Κυριακή 16 Απριλίου 2017
Ο Αυγερινός κι η Πούλια
Σάββατο 15 Απριλίου 2017
Αποδράσεις για το Τριήμερο
Δε χρειάζεται καν να κλείσεις εισιτήριο με την ταχεία, πας με το κανονικό τρένο που τρέχει περίπου 5 AU την ώρα και φθάνεις στον Ποσειδώνα σε περίπου 6 ωρίτσες, βάλε και τις στάσεις ενδιάμεσα 7,5 ώρες αντί για 4,5 και σου 'ρχεται και πιο φθηνά. Για πολλά πολλά δεν είναι, έχει όμως ωραίο χρώμα, μπλε του κοβαλτίου κι άφθονο μεθάνιο, που ναι μεν δε μυρίζει ωραία, αλλά είναι ένα κι ένα για τους ρευματισμούς.
Η διαμονή κοστίζει το κατιτίς της, αν όμως πλέκεις, ράβεις ή κεντάς κατά το ταξίδι και εκμεταλλευτείς το χρόνο σου επωφελώς, μπορείς να τη βγάλεις και σχεδόν τζάμπα. Για τις ταχύτητες σαλιγκαριού, σαν της αφεντιάς μου, πάλι δεν υπάρχει πρόβλημα, γιατί μέσα στο τρένο αναπτύσσεις αναγκαστικά ταχύτητες τουλάχιστον ένα παρσέκ την ώρα. Φτάνουν και περισσεύουν να φτιάξεις σκουφιά και κασκόλ για όλα τα όντα του πλανήτη, στη δε επιστροφή φτιάχνεις, αν θες, και δαντέλα που να ενώνει όλους τους πλανήτες μεταξύ τους, γιατί η παλιά σχίστηκε σε πολλά σημεία κι έχει γίνει πια κουρέλι.
Παρασκευή 14 Απριλίου 2017
Το Σπίτι Μου
Τετάρτη 18 Μαΐου 2011
Kunst
Όμορφα ήταν που ανεβήκαμε στις στέγες για να βάψουμε τον Ουρανό με τα χρώματα της αρεσκείας μας. Βάλαμε το βράδυ ένα φεγγάρι πάνω σε βαθύ μπλε κι ανάψαμε με τις ανάσες μας τα κεριά στο κοντινό νεκροταφείο, χαμογελώντας πονηρά, skælmskt, κι ύστερα οργιάσαμε με ροδόχρωμα και χρυσαφιά που αλλάζανε κατά το δικό τους δοκούν και το ρυθμό των δικών τους ερώτων. Οφείλουμε να σεβόμαστε τους πόθους των νεφών για να μπουν και τα σύννεφα εντός μας, να μας δροσίζουν.
Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010
Magnificat -Παρά τον Μύθον
Όταν η Magnificat με τίμησε με την εύνοιά της, το χιόνι είχε φτάσει απέξω σχεδόν το ένα μέτρο κατά τόπους. Το βράδυ πάγωνε και γινόταν σκληρό και το μόνο που είχε σημασία στην παγωνιά και την ασπρίλα ήταν αυτό που θα έδινε χρώμα στο λευκό -σ' αυτό το λευκό που ξεπερνά το μη-χρώμα, το παραμυθένιο ή το suréel. Κι είναι αλήθεια πως βρέθηκαν κάποιοι να πουν πως "με ζηλεύουν για το χιόνι", πιθανόν όμως παράβλεψαν πως όταν όλοι οι δρόμοι παγώνουν, δεν έρχεται ο Άγιος Βασίλης με το έλκηθρο να σου φέρει να φας.

Το "ευ" είναι ακριβό γιατί χρειάζεται ικανότητα καλλιτέχνη για να μπορείς να το καδράρεις. Το μη εξασκημένο μάτι τείνει να το αγνοεί ή να επικεντρώνεται στο πρωτογενές ωφελιμιστικό συναίσθημα σε κάθε ερέθισμα. Παράδειγμα η λέξη "πάγος". Πάγος ίσον κάτι το ευχάριστο στον καύσωνα ή σ' ένα ποτήρι βότκα, δυσάρεστο όταν παγώνεις, ακινητοποιείσαι, κρυώνεις ή πεινάς και στη μία όμως και στην άλλη περίπτωση μπορεί να είναι όμορφος, γιατί είναι αληθινός και μπορεί να πάρει μορφή ή μπορεί άριστα να χρησιμεύσει κι ως υλικό για παραμύθι, για να ξεχάσεις προς στιγμήν ότι είσαι νηστική κι ατσίγαρη και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, αφού η θύελλα μαίνεται πέρα απ' το να περιμένεις να κοπάσει.
