Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατρίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πατρίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Μαΐου 2009

Στην Ελλάδα Όλοι Ζουν Κατά Τύχη

Ικαρία.

Η Νανά είναι φίλη, έχει ιστολόγιο για την Ικαρία. Η τελευταία της ανάρτηση «Ραδιενεργές Βιταμίνες;». Κλιμάκια του National Geographic με επικεφαλής τον Νταν Μπιούτνερ κατέφθασαν στην Ικαρία προσπαθώντας να ερευνήσουν τους παράγοντες μακροζωΐας στο νησί, μεταξύ των οποίων εξέτασαν το ρόλο που μπορεί να παίζει το ραδόνιο που εκλύεται. Η Νανά στο blog της μετέφρασε στα ελληνικά το ρεπορτάζ του Μπιούτνερ, ενώ χθες έπεσα πάνω σ’ ένα άρθρο από ΤΟ ΒΗΜΑ του Δημήτρη Χαραλάμπους, απ’ όπου και αντιγράφω:

[...Μακροβιότητα και τύχη, σε ένα νησί που ζει μονάχο και ξεχασμένο, «κατά λάθος». Ο Μανώλης Ταμπακάκης, ελληνοαμερικανός εικονολήπτης του CNN, κατά τη διάρκεια γυρίσματος στα Θερμά Ικαρίας και στην προσπάθειά του να πάρει το καλύτερο πλάνο έχασε την ισορροπία του, έπεσε από βράχο ύψους τριών μέτρων και τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι. Παθολόγος και Ωτορινολαρυγγολόγος στο νοσοκομείο του Αγίου Κήρυκου του παρείχαν τις πρώτες βοήθειες. Αξονικός τομογράφος δεν υπάρχει και η μεταφορά του κρίθηκε επιτακτική. Κινητοποιήθηκαν το CNN, η αμερικανική πρεσβεία και τέσσερα υπουργεία για τη διαμετακόμισή του στην Αθήνα. Με ένα C130, πέντε (!) ώρες μετά το ατύχημα, εισαγόταν σε αθηναϊκό νοσοκομείο, όπου νοσηλεύεται ακόμη.

Οκτώ χιλιάδες ψυχές τον χειμώνα και πολλαπλάσιες το καλοκαίρι, αφημένες στην τύχη τους από το κράτος κάθε κομματικής απόχρωσης. Αν ο άτυχος Μανώλης ήταν ένας ταπεινός Ικαριώτης, ντόπιος και εν δυνάμει αιωνόβιος, ίσως πέθαινε αβοήθητος πριν την ώρα του. Ισως πάλι έβγαινε ανεπανόρθωτα λαβωμένος από κάποιο δωμάτιο του νοσοκομείου του Αγίου Κήρυκου, περιμένοντας τον τομογράφο, τη μονάδα αυξημένης φροντίδας, τον ειδικευμένο γιατρό, το καράβι, το ελικόπτερο, το θαύμα.

Αν υπάρχει ένα δίδαγμα από την επίσκεψη του «National Geographic» και του CNN στο νησί του Ικάρου και τη μεγάλη έρευνα για τη μακροβιότητα, αυτό είναι τα θλιμμένα λόγια του Ηλία, μόλις το τηλέφωνο στη «Θέα» χτύπησε και τα νέα της ασφαλούς μεταφοράς του Μανώλη έφτασαν, χαρίζοντας ένα πικρό χαμόγελο: «Ζούμε πολύ και μάλλον κατά τύχη».
]

Και η Νανά το Αγρίμι συμπληρώνει στο άρθρο: «Λοιπόν, η λύση εδώ και τώρα. Όποιος πέσει και κτυπήσει, αρρωστήσει (κούφια η ώρα), γεννήσει στην Ικαρία, κατευθείαν τηλεφωνάκι στο CNN!»


Κέρκυρα.

Πρώτη μου μέρα σε ανασκαφές στην Κέρκυρα, όταν στο διάλειμμα τα παιδιά έφεραν αναψυκτικά κι εγώ έκανα το λάθος να πιω λεμονίτα κατευθείαν απ’ το κουτί, αλλά την ίδια ιδέα είχε και μια μέλισσα που έκανε μακροβούτι κατευθείαν μέσα και απολάμβανε λεμονάδα με την ησυχία της. Για κακή τύχη της μέλισσας (και δικής μου) την κατάπια κι αυτή με τσίμπησε στο λάρυγκα. Αμέσως άρχισα να πρήζομαι, ενώ κάποιοι εργάτες με τη χαρακτηριστική Κερκυραϊκή αφέλεια με ρωτούσαν «είσαι αλλεργική, τζόγια μου; Γιατί άμα είσαι, μπορεί και να πεθάνεις σε πέντε λεπτά, ψυχή μου». Χαμογέλασα στην ωραία παρηγοριά που μου έδωσαν, κατάφερα να πω «δεν ξέρω, ρε παιδιά, δε μου έχει ξανατύχει...», αλλά ένας εργάτης με πήγε με τη μηχανή του στο Κέντρο Υγείας. Κοντά σε όλα τ’ άλλα έπρεπε να περιμένουμε και στην ουρά. Ο ειδικός ΩΡΙΛΑ είχε έξω απ’ την πόρτα του κουδούνι, όπως και τα σπίτια, κι όταν επιτέλους μας άνοιξε με ρωτά τι μου συνέβη:

-Κατάπια μια μέλισσα που με τσίμπησε στο λαρύγκι.

-Και πώς το ξέρεις ότι κατάπιες μέλισσα; Μπορεί να έχεις καταπιεί γυαλιά ή κάποιο καρφί.

-Μα, δεν κατάπια γυαλιά ή καρφί.

-Γιατί; Έχεις ποτέ καταπιεί γυαλιά και καρφί;

-Όχι.

-Ε, τότε πώς το ξέρεις;

-Εικάζω ότι αυτό που κατάπια ήταν μέλισσα, δεν βάζει κάποιος από χόμπι στο αναψυκτικό που μόλις ανοίγει γυαλιά και καρφιά, για να τα καταπιεί και να σπάσει πλάκα.

-Ααααα.

-Και τώρα γιατί ήρθες εδώ;

-Ξέρω κι εγώ; Είπα ότι σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις μάλλον χρειάζεται γιατρός.

-Ααααα. Και τι θες τώρα, ψυχή μου να σου κάνουμε;

-Το ζήτημα δεν είναι τι εγώ θέλω, αλλά τι πρέπει να γίνει σε αυτές τις περιπτώσεις.

-Είσαι αλλεργική;

-Δεν το γνωρίζω, αλλά τόση ώρα που περιμένω και με ρωτάτε, αν ήμουν, θα είχα πεθάνει.

-Μάλλον έχεις δίκιο... Θες τώρα να πας επάνω σ’ ένα κρεβάτι να ξαπλώσεις να ξεκουραστείς; Θες να σου βάλουμε κι έναν ορρό;

-Εσείς είστε ο γιατρός, εσείς ξέρετε αν πρέπει να μου βάλετε ορρό.

-Μμμμμ, καλά... Τότε κάτσε απέξω κι αν κλείσει τελείως ο λάρυγκας και δεν μπορείς ν’ αναπνεύσεις, τότε θα σου κάνω μια τραχειοτομή.

Ευτυχώς, η καλή μου τύχη με βοήθησε, γιατί συνέχισα να αναπνέω χωρίς να χρειαστεί να μου βάλει αυτός το χέρι απάνω μου, μια και η φαντασία μου άρχισε να οργιάζει από τις πιθανές επιπλοκές που ένας ατυχής ασθενής μπορεί να έχει στα χέρια ενός τέτοιου μαθητή του Ιπποκράτη. Ρώτησα τον εργάτη αν τον ξέρει τον γιατρό κι αν είναι τόσο ηλίθιος όσο δείχνει, και μου απάντησε ότι είναι λίγο παράξενος γεροντοκόρος κι ότι σκοπός της ζωής του είναι να προστατεύει τις χελώνες και άλλα αδέσποτα ζώα κι ότι ήταν μέλος σε πάρα πολλές οργανώσεις ζωοφίλων, αλλά οι πληροφορίες αυτές δε συνηγόρησαν για να πειστώ ότι έχω απέναντί μου έναν άνθρωπο επιστήμονα κι υπεύθυνο, πολλώ δε μάλλον ότι η νοημοσύνη του δεν είναι μικρότερη από μιας βιονικής αγκινάρας.


Αμοργός.

