Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άσχημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άσχημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

Παρά Ιστέριμ - Σκυλεύσεις





Α. Παρά ιστέριμ

[...Τις απόκρηες ήβγαινε στους λαϊκούς μαχαλάδες η ερημιόλα. Αυτή ήτανε ένας θίασος που τον αποτελούσανε κάτι αληταράδες από τα Μορτάκια ή κι από άλλους λαϊκούς μαχαλάδες. Ήτανε μασκαρεμένοι Αραπάδες. Μουτζουρώνανε τα μούτρα τους και τα χέρια τους με τη μαυρίλα του τσουκαλιού, βάζανε μιαν άσπρη πουκαμίσα και φέσι. Ήτανε δεμένοι ο ένας με τον άλλονε με σκοινί περασμένο γύρω από την κοιλιά τους. Είχανε κρεμασμένη στο λαιμό τους μια κουδούνα. Ο κορυφαίος κράταγε μια μεγάλη μαγκούρα στο χέρι του, η οποία είχε στην απάνω άκρη της μια ακόμη πιο μεγάλη κουδούνα.
Χτυπούσε μ’ αυτή το έδαφος και ρύθμιζε το χορό τση Ερημιόλας. Ηστεκούντοστε ομπρός από τα μαγαζιά κι αρχίναγε να τραγουδάη ο κορυφαίος, ενώ οι άλλοι χοροπηδάγανε ρυθμικά.

Κορυφαίος: ε, ε, ερημιόλα.
Ο χορός: ε έιβαλλαχ (να δώση ο Θεός).
Κορυφαίος: Παρά μαφίς (δεν έχομε παράδες).
Ο χορός: έιβαλλαχ.
Κορυφαίος: Παπούτς μαφίς.
Ο χορός: έιβαλλαχ.
Κορυφαίος: Παρά ιστέριμ (θέλω παράδες).
Ο χορός: έιβαλλαχ.
Κορυφαίος: κι εσύ φούρναρη έιβαλλαχ, εκμέκ ιστέριμ (ψωμί θέλω).
Ο χορός: έιβαλλαχ.
Κορυφαίος: Μπρος το χασάπικο: κι εσύ χασάπη έιβαλλαχ.
Μπρος το μπακάλικο: κι εσύ μπακάλη έιβαλλαχ.
Μπρος τα σπίτια: κι εσύ κοκώνα έιβαλλαχ. Pίξε παράδες έιβαλλαχ.

Οι γειτονιές απ’ όπου πέρναγε η Ερημιόλα ήτανε ανάστατες. Τα παιδιά γύρω τους φωνάζανε και χορεύανε. Όταν πια νύχτωνε πήγαινεν ο θίασος τση ερημιόλας σε καμμιά ταβέρνα, πίνανε ό,τι βγάλανε και ηγινούντοστε ούλοι στραβοί στο μεθύσι
...]

Ν. Kαρτσωνάκης-Nάκης, Θυμάμαι τη Σμύρνη, Tο Eλληνικό Bιβλίο, 1972, απόσπασμα
Η Ερημιόλα

Β. Σκυλεύσεις

Ο κύριος Φώτης ήταν επίτροπος στην ενορία, όχι ιδιαίτερα ευφυής, αλλά γενικώς άνθρωπος καθωσπρέπει και με αυξημένο το αίσθημα της φιλανθρωπίας. Μια μέρα πιάσαμε συζήτηση για τιμές των ακινήτων κι ότι μπορείς να βρεις σπίτι σε πολύ καλή τιμή, όπως το θες κι όπου το θες. Στο νου μου είχα μισογκρεμισμένα σπίτια ή μύλους σε νησιά που τ' αγοράζεις κι ύστερα τ' ανακαινίζεις, αλλά θέλουν ένα σκασμό λεφτά για την ανακαίνιση ή κόλπα σε υπουργεία για να πάρεις επιδοτήσεις, αλλά πάντα αρνιόμουν πεισματικά οποιαδήποτε δημοσιοσχεσίτικη σχέση που θα είχε και την υποψία του "ζητώ χάρη ή ρουσφέτι".

