατζηδάκι, τραγούδια των Γρεκάνων της Νοτίου Ιταλίας, Enio Morricone και Nino Rota, ιρλανδέζικες άρπες και βιολιά, τσιγγάνικες μελωδίες, τη Βέμπο στο «Δεν είναι γόης, δεν είν’ ωραίος και κολυμπάει μέσα στο χρέος, γιατί; Κι ένα κοστούμι μονάχα έχει, που το φοράει χιονίζει – βρέχει, γιατί;... Μα τον λατρεύω κι είναι το φως μου, γιατί είναι βλέπεις ο άνθρωπός μου»

Θα κλαύσει πικρώς με Ορφέα Περίδη «όσα τ’ ανακατέματα του τούρκικου καφέ τόσα ξενύχτια έκανα κι εγώ για σένανε», θα οδυρθεί με τον Παπάζογλου στο «δώσμου λοιπόν το τελευταίο μας φιλί και ας καπνίσουμε μαζί κι ένα τσιγάρο», ενώ εις το χωριό των Άνω Καρυών Αρκαδίας, όταν ανέσκαφε εις το Λύκαιον Όρος, τις μοναχικές της νύχτες θα τραγουδά μόνη της τα βράδια το «Δεν είν’ αυγή να σηκωθώ, να μην αναστενάξω, άστρο της αυγής, γιατί αργείς να βγεις;» και το «Νοτιάς φυσάει γι’ αγκαλιά. - νοτιάς φυσάει κι αγκαλιά έχω μι’ αγάπη μου παλιά». Όμως η μοναχή ήτο μοναχή της.

Ή θα κλαίει και πάλι στο θέατρο της Δωδώνης με το Jan Garbarek, έναστρη νύχτα θερινή να παίζει τα δώδεκα φεγγάρια του.

Στη Σίφνο θα βουρκώνει με Ζαμπέτα τα βράδια, στο μαγαζί του «Αράπη». (Το παρατσούκλι Αράπης, γιατί είχε μανία να βάζει Ζαμπέτα στον καφενέ και το γνωστό «Ο μαύρος, ο σκύλος, ο αράπης, ο ταμ ταμ», και το «η βρόχα έπεφτε στρέιτ θρου»), αλλά και με Χαΐνηδες:

Tις νύχτες του καλοκαιριού που ‘ριχνε τα μαλλιά σου
ένα αεράκι μόρτικο μες στη θολή ματιά σου
θυμάσαι το μπαρμπα Στελλή με τσ’ ώρες να μιλεί
για ένα μικρό Σαρακηνό κουρσάρο τον Αλή

Μικρό παιδί το πήρανε και το ‘ψησε η αρμύρα
τρανός κουρσάρος γίνηκε, έτσι το ‘γραφε η μοίρα
έλεγε ο γέρος κι έπεμπε το λογισμό μου αλλού
μα επάτουνα στα χνάρια σου στην άκρη του γιαλού

...

Στην Κέρκυρα μετά την ανασκαφή, στο Κανόνι, στην ταβέρνα του Τζόγια, κλάμα και πάλι και η αμαρτωλή Ελένη συγκινημένη ύστερα από κάμποσα ποτηράκια οίνου θα τραγουδάει μαζί με την κομπανία: «Σύρτε μάτια, σύρτε φρύδια, σύρτε στο καλό, της αγάπης μου να πείτε πως παντρεύτηκα, πήρα μάγισσα γυναίκα, μάγισσας παιδί...»[3]. Μία εκ των πολλών φορών, όπου της επροτάθη, άμα τη λήξει της συμβάσεως εις την αρχαιολογικήν υπηρεσίαν να παραμείνει εις την νήσο διά νυχτοκάματον άδουσα. Φευ, όμως! Γενετική ανωμαλία εις την αμαρτωλήν την έκαμε διά μίαν ακόμη φορά να αρνηθεί να κάμει επί χρήμασιν αυτό που η ψυχή της ποθεί και πράττει ευχαρίστως άνευ αργυρίων.