Ο Γιάννης είχε ταβέρνα στη Χώρα της Αμοργού κι είχε παντρευτεί Ολλανδέζα. Είχαν κι ένα μωρό με τα πιο όμορφα μπλε μάτια που έχω δει σε βρέφος. Όχι αυτά τα μπλε των βρεφών που βυζαίνουν, αλλά ένα γαλάζιο μεταξύ τοπαζιού κι ακουαμαρίνας. Ύστερα έμαθα ότι τον μικρό τον πάνε κάθε τόσο στους γιατρούς, γιατί ήταν παράλυτος απ’ τη μέση και κάτω. Κι αιτία η κακή οξυγόνωση κατά την ώρα της γέννας, όταν η Μαριπόλ συνηθισμένη στα της Ευρώπης ότι οι γέννες δεν είναι νοσοκομειακό γεγονός και κάλλιστα μπορείς να γεννήσεις σπίτι σου με την εξειδικευμένη μαμμή στο πλευρό σου και το νοσοκομείο κοντά για περιπτώσεις επιπλοκών, έκανε το λάθος να θελήσει στην Αμοργό να γεννήσει στο σπίτι της με κάποια μαμμή.


Μεσολόγγι.

Αγόρασε ο πατέρας μου ένα κτηματάκι στο Μεσολόγγι κι ήταν περιχαρής που αγόρασε γη στην πατρίδα του. Έδωσε ραντεβού με το Δήμο να περάσουν να του συνδέσουν σωλήνες νερού, άργησαν, τον έστησαν, χόλωσε ο Συμεών κι επέστρεψε το μεσημέρι κάτωχρος στο σπίτι της αδερφής του, δεν πρόλαβε να χτυπήσει το κουδούνι, έκανε εμετό, σωριάστηκε και κατουρήθηκε. Τον πήγαν στο νοσοκομείο. Ο γιατρός διέγνωσε δηλητηρίαση. Ευτυχώς ή δυστυχώς, η πίεσή του, που έπεσε στο 2, βοήθησε αρκούντως ώστε να βγάλουν επιτέλους οι γιατροί τη σωστή διάγνωση. Δεν ήταν δηλητηρίαση. Ήταν έμφραγμα του μυοκαρδίου. Τον πήγανε στο νοσοκομείο στο Ρίο κι ύστερα στην Πάτρα και τη σκαπούλαρε ο Συμεών κι έζησε κι άλλα 17 χρόνια και πέθανε τελικά από άλλη αιτία.


Ο θείος ο Τάκης.

Ο θείος ο Τάκης ήτανε άνθρωπος γλυκής κι ευχάριστος μ’ ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, κοσμοπολίτης χωρίς λεφτά, συχνά τον έβλεπες μ’ ένα βιβλίο στο χέρι γερμανικό ή γαλλικό. Κάποια στιγμή διαγνώστηκε ότι είχε καρκίνο στο συκώτι. Πήγε στον Άγιο Σάββα σε γιατρό γκραν. Έκανε κι εγχείρηση. Η μακαρίτισσα η θεία η Ρένα τραβάει στις Τράπεζες και μετά την εγχείρηση βάζει σ’ ένα χοντρουλό φάκελλο 800.000 δραχμές τότε, το 1985. Του λέει:

-Ελπίζω, γιατρέ να μη σας προσβάλλω, ήθελα να σας κάνω δώρο ένα στυλό, αλλά φαντάστηκα ότι είχατε.

Εκείνος κοίταξε το περιεχόμενο του φακέλλου και της λέει:

-Μαντάμ, για ψιλικατζή με περάσατε;

Η θεία η Ρένα πούλησε ένα κτήμα στη Ραφήνα που είχε για το γιο της και του λέει:

-Με συμπαθάς, γιε μου, το σπίτι το έγραψα ήδη στην αδερφή σου, σε ρίχνω.

Έτσι, ο γιατρός –που δεν ήταν ψιλικατζής- πήρε το τίμημα που θα είχε, αντί της ΕΒΓΑΣ που του πρόσφερε αρχικά η θεία Ρένα, ένα Mini Market. Έξι μήνες μετά, ο θείος ο Τάκης πέθανε.


Ο θείος ο Θωμάς.

Ο θείος ο Θωμάς δούλευε μια ζωή σε μηχανουργεία, μουντζούρη τον ανέβαζαν, μουντζούρη τον κατέβαζαν, κάποια στιγμή πιάστηκε κι έφυγε απ’ την Κοκκινιά κι αγόρασε και σπίτι στο Χαϊδάρι κι αμάξι, κι έπρεπε να κάνει εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς. Ο θείος ο Τάκης, που εμπιστευόταν τα δημόσια νοσοκομεία είχε ήδη πεθάνει, αλλά παθώς – μαθώς ο θείος ο Θωμάς προτίμησε τα ιδιωτικά και τα ‘σκασε χοντρά. Η εγχείρηση πέτυχε κι ήταν πάρα πολύ χαρούμενος και ζωηρός, ένοιωθε και καρδαμωμένος, ίσα που στεκόταν στο νοσοκομείο «μέχρι να του κόψουν τα ράμματα». Και του τα κόψανε. Μαζί και την κεντρική αορτή, γιατί το ράμμα είχε δεθεί κόμπος γύρω απ’ αυτήν ώστε όταν κόπηκε, κόπηκε και η αρτηρία.


Η σκύλα.

Η μακαρίτισσα η μητέρα μου ήταν διοικητική υπάλληλος στο ΙΚΑ. Είχε τη φήμη της σκύλας. Ήταν που την είχαν μεταθέσει σε καινούργιο τμήμα, και κάνοντας εκκαθάριση στο γραφείο που την πήγαν, βρήκε συρτάρια και αρχεία γεμάτα εκκρεμότητες.

Ξεφύλλισε τους φακέλους, ανάμεσά τους η αίτηση ενός ανάπηρου που ζητούσε απ’ το ΙΚΑ να του εγκρίνει ξύλινο πόδι, χρονολογείτο πέραν της διετίας και χρόνιζε. Βούτηξε το φάκελο και φρόντισε να τον περάσει από επιτροπή, το πόδι εγκρίθηκε κι εκείνη μες στην καλή χαρά ειδοποιεί το δικαιούχο. Στο τηλέφωνο ήταν η γυναίκα του:

-Θα έπρεπε να ντρέπεστε που μου τηλεφωνείτε, της λέει. Ο άντρας μου πέθανε εδώ κι ενάμιση χρόνο.

Όταν πήρε προαγωγή κι έγινε τμηματάρχης, κάθε φορά που κατευθυνόταν στο γραφείο της, άκουγε τα συρτάρια του προσωπικού να κλείνουν βιαστικά, ρωτούσε πού είναι ο τάδε και η δείνα της έλεγαν «τουαλέτα» ή «εδώ στο Μητρώο πήγε πριν από δύο λεπτά». Μια μέρα παίρνει τον κλητήρα με τα εφεδρικά κλειδιά ν’ ανοίξει όλα τα συρτάρια που κλείνανε μαγικά κάθε φορά που έκανε εμφάνιση. Βρήκε μέσα βερνίκι για τα νύχια, πλεκτά, κεντήματα, περιοδικά και σε καναδυό γραφεία βιβλία.

Πήρε τα βερνίκια και τα έχυσε επιδεικτικά στο καλάθι του γραφείου, έσκισε τα κεντήματα, ξήλωσε τα πλεκτά, έκανε φύλλο και φτερό τα περιοδικά και την επομένη έβγαλε εντολή οι κάτοχοι των βιβλίων να έρθουν να τα παραλάβουν απ’ το γραφείο της. Έκτοτε το τμήμα της λειτουργούσε ρολόι.

Κάποια στιγμή τους ξηγήθηκε:

-Είναι φυσιολογικό να θες να φύγεις νωρίτερα γιατί έχεις μωρό ή να θες να ψωνίσεις –δε με νοιάζει το είδος- αυτό το ζευγάρι τα παπούτσια που το ‘βαλες στο μάτι. Αλλά θα μου το πεις, να το ξέρω, να βγει κι η δουλειά.

Η δουλειά έβγαινε, αλλά πολύ φοβάμαι ότι δεν αρκεί να είσαι τμηματάρχης σκύλα, μανούλα. Γιατί δεν είναι μόνο στην Ικαρία που οι άνθρωποι ζουν κατά τύχη.

Σ’ όλη την Ελλάδα κατά τύχη ζουν. Έντεκα εκατομμύρια νοματαίοι έχουν όλοι κερδίσει τον πρώτο λαχνό.



Vejen 7 Mαΐου 2009



Y.Γ. Όποιος θέλει να παίξει μαζί μας το «Κουνήσου, μάγκα και ρίχτ' τα φράγκα», ας πατήσει με το μπροστινό του ποδαράκι εδώ


...Kαι επειδή η γρουσουζιά πρέπει να ξορκίζεται με τον απήγανο, διά πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν η Σαβίνα ψέλνει τις μαγικές της επωδούς.


Ballo Sardo και Cavall D'Aràbia με τον Miquel Gil, Βαρκελώνη 2006



Άλλο ένα πανίσχυρο ξόρκι υψηλής μαγείας εδώ



Vejen 13 Mαΐου 2009



© Ελένη Καλλιανέζου

buzz it!