-Κοίτα, μου λέει. Υπάρχουν και οι πλειστηριασμοί. Αν ανοίξεις την εφημερίδα, θα δεις πολλά σπίτια να βγαίνουν στο σφυρί σε τιμή ευκαιρίας.

-Αυτό το απορρίπτω ασυζητητί, απαντώ. Δε θα μπορούσα ποτέ να ζω σ' ένα σπίτι ακούγοντας στ' αυτιά μου τη βαρυγκώμια του πρώην ιδιοκτήτη, που βρέθηκε στη θέση να του εκπληστηριάζουν το βιος του.

-Αν δεν το πάρεις εσύ, θα το πάρει κάποιος άλλος, μου αντιγυρίζει.

Τινάχτηκα, σοκαρίστηκα, βρήκα ένα πρόσχημα ότι έχω δουλειά και το 'βαλα στα πόδια. Γιατί πάντα μου φαινόταν βέβηλο κι ανόσιο το να σκυλεύεις πτώματα ή να περιμένεις σαν το κοράκι πότε θα αποθάνει κάποιος ή πότε βρίσκεται σε απελπισία για να του πάρεις αυτό που έχει, γιατί βρέθηκε κάποια στιγμή σε αδυναμία να πληρώσει ένα χρέος, ποσόν πολλές φορές ευτελές. Εντάξει, δεν είσαι εσύ αυτός που του βάζει το μαχαίρι στο λαιμό, είναι το κράτος ή μια εταιρία ή η Εκκλησία. Ε, και; Συναυτουργός γίνεσαι στη σκύλευση.

***

Το τελευταίο επτάμηνο στην Ελλάδα ήταν για μένα πολιτισμικό σοκ.

Τελευταία φορά πριν απ' αυτό είχα έρθει για 10 μόνο μέρες στις βουλευτικές εκλογές του 2007. Κι επειδή απ' την προτελευταία φορά που κατέβηκα, πάλι φθινόπωρο του 2006 για μια βδομάδα είχε περάσει καιρός, ήθελα να πιω ένα ουζάκι στη θάλασσα και να περπατήσω στην Πλάκα. Γκράφιτι και σκουπίδια παντού και μυρωδιά ούρων, σκονισμένα φύλλα, κάποιοι τουρίστες ξεναγούνταν στη Ρωμαϊκή Αγορά, αυτό το αισθητικό αίσχος του ρωμαϊκού βλαχομπαρόκ του συρμού, που χτίστηκε με ό,τι περίσσεψε απ' τις μίζες που έφαγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι απ' τα Ρωμαϊκά κονδύλια και που οι πάσης φύσεως ελληνολάτρες -από Λιακοπουλιστές μέχρι υπερεθνικιστές- κατατάσσουν στους θησαυρούς του ελληνικού πολιτισμού, γιατί ξεχνάμε ότι και οι αρχαίοι είχαν τα δικά τους σκατά, κι αν αυτά επέζησαν δύο χιλιάδες χρόνια αυτό δεν τα καθιστά και κατ' ανάγκην ως "θησαυρούς". Άφεριμ! Μεθυσμένη ακόμα απ' τον πόθο μου ν' αγκαλιάσω ελιές, έστω κι αφού είχα δει απ' το αεροπλάνο τα βουνά κατακαμμένα και μαύρα, πήγα όπως ήμουν με τη βαλίτσα απ' το αεροδρόμιο κατευθείαν στην Πλάκα, στην ταβέρνα του "Πλάτανου", παρήγγειλα μια μερίδα μπάμιες, που δε βρίσκεις στη Δανία, μία φέτα και ένα καραφάκι ούζο κι έγινα τύφλα κι ύστερα άρχισα να κλαίω με λυγμούς.