Όμως μια γάτα είναι η καλύτερη παραμυθατζού, γιατί θα σε καταφέρει να την κεντράρεις μέσα από ένα πλήθος παραπληρωματικές λεπτομέρειες. Είτε σου μιλάει (και οι γάτες στους δικούς τους ανθρώπους είναι πολύ ομιλητικές) είτε γιατί πειραματίζεται να μεταμορφωθεί σε κουνέλι και χοροπηδά, άλογο κι αρχίζει τρελούς καλπασμούς, μαντάμ ντε Πομπαντούρ όταν ξαπλώνει με ηδυπάθεια και μισοκλείνει τα μάτια, σαχλοκούδουνο όταν κρύβεται και πηδάει ξαφνικά επάνω σου, πεπειραμένη Ανατολίτισσα δασκάλα του μασάζ όταν σ' αρχίζει στα ζυμώματα κι αγαπησιάρα σέξυ κι απαιτητική ερωμένη, όταν σου 'ρχεται κι αρχίζει να σου τρίβεται και να σου γλείφει τη μύτη με τις ώρες. Oι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται τη γάτα. Γιατί η γάτα είναι απρόβλεπτη και ανεξάρτητη και η αγάπη της καθόλου δεδομένη. Kι ύστερα είναι κι αυτό της το χαμόγελο, να παραμένει δίχως το σώμα της γάτας. Όμως, λίγοι γνωρίζουν ότι η γάτα αφοσιώνεται, εάν κι εφόσον σε εγκρίνει, ειδικά αν της μιλάς στη γλώσσα της και άριστος γνώστης της γλώσσας της γάτας δε γίνεσαι ποτέ, αν δεν έχεις κάτι το γατίσιο από φύση. Για να αγαπήσεις τη γάτα, πρέπει να έχεις πάει ένα βήμα παραπέρα απ' την αγάπη του σκύλου, που είναι πιο χαζοχαρούμενος, εύπιστος, χλεχλές, μεγαλόθυμος κι υποτελής σου, ενώ η γάτα σε μαθαίνει να μην εφησυχάζεις ποτέ. Όμως, η γάτα η δικιά μου έχει ακριβώς τους ίδιους λόγους να μην εφησυχάζει μαζί μου κι έτσι, καμιά απ' τις δυο μας δε βρίσκεται σε σχέση υποτέλειας. Τρίτη 14 Απριλίου 2009
Σκάλες Μείζονες
____________________________________________
Σημειώσεις:
Δευτέρα 13 Απριλίου 2009
Εραλδικά
~~~❀~❀~❀~~~
© Ελένη Καλλιανέζου ~☺~ Vejen 13 Απριλίου 2009
Κυριακή 12 Απριλίου 2009
Παρασκευή 3 Απριλίου 2009
Τριάντα Παιδιά στο Μπαούλο.

Καθόλου ευτυχής στο φακό, στημένος με το ζόρι με τα λουλούδια και το κουβαδάκι στο χέρι, τζουγκράνες και άλλα σύνεργα επ' ώμου εύχεται: Les souhaits des enfants portent bonheur toujours. Puissent ceux-ci semer la joie en tous vos jours. (:Οι ευχές των παιδιών φέρνουν ευτυχία πάντα. Είθε να σπείρουν τη χαρά σ' όλες τις μέρες σας). Αν κρίνουμε απ' τη μουρτζουφλιά αυτουνού που μας εύχεται, καλύτερα να μην πάρουμε τοις μετρητοίς τις ευχές του.
Le livre d' images (Το βιβλίο των εικόνων). Ειδυλλιακή στυλιζαρισμένη φωτογραφία κατά τα πρότυπα των Προραφαηλιτών ζωγράφων με υπερεκχυλίζουσα χριστιανοσύνη, σκουφάκια, μελέτη, μπουκλάκια.