Θα ψυχορραγήσει με το Διγενή που «ψυχορραγεί κι η γης τονε τρομάσσει κι η πλάκα τον ανατριχιά πώς θα τονε σκεπάσει», ή με «τ’ αγρίμια κι αγριμάκια μου», με τη «Sonnerie de Sainte Geneviève du Mont de Paris» του Μarin Marais ή εξιστορώντας πώς:

Ήτανε μια φορά, μάτια μου, κι έναν καιρό
μιαν έμορφη κυρά αρχόντισσα, να σε χαρώ
Μια μικροπαντρεμένη, κόρη ξανθή
τον κύρη της προσμένει βράδυ – πρωΐ...

Αλλά και πάλι θα κλαύσει και θα στενάξει στις Gymnopédies ή στις Gnossiennes του Erik Satie, στο Fandango του Luigi Boccherini και στο «Μην κλαις, μικρή μου κι έπνιγες ανοιγισμό στα στήθη, εμείς οι δυο θα κάμωμε τον κόσμο παραμύθι»

Και εδώ η μοναχή Αστεροεσσία σταματά, καθόσον ο ήλιος δύων καλεί διά τον Εσπερινόν.

Άξιον εστί κι ας είν’ ευλογημένο!

_______________________________________


Σημειώσεις

[1] Bλέπε ανάρτηση:
Hippocampus Guttulatus [1] σε μια μαύρη Ford.
[2] Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον πίνακα του Θεόφιλου στο ιστολόγιο dyosmaraki: Zωγραφίζοντας μια ιστορία. - Η ωραία Αδριάνα των Αθηνών (Θεόφιλος) και το Βατραχονήσι
[3] Ολόκληρο το τραγούδι στην ανάρτηση:
Memorabilia



01 - tis giagias ta paramithia.mp3 - Hainides


© Ελένη Καλλιανέζου, εν Vejen Δανίας, 24 Ιουνίου 2008 και η Εκκλησία τιμά τη μνήμη των Χριστίνης Μάρτυρος, Καπίτωνος Μάρτυρος, Υμεναίου Μάρτυρος, Ερμογένους Μάρτυρος, Θεοφίλου Νεομάρτυρος του Ζακυνθίου, Αθανασίου Νεομάρτυρος του από Γκίου.

buzz it!

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Φλάουτο και Πέρλες σε Αναγεννησιακή πολυγαμία.


Johannes Vermeer, Meisje met fluit (Το κορίτσι με το φλάουτο), 1665 -1667, Νational Gallery of Art, Washington DC
Aπό τα αμφιλεγόμενα έργα του Vermeer, αν και η κοπέλα φορά τα ίδια σκουλαρίκια με την άλλη στο γνωστό έργο του καλλιτέχνη “Het meisje met de parel” (To κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι). Η επανάλειψη μοτίβων στους πίνακες του Vermeer είναι από τα τυπικά χαρακτηριστικά του ζωγράφου. Περισσότερα στο άρθρο του
Norbert Schneider “Vermeer, Veiled Emotions, Leitmotifs in Vermeer’s Art”.


Johannes Vermeer, Het meisje met de parel (Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι), γνωστό και ως ‘η Μόνα Λίζα του Βορρά’ 1665, Mauritshuis, Χάγη

***

Femme de Renaissance με σωματότυπο των γυναικείων μορφών του Gustav Klimt.

Το θάνατο τον εχθρεύομαι. Γιατί μια ζωή είναι πολύ μικρή για να γνωρίσεις όλα τα χρώματα, ν’ αφουγκραστείς όλους τους ήχους, να γευτείς όλα τα κρασιά.
Γιατί πότε θα προλάβεις να ανακαλύψεις αυτά που ανακάλυψαν άλλοι και πότε θα προλάβεις να κάνεις τις δικές σου ανακαλύψεις, να ζωγραφίσεις τους δικούς σου πίνακες, να συνθέσεις τη δική σου μουσική...
Γιατί ο χρόνος είναι λιγοστός για πράξη ‘σπουδαία και τελεία, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω...’ ως άτομο δρων ‘και ου δι’ απαγγελίας’...
Από το εγχειρίδιο ως την πρακτική οποιασδήποτε πράξης μεσολαβεί κάματος και πολύς, υπερβολικά πολύς χρόνος, για να σου περισσέψει αρκετός και για να ζήσεις.

