Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

Άγουρη Πασχαλινή Έξοδος Ηρωϊκή εν Τάφω - Ασκητική και Πατριδολάγνα.

Το Πάσχα στη Δανία περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Το Πάσχα στην Ελλάδα είναι γιορτή μεγάλη. Δεν ξέρω αν αυτό έχει ρίζες τόσο στο θρησκευτικό συναίσθημα, όσο περισσότερο στην ανάγκη του Έλληνα για άνοιξη και για αναγέννηση... Ό,τι σταυρώνεται, οφείλει και να ανασταίνεται, κι ό,τι σκεπάζει το χιόνι πρέπει και πάλι να ξεμυτίσει απ’ τη γη και να μπουμπουκιάσει.

Τα αυγά βάφονται κόκκινα, το σπίτι μοχοβολάει κουλούρια, φρέσκια ρίγανη στρώνεται στα δρομάκια της Χώρας της Αμοργού για να περάσουν οι Λιτανείες της Μεγάλης Βδομάδας, στο Άγιο Όρος νηστεύουν αυστηρά, και η μητέρα μου με πήγαινε μικρή στο νεκροταφείο με το καροτσάκι τη Μεγάλη Παρασκευή κι άναβε κεριά στους τάφους για να περάσει απ’ τα μνήματα ο Επιτάφιος... (Ήμουν μεγάλη για καροτσάκι, αλλά η απόσταση απ’ το σπίτι στο νεκροταφείο ήταν μεγάλη. Θυμάμαι μια κουβέντα της μάνας μου με την αδερφή της και νονά μου, που έμενε στο διπλανό σπίτι: «Μα, είναι μεγάλη για να έχει τα παπάκια στο καροτσάκι μπροστά, βγάλτα»). Τα μνήματα μοσχοβολούσαν πασχαλιές και μ’ άρεσε που έβλεπα το βράδυ τα καντήλια αναμμένα και τα κεριά να φέγγουν ανάμεσα στα λουλούδια, αν και η απορία μου ήταν πώς είναι δυνατόν ο παππούς και η ξαδέρφη μου να βρίσκονται ταυτόχρονα στον ουρανό και στον τάφο...

Κάποιες φορές μεγαλύτερη πήγαινα την περίοδο του Πάσχα και στο Μεσολόγγι, στον παππού και τη γιαγιά... Ολόκληρη διαδικασία να πείσουν τη μάνα μου να πάω, όχι μόνο γιατί το σόι του πατέρα μου ήταν το ‘βδέλυγμα’ και το κόκκινο πανί για τη μητέρα μου (το αντιπαρήλθε όταν θέλησε να φερθεί ‘ως κυρία’ στα πρώην πεθερικά), αλλά και γιατί όταν πολύ μικρότερη με πήραν κάποιες μέρες, είχα γυρίσει με θράσος και είπα στη γιαγιά:
-Α, εμείς το βράδυ δεν τρώμε! (θέλοντας να αποφύγω όσο γίνεται περισσότερα γεύματα που μου ήταν μαρτύριο)...
Η γιαγιά πείστηκε.
«Ε, τέτοια σειρά του έχουνε του παιδιού στο σπίτι του», είπε και δε με τάιζε τα βράδια.
Όταν επέστρεψα στην Αθήνα αδυνατισμένη έγινε το καινούργιο Ελ Αλαμέιν κι αυτός που πλήρωσε τη νύφη ήταν φυσικά ο πατέρας μου, με συνέπεια να μη με βλέπει πια, παρά στη χάση και στη φέξη, όποιο Σαββατοκύριακο θα ευδοκούσε η μάνα μου...



Πάσχα στο Μεσολόγγι σήμαινε ξεκινάμε με τα ΚΤΕΛ από τον Κηφισσό την Παρασκευή πριν το Σάββατο του Λαζάρου, σήμαινε στριμωξίδι και ζεμπίλια, σήμαινε Αιτωλοακαρνανική διάλεκτο με το νι και το λάμδα να ιταλοποιούνται και το όμικρον και το ωμέγα να ανοίγουν: ‘ουό’. Σήμαινε επίσης επιφωνήματα ‘μαρέ’ και ‘μαρή’, σήμαινε το κορίτσι να γίνεται ‘τσούπα’, σήμαινε το όνομα του πατέρα μου να γίνεται από Συμεών Ασημάκης.