Την τελευταία φορά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ήταν και η αρρώστεια του μακαρίτη του πατέρα μου στη μέση, δεν είχα διάθεση να δω ούτε την Πλάκα ούτε τα ένδοξα κατάλοιπα του παρελθόντος ή το καρακιτσαριό του παρόντος. Ο Συμεών, ευτυχώς, έφυγε πριν δει το κραχ, ευελπιστώντας ότι η κόρη του θα επιστρέψει στα πάτρια κι ίσως ζούσε να δει εγγονάκι, να του διαβάζει τους "Καημούς της Λιμνοθάλασσας", το τελευταίο βιβλίο που ξαναδιάβασε για πολλοστή φορά μέχρι να ενωθεί ό,τι απέμεινε απ' τους δικούς του καημούς με τη λιμνοθάλασσα στο Μεσολόγγι, στο κοιμητήρι του Άη Λάζαρου. Έφυγε πριν δει τα "Δεκεμβριανά", τις κραυγές, κι εκείνον τον πατέρα στο δελτίο των 8 να ορύεται, γιατί συνέλαβαν το γιο του να κλέβει πορτοκαλάδες απ' το σπασμένο ψυγείο ενός περίπτερου και τον κρατούσαν "παράνομα" στο τμήμα, γιατί δεν ήταν αυτός με τους φίλους του που έσπασε το ψυγείο, αλλά δίψασε το παιδί κι ήθελε να πιει μια πορτοκαλάδα, τόσο εγκληματικό είναι πια; Ξέρω κι εγώ; Είναι εγκληματικό ας πούμε να ξεθάβεις τους νεκρούς για να τους βγάλεις τα χρυσά δόντια και να τους παίρνεις τις βέρες ή τυμβωρυχία; Είναι εγκληματικό πριν ακόμη ξεψυχήσει η μαντάμ Ορτάνς να ορμάς στο σπίτι της να κάνεις πλιάτσικο; Είναι εγκληματικό να πηγαίνεις σε σπίτι που έχει κηδεία και να κλέβεις κουταλάκια;

Παρά μαφίς, εκμέκ μαφίς, η επαιτεία ήταν τουλάχιστον στην αρχαιότητα επάγγελμα, που έχαιρε κάποιας εκτίμησης. Η τυμβωρυχία όμως σε όλες τις εποχές δεν επιδοκιμάστηκε ποτέ.

Ύστερα ήταν κι άλλα. Αυτή η απίστευτη επιθετικότητα παντού. Στην οδήγηση, στις υπηρεσίες, στην καθημερινότητα, στις κορώνες, στα δελτία ειδήσεων, στον τύπο. Μουσικές στη διαπασών, αγριοκοιτάγματα, βρισίδι, επιθέσεις, καταγγελίες, κόντρα-καταγγελίες, αμετροέπεια, διδακτισμός στη χειρότερη μορφή του με υψωμένο το δάχτυλο...

Σαν πολύ βάρβαροι δε γίναμε, ρε πατριώτες; Οι "βάρβαροι" εδώ στο Βορρά, οι άξεστοι και άγριοι Βίκινγκς, ξέρουν να είναι πράοι, ευγενικοί, χαμογελαστοί και η οικειότητα δεν τους εμποδίζει μετά το φαγητό να γυρίζουν στη γυναίκα τους και να λένε "tak for mad, skat". [1] Αλλά είναι άξεστοι και σίγουρα έχουμε να τους διδάξουμε πολλά εμείς οι Ελληναράδες, γιατί η οικονομία τους είναι χάλια, ενώ η δική μας είναι καλύτερη. Κι είμαστε και φιλόξενοι και αντιρατσιστές σα λαός και διαρρηγνύουμε ιμάτια όταν κακοποιούνται πρόσφυγες, γι' αυτό και στα σπίτια μας παίρνουμε Αλβανίδες καθαρίστριες που είναι και φτηνές και στις οικοδομές Βαλκάνιους εργάτες χωρίς ΙΚΑ, και κάνουμε και πορείες για την Κούνεβα, αλλά αδυνατούμε να συλλάβουμε αυτούς που τής έριξαν το βιτριόλι, κι ούτε δίνουμε ιθαγένεια στα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα -γιατί εξάλλου να τα εντάξουμε στο δικό μας κράτος; Να πάνε αλλού να καθαρίζουν τζάμια σε αυτοκίνητα και απαγορεύεται στους αριστεύσαντες στα σχολειά να σηκώνουν την ιερή ελληνική σημαία.