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Η 25η Μαρτίου μέσα από παλιά αναγνωστικά των πρώτων τάξεων του Δημοτικού (1972 - 1976)

Το τρίπτυχο που για πολλά έτη τονιζόταν μέσα απ' τις βαθμίδες της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης ήταν το γνωστό «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια», το οποίο για να γίνει προσιτό στα παιδιά του Δημοτικού άρχιζε αντιστρόφως: Οικογένεια, Θρησκεία, Πατρίς. Έτσι, σε παλιά αναγνωσματάρια, μηδέ εξαιρουμένων και αυτών του δικού μου καιρού (στην Α' Δημοτικού πήγα το 1973-74), ξεκινούσε με νοσταλγικές - ωραιοποιημένες εικόνες οικογενειακής θαλπωρής. Παιδιά χαμογελαστά, ρόλοι μέσα στην οικογένεια ευδιάκριτοι, πειθαρχία και μια σχεδόν Ιεχωβίτικη εγκαρτέρηση και χαρά.

Το γλωσσικό ήταν ένα απ' τα θέματα που απασχόλησαν την κυβέρνηση της χούντας των συνταγματαρχών, καθώς ο Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος, υπουργός τότε Προεδρίας, στις συζητήσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1972 πρότεινε τη ρητή καθιέρωση της καθαρεύουσας ως επίσημης γλώσσας. Η άποψη όμως του Ανδρουτσόπουλου δε βρήκε σύμφωνο το Γεώργιο Παπαδόπουλο, ο οποίος, όπως καταγράφουν και τα πρακτικά των συζητήσεων 1971, σ. 19, αντέταξε ότι η γλώσσα αυτή δεν μπορεί να προσδιοριστεί στη μορφή και στο περιεχόμενό της.

Σε επόμενη συνεδρίαση, ο υπουργός τότε Παιδείας Αθανάσιος Παπακωνσταντίνου επισημαίνει τον κίνδυνο ότι εάν στο Σύνταγμα αναγραφεί η καθαρεύουσα ως επίσημη γλώσσα θα τοποθετείτο η Δημοτική εκτός νόμου με αποτέλεσμα «να την αφήσωμεν εις τον κομμουνισμόν, να του την παραχωρήσωμεν» (Πρακτικά 1971, σ. 677)[1].



Έτσι τα αναγνωστικά της Α' Δημοτικού του 1973 με το Μίμη, την Άννα και τη Λόλα σε δύο τεύχη των Kωνστ. Δ. Κολοβού, Ανδρ. Σπ. Παπανδρέου, Ιωάν. Ανδρουτσοπούλου - Τσουρέκη (Α' τεύχος) και Μαρίας Πορφύρη - Μαργαρίτη και Βασιλικής Μπαϊρακτάρη - Παπακυριακοπούλου (Β' τεύχος) του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, Αθήναι 1973 με το εθνόσημο της χούντας με το φοίνικα στην πρώτη σελίδα δεν αποφασίζει αν π.χ. "η τάξη" είναι τριτόκλιτο ή πρωτόκλιτο και βλέπουμε στο Α' τεύχος σελ. 76 "Η τάξι μας είναι καθαρή" με γιώτα ή "Σήμερα η δασκάλα ήταν γελαστή. Έφερε τους ελέγχους. Ήταν για τους μαθητάς της" (Α τεύχος σελ. 108), ή στο Β' τεύχος (σ. 68): "Από το ανοιχτό παράθυρο μπήκε σήμερα στην τάξι μας μια μικρή πεταλουδίτσα" ή "Ο Γιάννης και ο Ηλίας σηκώθηκαν πρωί πρωί. Πήγαν με το θείο και τη θεία τους στην πόλι", με έμμεση προπαγάνδα της αντιπαροχής: "Εκεί είδαν πολλούς μεγάλους δρόμους, πολυκατοικίες, ωραία και μεγάλα καταστήματα".





Η έμφαση δινόταν περισσότερο στην 28η Οκτωβρίου παρά στην 25η Μαρτίου. Μαθαίναμε π.χ. πολύ γρήγορα το "Όχι" του Μεταξά, ακόμη και έμμεσα μέσω εικόνων, παρά το τι συνέβη την 25η Μαρτίου, που στο Αλφαβητάριο περιοριζόταν σ' ένα γενικόλογο: «Κάποτε η Πατρίδα μας ήταν σκλαβωμένη. Σαν σήμερα λοιπόν τα παιδιά της, τα Ελληνόπουλα, πήραν τα όπλα, πολέμησαν γενναία τον εχθρό και την έκαμαν και πάλι ελεύθερη. Ζήτω η 25η Μαρτίου! Ζήτω η Ελλάδα μας!» και συνέχιζε με ποιήματα για τη σημαία, ενώ η πρώτη διά των εικόνων κατήχηση εθνικοφροσύνης γινόταν στις πρώτες σελίδες.








Τα παιδιά ετοιμάζονται για το σχολείο στην πρώτη και δεύτερη εικόνα, η τάξη στην τρίτη, ο αγιασμός στην τέταρτη, η παρέλαση με τανκς στην πέμπτη: Οικογένεια, θρησκεία και διά του σχολείου και της οικογένειας η πατρίς. Επιπλέον ποιήματα για φουστανελάδες και τη σημαία στο παράρτημα του Β' τεύχους:






Τα βιβλία αυτά βέβαια δεν είχαν καμιά σχέση εικαστικά (ή και θεματολογικά) με το προηγούμενο Αλφαβητάριο των Ι. Κ. Γιαννέλη - Γ. Σακκά -για δεκαετίες σε χρήση- με τις γνωστές λιθογραφίες που αγαπήθηκαν και επανακυκλοφόρησε απ' τις εκδόσεις Νέα Σύνορα - Α.Α. Λιβάνη, όπου οποιοδήποτε μάθημα ιστορίας ή εθνικής συνείδησης γίνεται έμμεσα με αναφορές στα δώρα της θείας Ευγενίας με τα μολυβένια ευζωνάκια στις σελίδες 80-81 και αναφορά στην εθνική εορτή στις σελίδες 147-149.






Επικεντρώνεται στον Ευαγγελισμό, στην εορτή του σχολείου και στο λόγο που εκφωνεί ο δάσκαλος επευφημούμενος απ' τα «Ζήτω η Πατρίδα μας! Ζήτω ο Στρατός μας! Ζήτω η 25η Μαρτίου» για να συνεχίσει με το ποίημα της σημαίας, που σηκώνει και πολλές ερμηνείες, αφού επαφίεται στο δάσκαλο να βγάλει το λόγο του για την ημέρα και να πει αυτό που πρέπει ή να αφήσει να υπαινιχθεί ότι η εορτή περιορίζεται στους λόγους που εκφωνούνται στις επίσημες περιστάσεις.





Το βιβλίο επανήλθε στη διδασκαλία και στη μεταπολίτευση για κάποια χρόνια.




Οι σημερινοί 60άρηδες που πρωτοπήγαν σχολείο το 1956 θυμούνται ένα άλλο αλφαβητάριο "Τα καλά παιδιά" με το Ρήγα, την Άννα και τη Νίνα, ένα πολύ ευχάριστο σε εικονογράφηση αλφαβητάρι, στο οποίο δε γίνεται καμιά αναφορά στις εθνικές εορτές.



Ομοίως, καμιά αναφορά δε γίνεται και στο πολύ παλιότερο Αλφαβητάριο Α' Δημοτικού (Β' έκδοση 1934) της Αρσινόης Ταμπακοπούλου "Παιγνίδια - Παιδάκια".




Η σταδιακή μύηση στα μαθήματα εθνικής συνείδησης συνεχίζει στη Β' Δημοτικού μ' ένα αναγνωστικό του 1954 της Βασιλ. Γ. Οικονομίδου που βραβεύτηκε από το Υπουργείο Παιδείας τότε και εντάχθηκε στη Β' Δημοτικού κατά το 1954-1955, συνεχίζοντας την πορεία του για πάνω από μία εικοσαετία, αφού αυτούσιο διδασκόταν στις μέρες μου, αλλά και μετά από μένα στα σχολειά.






Τα παιδιά συμμετέχουν στη σχολική εορτή με το στολισμό του σχολείου, ενώ η πληροφόρηση συνεχίζει με το δίπτυχο θρησκευτικής - εθνικής γιορτής, αναφορά σε κάποιους ήρωες, πατριωτικά τραγούδια, δοξολογία, θρησκευτικά σκετς, εθνικό ύμνο και τα απαραίτητα εύσημα στο δάσκαλο που οργάνωσε τη γιορτή: «Τέτοια γιορτή ας μην τελείωνε ποτέ, είπαν οι περισσότεροι την ώρα που έφευγαν. Μπράβο στο δάσκαλο και στα παιδιά μας, που μας χάρισαν μια τέτοια ωραία γιορτή.»