Καλό Πάσχα με φιογκάκια, κολλιεδάκια, αυγουλάκια, γραμματάκια, κοκοράκια, κουτσουλίτσες.
Τοποθετείστε το μικρό σκαμνάκι πάνω στο μεγάλο σκαμνάκι. Όταν φθάσετε στην κορυφή του σεκρετέρ θα μπορέσετε να θαυμάσετε την καλλονή σας στον καθρέπτη. (Αh je sais! ) Kαι χειρόγραφο: Catan 28 avril 1903
Καλή Χρονιά και οποία χαρά! Γουνίτσες, μανσόν, κουκουλίτσες και σκουφίτσες.
Να και ο αδερφός της μικρής Jeannette, όπως επεξηγεί από πίσω το 1911 ο αποστολέας. Ο αδερφός της μικρής Jeannette ντυμένος ξωτικό εύχεται Καλή Χρονιά στον κύριο και στην κυρία Bondot, που ζούσαν στο Παρίσι στην οδό Joseph - Dijon 15.
Tρεις προσευχόμενες στο άγαλμα της Παρθένου μικρές εύχονται στην κυρία Camille Calais ταχείαν ανάρρωσιν διά χειρός της Renée, η οποία προσεύχεται ομοίως.
Τα παιδιά της Augustine. Στέλνει τη φωτογραφία στην αγαπημένη της Henriette μαζί με τις ευχαριστίες της.
Μία όμορφη μικρά κόρη που θα στείλει πολλά φιλιά απ' όλους στη Malon.
Σε ψευτοθημωνιές με ψευτολούλουδα ψευτορεμβάζοντας και ελαφρώς αλληθωρίζοντας.
Καλή Χρονιά και πάλι σαν παλιά χαλκομανία που τις κολλούσαμε στο παράθυρο στο Δημοτικό μαζί με βαμβάκι που το φτύναμε για να σταθεί στο τζάμι.
Όμορφη. Κι αυτή και το γατί στο καλάθι.
Στις 12 Απρίλη του 1912 η γιαγιά γράφει στα εγγόνια της. Τα σκέφτεται συνέχεια κι ελπίζει να είναι καλά και φρόνιμα παιδιά.
Καλό Πάσχα με σαφείς χριστιανικούς υπαινιγμούς. Τα χέρια ανοιχτά με τις παλάμες προς τα έξω υπαινισσόμενη τη Σταύρωση.
Μπορεί να είχε έρθει και η άνοιξη. Μπορεί και όχι.
Μa barque est trop petite... adieu notre voyage! Nous la regarderons flotter sur le rivage. (H βάρκα μου είναι πολύ μικρή. Αντίο ταξίδι μας! Θα τη βλέπουμε να πλέει στο ποταμάκι). Και η δική μου έχει περίπου αυτό το μέγεθος. Αλλά δεν είπα ποτέ ότι είναι πολύ μικρή. Χωράει κι εμένα κι αυτούς που αγαπώ.
"Αφού μου είπατε να μη σας πω τ' όνομά μου, επιφόρτισα αυτούς τους φίλους να σας προσφέρουν αυτό το ωραίο ψάρι". Βλέπω δύο ψάρια, μόρτικο βλέμμα, μια καλαθούνα κι ένα μπιλιετάκι. Ο ποιητής σιβυλλικός!
Συμβατικές ολιγόλογες ευχές από πίσω, γραμμένες βιαστικά σε ομοίως συμβατική άχρωμη και άοσμη κάρτα με άχρωμη και άοσμη παιδίσκη με τα άχρωμα και άοσμα ψεύτικα λουλούδια της και τη δαντελένια σκούφια μοδός γιαγιάς Κοκκινοσκουφίτσας προ του φαγώματός της υπό του κακού λύκου.© Ελένη Καλλιανέζου (προφέρεται Ελένη Καλλιανέζου), Vejen 3 Απριλίου 2009
Πέμπτη 2 Απριλίου 2009
Βρίσκοντας στο σπίτι πενταράκια, γριούλες, γεροντάκια που δεν έχουνε δοντάκια...