Είχα γιαγιά πρόσφυγα απ' την Τρίγλια της Μικράς Ασίας. Κι υπάρχουν ακόμη στην Αθήνα προσφυγικές γειτονιές και παραπήγματα από Μικρασιάτες. Ογδονταπέντε χρόνια μετά τα Μικρασιατικά εξακολουθούν στην Ελλάδα να είναι οι "Τουρκόσποροι", όπως κάποτε ήταν οι "Κωλοσμυρνιοί". Όταν λοιπόν δε δέχεσαι τους δικούς σου, θα δεχθείς τους Πακιστανούς, τους Βαλκάνιους, τους Πολωνούς; Δε βαριέσαι... Στον αγύριστο να πάνε, και πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους είναι η Κωνσταντινούπολη! Αλήθεια;

Αλλά εμείς είμαστε λαός με φιλότιμο! Κι επειδή, τι να κάνουμε, υπάρχει στον κόσμο αδικία που μας σηκώνει όρθιες τις τρίχες, οργανωνόμαστε σε συλλόγους και ασκούμε τα φιλανθρωπικά μας καθήκοντα, για να έχουμε τη συνείδησή μας αναπαυμένη. Στις Τράπεζες υπάρχουν λογαριασμοί για τα παιδάκια της UNICEF, τους σεισμοπλήκτους, τους πυροπαθείς, την Κούνεβα, τους φυλακισμένους, τους πρόσφυγες. Κι υπάρχουν και οι ενορίες με οργανώσεις κυριών για τους απόρους με ό,τι περισσεύει απ' το παγκάρι και βεβαίως και τα συλλαλητήρια μέσω των οποίων θα δείξουμε την αλληλεγγύη μας στα σοβαρά προβλήματα της κοινωνίας και τα παράθυρα των δελτίων ειδήσεων και τα ιστολόγια για να διαμαρτυρηθούμε.

Ε, και θα πάρουμε μια ανάσα απ' τις ανθρωπιστικές και πολιτικές μας ανησυχίες και με κανένα σκυλάδικο ή in μπαράκι να κουνήσουμε και λίγο την κορμάρα μας στη μπάρα, να παίξει λίγο και το μάτι μας, να βγούμε γκομενότσαρκα, καθότι τα προβλήματα γαρ πολλά και το μεν πνεύμα πρόθυμον η δε σαρξ ασθενής...

________________________________________

[1] Ευχαριστώ για το γεύμα, αγάπη μου.

Συναφής Ανάρτηση: Το Φαγοπότι


© Ελένη Καλλιανέζου, Kolding, 5 Mαρτίου 2008

buzz it!

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008

«Κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια που ήταν σα σκυλόψαρα, κι ο κλήρος πέφτει στα κορίτσια που ήταν σα σκουπόξυλα...»

Πέσανε τελευταία αναρτήσεις φεμινιστικές, πέσανε και προβοκατόρικες από φίλους ιστολόγους, να και άρθρα επί άρθρων, ερωτηματικό στο ερωτηματικό για το ποιος έχει τα δικαιώματα, ποιος τα διεκδικεί, ποιος κάνει κουμάντο, αν η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά, αν η γυνή οφείλει να είναι κυρία έξω και πουτάνα στο κρεβάτι, και μπούρου, μπούρου, μπούρου... αν η χειραφετημένη θεωρεί σεξίστικη συνήθεια την πεολειχία ή όχι... (Όχι, δεν είναι σεξίστικη φαλλοκρατική αντίληψη, όπως και η αιδοιλειχία δε σημασιοδοτεί ότι ο άνδρας ο σωστός – ο πρόστυχος φορά τσεμπέρι, ήμαρτον!), αν οι γυναίκες σκέφτονται το σεξ ή το γάμο (και τα δύο τα σκέφτονται, όμοια όπως και οι άντρες), αν κάθε γυναίκα οφείλει να θεοποιείται μόνο επειδή είναι γυναίκα (Όχι, δεν είναι η κάθε γυναίκα ο φωστήρας, όπως δεν είναι και ο κάθε άντρας φαλλοκρατικό γουρούνι).