Πάντα μου φλέρταρα με τις υπερβάσεις. Ίσως απωθημένο απ’ τα παιδικά μου χρόνια˙ ο έπαινος της μάνας μου πάντοτε φειδωλός...
Κάθε φορά που αρίστευα στο σχολείο, γυρνούσε και μου ‘λεγε «Μπορείς και καλύτερα». Μέχρι που κάποτε στην τελευταία τάξη του Λυκείου έφερα στο τρίμηνο μέσο όρο 20 καθαρό. Από κεκτημένη ταχύτητα μου είπε «Μπορούσες και καλύτερα». Γύρισα και την κοίταξα. Εντούτοις, αν και ο παραλογισμός ήταν εμφανής, εγώ ήξερα μέσα μου ότι πράγματι «μπορούσα και καλύτερα». Κι αυτό με στοίχειωσε στη ζωή μου τόσο, ώστε να βλέπω το δέντρο και να χάνω το δάσος.
Για να μεγαλουργήσεις σ’ έναν τομέα χρειάζεται έρωτας και προσήλωση σ’ έναν σκοπό σε βαθμό μονομανίας. Όταν όμως το πρότυπό σου είναι ο Aναγεννησιακός homo universalis, πολυσχιδής και πολύπλευρος, δεν μπορείς να είσαι στους έρωτές σου πιστός. Γιατί το πρότυπο του Αναγεννησιακού ανθρώπου προϋποθέτει γνωστική πολυγαμία. Όχι το είδος της Δονζουανικής πολυγαμίας· οι έρωτες δε σου περνούν ποτέ όταν ερωτεύεσαι κάτι άλλο. Επανέρχεσαι στις παλιές σου αγάπες πάντα με νοσταλγία. Κι αν έχεις και θρησκευτικό παρελθόν, τότε τα πράγματα χειροτερεύουν. Γιατί στους νόστους σου προστίθενται και οι χριστιανικές ενοχές. Απίστησες, αμέλησες, κι ας είσαι στο βάθος φιλέρημος περιπατήτρια. Αλλά κανείς επιστήμονας δεν έβαλε μέχρι τώρα το χεράκι του για να διαστέλλεται ο χρόνος, εκτός κι αν ταξιδεύεις στο διάστημα με την ταχύτητα του φωτός ή σαν το μάντη Επιμενίδη κοιμηθείς τη νύχτα στο ναό του Επικουρίου Απόλλωνος για να ξυπνήσεις 50 χρόνια μετά. Και στον ύπνο σου δε δρας· παρακολουθείς μοναχά σα σε κινηματογραφική ταινία ό,τι το υποσυνείδητό σου περισυνέλεξε όταν δρούσες.

Mαύρο μαργαριτάρι στο όστρακο, (Φωτογραφία: Mila Zinkova)

Πέρλες.


Θα ήμουν γύρω στα 24, όταν έπιασαν τη μάνα μου ασυνήθιστες χουβαρντοσύνες κι αποφάσισε να μου αγοράσει
πέρλες. Τις πέρλες δεν τις βρήκα ποτέ παλιομοδίτικες. Εξάλλου ταίριαζαν με το στυλάκι του Μεσοπολέμου που είχα. Φέρνανε κάτι από τη belle époque, τα φουστάνια του 1918, με τα μποτίνια από μέσα να διακρίνονται, το κατσαρωμένο με το σίδερο μαλλί, και τις σταρ του βωβού κινηματογράφου. Πάντα δε, κούρευα τα μαλλιά μου καρεδάκι σε διάφορα μεγέθη, με μύτες ή άνευ, κολπάκια ή αυστηρά, εκτός μιας εποχής γύρω στα 30 μου που αποφάσισα να αλλάξω στυλ και κουρεύτηκα αυτή τη φορά τσάρλεστον. (Όχι Γιάννης, Γιαννάκης).
Κάναμε περατζάδα απ’ όλα τα μαγαζιά της Αγίου Μάρκου, το ένα κολλιέ μου ξίνιζε, το άλλο μου βρώμαγε, τελικά βρήκα κάτι της αρεσκείας μου
–και το μάτι μου έχει μια ιδιοτροπία να φλερτάρει πάντα το πιο ακριβό, παπαί!
Τελικά μου αγόρασε δυο σειρές πέρλες
κι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια. Ένωσα τα δυο κολλιέ και τα έκανα μια τεράστια σειρά, που τις έδεσα αλά Channel, στο χέρι μου φορούσα ήδη ένα κολλιεδάκι με πολύ μικρότερες σε μέγεθος πέρλες, σα βραχιολάκι. Το image ολοκληρώθηκε.
-Πάμε τώρα στου Floca για καφέ ή παγωτό, μου λέει.