Σήμαινε νηστεία αυστηρή, σήμαινε εκκλησία υποχρεωτική σε όλες τις ακολουθίες των Παθών, σήμαινε Μεγάλη Τετάρτη και Παρασκευή δεν τρώμε λάδι, αλλά την υπόλοιπη εβδομάδα τρώμε ψιλές γαρίδες απ’ τη λιμνοθάλασσα στο φούρνο και καβουρομάνες της Τουρλίδας. (Φούρνο δεν είχε η γιαγιά, σ’ ένα πετρογκάζ μαγείρευε, αλλά το ταψί το πηγαίναμε στο φούρνο και το παίρναμε το μεσημέρι σκεπασμένο με εφημερίδες να μοσχοβολάει).

Μεγάλη Βδομάδα στο Μεσολόγγι σήμαινε ακόμη αγγινάρες με κουκιά τη Μεγάλη Πέμπτη, σήμαινε μια φέτα χοντρή φρέσκο χωριάτικο ψωμί με ζάχαρη από πάνω και λάδι, λιχουδιά άλλων χρόνων –που δε με άφηνε όμως ασυγκίνητη, σήμαινε ακόμη παγωτό γρανίτα τη Μεγάλη Παρασκευή.

Αλλά το μεγάλο πανηγύρι άρχιζε το βράδυ του Σαββάτου του Λαζάρου με τις γιορτές της Εξόδου και τις παρελάσεις, γιατί ήταν βράδυ Σάββατο του Λαζάρου στις 10 του Απρίλη του 1826, όταν οι Μεσολογγίτες -λιμοκτονούντες αλλά ασυμβίβαστοι- αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πολιορκημένη πόλη τους, για να συναντηθούν στο μοναστήρι του Άη Συμιού, αφήνοντας πίσω τους τους ανήμπορους και κάποια γυναικόπαιδα που αυτοκτόνησαν ομαδικά, οι περισσότεροι στη μπαρουταποθήκη του Χρήστου Καψάλη κι οι υπόλοιποι σ’ έναν ανεμόμυλο, με μπουρλοτιέρη τούτη τη φορά έναν δεσπότη, τον Ιωσήφ Ρογών...



François Émile de Lansac, Σκηνή από την Έξοδο- ‘Αυτοθυσία’, 1828, Δημοτικό Μουσείο Μεσολογγίου
Βγαίναμε έξω στους δρόμους, και πιάναμε θέση καλή κοντά στον Κήπο των Ηρώων με τον τάφο του Μπότσαρη και τον αδριάντα του Μπάυρον στημένο πάνω απ’ τη θαμμένη καρδιά του.

Η μπάντα έδινε το ρυθμό, τα εμβατήρια ήταν πένθιμα, ο βηματισμός αργός, παραδοσιακές φορεσιές και χιτώνες –κακές απομιμήσεις αρχαιοελληνικών, που τότε όμως μου φάνταζαν μεγαλειώδεις.

Γινόταν κι ένα είδος καλλιστείων: Τρεις όμορφες κοπελιές ντυμένες με αρχαιοπρεπείς φορεσιές έφεραν κορδέλλα στο στήθος με τις επιγραφές: «Ελλάς», «Μεσσολόγγι», «Ελευθερία». Η «Ελευθερία» με μάγευε ακόμη περισσότερο, γιατί κρατούσε στο υψωμένο χέρι της ένα γιαταγάνι, που με γέμιζε με επικές κορωνίδες του προσφιλούς εκείνης της εποχής τρίπτυχου «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια», ενισχυμένο απ’ την ανασφάλεια και την πολιτική επανοριοθέτησης στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια˙ η δημοκρατία ήταν ακόμη εύθραυστη. Και στο τρίπτυχο των ιδανικών φυσικά πρώτη θέση είχε η πατρίδα με επικύρωση το απόφθεγμα «Μητρός τε και πατρός τε και των άλλων προγόνων, απάντων τιμιώτερόν εστι η πατρίς και σεμνότερον και αγιότερον»...

Η γιαγιά το σιγοντάριζε με τον εθνικισμό της: Στο σαλόνι δέσποζε ένα μαχαίρι με φαγωμένη μύτη και ξύλινη λαβή με μπρούτζινη διακόσμηση από την επανάσταση, δυο γυάλινες μπόμπες χωρίς γόμωση – έτοιμες όμως να δεχτούν το υλικό για να μετατραπούν σε μολότωφ, δυο μπρούτζινοι κάλυκες από οβίδες – που είχαν μετατραπεί σε ανθοδοχεία και τεράστιες φωτογραφίες από την ορκωμοσία της θείας μου της Σπυριδούλας ως αξιωματικός αδερφή νοσοκόμα του πολεμικού ναυτικού να φιλάει το χέρι της Φρειδερίκης, της Ειρήνης και της Σοφίας.