Είναι άντρας ο Θεός; Είναι γυναίκα ο Θεός; Είναι άσπρος ο Θεός, μαύρος, κίτρινος; Υπάρχει Θεός; Δε γνωρίζω αν υπάρχει. Η ευσέβεια δεν είναι συνάρτηση της θρησκοληψίας ούτε το ήθος υπαγορεύεται από δόγματα. Δικαίωμα του καθενός να επιλέγει αν θα γίνει πιστός ακόλουθος θρησκείας αναμένοντας επιβράβευση μετά θάνατον ή κολαστήριο ή εάν θα πράττει το αγαθό κατά τρόπο απόλυτα φυσιολογικό, αβίαστα και χωρίς να παπαγαλίζει Ευαγγελικές ρήσεις ή κομμάτια απ' το Κοράνι και τις Βέδες. Αν υπάρχει Θεός και πρέπει καλά και σώνει να γίνει κι ανθρωπόμορφος, μου φαίνεται απόλυτα φυσιολογικό να είναι Ανδρόγυνως και μιγάς.

Στο μεταξύ η κοινωνία υπαγορεύει αυτό:





Οι Μουσουλμάνοι δίνουν οδηγίες σωστού ξυλοδαρμού της γυναίκας...





Και οι χριστιανοί θεολόγοι ερίζουν αν η φράση η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα σημαίνει στην κυριολεξία να τον φοβάται ή να τον σέβεται. Αλλά ενδεής μετά σεβασμού μπροστά σε άνθρωπο είναι συνακόλουθο του φόβου που προκαλείται από την άγνοια αυτού που δε γνωρίζεις. Τα μυστηριακά πέπλα συντηρούν και τους μύθους και εξυπηρετούν μια χαρά το παιχνίδι ανάμεσα στα δύο φύλα. Αλλά κάπου στον κόσμο, όπου η πολυγαμία στους άνδρες είναι επιτρεπτή, τις μοιχαλίδες τις τιμωρούν έτσι.





Λιθοβολισμός Γυναίκας στο Ιράν.

Συναφείς αναρτήσεις:

Μύθοι, Φενάκες, Αλήθειες και Στοιχειά για τις Γυναίκες (Τα αυτονόητα)
Όμφακες – Σταυρωμένες στη Μήτρα τους


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 5 Νοεμβρίου 2008

buzz it!

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2008

Ηγερίες


Émile-Antoine Bayard, Gavroche (Γαβριάς), εικονογράφηση από το βιβλίο του Β. Ουγκώ, Les Μisérables (Oι Άθλιοι)


Τραγουδώ χειμώνα – θέρος

σ' αυτό φταίει ο Βολταίρος.

Φτώχεια έχω για προικιό

γράψε λάθος του Ρουσσώ.


Βίκτωρ Ουγκώ, διά στόματος Γαβριά, "Οι Άθλιοι".





Claude Lorrain, H Ηγερία θρηνεί το Νουμά, 1669, Galleria Nazionale di Capodimonte, Ιταλία - Νάπολη


"Όταν η κοινωνία τρέχει τον κατήφορον της διαφθοράς, μη διηγείσαι κακοήθη συμβάντα, μήτε κατηγορώντας τα· επειδή τότε κανείς δεν ψηφά την κατηγορίαν σου, αλλά καθένας εμψυχώνεται βλέποντας ότι έχει συντρόφους." - Ανδρέας Λασκαράτος.

Ενοχλούμαι από την απαξίωση του πολιτικού βίου κι απ' το λιντσάρισμα των πολιτικών προσώπων σε τηλεόραση, ιστολόγια, ραδιόφωνo και Tύπο.

Ενοχλούμαι από τα παρα-πολιτικά πυρά και τον αμετροεπή καταγγελτικό λόγο, που στόχο έχουν να κερδίσουν μεγάλες ακροαματικότητες.

Έχοντας μάθει να διοχετεύουμε το θυμό μας σε κορωνίδες και με την υπερχρήση των θαυμαστικών ξεχάσαμε το νόημα των αποσιωποιητικών και της τελείας.