Μάλλον είχε θυμηθεί τα νιάτα της στη δεκαετία του ’50 και το ανεκδοτάκι μ’ έναν νέο της παρέας της, θαυμαστή της κι επίδοξο εραστή. Πήγανε, λέει στου Floca. Απέναντι καθόταν μια κυρία με καπελαδούρα, και σε άλλα τραπέζια κάποιοι σνομπ με μονόκλ... Ο σερβιτόρος έρχεται και ο καβαλλιέρος της μαμάς τον ρωτάει τι προτείνει. Εκείνος άρχισε ένα κατεβατό από γλυκά στα ιταλικά και στα γαλλικά, τα οποία η μαμά μου αγνοούσε. Κάποια στιγμή πιάνει το αυτί της παγωτό κασσάτο. Παραγγέλνει λοιπόν κασσάτο. Της το φέρανε σε ένα επίπεδο μπαφόν τετράγωνο πιατάκι με μαχαίρι και πηρούνι. Πάει ελαφρώς να το αγγίξει, αυτό ήταν σκληρό σαν μπετόν αρμέ. Η μαμά έπεσε σε περισυλλογή:
«Άραγε περιμένουμε λίγο να λυώσει και μετά το χτυπάμε λίγο με το μαχαίρι, ενώ πριν το έχουμε καρφώσει με το πηρούνι;», αναρωτιέται.
Κάποια στιγμή, ενώ προσπαθεί να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο, πολεμώντας ταυτόχρονα να μη χάσει και την αυτοκυριαρχία της μπροστά στο συνοδό της, πάει να καρφώσει το παγωτό....
La catastrophe! To παγωτό αυτομολεί και βρίσκεται απέναντι στα πόδια της κυρίας με την καπελαδούρα! Ντροπή! Κοκκινίσματα! Ρεζίλι σε ζαχαροπλαστείο αριστοκρατικό και παρουσία του ωραίου νέου (που ήταν κι από σπίτι)... Καταβαραθρώθηκαν όλα της τα όνειρα για μελλοντικό ειδύλλιο. Δε θέλησε να τον ξαναδεί απ’ την ντροπή της.

Όταν όμως πήγαμε εμείς στου Floca με τη μαμά, είχε παρέλθει η εποχή με τις καπελαδούρες και τα μονόκλ. Καθήσαμε και παραγγείλαμε καφέ viennois. Έβγαλα κι εγώ μια πίπα μακριά, τελευταίο μου λάφυρο από κάποιο παλαιοπωλείο κι άναψα τσιγάρο. Απέναντί μας καθόταν ένας καλοντυμένος τύπος γύρω στα 30 με 35 που με είχε καρφώσει. Εποίησα τη νήσσα. Κάποια στιγμή ο τύπος βγάζει ένα σημειωματάριο και μια πέννα κι άρχισε κάτι να γράφει. Τελειώνει τον καφέ του, πληρώνει και κατευθύνεται προς το τραπέζι μας.
-Μαντάμ, μου επιτρέπετε, λέει στη μαμά μου και στρέφει σε μένα.
-Δεσποινίς, η παρουσία σας με ενέπνευσε να γράψω αυτό. Και μου δίνει το χαρτί από το σημειωματάριο. Πιθανόν να μη λέει τίποτα ως ποίημα, συνέχισε, αλλά αυτό αισθάνθηκα και αυτό έγραψα. Σας ανήκει. Δε ζητώ τίποτε από σας. Ονομάζομαι Στέφανος.
Η μαμά μου έλυωσε με τον ιπποτισμό. Το ποίημα, αν θυμάμαι καλά,
έλεγε κάτι για τα μάτια μου, πώς φαίνονται μαβιά στην αντανάκλαση από τις πέρλες πάνω στα μαύρα που φορούσα. Όμορφο σαν ποίημα. Δεν πρόλαβα να το χαρώ. Μου το βουτάει η μαμά μου και κατασυγκινημένη όταν επιστρέψαμε σπίτι διηγείται το περιστατικό απ’ το τηλέφωνο σ’ όλες της τις φιλενάδες κι όλους τους συγγενείς, διαβάζοντας τους στίχους του άγνωστου Στέφανου. «Και η Λένα μου ενέπνευσε έναν κύριο και της έγραψε ποίημα!» «Και τι ιππότης! Και πόσο αξιοπρεπής!» κλπ, κλπ. Ποιος ξέρει πού καταχώνιασε μετά το χαρτάκι· δεν το βρήκα. Στην πραγματικότητα και ποιήματα και τραγούδια μου αφιέρωσαν κι άλλοι. Αλλά αυτούς η μάνα μου δεν τους ήξερε.