Το 1975, όταν υπουργός Παιδείας ήταν ο Γεώργιος Ράλλης, διδάσκεται στη Γ' Δημοτικού το Αναγνωστικό της Αγγελικής Βαρελλά με τον Παναγιώτη, το μεγάλο του αδερφό Κλεάνθη και τη μικρή τους αδερφή τη Μαρίνα, με πολύ πιο ανθρώπινα και σχετικά με την τότε κοινωνία πρόσωπα και δρώμενα, προσιτούς δασκάλους που πάνε τα παιδιά επίσκεψη και σε εργοστάσια σοκολάτας, χωρίς ωστόσο να χάνουν ευκαιρία για μάθημα ηθικής και συμπεριφοράς (σελ. 25-26):

«Ο δάσκαλος περνούσε σοβαρός από τα θρανία, έδινε το χέρι του στα παιδιά, μάθαινε τ' όνομά τους και ρωτούσε:
-Συμφωνείς μ' αυτά που είπαμε, Ηλία;
-Εσύ, Φάνη συμφωνείς;
-Μάλιστα, κύριε.
Όταν έφτασε μπροστά στο Δημήτρη, του χάιδεψε το σγουρό του το κεφάλι και ρώτησε:
Λοιπόν, ποιο είναι το δικό σου όνομα;
-Δημήτρης Παπαϊωάννου, κύριε, απάντησε εκείνος.
Ο δάσκαλος του χτύπησε με συμπάθεια την πλάτη.
-Να ένα συμπαθητικό παιδί. Τον λένε Δημήτρη Παπαϊωάννου και το αγαπώ πολύ, γιατί μου έδωσε την ευκαιρία να μιλήσω στο πρώτο κιόλας μάθημα για τις βάσεις της ζωής μας μέσα στην τάξη.
Προχώρησε με βιαστικά βήματα στον πίνακα κι έγραψε πάλι με κεφαλαία γράμματα.
ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ
»







Η 28η Οκτωβρίου 1940 όπως και η 25η Μαρτίου διδάσκεται μέσω των αναμνήσεων του παππού, που, αντίθετα απ' τη γιαγιά που λέει παραμύθια, "προτιμά να διηγείται αληθινά περιστατικά". Αφού λοιπόν η διδασκαλία αρχίζει απ' τον Ευαγγελισμό, συνεχίζει με ανεκδοτολογικά περιστατικά απ' το Βλαχογιάννη για το βοσκό που δεν πολεμά γιατί δεν έχει όπλα, αλλά ο Κολοκοτρώνης του επισημαίνει ότι και η γκλίτσα είναι όπλο και συνεχίζει με τραγούδια της κλεφτουριάς και το χορό του Ζαλόγγου.





Η αυτοθυσία υπέρ πατρίδας παίρνει τεράστια αίγλη στα μάτια των πιτσιρικάδων του καιρού μου, που ονειρευόμασταν ρομαντικές μάχες και αυτοθυσίες, συνεπικουρούμενες κι από τις εθνικές εορτές και τα αναγνώσματα του Γεροστάθη που φτάνανε μέχρι τη θυσία της Ιφιγένειας ή της Αγλαύρου. Το Πατρίς - Θρησκεία - Οικογένεια εμφυτευόταν μέσα μας για τα καλά.

_____________________________________________

Σημειώσεις:



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 25 Mαρτίου 2009

buzz it!

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

Παρά Ιστέριμ - Σκυλεύσεις





Α. Παρά ιστέριμ

[...Τις απόκρηες ήβγαινε στους λαϊκούς μαχαλάδες η ερημιόλα. Αυτή ήτανε ένας θίασος που τον αποτελούσανε κάτι αληταράδες από τα Μορτάκια ή κι από άλλους λαϊκούς μαχαλάδες. Ήτανε μασκαρεμένοι Αραπάδες. Μουτζουρώνανε τα μούτρα τους και τα χέρια τους με τη μαυρίλα του τσουκαλιού, βάζανε μιαν άσπρη πουκαμίσα και φέσι. Ήτανε δεμένοι ο ένας με τον άλλονε με σκοινί περασμένο γύρω από την κοιλιά τους. Είχανε κρεμασμένη στο λαιμό τους μια κουδούνα. Ο κορυφαίος κράταγε μια μεγάλη μαγκούρα στο χέρι του, η οποία είχε στην απάνω άκρη της μια ακόμη πιο μεγάλη κουδούνα.
Χτυπούσε μ’ αυτή το έδαφος και ρύθμιζε το χορό τση Ερημιόλας. Ηστεκούντοστε ομπρός από τα μαγαζιά κι αρχίναγε να τραγουδάη ο κορυφαίος, ενώ οι άλλοι χοροπηδάγανε ρυθμικά.

Κορυφαίος: ε, ε, ερημιόλα.
Ο χορός: ε έιβαλλαχ (να δώση ο Θεός).
Κορυφαίος: Παρά μαφίς (δεν έχομε παράδες).
Ο χορός: έιβαλλαχ.
Κορυφαίος: Παπούτς μαφίς.
Ο χορός: έιβαλλαχ.
Κορυφαίος: Παρά ιστέριμ (θέλω παράδες).
Ο χορός: έιβαλλαχ.
Κορυφαίος: κι εσύ φούρναρη έιβαλλαχ, εκμέκ ιστέριμ (ψωμί θέλω).
Ο χορός: έιβαλλαχ.
Κορυφαίος: Μπρος το χασάπικο: κι εσύ χασάπη έιβαλλαχ.
Μπρος το μπακάλικο: κι εσύ μπακάλη έιβαλλαχ.
Μπρος τα σπίτια: κι εσύ κοκώνα έιβαλλαχ. Pίξε παράδες έιβαλλαχ.

Οι γειτονιές απ’ όπου πέρναγε η Ερημιόλα ήτανε ανάστατες. Τα παιδιά γύρω τους φωνάζανε και χορεύανε. Όταν πια νύχτωνε πήγαινεν ο θίασος τση ερημιόλας σε καμμιά ταβέρνα, πίνανε ό,τι βγάλανε και ηγινούντοστε ούλοι στραβοί στο μεθύσι
...]

Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμάμαι τη Σμύρνη, Tο Eλληνικό Bιβλίο, 1972, απόσπασμα
Η Ερημιόλα

Β. Σκυλεύσεις

Ο κύριος Φώτης ήταν επίτροπος στην ενορία, όχι ιδιαίτερα ευφυής, αλλά γενικώς άνθρωπος καθωσπρέπει και με αυξημένο το αίσθημα της φιλανθρωπίας. Μια μέρα πιάσαμε συζήτηση για τιμές των ακινήτων κι ότι μπορείς να βρεις σπίτι σε πολύ καλή τιμή, όπως το θες κι όπου το θες. Στο νου μου είχα μισογκρεμισμένα σπίτια ή μύλους σε νησιά που τ' αγοράζεις κι ύστερα τ' ανακαινίζεις, αλλά θέλουν ένα σκασμό λεφτά για την ανακαίνιση ή κόλπα σε υπουργεία για να πάρεις επιδοτήσεις, αλλά πάντα αρνιόμουν πεισματικά οποιαδήποτε δημοσιοσχεσίτικη σχέση που θα είχε και την υποψία του "ζητώ χάρη ή ρουσφέτι".

-Κοίτα, μου λέει. Υπάρχουν και οι πλειστηριασμοί. Αν ανοίξεις την εφημερίδα, θα δεις πολλά σπίτια να βγαίνουν στο σφυρί σε τιμή ευκαιρίας.

-Αυτό το απορρίπτω ασυζητητί, απαντώ. Δε θα μπορούσα ποτέ να ζω σ' ένα σπίτι ακούγοντας στ' αυτιά μου τη βαρυγκώμια του πρώην ιδιοκτήτη, που βρέθηκε στη θέση να του εκπληστηριάζουν το βιος του.

-Αν δεν το πάρεις εσύ, θα το πάρει κάποιος άλλος, μου αντιγυρίζει.

Τινάχτηκα, σοκαρίστηκα, βρήκα ένα πρόσχημα ότι έχω δουλειά και το 'βαλα στα πόδια. Γιατί πάντα μου φαινόταν βέβηλο κι ανόσιο το να σκυλεύεις πτώματα ή να περιμένεις σαν το κοράκι πότε θα αποθάνει κάποιος ή πότε βρίσκεται σε απελπισία για να του πάρεις αυτό που έχει, γιατί βρέθηκε κάποια στιγμή σε αδυναμία να πληρώσει ένα χρέος, ποσόν πολλές φορές ευτελές. Εντάξει, δεν είσαι εσύ αυτός που του βάζει το μαχαίρι στο λαιμό, είναι το κράτος ή μια εταιρία ή η Εκκλησία. Ε, και; Συναυτουργός γίνεσαι στη σκύλευση.

