Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όμορφα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όμορφα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Ο Αυγερινός κι η Πούλια

Μια φορά κι έναν καιρό σ' ένα μακρινό νησί, ζούσε μια χήρα, η Αστέρω, με την κόρη της, την Πούλια, που ήτονα έμορφη πολύ κι είχε τις χάρες ούλες, κι ήτονα και καλή και γνωστική και προκομμένη. Η Πούλια αγάπαγε πολύ τη μάνα της που ξενόπλενε για να την αναστήσει και ποτέ χατήρι δεν της χάλαγε. 

Ήρθανε όμως χρόνια δίσεκτα και χαλεποί καιροί κι έπεσε λοιμός μεγάλος στο νησί κι αρρωστήσανε πολλοί και πεθάνανε κι αρρώστησε κι η μάνα της Πούλιας. Γιατρό δεν είχανε μαθές τα χρόνια εκείνα, μόνο τη μάγισσα Κατίγκω που ήξευρε τα βότανα κι έφτιαχνε απ' αυτά φάρμακα κι αλοιφές κι ήτονα και σοφή. Πάει λοιπόν η Πούλια στην Κατίγκω, "το και το, βόηθα με καλή γιαγιά, η μάνα μου πεθαίνει".

-"Αχ, κόρη μου", της λέει η Κατίγκω, "για την αρρώστια αυτή ένα μοναχά φάρμακο υπάρχει, που κανείς δεν μπορεί να το φέρει".

-"Ποιο, μάνα;", ρωτά η Πούλια.

-"Πρέπει να πας να φέρεις τρία δάκρυα. Ένα από τον Ήλιο, ένα απ' τη γυναίκα του, το Φεγγάρι κι ένα από το γιο τους τον Αυγερινό".

-"Και πώς, μαθές θα πάω στον Ήλιο και το Φεγγάρι;"

-"Αυτό δεν το ξεύρω", της λέγει η Κατίγκω. "Μόνη σου θα να τόβρεις".



Την έπιασε την Πούλια απελπισιά και πάει κλαίγοντας στο εικόνισμα της Παναγιάς και παρακαλούσε μ' όλη της την ψυχή να τη βοηθήσει η χάρη Της να βρει το δρόμο για το αρχοντικό του Ήλιου και του Φεγγαριού. Εκεί που παρακαλούσε κι έκλαιγε, αποκάμωσε και τηνε πήρε ο ύπνος. Και βλέπει στον ύπνο της την Παναγιά την Οδηγήτρα  ντυμένη καλογριά, να την παίρνει απ' το χέρι και να την πηγαίνει στη θάλασσα το δειλινό και να της δείχνει το μονοπάτι του Ήλιου μες στη θάλασσα και ύστερα η Παναΐα στ' όνειρο εχάθη.

Ξύπνησε ευθύς η Πούλια, ετοίμασε φαΐ, άφησε της μάνας της τη φροντίδα σε δυο γειτόνισσες, παίρνει μαζί της προσφάι και μόλις πήρε ο ήλιος να γέρνει, τρέχει γραμμή στην ακροθαλασσιά, λύνει απ' τους κάβους τη βάρκα της κι αρχίζει κουπί στο μονοπάτι του Ήλιου. 

Βυθίστηκε όμως ο ήλιος κάτω απ' τη θάλασσα και το μονοπάτι του Ήλιου εχάθη. Τηνε πήρε την Πούλια το παράπονο κι άρχισε να κλαίει και τα δάκρυά της πέφτανε στη θάλασσα. Τηνε λυπήθηκε η θάλασσα και της έστειλε δυο δελφινάκια. Γιατί κλαις; Το και το! Δώσε μας το προσφάι σου και θα σε πάμε εμείς. Ε, τι να κάμει; Τους το 'δωκε.


Παίρνουν τα δελφίνια στην πλάτη τους τη βαρκούλα και την αράξανε στο λιμανάκι έξω απ' του Ήλιου τα παλάτια. Πάει η Πούλια μια και δυο στον Ήλιο και του λέγει:

-"Καλέ μου Ήλιε άρχοντα και χρυσοβασιλιά μου,
δώσε μου ένα δάκρυ σου να γιάνει η μαμά μου!"