Αλλά οι πέρλες έχουν όντως κάτι το μαγικό. Ένα βράδυ τις φόρεσα κι αποφάσισα να κάνω μπάνιο στη θάλασσα με Πανσέληνο. Φορώντας μόνο τις πέρλες. Θεία αίσθηση, ηδονική πάνω στο κορμί. Πλημμύρισα με ερωτικά συναισθήματα, κι ας μην ήμουν εκείνο τον καιρό ερωτευμένη με κανένα πρόσωπο υπαρκτό, κι ας μην ήταν κανείς παρών σ’ εκείνη τη στιγμή της απόλαυσης.

Οι πέρλες του Vermeer έχουν κάτι που μαγνητίζει. Ο ίδιος ο ζωγράφος φαίνεται υπνωτισμένος σ’ ένα στολίδι τόσο θελκτικό, καρπό της θάλασσας, σεληνιακό, όσο σεληνιακό είναι και το ίδιο το φεγγάρι, η Εύα, η Λίλιθ, η Ελένη, η Βερενίκη, η Βραυρωνία Άρτεμις, η Πότνια Θηρών, η Εκάτη, η Ιφιγένεια, η Φοίβη, η
Ελεντάρι –η Κυρά των ξωτικών στο Silmarillion του Τolkien ή η Μadeleine, σκελετωμένη και μισότρελη στο βιβλίο του Pascal Quignar ‘Τοus les matins du monde’, που βηματίζει πάνω κάτω σε υπερδιέγερση κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, πριν κρεμαστεί με τα κορδόνια των παπουτσιών της στην κρεβατοκάμαρά της.

Κι ο Vermeer πάντρεψε στον πίνακά του ‘To κορίτσι με το φλάουτο’ δυο σύμβολά μου αγαπημένα.

Φλάουτο.


Το φλάουτο είναι ένας απ’ τους μεγάλους μου έρωτες. Όχι μόνο γιατί επέλεξα να πάρω μαθήματα σ’ αυτό το μουσικό όργανο.

Μ’ αρέσει ο ήχος του φ και του λ μαζί, του α και του ου. Λες φλά-ου-το, και τα φωνήεντα με τα σύμφωνα ακολουθούν το δικό τους πολυφωνικό κανόνα. Κι είναι το άκουσμά τους γλυκύ σαν μια Pavane του Gabriel Fauré, οξύ και συνάμα διονυσιακό σαν το Chant de Linos [1] του André Jolivet, όταν το πιάνο απαντά στο διάλογο που το φλάουτο αρχινάει.

Το φλάουτο το αγαπώ, γιατί είναι το μουσικό όργανο ορχήστρας που πλησιάζει περισσότερο την ανθρώπινη φωνή.

Το φλάουτο είναι σα σχήμα αρσενικό και σαν ύλη θηλυκό - Σεληνιακό (γιατί ένα καλό φλάουτο είναι φτιαγμένο συνήθως από ασήμι). Υπάρχουν κι εβένινα ή χρυσά φλάουτα, αλλά προτιμώ τ’ ασημένια. Και με το ασήμι έχω ιδιότυπη σχέση. Μου αρέσει περισσότερο απ’ το χρυσό, γιατί μου θυμίζει νύχτα και φεγγάρια. Και τη νύχτα λειτουργώ καλύτερα απ’ όσο με το φως της ημέρας. Η νύχτα έχει ήχους μυστικούς, η νύχτα έχει μαγεία και μέθη. Η νύχτα έχει γρίφους και παράδοξα και χαμόγελα που παραμένουν στον αέρα όταν αυτοί που χαμογελούν χάνονται απ’ τον ορίζοντα ή τη ζωή σου. Της νύχτας τα χαμόγελα είναι σαν το χαμόγελο της γάτας του Cheshire. Και τη νύχτα βλέπεις τ’ άστρα καλύτερα κι αντιλαμβάνεσαι ότι ο Ήλιος του δικού μας Ηλιακού Συστήματος δεν είναι παρά μια ψείρα στο Γαλαξία, που ωστόσο τυγχάνει και γονιμοποιητής ζωής στον πλανήτη Γη.