***

Το τελευταίο επτάμηνο στην Ελλάδα ήταν για μένα πολιτισμικό σοκ.

Τελευταία φορά πριν απ' αυτό είχα έρθει για 10 μόνο μέρες στις βουλευτικές εκλογές του 2007. Κι επειδή απ' την προτελευταία φορά που κατέβηκα, πάλι φθινόπωρο του 2006 για μια βδομάδα είχε περάσει καιρός, ήθελα να πιω ένα ουζάκι στη θάλασσα και να περπατήσω στην Πλάκα. Γκράφιτι και σκουπίδια παντού και μυρωδιά ούρων, σκονισμένα φύλλα, κάποιοι τουρίστες ξεναγούνταν στη Ρωμαϊκή Αγορά, αυτό το αισθητικό αίσχος του ρωμαϊκού βλαχομπαρόκ του συρμού, που χτίστηκε με ό,τι περίσσεψε απ' τις μίζες που έφαγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι απ' τα Ρωμαϊκά κονδύλια και που οι πάσης φύσεως ελληνολάτρες -από Λιακοπουλιστές μέχρι υπερεθνικιστές- κατατάσσουν στους θησαυρούς του ελληνικού πολιτισμού, γιατί ξεχνάμε ότι και οι αρχαίοι είχαν τα δικά τους σκατά, κι αν αυτά επέζησαν δύο χιλιάδες χρόνια αυτό δεν τα καθιστά και κατ' ανάγκην ως "θησαυρούς". Άφεριμ! Μεθυσμένη ακόμα απ' τον πόθο μου ν' αγκαλιάσω ελιές, έστω κι αφού είχα δει απ' το αεροπλάνο τα βουνά κατακαμμένα και μαύρα, πήγα όπως ήμουν με τη βαλίτσα απ' το αεροδρόμιο κατευθείαν στην Πλάκα, στην ταβέρνα του "Πλάτανου", παρήγγειλα μια μερίδα μπάμιες, που δε βρίσκεις στη Δανία, μία φέτα και ένα καραφάκι ούζο κι έγινα τύφλα κι ύστερα άρχισα να κλαίω με λυγμούς.

Την τελευταία φορά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ήταν και η αρρώστεια του μακαρίτη του πατέρα μου στη μέση, δεν είχα διάθεση να δω ούτε την Πλάκα ούτε τα ένδοξα κατάλοιπα του παρελθόντος ή το καρακιτσαριό του παρόντος. Ο Συμεών, ευτυχώς, έφυγε πριν δει το κραχ, ευελπιστώντας ότι η κόρη του θα επιστρέψει στα πάτρια κι ίσως ζούσε να δει εγγονάκι, να του διαβάζει τους "Καημούς της Λιμνοθάλασσας", το τελευταίο βιβλίο που ξαναδιάβασε για πολλοστή φορά μέχρι να ενωθεί ό,τι απέμεινε απ' τους δικούς του καημούς με τη λιμνοθάλασσα στο Μεσολόγγι, στο κοιμητήρι του Άη Λάζαρου. Έφυγε πριν δει τα "Δεκεμβριανά", τις κραυγές, κι εκείνον τον πατέρα στο δελτίο των 8 να ορύεται, γιατί συνέλαβαν το γιο του να κλέβει πορτοκαλάδες απ' το σπασμένο ψυγείο ενός περίπτερου και τον κρατούσαν "παράνομα" στο τμήμα, γιατί δεν ήταν αυτός με τους φίλους του που έσπασε το ψυγείο, αλλά δίψασε το παιδί κι ήθελε να πιει μια πορτοκαλάδα, τόσο εγκληματικό είναι πια; Ξέρω κι εγώ; Είναι εγκληματικό ας πούμε να ξεθάβεις τους νεκρούς για να τους βγάλεις τα χρυσά δόντια και να τους παίρνεις τις βέρες ή τυμβωρυχία; Είναι εγκληματικό πριν ακόμη ξεψυχήσει η μαντάμ Ορτάνς να ορμάς στο σπίτι της να κάνεις πλιάτσικο; Είναι εγκληματικό να πηγαίνεις σε σπίτι που έχει κηδεία και να κλέβεις κουταλάκια;

Παρά μαφίς, εκμέκ μαφίς, η επαιτεία ήταν τουλάχιστον στην αρχαιότητα επάγγελμα, που έχαιρε κάποιας εκτίμησης. Η τυμβωρυχία όμως σε όλες τις εποχές δεν επιδοκιμάστηκε ποτέ.

Ύστερα ήταν κι άλλα. Αυτή η απίστευτη επιθετικότητα παντού. Στην οδήγηση, στις υπηρεσίες, στην καθημερινότητα, στις κορώνες, στα δελτία ειδήσεων, στον τύπο. Μουσικές στη διαπασών, αγριοκοιτάγματα, βρισίδι, επιθέσεις, καταγγελίες, κόντρα-καταγγελίες, αμετροέπεια, διδακτισμός στη χειρότερη μορφή του με υψωμένο το δάχτυλο...

Σαν πολύ βάρβαροι δε γίναμε, ρε πατριώτες; Οι "βάρβαροι" εδώ στο Βορρά, οι άξεστοι και άγριοι Βίκινγκς, ξέρουν να είναι πράοι, ευγενικοί, χαμογελαστοί και η οικειότητα δεν τους εμποδίζει μετά το φαγητό να γυρίζουν στη γυναίκα τους και να λένε "tak for mad, skat". [1] Αλλά είναι άξεστοι και σίγουρα έχουμε να τους διδάξουμε πολλά εμείς οι Ελληναράδες, γιατί η οικονομία τους είναι χάλια, ενώ η δική μας είναι καλύτερη. Κι είμαστε και φιλόξενοι και αντιρατσιστές σα λαός και διαρρηγνύουμε ιμάτια όταν κακοποιούνται πρόσφυγες, γι' αυτό και στα σπίτια μας παίρνουμε Αλβανίδες καθαρίστριες που είναι και φτηνές και στις οικοδομές Βαλκάνιους εργάτες χωρίς ΙΚΑ, και κάνουμε και πορείες για την Κούνεβα, αλλά αδυνατούμε να συλλάβουμε αυτούς που τής έριξαν το βιτριόλι, κι ούτε δίνουμε ιθαγένεια στα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα -γιατί εξάλλου να τα εντάξουμε στο δικό μας κράτος; Να πάνε αλλού να καθαρίζουν τζάμια σε αυτοκίνητα και απαγορεύεται στους αριστεύσαντες στα σχολειά να σηκώνουν την ιερή ελληνική σημαία.

Είχα γιαγιά πρόσφυγα απ' την Τρίγλια της Μικράς Ασίας. Κι υπάρχουν ακόμη στην Αθήνα προσφυγικές γειτονιές και παραπήγματα από Μικρασιάτες. Ογδονταπέντε χρόνια μετά τα Μικρασιατικά εξακολουθούν στην Ελλάδα να είναι οι "Τουρκόσποροι", όπως κάποτε ήταν οι "Κωλοσμυρνιοί". Όταν λοιπόν δε δέχεσαι τους δικούς σου, θα δεχθείς τους Πακιστανούς, τους Βαλκάνιους, τους Πολωνούς; Δε βαριέσαι... Στον αγύριστο να πάνε, και πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους είναι η Κωνσταντινούπολη! Αλήθεια;

Αλλά εμείς είμαστε λαός με φιλότιμο! Κι επειδή, τι να κάνουμε, υπάρχει στον κόσμο αδικία που μας σηκώνει όρθιες τις τρίχες, οργανωνόμαστε σε συλλόγους και ασκούμε τα φιλανθρωπικά μας καθήκοντα, για να έχουμε τη συνείδησή μας αναπαυμένη. Στις Τράπεζες υπάρχουν λογαριασμοί για τα παιδάκια της UNICEF, τους σεισμοπλήκτους, τους πυροπαθείς, την Κούνεβα, τους φυλακισμένους, τους πρόσφυγες. Κι υπάρχουν και οι ενορίες με οργανώσεις κυριών για τους απόρους με ό,τι περισσεύει απ' το παγκάρι και βεβαίως και τα συλλαλητήρια μέσω των οποίων θα δείξουμε την αλληλεγγύη μας στα σοβαρά προβλήματα της κοινωνίας και τα παράθυρα των δελτίων ειδήσεων και τα ιστολόγια για να διαμαρτυρηθούμε.

Ε, και θα πάρουμε μια ανάσα απ' τις ανθρωπιστικές και πολιτικές μας ανησυχίες και με κανένα σκυλάδικο ή in μπαράκι να κουνήσουμε και λίγο την κορμάρα μας στη μπάρα, να παίξει λίγο και το μάτι μας, να βγούμε γκομενότσαρκα, καθότι τα προβλήματα γαρ πολλά και το μεν πνεύμα πρόθυμον η δε σαρξ ασθενής...