Όμως η εκφορά της απαξίας δεν οδηγεί σε αξιώσεις, με τον ίδιο τρόπο που η ασχήμια ή η συχνή προβολή του ανήθικου δεν παράγουν ομορφιά ή ήθος.

Αντίθετα, το ανήθικο, το κραυγαλέο ή το άσχημο μπορούν να παράξουν ομορφιά διαδραστικώς μόνο όταν ο λόγος αλλάζει και η άνους κραυγή απαντηθεί με επιχειρηματολογία και ήθος -χωρίς ο λόγος να πέφτει στην παγίδα του ηθικολογικού.

Ήταν απαγορευμένο στην αρχαία Αθήνα της ακμής όσοι αγόρευαν στην Εκκλησία του Δήμου να χειρονομούν υπερβολικά. Ύστερα από την τυραννία των Τριάκοντα άρχισε πλέον να γίνεται συνήθης και η αλλαγή στη σημειολογία των κινήσεων.

Οι δημαγωγοί ανέκαθεν χρησιμοποιούν το «πιασάρικο» και το εύπεπτο για να κερδίσουν κοινό, ένα παζάρεμα με το συναίσθημα των μαζών που αγγίζει το ίδιο τη γιαγιά που παρακολουθεί το σήριαλ του Φώσκολου, τη θεια μου τη Μαρίτσα που πήγε φυλακή ως κομμουνίστρια γιατί δεν υπέγραφε δήλωση, μέχρι το παιδί που ζει ημι-προστατευμένο σε μια μπάσταρδη δεοντολογία καλής συμπεριφοράς με ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης και αντι-βίας από τη μια και παιχνίδια στον υπολογιστή όπου η εξολόθρευση των κακών πριμοδοτείται με πόντους από την άλλη.

Αξιώνω λόγο που διέπεται από κάποιες αρχές σημαίνει ότι και ο δικός μου λόγος οφείλει να στηρίζεται στις αρχές που αξιώνω από τους άλλους.





Andrei Tarkovski, Σκηνή από την ταινία Offret (Θυσία), 1986. Στο ρόλο του Alexander o Erland Josephson. Little Man o Tommy Kjellkvist.


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 26 Οκτωβρίου 2008

buzz it!