-"Έχω δει πολλά, δύσκολα κλαίω", της κρένει ο Ήλιος, "τουλάχιστον κέντησέ μου ένα ζευγάρι παντοφλίτσες να μην περπατώ ξυπόλυτος".


Τι να κάμει η Πούλια, πήρε χρυσοκλωστές και βυσσινί μετάξι κι άρχισε να ράβει και να κεντά στον Ήλιο παντοφλίτσες, μα η δουλειά ήτονα πολλή και της πήρε ένα μήνα και την έτρωγε η αγωνία για τη μάνα της.

Βλέπει ο Ήλιος τις κεντημένες παντοφλίτσες και τόσο συγκινήθηκε που πρώτη φορά θνητός του έκανε κι αυτουνού ένα δώρο, που όλο αυτός χαρίζει κι είναι ούλοι αχάριστοι, που κύλησε ένα δάκρυ απ' τα μάτια του και της το 'δωκε της Πούλιας. 

-"Άμε τώρα στη γυναίκα μου", της λέει. 


Πάει η Πούλια στην Κυρα Σελήνη, πέφτει στα γόνατα και λέγει της:

-"Φεγγάρι εσύ καλοκυρά κι αρχόντισσα Σελήνη,
δώσε μου ένα δάκρυ σου να γιάνει η μαμά μου!"

-"Έχω δει πολλά, δύσκολα κλαίω", της αποκρίνεται το Φεγγάρι, "τουλάχιστον πλέξε μου στο τσιγκελάκι μια μπόλια για τα μαλλιά μου!"

Κάμει η κόρη την ανάγκη φιλοτιμία, πήρε ασημοκλωστές κι άρχισε να πλέκει στο Φεγγάρι μπόλια με μαργαριτάρια και φεγγαρόπετρες, μα η δουλειά ήταν πολλή, μήνας στρογγυλός και μέσα της την έτρωγε η αγωνία. 

Βλέπει το Φεγγάρι την ασημένια μπόλια κι ήτανε τόση η χαρά του που πρώτη φορά άνθρωπος χάρισε και σ' αυτό κάτι, που δάκρυσε. Πήρε το Φεγγάρι το δάκρυ και το 'δωκε της Πούλιας.

-"Ευχαριστώ σε, Κυρα Σελήνη", λέγει η Πούλια, "όμως δυο μήνες εδωνά πλέκω, ράβω και κεντώ κι η μάνα μου θ' αποθάνει!"


-"Μη σε νοιάζει, της λέγει το Φεγγάρι, ζει η μάνα σου, αλλιώς κυλάει ο χρόνος εδώ κι οι δυο μήνες ήτανε στη Γη δυο ώρες μοναχά".

Χάρηκε η Πούλια κι έτρεξε στα δώματα του Αυγερινού. Ο Αυγερινός μόλις την είδε από μακριά συνταράχθη όλος, τόσο που τον άρεζε, που η καρδιά του χτύπησε τρελά κι άρχισε να κλαίει και σκούπισε τα δάκρυά του κρυφά και τα φύλαξε.


Προστρέχει του η Πούλια και του λέγει:

-"Κύρη μου, άστρο της Αυγής, άρχοντα Αυγερινέ μου,
δώσε μου ένα δάκρυ σου να γιάνει η μαμά μου!"


Τι να της πει, μπάρεμ ο Αυγερινός, που 'θελε να τηνε κρατήσει κοντά του όσο πιο πολύ γίνεται;  Γυρνάει λοιπόν κι αυτός και τηνε λέγει:



-"Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, δύσκολα κλαίω, θες να μου πλέξεις όμως ένα ζευγάρι γάντια στις βελόνες, που ξεπαγιάζουν τα χεράκια μου απ' τ' αγιάζι βράδυ και πρωί που πρέπει να βγαίνω να φωτίζω;"