________________________________________

[1] Ευχαριστώ για το γεύμα, αγάπη μου.

Συναφής Ανάρτηση: Το Φαγοπότι


© Ελένη Καλλιανέζου, Kolding, 5 Mαρτίου 2008

buzz it!

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

Ακίνητες Γυάλες πάνω στον κινούμενο "Δρόμο"

Είμαι μέσα σε μια γυάλα ακίνητη, τα τοπία γύρω αλλάζουν. Τρέχουν οι ελαιώνες στα Σπάτα προς το μέρος μου και με προσπερνούν, αναρωτιέμαι γιατί δε στέκονται να πουν ένα "γεια", να νεύσουν. Το οδόστρωμα κινείται κι αυτό. Εγώ στη θέση μου, αλλά ο δρόμος σαν κυλιόμενος διάδρομος τρέχει με ταχύτητα. Κάποια στιγμή επιβραδύνει και το αεροδρόμιο παρκάρει για λίγο μπροστά, όχι για πολύ, τρέχει σε μια ουρά, η τσάντα μου ανοίγει από μόνη της, η τσάντα μου μού δίνει το διαβατήριο και το εισιτήριο και η βαλίτσα μπαίνει σ' έναν άλλο κυλιόμενο διάδρομο για να φύγει.


Παρατηρώ τα πάντα μέσα απ' το σκάφανδρο της διαστημικής μου στολής, ένας καφενές με τραπεζάκια κοντοστέκεται, κάποια τραπέζια με γυροφέρνουν, αλλά δε με γουστάρουν, είναι γεμάτα. Ένας πάγκος κλείνει το μάτι, ένα τασάκι με σβησμένες γόπες έρχεται κι αυτό, σπεύδει και μια κουρού τυρόπιτα κι ένας καφές, αλλά κατεβαίνουν απ' το λαιμό μου γρήγορα, "σιγά, ρε παιδιά, θα με πνίξετε", αυτά τίποτα, ένα τσιγάρο αυτοαναφλέχθηκε, δεύτερο τσιγάρο, γουλιά τη γουλιά ο καφές κατεβαίνει στο λαρύγκι μου σα δίσκος βινυλλίου 33 στροφών που παίζεται στις 78, μία κουβέντα, δεύτερη κουβέντα, γρήγορες κουβέντες, δε στέκονται, βιάζονται, ένα χέρι, ένα πόδι και μισό κεφάλι έρχονται, ακουμπούν και φεύγουν, δεύτερος διάδρομος, έλικας, κορδέλλες, πανεράκια πλαστικά έρχονται με ταχύτητα, η μπανάνα, η τσάντα, το μπουφάν μπαίνουν μέσα στα πανεράκια, φεύγουν, μια πύλη που σφυρίζει σε όλους, σωματική έρευνα που γίνεται σε όλους, ξανά η τσάντα και η μπανάνα γίνονται εξαρτήματα της διαστημικής στολής, τρεχάτος ο διάδρομος αριστερά, τρεχάτη και η πόρτα, τρεχάτο και το κράσπεδο του αεροδρομίου κάτω από ένα ακίνητο λεωφορείο, τρέχει η σκάλα, εγώ μένω εκεί, η σκάλα με ανεβάζει σ' ένα ακίνητο μεταλλικό ιπτάμενο δίσκο, αλλά το έδαφος χαμηλώνει, χαμηλώνει, προσπερνούν τα σύννεφα, πολλά -κατά ομάδες, κατά στίφη.


Ύστερα τα σύννεφα αραιώνουν, το έδαφος χαμηλώνει, σκάει μύτη η Βουδαπέστη με πυκνές χιονονιφάδες.
-Excuse me, is there any smoking area?
-Not inside the airport, sorry.


Δεύτερος σαλίγκαρος σε ταχύτητα σπρίντερ, πάλι πανεράκια, μέσα τα μπουφάν, μέσα οι τσάντες, μέσα οι μπανάνες, τα μηχανήματα ξανασφυρίζουν πάλι σε όλους, ξανά σωματική έρευνα, ξανά ο διαστημικός εξοπλισμός επ' ώμου, στέκεται λίγο το αεροδρόμιο ακίνητο το αεροπλάνο, ευτυχώς δηλαδή, γιατί τα άλλα δύο αεροπλάνα ο ουρανός τα έστειλε πιο αργά και ο χρόνος άρχισε να επιβραδύνεται. Στάση, ευτυχής στάση, σχεδόν μια ώρα πριν ξεκινήσουν πάλι τα σύννεφα να περνούν μπροστά μας με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς νότον. Έπειτα ο ουρανός έκανε στροφή προς ανατολάς κι ήρθε καταπάνω μας το έδαφος, και μέσα στο αεροδρόμιο η ταχύτητα πλησίαζε πάλι την ταχύτητα του φωτός, ήρθε τρεχάτη η παραλαβή των αποσκευών, μού έφτυσε τη βαλίτσα στη μούρη, αλλά εγώ παραμένω ακίνητη, αμετάβλητη, δεν έχω καν αναπνεύσει μέσα σ' ένα σύστημα μεταβλητών, όμως ανάμεσα στο χρονικά αμετάβλητο δικό μου σύστημα και στο χρονικά μεταβλητό των γύρω μου πραγμάτων, η μόνη επίπτωση μιας ολίσθησης προς τα αριστερά της εξόδου είναι μια ίδια ολίσθηση της εισόδου, γιατί Fx(t) = y(t), οπότε και Fx(t+s) = y(t+s).

Ο χρόνος αποφασίζει να σταθεί και το τρένο σε κάποια αποβάθρα, κάποιου σταθμού είναι ακίνητο, μέχρι οι ράγες να αποφασίσουν να το φέρουν με το πάσο τους μια ώρα αργότερα, στο κέντρο της Κοπεγχάγης.
-Χρειάζεται ν΄αλλάξω τρένο στη Fredericia;
-Όχι, πάει κατευθείαν Kolding.
Ανακοίνωση: "Λόγω ατυχήματος, οι επιβάτες για Γιουτλάνδη θα περιμένουν το επόμενο τρένο για Fredericia στο σταθμό της Roskilde." Η βαλίτσα σπεύδει στο χέρι μου, οι διάδρομοι τρέχουν για να βρεθεί η σωστή αποβάθρα κι ένα άλλο ακίνητο τρένο το φέρνουν μπροστά οι ράγες, το σκαλοπάτι ακολουθεί, ένα κάθισμα κι ένα βιβλίο βγαίνει μόνο του απ' την τσάντα, το βιβλίο είναι του Γκάιλς Μίλτον "Χαμένος Παράδεισος, Σμύρνη 1922" βυθίζομαι στ' αρώματα της Ανατολής, τους Έλληνες και τους Λεβαντίνους, το Σπόρτινγκ Πάλας, (για φαντάσου, ίδιο όνομα όπως και ο κινηματογράφος της Νέας Σμύρνης!), τα ημερολόγια της γεροντοκόρης Ορτάνς Γουντ και τις παραξενιές της Μαγκντελέιν Ουίτταλ, ζάπλουτης αυταρχικής δέσποινας με 13 παιδιά και 91 εγγόνια.

Κι πλησιάζει η πατρίδα του Άντερσεν του παραμυθά, η Odense, δεύτερη ανακοίνωση απ' το μικρόφωνο "οι επιβάτες με προορισμό το Kolding θα αλλάξουν τρένο στον επόμενο σταθμό" και την κυρία Ουίτταλ θα τη μεταφέρει ο προσωπικός της φρουρός, ο καβάσης και πρώην φοβερός και τρομερός ληστής με το κόκκινο ζωνάρι του με τα μαχαίρια, τα πιστόλια του και τ' άλλα φονικά του σύνεργα σε μέρος ασφαλές.


Πιο κάτω μια παρέα μεσηλίκων Δανών τραγουδά και γελά.
-Εεε, εσύ!
Γυρίζω και κοιτάζω, κοιτάζω και πίσω μου.
-Ναι, εσύ, λέει μια γυναίκα γελώντας.
Το κάθισμά της πλησιάζει.
-Τον βλέπεις τον κύριο δεξιά σου;
Χαμογελώ.
-Ναι.
-Έχει γενέθλια και τα γιορτάζουμε. Μήπως σου βρίσκεται κανένα ποτό, γιατί ξεμείναμε;
-Λυπάμαι, όχι.
Χαμογελώ στο εορτάζον κουνουπίδι και του εύχομαι ευγενικά χρόνια πολλά.

Και κάπου εκεί ήρθε το Kolding και σταμάτησε για λίγο ο δρόμος, πριν με οδηγήσει στο χωριό μου που λέγεται Vejen, ό μεθερμηνευόμενον εστί εις την Ελληνικήν "ο Δρόμος". Για πού; Δεν το γνωρίζω.