Το 1973 κάποιες μητέρες συμμαθητών μου κάθησαν και μάζεψαν λαϊκά παραμύθια, τα διασκεύασαν και τα εικονογράφησαν με μοτίβα από την Ελληνική Παράδοση και μυκηναϊκά ή μινωϊκά αγγεία, γεμίζοντας τις σελίδες με ναυτίλους, Αργοναύτες, σπείρες, χελώνες και καράβια. Μινιμαλιστικά, χρωματιστά, λιτά. Και τα έβγαλαν σε βιβλίο με τίτλο "17 Ελληνικά Λαϊκά Παραμύθια", Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήναι 1973. Το βρήκα πάλι σήμερα κι έπεσα σε ένα λαϊκό παραμύθι, ξαναγραμμένο με πολύ μεράκι απ' τις Αντιγόνη Ρίζου - Βαϊάνη και Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου. Του άλλαξα μόνο την ορθογραφία. Και σηκώνει πολλαπλές αναγνώσεις και από ενηλίκους:
Το Πενταράκι.
Μια φορά κι ένα καιρό, σ' ένα μακρινό χωριό, ζούσανε δυο γεροντάκια: ο γερούλης κι η γριά. Απ' τα χρόνια τα πολλά δεν είχανε πια δοντάκια. Είχαν μόνο λίγες τούφες άσπρα, κάτασπρα μαλλιά.
Ήτανε πολύ φτωχοί και για να 'χουνε φαΐ, πήγαινε κάθε πρωί η καημένη η γριούλα στου χωριού την εκκλησιά, για ν' ανάψει τα καντήλια, να μαζέψει τα κεριά, να σκουπίσει, να φροντίσει να 'ναι πάντα καθαρή. Κι οι καλοί συχωριανοί όλο και καμιά δραχμούλα της αφήναν στην τσεπούλα. Κι έτρεχε η γριά στο φούρνο κι έπαιρνε λίγο ψωμί.
Καθώς σκούπιζε μια μέρα στην αυλή της εκκλησιάς, βρίσκει ένα πενταράκι!
-Αχ!, σ' ευχαριστώ, Θεέ μου! είπε με χαρά η γριά. Να κι εγώ που βρήκα κάτι! Που 'χα τύχη μια φορά! Θα χαρεί το γεροντάκι και θα φάμε μια χαρά!
Κι έδεσε το πενταράκι μ' ένα κόμπο στο μαντήλι. Μπήκε μες στην εκκλησιά, άναψ' το στερνό καντήλι και τρεχάτη βιαστικά, πήγε για να πει στο γέρο στην αυλή τι είχε βρει!
Μόλις τ' άκουσε ο γέρος, έσπασε την κεφαλή του για να βρει τι ν' αγοράσουν. Λέει τότε η γριά:
-Ν' αγοράσω καρυδάκια;
Μα ο γέρος απαντά:
-Θα πετάξεις τα τσοφλάκια και δεν έχεις και δοντάκια!
Λέει πάλι η γριά:
-Ν' αγοράσω μυγδαλάκια;
Μα ο γέρος απαντά:
-Θα πετάξεις τα τσοφλάκια και δεν έχεις και δοντάκια.
Ξαναλέει η γριά:
-Ν' αγοράσω φουντουκάκια;
Μα ο γέρος απαντά:
-Θα πετάξεις τα τσοφλάκια και δεν έχεις και δοντάκια.
Τότε λέει η γριά:
-Ν' αγοράσουμε μελάκι!
Μα ο γέρος πάλι λέει:
-Θα κολλήσει στο πιατάκι.
-Θα κολλήσει στο πιατάκι, μα θα φάμε και λιγάκι!, λέει με πείσμα η γριά.
Κι αγοράσανε μελάκι! Πού να ξέρανε αλήθεια πως θα βρουν πολύ μπελά! Πήγε ο γέρος για να φάει, λαίμαργα και βιαστικά, με το στόμα του στο πιάτο! Και η μούρη του κολλά!
Πάει κι η γριά, κολλά...
πάει ο σκύλος και κολλά...
πάει η μύγα και κολλά...
πάει η κότα και κολλά...
πάει η κατσίκα και κολλά...
πάει ο γάιδαρος, κολλά...
Τι να κάνουν οι καημένοι, τράβαγε απ' τη μια ο ένας, κι ο άλλος τράβαγε απ' την άλλη. Μα κανένας δεν μπορούσε τη μουρίτσα του να βγάλει. Κι ήταν όλοι τους για γέλια, έτσι που ήταν μαζεμένοι, κολλημένοι με τα μέλια!