Αδιάφορο... Εγώ συνέχιζα να διαβάζω το
Γεροστάθη και τον ‘Αθηναίο’ ή ‘Πρόα τον Νικίου’ του André Laurie, και ήμουν φιλόπατρις ως τα μπούνια. Σε ρομαντικές εξάρσεις και ονειροπολήσεις, έδινα μάχες, σκότωνα Τούρκους ή αυτοκτονούσα ηρωϊκά, σαν τη Μεσολογγίτισσα στον πίνακα του de Lansac, αφού πριν έχει σκοτώσει το παιδί της -για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Μ’ αυτό τον τρόπο ξόρκιζα και τους φόβους μου: «αν μια μάνα σκοτώνει το παιδί της κι αυτό νομιμοποιείται από την αφοσίωση στην πατρίδα, τότε όλες οι μάνες μπορούν να σκοτώσουν τα παιδιά τους για κάποιο λόγο», άρα η αγάπη της μάνας δεν ήταν καθόλου δεδομένη στο μυαλό μου. Οι μάνες με τρόμαζαν, δεν υπήρχε a priori συναισθηματικό αποκούμπι σε μια μητρική αγκαλιά, και η μητέρα μου υπήρξε απίστευτα σκληρή μάνα.

Μπάντες και πομπές κατέληγαν στον Κήπο των Ηρώων και περίμενα με αγωνία το ‘Μπαμ’. Ο δήμαρχος έβαζε φωτιά στην επιγραφή ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, ύστερα από
το τραγούδι του ΜαρκόπουλουΕλεύθεροι Πολιορκημένοι’ πάνω στο ποίημα του Σολωμού. Την Κυριακή των Βαΐων η παρέλαση επαναλαβανόταν χωρίς το ‘μπαμ’ όμως, με μια παρέμβαση: την επίσκεψη του Προέδρου της Δημοκρατίας (τότε Πρόεδρος ήτανε ο Τσάτσος) και προσκύνημα της εικόνας της Εξόδου του Βρυζάκη.

Κι άρχιζε η Μεγάλη Βδομάδα με συχνές – πυκνές βεγγέρες πριν ή μετά την εκκλησία σε κάποια άγνωστή μου συγγένισσα απ’ το σόι του πατέρα μου, και τη γριά Ζαλώναινα στο δρόμο, την τρελή που κυκλοφορούσε με καπέλο, σακούλες με ψωμιά και πίσω της ν’ ακολουθεί μια ατέλειωτη πορεία από γάτες. (Η γριά Ζαλώναινα τις τάιζε).
-Μαρέ, κυρά Λένη, έλεγε η Ζαλώναινα στη γιαγιά. Καλό πράμα είναι, μαρέ ουο γάμους;
-Καλό, τσούπα μ’ είναι, της απαντούσε η γιαγιά.
-Καλό, ε; Καλό! Καλό! Επιβεβαίωνε η Ζαλώναινα.

Μετά κοκκίνιζε, δίσταζε λίγο και ξαναρωτούσε:
-Έχει όμως, μαρέ κυρά Λένη και απ’ τ’ άλλου τα βράδια, του κακό. Δεν είν’ κακό, μαρέ; Δεν είν’ αμαρτία; Κακό! Κακό! Και κούναγε το κεφάλι με αποτροπιασμό.
Η γιαγιά δεν της έφερνε κι αντιρρήσεις.
-Κακό, τσούπα μ’. Τι να γένει;


Eugène Delacroix, H Ελλάς θρηνεί στα ερείπια του Μεσολογγίου, 1826, Bordeaux, musée des Beaux-Arts, France
Η θεία η Καλλιρόη μας διηγιόταν τα κατορθώματα της κόρης της στο σχολείο. Η μικρή στην Α' Δημοτικού βγήκε να πει το ποίημά της στη γιορτή, αλλά είχε ξεχάσει τα λόγια. Αφού έπρεπε σώνει και καλά να πει ένα ποίημα, αρχινάει:

Βήχω και κλάνω,
τσούπα θα κάνω.
Έτσι και στην άλλη την ξεπατωμένη
έβηχα κι έκλανα η καημένη.
...

Η Μεγάλη Βδομάδα είχε βόλτα ποδαράτη στην Τουρλίδα στην πελάδα του θείου του Μάκου και της θείας Μένιας, πριν ακόμη ο θείος Μάκος αρχίσει να εμπορεύεται αυγοτάραχο και να χεστεί στο δίφραγκο και ν’ αρχίσει η θεια Μένια ταξίδια εις τας Ευρώπας και σ’ όλο τον κόσμο, μέχρι που έσπασε πια το χέρι της στη Σιγκαπούρη, κι είχανε να το λένε: «Φαντάσου πόσο κοσμογυρισμένη, που στη Σιγκαπούρη έσπασε πια το χέρι της!»