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

Ιστολογώντας Κενώς και Κοινοτύπως

Mail στερεοτυπικά: «Είμαι αυτός και μου αρέσει η τάδε μουσική και διαβάζω τα τάδε βιβλία, μπλα – μπλα – μπλα». Αυτόματη σκέψη: «Μπράβο σου, εύγε, αλλά τι μας το λες;». Απάντηση που δίνεις βάσει savoir vivre: «Xάρηκα πολύ». Δεύτερο mail «Τι άλλα;». Χαμογελάς. Αυτόματη σκέψη: «Τώρα που έμαθες καλά τα αυτά, ενδιαφέρεσαι για τα άλλα; Ε, ωραία. Διάβασε το ιστολόγιό μου, προσωπικό είναι, ίσως μάθεις και τα αυτά και τα άλλα». Εντούτοις, δεν το λες. Σκέφτεσαι μία πρόταση. Να απαντήσεις.
... Δε βαριέσαι... Και γιατί να απαντήσεις;
Οι κανόνες ευγένειας επιβάλλουν βέβαια απαντητική επιστολή, αλλά από τη δεύτερη πρόταση ή την ενδεχόμενη απάντηση που θα λάβεις σε μία απλή ερώτηση, οι προθέσεις είναι εμφανείς. Το διαδικτυακό νταραβέρι. Κι εγώ τώρα οφείλω να κάνω τι; Να απαντήσω; Με τι; Με λίστα όλων των βιβλίων που έχω διαβάσει ή με μανιφέστο των πολιτικών και θρησκευτικών μου θέσεων και με το ρεύμα Τέχνης που με αγγίζει περισσότερο;
Επόμενη λογική ερώτηση που προκύπτει απ’ τα παραπάνω: Αφού είσαι άνθρωπος τόσο ευαισθητοποιημένος και ανήσυχος και αμφισβητίας, όταν σου θέτω μία ερώτηση σε ανάρτηση, γιατί δε μου απαντάς με επιχείρημα, αλλά με καλημεροκαλησπέρες ή με το τίποτα; Τι είναι ιστολόγιο; Ευκαιρία κοινωνικοποίησης; Ανταλλαγή φιλοφρονήσεων; Φλερτ;
Τι καιρό κάνει εδώ που βρίσκομαι; Βροχερό. Να δώσω και ταχύτητα ανέμων; Να το ξέρω να δίνω καθημερινώς δελτίο καιρού από το σχετικό site της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας Δανίας.
Δηλαδή το κοινωνικό μου καθήκον μου επιβάλλει, αν κάποιος έρθει στο ιστολόγιό μου, να ανταποδώσω την υποχρέωση και να γράψω δέκα ευγενικές φράσεις στο δικό του ιστολόγιο, ακόμη κι αν λέει παπαριές; Βάσει ποιας λογικής;
Ιστολόγια με φράσεις βαρύγδουπες. Εκατόν πενήντα σλόγκαν: Να σώσουμε το περιβάλλον, να μποϋκοτάρουμε, να καταργήσουμε τα φακελλάκια, να κάνουμε, να ράνουμε. Να υποθέσω εν ολίγοις ότι στην Ελλάδα που έζησα 38 χρόνια, δεν υπάρχουν φαύλοι ή μη μόνον οραματιστές, ευαίσθητες υπάρξεις, ακτιβιστές και αμφισβητίες και άνθρωποι των Γραμμάτων, των Τεχνών και της Ποίησης, αφού τέτοιοι μου δηλώνουν από ένα αντιγεγραμμένο ποστ. Σωστά; Ε, τότε γιατί δεν έμεινα στην Ελλάδα και πήρα των ομματιών μου;
Και η συνέπεια λόγου και πράττειν;... Πάει αυτή. Περίπατο. Αφού τα περισσότερα γίνονται στα πλαίσια ενός φτηνιάρικου εντυπωσιασμού.
Σχόλια ηθικοφανή, σχεδόν θυμίζουν Κατηχήτριες και τον Εκκλησιαστή. «Δεν πρέπει να κάνουμε αυτό, πρέπει να κάνουμε το άλλο, υπάρχει φαυλότης και σαπίλα … μπλα – μπλα». Ασχέτως με το αν ο ηθικολόγος – σχολιαστής στη ζωή εκτός δικτύου μπορεί να έχει ξεθάψει και τη μάνα του για να παίξει με τα κόκαλά της τα κότσια.
Βεβαίως, ποια είμαι να εμποδίσω τον οποιονδήποτε απ’ το δικαίωμα στο νταραβερίζεσθαι, επειδή ίσως και λανθασμένα θεωρώ το ιστολογείν ως απόπειρα πολιτισμικής και κοινωνικής διά – δράσης σε επίπεδο ιδεών, ακόμη και μέσα από το να μοιράζομαι μια δική μου εμπειρία ή σκέψη ή εκτονώνω εν κατακλείδι το ψώνιο μου με το γράψιμο; Δικά σας τα γένεια, δικά σας και τα χτένια. Δικαίωμά σας, κάντε το.
Εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ, δε θα πάρω. Έχω τοποθετήσει πολύ ψηλά τον έρωτα για να τον ευτελίζω κι ακόμη και στο παιχνιδίζειν τα κριτήριά μου είναι πολύ υψηλά. Απεχθάνομαι τη χοντροκοπιά και την έλλειψη γούστου και μου αρέσουν οι άνθρωποι που είναι ευφυείς. Μη μου πουλάτε φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Άλλο το παραμύθι, άλλο το παραμύθιασμα κι άλλο η υποκρισία. Και κόψτε τους βαρύγδουπους τίτλους. Βαφτίστε τα ιστολόγια «Ο Οντάς του Τάδε» και «Το Μπουντουάρ της Δείνα», να τελειώνουμε.
Όποιος θέλει στο δικό μου ιστολόγιο λοιπόν να παίξει μπάλα, ας παίξει μπάλα. Όχι πινγκ πονγκ στην αίθουσα της ενορίας για νεανίες.
Δεν έχω κανένα λόγο να επικοινωνώ με μέιλ με κάποιον που δεν έχω δει να εκφράζει απόψεις δημόσια. Αν ενθουσιαστώ μέχρι τρέλας απ’ τα λόγια κάποιου ή κάποιας και το προσωπικό του τραγούδι, ίσως να θελήσω και να τον γνωρίσω δια ζώσης, αλλιώς δεν κόπτομαι και ιδιαιτέρως.
Και ναι, ζω με τη φαντασία μου, γράφω παραμύθια και δεν επιθυμώ να γνωρίσω μεταλλαγμένα ορκ ή μη μόνον πλάσματα αιθέρια. Υπάρχει πρόβλημα;