Μα στο τέλος δυνατά, δίνει μια γερή κλωτσιά ο Ψυρρής ο γαϊδαράκος. Και ξεκόλλησε ο γεράκος! Δίνει τότε άλλη μια, και ξεκόλλησε η γριά! Ξανακλώτσησε και πάλι και ξεκόλλησαν κι οι άλλοι. Μα από τότε η γριά με τον λαίμαργο γεράκο, το μελάκι απ' το πιάτο το 'τρωγαν με το κουτάλι!
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen (προφέρεται Βάιν) 2 Απριλίου 2009, παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου και 204 χρόνια από την ημέρα γέννησης του Δανού παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και με δανέζικη προφορά Χανς Κγέστιαν Άν[ε]σεν ή εν συντομία Χω Σε Άν[ε]σεν.
Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008
"Calendarium exercere"
Νικηφόρος Λύτρας, Κάλαντα, Συλλογή Ι. Σερπιέρη. Έργο ζωγραφισμένο μετά το 1873
Χτύπησαν την πόρτα δυο παιδιά να πουν τα κάλαντα. Αλβανάκια μάλλον. Έχοντας χρόνια ν' ακούσω Κάλαντα στην Ελλάδα, συγκινήθηκα στο χτύπημα της πόρτας.
Γιατί έμαθα να τιμώ τις παραδόσεις, έδιναν και οι γονείς μου σ' αυτές τη δέουσα σημασία.
Η μητέρα μου είχε έναν τρόπο δικό της μαγικό να δίνει γιορτινή ατμόσφαιρα στα ιδιαίτερα γεγονότα.
Χριστούγεννα θα στόλιζε το σπίτι, όχι με δέντρο, αλλά με μπάλλες, γιρλάντες, αγγελάκια στα παράθυρα, λαμπιόνια... Η Μικρασιάτισσα γιαγιά θα έφτιαχνε τους κουραμπιέδες, μελομακάρονα και τηγανίτες. Υπήρχαν ξηροί καρποί σε μπωλάκια, σταφίδες και στραγάλια και φουντούκια σε αφθονία, όπως και χουρμάδες και κυδωνόπαστο και γλυκοσούντζουκο που αγόραζε απ' την οδό Ευριπίδου... Έτσι έμαθα να συνδέω τις μέρες των Χριστουγέννων με τους χουρμάδες και την Πρωτοχρονιά με τα κυδωνόπαστα.
Το ίδιο θα γινόταν και τις Απόκριες: Το σπίτι θα γέμιζε μάσκες και σερπαντίνες και θα καθόταν με την αδερφή της με τις ώρες να μου φτιάξουν στολές από φόδρες, ρετάλια και παλιά φουρώ. Θα ντυνόμουν με δεκάδες στολές μέσα σε μια μέρα, ο ένας ρόλος άλλαζε, από απάχης μαρκησία, από ναύαρχος νεράιδα, από πεταλούδα γέρος.
Το Πάσχα αντίστοιχα. Γέμιζε το σπίτι μεγάλα κόκκινα μεταξωτά αυγά, κουνέλια, κοκοράκια με υλικά ευτελή.
Το σχολική περίοδος θα άνοιγε και θα έκλεινε με διπλό παγωτό καϊμάκι στην Πλατεία της Νέας Σμύρνης στο Ζαχαροπλαστείο «Ο Γιώργος».
Το ίδιο σημασία στις γιορτές έδινε και ο πατέρας μου. Ο ταραμάς την Καθαρή Δευτέρα έπρεπε να είναι άσπρος, η 25η Μαρτίου και των Βαΐων ήταν συνδεδεμένες με αλιάδα και τα Χριστούγεννα θα έβαζε κοστούμι και θα χόρευε με τη γυναίκα του Τζέημς Ντην «Hey Mambo, mambo italiano». Κρασί, ξηροκάρπια, φωταψίες.
Τώρα ισοπεδώνονται όλα... Και τα παιδιά δεν ξέρουν να λένε τα Κάλαντα σωστά. Απ' το «Καληνημέραν άρχοντες» κατευθείαν στο «Χριστού τη θεία γέννηση», μπουρδούκλωμα και το χέρι απλωμένο...
Πήγαν και μαθητές χτες να πουν τα κάλαντα στο Υπουργείο Παιδείας...