Το φλάουτο είναι πνευστό. Παίζει με τις ίδιες σου τις ανάσες. Εσύ είσαι σαν το φυτό που φωτοσυνθέτει για να δώσει στο φλάουτο οξυγόνο. Κι είναι, Θεέ μου, τόσο – μα τόσο ναρκισσιστικό! Παίρνει μόνο το 40% του αέρα που του δίνεις. Το υπόλοιπο το πετάει περιφρονητικά στο μεγάλο αποθέτη της ατμόσφαιρας του μη-φλάουτου. Κι ας είναι ο αέρας του μη-φλάουτου μεστός αρωμάτων μυρεψών ταλαντούχων...

Ονειρεύομαι ένα ασημένιο φλάουτο, ένα λιτό τραπέζι, με φρούτα μεσογειακά και κρασί σε ποτήρι κρυστάλλινο κολωνάτο εποχής Μπαρόκ. Μια καρέκλα, ένα αναλόγιο ξύλινο, κεριά κι έναν καθρέφτη οβάλ επιδαπέδιο απ’ αυτούς που είχαν οι μόδιστροι παλιά, σε μια καλύβα σαν κι αυτή του Christoph de St. Colombe στην ταινία ‘Όλα τα Πρωϊνά του κόσμου’. Καθρέφτη Βενετσιάνικο αγόρασα. (Δεν βρήκα οβάλ, αλλά ορθογώνιο. Έστω! Αποτελεί μέρος της προίκας μου, κι είναι απ’ τα υλικά πράγματα στο σπίτι μου που αγαπώ). Κι ο καθρέφτης είναι απαραίτητος σ’ ένα φλαουτίστα, για να ελέγχει τη στάση του σώματός του. Άλλο ένα επιχείρημα υπέρ του ναρκισσισμού του οργάνου. Όσο για το ασημένιο φλάουτο, ε, ίσως κάποτε κερδίσω το λαχείο και το πάρω ή ίσως ξαφνικά αποκτήσω ενδιαφέρον στο να βγάζω και χρήματα...

Το φλάουτο να παίζει, κι οι ήχοι του να δονούν τις σφαίρες του Πυθαγόρα στη σκιά του κώνου της Γης, όπου πάνε μετά θάνατον οι μάκαρες και οι σοφοί... Και ν’ ακούν οι ψυχές τη μουσική του φλάουτου και να γίνεται το φως τους μαζί ήχος κι αρμονία...

____________________


[1] Le Chant de Linos, του Αndré Jolivet (1905-1974). Φλάουτο παίζει ο Robert Aitken. Στο πιάνο ο Robin MacCabe. (Από την προσωπική μου μουσική συλλογή).



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 23 Απριλίου 2008

buzz it!

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Σι-συ, τσι-ντο.

H νότα σι να γίνει ‘εσύ’
κι ύστερα ντο, (τσι – ντο – τσι – ντο)
να ‘ν το φουστάνι μου κοντό
κι η άμμος γκρίζα και χρυσή.

Και να ‘μαστε σ’ ένα νησί
μισός εσύ ~ κι εγώ μισή,
μαζί το ‘σι’ κι ένα κρασί
στου πέλαγου το θαλασσί.

Κι εσύ μαζί με το κρασί
κι εγώ το κύμα να κεντώ
κι από μισοί, ‘ένα εισί’.
Εγώ είμ’ εδώ, πού είσαι συ;

Vejen, 14 Aπριλίου 2008

_____________________________

Οι μύλοι, το λευκό και το γαλάζιο κι ένα φλάουτο να αιχμαλωτίζει τον αέρα. Kαι να χάνεται ο ήχος πέρα απ’ τα πέλαγα. Μύκονος, Μάιος 1994

© Ελένη Καλλιανέζου

buzz it!