Η Μεγάλη Βδομάδα σήμαινε να βλέπω στη χάση και στη φέξη τον παππού και να πρέπει να του φιλήσω το χέρι, όταν γύριζε απ’ την ταβέρνα, κι ας μ’ έσκιαζε τα βράδια, όταν γύριζε μεθυσμένος ή όταν παραμιλούσε στον ύπνο του. Όταν όμως ο παππούς ήταν νηφάλιος, μοιραζόταν μαζί μου ντοματοσαλάτες κι ετοίμαζε ό,τι μπορούσε για το γιόμα [1]. Ύστερα θα έκοβε μόνος του καπνό Αγρινίου με τη φαλτσέτα και θα έστριβε τσιγάρο σε ροζ χαρτάκια.

Μεγάλη Βδομάδα σήμαινε συχνά – πυκνά προσκυνήματα στο Ηρώον, όπου έβαζα σ’ ένα σακουλάκι χώμα απ’ το μνημείο του Μπάυρον να το πάρω μαζί μου στην Αθήνα, απαγέλλοντας στίχους των Μεσολογγιτών ποιητών Δροσίνη, Παλαμά ή
Μαλακάση...

Μεγάλη Βδομάδα σήμαινε, ψωνίζουμε ζωντανό το αρνί, για να το σφάξουμε τη Μεγάλη Πέμπτη. Τη σφαγή επέμενα να την παρακολουθώ, κι ύστερα καθόμουν κι έκλαιγα. Η γιαγιά προσπαθούσε να με κάνει να το δω φυσικά, ως κύκλο της ζωής, αυτή ήταν η δουλειά του αρνιού και ο προορισμός του. Η γιαγιά εξάλλου είχε ζυμωθεί στο θάνατο, και στην Κατοχή, όταν την έπιανε το πατριωτικό της, αψηφούσε τους Γερμανούς και πήγαινε και ξεκρεμούσε μοναχή της τα πτώματα των εκτελεσμένων.

Η γιαγιά καθόταν μετά στην αυλή κι έπλενε τα έντερα. Πρώτα έβαζε τη μια άκρη στη βρύση και την άνοιγε. Έτρεχε το νερό κι αυτά φουσκώνανε και ξεδιπλώνανε˙ τα κοιτούσα σαν υπνωτισμένη... ένα τόσο μακρύ πράγμα στην κοιλιά ενός τόσο μικρού αρνιού! Είχε κι ένα ξυλαράκι με μύτη και τα γύριζε τα μέσα έξω και τα ξανάπλενε. Ύστερα άρχιζε διαδικασία σχολαστική με το ζεμάτισμα.

Και Πάσχα σήμαινε αρνιά στη σειρά σε σούβλες στο Καλιαντέρι, κοκορέτσια, χέλια στη θράκα και κλαρινητζήδες να παίζουν κλέφτικα και τσάμικα – ο παππούς φρόντιζε να κλείσει από πριν τους καλύτερους-.

Και δώστου να γυρίζω εγώ τη σούβλα. Και δώστου και μεζέδες. Και δώστου και κρασί στο παιδί λόγω της ημέρας, και το παιδί το έπινε κι έβλεπε τον κόσμο να χορεύει, τ’ αρνιά να χορεύουν, τ’ αυγά να χορεύουν... Και γινόταν ο κόσμος ο χορός των κόκκινων αυγών και των χελιών και τα κοκορέτσια να επιδοκιμάζουν στην αρχή απ’ τη θράκα κι ύστερα μέσα μας.
__________________________

[1] Γιόμα: Στη Μεσολογγίτικη διάλεκτο κατά λέξη απόγευμα. Ο όρος όμως τείνει να σημαίνει περισσότερο ‘το απογευματινό’, το κολατσιό.

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 19 Απριλίου 2008, Σάββατο του Λαζάρου

buzz it!

1 σχόλιο:

Maria R. είπε...

εικόνες με όλα τα χρώματα και τις γεύσεις παιδικών χρόνων.Τίποτα δεν υπάρχει που να ξεπερνά την όραση της ανάμνησης.

εύχομαι Καλό Πάσχα Ελένη μου
είναι όμορφο το βιβλίο του κάθε ανθρώπου να έχει γεμάτες σελίδες :)