«... και με τη νέα τη χρονιά
πάλι θα συγκρουστούμε...», είπαν.
Αχ, μωρέ... Πού πήγε η έρμα μας; Όλα ένα ίσωμα.
Δεν έχει σημασία αν θρησκεύεται κάποιος ή όχι. Η πνευματικότητα όμως είναι κάτι βαθύτερο. Κι είναι λάθος να αποποιούμαστε την ταυτότητα και τις παραδόσεις συλλήβδην.
Γιατί αποτελούν μέρος της Ιστορίας μας και χωρίς ιστορία και ρίζες κανείς δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξή του στο χώρο και στο χρόνο.
...
Όταν αποφάσισα στα 25 μου να πάρω μαθήματα φλάουτου, η Ειρήνη, φίλη και κορυφαία στα θεωρητικά της μουσικής, μ' έφερε σε επαφή με τα βυζαντινά κάλαντα. Με εντυπωσίασαν (πέρα από την ακροστοιχίδα με τα γράμματα της αλφαβήτου που αρχίζει κάθε στίχος) και για τη μουσική τους. Κάθε στίχος έχει ανάμεσα εναλλάξ ένα «έρουρεμ, έρουρεμ, χέρου-ρέρου-ρέρουρέμ - Χαίρε Δέσποινα» και το «έρουρεμ, έρουρεμ, χέρου-ρέρου-ρέρουρέμ - Χαίρε Άχραντε»...
Ε, αυτό το ερουρέμ ηχητικά δίνει ρέστα!
Άναρχος Θεός καταβέβηκεν και εν τη Παρθένω κατώκησεν
Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε, τάξεις των αγγέλων ευφραίνεσθε
Δέξαι Βηθλεεμ τον Δεσπότην σου, Βασιλέα πάντω και Κύριον
Εξ ανατολών Μάγοι έρχονται, δώρα προσκομίζοντες άξια
Ζητούν προσκυνήσαι τον Κύριον, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον
Ήνεγγεν αστήρν μάγους οδηγών, ένδον του σπηλαίου εκόμισεν
Θεός, βασιλεύς προαιώνιος, τίκτεται εκ κόρης Θεόπαιδος
Ιδών ο Ηρώδης ως έμαθεν, όλω εξεπλάγη ο δείλαιος
Κράζει και βοά προς τους ιερείς, τους δοξολογούντας τον Κύριον
Λέγετε σοφοί και διδάκαλοι άρα που γεννάται ο Κύριος;
Μέγα και φρικτόν το τεράστιον, ο εν ουρανοίς επεδήμησεν
Νύκτα Ιωσήφ ρήμα ήκουσε, άγγελος Κυρίου ελάλησεν
Ξένον και παράδοξον άκουσμα και η συγκατάβασις άρρητος
Ο μακροθυμίσας και εύσπλαχνος, πάντων υπομένει τα πταίσματα
Πάλιν ουρανοί ανεώχθησαν άγγλοι αυτού ανυμνήτωσαν
Ρήτορες ελθόντες προσέπεσον βασιλέα μέγαν και ένδοξον
Σήμερον η κτίσις αγάλλεται και πανηγύρίζει κι ευφραίνεται
Τάξεις των αγγέλων εξέστησαν επί το παράδοξον θέαμα
Ύμνους και δεήσεις ανέμελπον των πάντων δεσπότην και άνακτα
Φως εν τω σπηλαίω ανέτειλε και τοις εν τω σκότει επέλαμψε
Χαίρουσα η φύσις αγάλλεται και πανηγυρίζει κι ευφραίνεται
Ψάλλοντες Χριστόν, τον Θεόν ημών, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον
Ω Παρθενομήτορ και Δέσποινα, σώζε του εις Σε καταφεύγοντας.
Καλά Χριστούγεννα σε όλους από καρδιάς!
Το σκοτάδι δε νικιέται με σκοτάδι. Ούτε οι φόβοι με σκιές. Ένα άναμα του διακόπτη στο φως χρειάζεται. Και δεν το λέω ως πιστή χριστιανή. Γνωστόν γαρ ότι είμαι αγνωστικίστρια.
© Eλένη Καλλιανέζου, Αθήνα 24 Δεκεμβρίου 2008