© Ελένη Καλλιανέζου, Kolding 22 Φεβρουαρίου 2009

buzz it!

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

Hej, hej Grækenland!



Farvel til Grækenland! Vi ses!

Εις το επανιδείν!

Τα φιλιά μου σε όλους!

buzz it!

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

Μετανάστης

Υπάρχει στην Ελλάδα ένα φυτό, ο «κλέφτης». Λέγεται και γαλατσίδα ή ζόχος. Οι βοτανολόγοι και οι επαΐοντες το κατατάσσουν στην οικογένεια των Asteraceae ή Compositae στην ίδια οικογένεια δηλαδή που ανήκουν οι μαργαρίτες και τα ηλιοτρόπια.

Αγνοώ το επιστημονικό όνομα του κλέφτη, αλλά πιθανόν αυτό δεν έχει και πολλά να πει σ' όλους που γνωρίζουμε τι είναι ο κλέφτης. Είναι αυτό το παρασιτικό φυτό με το άνθος του να σχηματίζει μια φουντίτσα που αποτελείται απ' τους σπόρους του. Έχουν κοντολογίς οι σπόροι μια τριχοειδή κεφαλή που απαρτίζεται από πολλές ίνες, που στο πρώτο φύσημα του καλοκαιριάτικου αέρα τους κάνουν να πετούν, να καλύπτουν αποστάσεις μακρινές και να πηγαίνουν στα πιο απομακρυσμένα μέρη. Ύστερα αγκιστρώνονται στο έδαφος και φυτρώνουν με τα πρωτοβρόχια.

Η παράδοση θέλει αν κάποιος πιάσει ένα σπόρο κλέφτη που ίπταται και μετά τον αφήσει, η ευχή του να εκπληρώνεται. Άλλοι πάλι λένε πως αν βάλεις στο μαξιλάρι σου αποξηραμένους σπόρους κλέφτη το βράδυ σ' επισκέπτονται τα αερικά στον ύπνο σου.

Η ουσία όμως είναι μία. Ότι οι κλέφτες είναι εχθροί των καλλιεργητών, γιατί είναι φυτό παρασιτικό κι έτσι τους ξεριζώνουν ανελέητα. Σ' όλες τις χώρες του κόσμου.




Jerry Ν. Uelsmann, Άτιτλο



Όταν αφήνεις τον τόπο σου, το μέρος που σε φύτεψαν για να πας σε άλλες γαίες ξένες και μακρινές πρέπει να προσέχεις πολύ στη μεταφύτευσή σου. Να κουβαλήσεις μια μπάλα χώμα στις ρίζες σου και να έχεις και κάποιον να σε φροντίζει και να σε ποτίζει στα ξένα μέρη. Αλλιώς η μεταφύτευση αποτυγχάνει. Μαραίνεσαι και ξεραίνεσαι. Ή γίνεσαι σαν τον κλέφτη ν' αφήνεις τους σπόρους σου να πετούν με τον άνεμο και να σε ξεριζώνουν οι καλλιεργητές, γιατί αφαιρείς την ικμάδα απ' τη σοδειά. Είσαι ο ξένος, ο παρείσακτος, που δε μοιάζει με τα δικά τους φυτά.

Αν γίνεις κλέφτης, κι αν ακόμη οι άνεμοι σε πάνε στα μέρη που πρωτοφύτρωσες, στους δικούς σου τόπους, πάλι σε ξεριζώνουν οι δικοί σου. Δεν ανήκεις πια ούτε εδώ ούτε εκεί. Αυτό το ζουν όλοι οι μετανάστες που έφυγαν, κάηκαν απ' τον πόθο να ξαναγυρίσουν κι ύστερα θέλουν πάλι να ξαναφύγουν.

Μένει όμως ένα πείσμα να συνεχίσεις να ζεις ένεκα των φτερωτών σου σπόρων. Τους αφήνεις να αφεθούν στο φύσημα του αέρα, να φυτρώσουν παντού κι όσο κι αν μοχθήσουν οι γεωργοί, δε γίνεται να τους ξεριζώσουν όλους.



© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα, Παρασκευή και 13 μήνα Φλεβάρη του 2009

buzz it!

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008

Vendetta!


William-Adolphe Bouguereau, H Βοσκοπούλα, 1889, Philbrook Museum of Art


Καλή μου θεία,

Ανακατατάξεις, ανασχηματισμοί, δρόμοι προς την Αλλαγή, ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει κι αυτός δεν ξέρει τι, κάποιοι ξέρουν (ξεράδια), στη Δανία βρέχει, στην Ελλάδα βρέχει, λεφτά δε βρέχει – ξεραΐλα κι Άγιος ο Θεός...

Κι έχει και κρύο κι ήρθα στην Αθήνα με δυο καλοκαιρινές αηδίες, συν το μαύρο μακρυμάνικο πουκάμισο που αγόρασα για την κηδεία του πατέρα μου και θα χρειάζομαι τουλάχιστον μπουφάν για να πάω για λίγο στα μη-πάτρια, μέχρι να επιστρέψω οριστικά στα πάτρια, να κάνω τι – δεν ξέρω (ξεράδια), αλλά κι εκεί να μείνω πάλι δεν ξέρω (δηλαδή πάλι ξεράδια)...

Μετά με πιάνουν οι Δονκιχωτισμοί, πως τάχα δε μασάει η κατσίκα ταραμά, αλλά καταπώς μας είπε και η Μπέττυ, αυτό είναι λάθος και η κατσίκα και ταραμά μασάει και φτύνει και τα κουκούτσια, απ' όπου φύονται ταραμόδεντρα με ωραία λουλουδάκια, που κάνουν και γαμώ τους σομόν ίσκιους (όπως λέει και ο Άγγελος).

Το θέμα είναι ότι τα ταραμόδεντρα δεν επιδοτούνται και δεν αποφέρουν κέρδος (ή πάλι όχι);

Η άλλη ιδέα είναι να την κάνω σε κανένα νησάκι και να επιδοθώ στις σαλιγκαροκαλλιέργειες, καθόσον δεν είμαι και της αγροτικής ζωής να κουραστώ με αμπέλια και τα τοιαύτα.

Να πουλήσω το κορμί μου είμαι γριά, να πουλήσω τα βιβλία μου, βράστα, μόνο 10% επί της λιανικής τα συγγραφικά, (ααααχ, εκμετάλλευσις), να γράψω άλλα, χαιρέτα μας τον πλάτανο, στην Ελλάδα το 80% δηλώνουν συγγραφείς -μέχρι κι αυτή η πώς την λένε λαϊκή αΗδός που απ' την Κρήτη ατενίζει τις θάλασσες του Ατλαντικού...

Και κοντά σ' όλα τ' άλλα, πήγε κι ο Καποδίστριας και φυλάκισε τον Πέτρο Μαυρομιχάλη, χωρίς να υπολογίσει τι κουμάσι ήταν ο αδερφός του ο Γιώργης, που πήγε με το γιο του και τον καθάρισαν. Αποτέλεσμα: Δεν έγινε η Ελλάδα Ελβετία κατά το όραμα του αειμνήστου κι εγώ βασανίζομαι που βλέπω πολυκατοικίες κι όχι ωραία σπίτια με κεντητά κουρτινάκια, κήπους και λουλουδάκια στα παράθυρα να είμαι χαρούμενη ως πολιτισμένη – διανοούμενη Χάιντι, που όταν δεν αρμέγει προβατάκια ή δεν έχει για αποκούμπι τη γκλίτσα του τσοπάνη για να ξυέται, ρίχνει τις φλαουτιές της στη σοφίτα με Βενέδικτο Μαρτσέλλο, Κλαύδιο Δεβυσσί ή Γαβρίλη Φωρέ! Από σήμερα δηλώνω εχθρός των Μαυρομιχαλαίων και μην δω απογόνους τους στο δρόμο, γιατί ίσως ξυπνήσει μέσα μου το Μεσολογγιτοαθηναϊκομακεδονομικρασιάτικο και θα συνεχίσω τη βεντέττα!

Οι Μαυρομιχαλαίοι φταίνε για όλα! Ουφ, τα είπα και ξεθύμανα!

Πώς τα πάει ο μπάρμπας με τη χοληστερίνη του;

Φιλιά στην Κατινίτσα


Η ανηψιά σου

Σουλπικία


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα, 21 Σεπτεμβρίου 2008

buzz it!

Τρίτη 5 Αυγούστου 2008

Τα Γράμματα, Οι Λέξεις - Ο, patria mia

Οι μύθοι στην οικογένεια με θέλουν να μίλησα πολύ νωρίς, πέντε μηνών. Κι ήτανε, λέει, η πρώτη μου λέξη «μπαμπά». Αυτό, κατά τις διηγήσεις της μακαρίτισσας της μητέρας μου, έγινε ως εξής:
Καθόταν ο πατέρας μου πάνω απ' την κούνια μου ώρες ατέλειωτες κι επαναλάμβανε:

-Μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά.