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 27 Ioυνίου 2008

buzz it!

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Το κόκκινο πανί

Οι τσανακογλείφτες. Τα κομματόσκυλα. Η φράση «ο τάδε είναι ψυχούλα» (κατά το κοινόν μαλάκας). Οι καιροσκόποι. Τα μέλη κάθε λογής Autodafé. Τα κηρύγματα. Τα βιαστικά συμπεράσματα. Οι δήθεν. Η καλπάζουσα, ανερμάτιστη και στερούμενη παιδείας αμερικανοποίηση του Έλληνα. Ο εκ του ασφαλούς κηρυσσόμενος ακτιβισμός. Οι ψευτοταπεινόφρονες. Η φράση των χριστιανών «όλοι είμεθα αμαρτωλοί και αμαρτωλότερος όλων εγώ». Οι υπερφίαλοι. Ο ρατσισμός. Η προτίμηση στα εύπεπτα. Οι βανδαλίζοντες την ομορφιά. Οι ομογενοποιητές του πνεύματος. Οι ξερόλες. Οι κουμπάροι εννοιών εντελώς ασυμβίβαστων μεταξύ τους. Οι «σου τα ‘λεγα εγώ!» Οι γριές που λεηλάτησαν το σπίτι της μαντάμ Ορτάνς στο «Ζορμπά», πριν εκείνη πεθάνει. Οι βαμπιριστές. Οι Χατζατζάρηδες. Οι σοβαροφανείς. Οι χρησιμοθήρες. Ο λουφές. Οι ζωόφιλοι που δε δίνουν πεντάρα για τον άνθρωπο. Η εκούσια προβατοποίηση και ο μηρυκασμός πάσης φύσεως σανού. H Ιερά Εξέταση. H νοοτροπία του «θα σου μπω στο μάτι». Ο Dr. Mengele. Οι ανήθικοι «περί ηθικής λαλούντες». Οι αγελαίοι. Oι κατά των εκτρώσεων, αλλά ταυτοχρόνως υπέρ της θανατικής ποινής. H ύπουλη επιβολή του κιτς. Οι παρεξηγιάρηδες. Οι φαταούλες. Οι προτάσσοντες υπερευαισθησία με αεί αιμάσσοντα συναισθήματα (η πράξη γι’ αυτούς αποδεικνύει τη φράση του Όσκαρ Ουάιλντ «ευαίσθητος είναι αυτός, που επειδή έχει κάλλους, πατάει πάνω στα πόδια των άλλων»). Οι Εθνοσωτήρες (εξαιρείται ο Scooby Doo). To ρουσφέτι. Οι νταβατζήδες. Οι ρουφιάνοι. Οι συκοφάντες. Aυτοί που τα ‘χουν καλά με όλους. O Βεληγκέκας. Οι θεούσες με μουστάκι και φιλέ στα μαλλιά και καλτσόν χρώματος ουϊσκί το καλοκαίρι. Το να πρέπει να αποδείξεις καλά και σώνει κάτι. Ο γείτονάς μου ο Τόνι που όλο λέει και λέει και τίποτα δε λέει. Οι πανικόβλητοι, αλλά και οι «δε βαριέσαι». Οι τελολόγοι. Οι καταπατητές ονείρων.


© Αστερόεσσα, Vejen, 17 Μαΐου 2008

buzz it!