Η μητέρα μου τον κορόιδευε.

-Μα, τι νομίζεις ότι κάνεις;

-Κάνε δουλειά σου, της απαντούσε.

Ένα βράδυ τη σκούντησε μέσα στον ύπνο της.

-Ξύπνα, το παιδί μίλησε.

-Άει, παράτα μας, του απάντησε εκείνη.

-Λόγω τιμής, της λέει εκείνος. Το παιδί είπε «μπαμπά».

Ήρθε η ώρα να με θηλάσει. Γύρισα και την κοίταξα και είπα «μπαμπά». Τότε, λέει, παρολίγο να της πέσω απ' τα χέρια. Πήρε τον παιδίατρο τηλέφωνο, προσποιούμενη ότι είχα πυρετό. Όταν ο γιατρός με εξέταζε, αφού τη σκυλόβρισε, γιατί ήταν και φίλος οικογενειακός, γιατί τον ξεσήκωσε άδικα και με πήρε αγκαλιά, τον είπα και αυτόν «μπαμπά». Και δεν ήταν αυτό το συλλαβικό «μπα, μπα, μπα» που λένε τα βρέφη. Ήταν καθαρότατο «μπαμπά».

Ο πατέρας μου κατουρήθηκε απ' τη χαρά του και θριαμβολόγησε. Έβγαλε κόρη σαΐνι.

Μετά με φόρτωσε με βιβλία, στην αρχή παραμύθια με εικόνες μαγικές, ύστερα μυθιστορήματα.

Θυμάμαι σαν να ήταν χθες, χειμώνα στο καθιστικό, τυλιγμένη με κουβέρτα στο ντιβάνι και τριγύρω μου βιβλία ανοιχτά, τα κοίταζα σαν υπνωτισμένη.

Ύστερα, πριν ακόμη πάω σχολείο, η μητέρα μου «εφηύρε» ένα παιχνίδι. Έραβε κι επαναλάμβανε:

-Άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα, ακολουθώντας την επιτυχημένη συνταγή του πατέρα μου, αν και εκείνος δεν ήταν πια στο σπίτι.

Κάποια στιγμή εκνευριζόμουν κι έλεγα:

-Ουφ, βρε μαμά! Σταμάτα πια με το «άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα»!

Εκείνη δεν έδινε σημασία. Την άλλη μέρα συνέχιζε:

-Έψιλον, ζήτα, ήτα, θήτα.

Και την τρίτη, όλα μαζί: άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα, έψιλον, ζήτα, ήτα, θήτα.

Έτσι έμαθα το αλφάβητο πολύ πριν πάω νηπιαγωγείο.

Μετά άρχισε η γραφή.

-Έλα, γιαγιά να ζωγραφίσουμε. Και ζωγραφίζανε γράμματα. Μ' έτρωγε η περιέργεια κι η επιθυμία να συμμετέχω. Κάπως έτσι λύθηκε και το κεφάλαιο γραφή, το οποίο συνεχίστηκε με πινακάκια με γράμματα καρφωτά σα σφηνάκια και κύβους. Μετά ήταν θέμα χρόνου να αρχίσω να διαβάζω μόνη μου στην αρχή τα παραμύθια κι ύστερα μυθιστορήματα. Πρώτα τα παιδικά, ύστερα τα «απαγορευμένα» απ' τα επάνω ράφια της βιβλιοθήκης. Μετά δε με προλαβαίνανε. Σ' ένα βιβλίο για δεινοσαύρους ή για γεωγραφία έκρυβα Καραγάτση ή Ανατόλ Φρανς ή τη «Νανά» του Ζολά.

Όταν τρώγαμε κοτόπουλο, βάζαμε στοίχημα γιάντες. Εγώ θα ήμουνα υπάκουη και τακτική, αν έχανα, εκείνη, αν έχανε, θα μου αγόραζε κάποια βιβλία. Τις περισσότερες φορές έχανε. Το κόλπο ήταν απλό: Πήγαινα στο κρεβάτι με κάποιο βιβλίο, ενώ έπρεπε να κοιμηθώ και φρόντιζα να με πάρει χαμπάρι.

-Τι έχεις κάτω απ' τα σκεπάσματα;

-Τίποτα.

Τα άνοιγε. Κρατούσα σφιχτά το βιβλίο.

-Δε στο δίνω!

Το τράβαγε.

-Όχι, δε θα το πάρεις!

Θύμωνε.

-Τι έκανε λέει;

Άφηνα σιγά σιγά το βιβλίο να της γλιστρήσει στα χέρια. Έπεφτε στην παγίδα.

-Γιάντες, έχασες! (Κοστολογείτο με Παπαδιαμάντη. Όχι κι άσχημα).

Τα Σαββατοκύριακα που έβλεπα τον πατέρα μου είχα ακόμη πέντε έξι βιβλία. Αυτά που είχε συνήθως διαβάσει και δεν ήθελε να του πιάνουν χώρο πια στη βιβλιοθήκη του.


Μετά πιάσαμε τις όπερες. Τηλεόραση δεν υπήρχε, ιδιοτροπία της μητέρας μου. Ραδιόφωνο.

Τρίτο Πρόγραμμα, «Το Θέατρο της Κυριακής» και της Τετάρτης στο Πρώτο και «η Όπερα της Εβδομάδας», κάθε Πέμπτη βράδυ, ώρα δέκα. Προλόγιζε η Αθηνά Σπανούδη. Μετά σφύριζα τις μελωδίες. Άρχισα να συγκρίνω εκτελέσεις της Άννας Μόφφο ή της Τεμπάλντι στην Τραβιάτα με την αντίστοιχη της Κάλλας. Υπερτερούσαν τα πάντα υπέρ της τελευταίας. Δε συγχωρούσα τις επιφανειακές εκτελέσεις ή τις άσκοπες τρίλλιες, που δε σέβονταν το συνθέτη.

Κάποια Κυριακή, όταν με πήρε ο πατέρας μου σφύριζε, θυμάμαι το εμβατήριο από την Αΐντα, που είχε τύχει να ακούσω το προηγούμενο βράδυ. Τον κοίταξα με δέος.

-Το ξέρεις;

Με κοίταξε ειρωνικά.

-Εσύ, τι λες;

Η Αΐντα ήταν η δεύτερη όπερα που απέκτησα ολοκληρωμένη. Φυσικά, στον ομώνυμο ρόλο η Κάλλας. Κι αυτό βάσει συμφωνίας, καθιερωμένη απ' τη γιαγιά. Κάθε φορά που αρίστευα στο σχολείο (φαινόμενο σύνηθες) ή μετά από τους βαθμούς του τριμήνου, η γιαγιά η Μαρίκα καθιέρωσε ένα τελετουργικό: Μια ολοκληρωμένη όπερα με την Κάλλας. Έτσι σε τρυφερή ηλικία απέκτησα μια αξιόλογη συλλογή από όπερες.

Η Αΐντα είναι μια σκλάβα απ' την Αιθιοπία, κόρη του ηττημένου Αμονάστρο, του βασιλιά της Αιθιοπίας από το Φαραώ της Αιγύπτου. Δορυάλωτη δούλα στην κόρη του Φαραώ, την Αμνέρις και εκβιασμός στον πατέρα της. Αν σηκώσει κεφάλι εναντίον της Αιγύπτου, η Αΐντα θα πεθάνει. Η ατυχία της είναι ότι θα ερωτευτεί τον αρχιστράτηγο των αιγυπτιακών στρατευμάτων και νικητή των πολεμιστών Αιθιόπων, Ρανταμές, τον οποίο διεκδικεί και η κόρη του Φαραώ. Και η Αΐντα διχάζεται ανάμεσα στον έρωτα και στην αγάπη της στον πατέρα της.

Ο, patria mia. Ω, πατρίδα μου...

Αλήθεια, τι είναι η πατρίδα χωρίς τον πατέρα;

Χωρίς πατρίδα είσαι άπατρις. Χωρίς πατέρα τι είσαι; Και τι είναι η πατρίδα μας, μην είν' οι κάμποι... Όλα πατρίδα μας κι αυτά κι εκείνα;

Όταν ο Ρανταμές, θα φέρει στη Αίγυπτο σκλάβο και τον Αμονάστρο, τον πατέρα της Αΐντας, αυτή θα τρέξει στην αγκαλιά του.

-Non sei mia figlia! Dei faraoni tu sei la schiava! Δεν είσαι κόρη μου. Θα της πει ο πατέρας της. Είσαι η σκλάβα των Φαραώ.

Και η Αΐντα θα πεθάνει στο τέλος ά-πατρις... Immenso Ftha! Mortal, diletto ai Numi...


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 5 Αυγούστου 2008

buzz it!