-"Να στα πλέξω", του λέγει η Πούλια και πήγε και κούρεψε τα προβατάκια τ' ουρανού που 'ναι γυάλινα και βγάζουν μαλλάκι λαμπρό και διάφανο και το 'γνεσε κλωστή κι έπλεξε  του Αυγερινού στις βελόνες γαντάκια, που 'ταν ζεστά και λαμποκοπούσαν. Η δουλειά ήταν πολλή, η Πούλια την υπολόγιζε στον ένα μήνα, μα ερχόταν στο παραγώνι της ο Αυγερινός και της κρατούσε συντροφιά και της τραγουδούσε με το λαούτο του και κουβεντιάζανε κι ο καιρός κυλούσε πριν να το καταλάβει και περάσανε δυο μήνες. "Άλλες δυο ώρες", σκέφτηκε η Πούλια και λέει μέσα της "δεν πειράζει, είμαι μόνο τέσσερις ωρίτσες εδώ, στο χωριό δεν έχει ακόμη ξημερώσει". 

Όμως, εκειδά πάνου έρχεται βιαστικός ο Ήλιος και της λέγει:

-"Δυο μέρες περάσανε στη Γη κι η μάνα σου πεθαίνει!"

Δίνει βιαστικά ο Αυγερινός το δάκρυ του στην Πούλια, το πήρε η κόρη, την αρπάζει τότε ο Ήλιος με τη χερούκλα του και την κατεβάζει κάτω στο σπίτι της στο νησί. Απιθώνει γοργά η Πούλια τα τρία δάκρυα στην καρδιά της μάνας της και ζωντάνεψε εκείνη.

Έγινε στο χωριό γλέντι τρικούβερτο που ανάρρωσε η Αστέρω χάρη στο ταξίδι της Πούλιας, την Πούλια όμως την έτρωγε το μαράζι για τον Αυγερινό, όμως κουβέντα δεν έλεγε και συνέχισε να είναι καλή κι εργατική.








Προέλευση εικόνας British Library

Πέρασε λίγος καιρός και λέγει μια μέρα η Αστέρω στην κόρη της.

-"Πάνε, κόρη μου να κόψεις ξυλαράκια, πάγω λίγο στο βουνό να μαζέψω ζοχιούς και καυκαλήθρες να τα φάμε σήμερα με ψαράκι.

Πάγει η Αστέρω στο βουνό να μαζέψει χόρτα, όμως ξεπρόβαλε μια οχιά φαρμακερή κάτω από μια πέτρα και τη δάγκωσε και δεν πρόκαμε η κακομοίρα να σώσει ως το χωριό. Την έκλαψε την Αστέρω η Πούλια και μαυροφορέθηκε κι έπιασε το μοιρολόι που για το χατήρι της πήγε ως τον Ουρανό να της φέρει τα δάκρυα του Ήλιου, του Φεγγαριού και του Αυγερινού για να τη γιατρέψει και την έγιανε, αλλά της έμελλε να της αποθάνει από τσίμπημα οχιάς, όμως αυτές ήταν οι βουλές του Θεού και πήγαινε η Πούλια καθημερνώς στο μνήμα της Αστέρως και της φύτεψε βασιλικούς και της άναβε το καντηλάκι.



Μια μέρα, Πάσχα ανήμερα, ήρθανε στο νησί τους πειρατές να κουρσέψουν το έχει ολωνών και πιάσανε και την Πούλια να την πουλήσουν σκλάβα. Την αλυσοδέσαν στο λιμάνι και μαζέψανε κι ούλους τους προεστούς να τους σφάξουν.

-"Αχ, μανούλα μου γλυκιά", στέναξε η Πούλια και ξάφνου έρχεται δίπλα της η μάνα της από τον Άλλο Κόσμο σα φωτεινή σκιά. Της λύνει τα δεσμά και της απίθωσε δίπλα της τις παντοφλίτσες του Ήλιου, την μπόλια του Φεγγαριού και τα γαντάκια του Αυγερινού.

Τα φοράει η Πούλια, δίνει μια κλωτσιά στον αρχηγό, έπιασε αυτός φωτιά και πάει. Δίνει μια κουτουλιά στο ένα πρωτοπαλίκαρό του κι αυτός πάγωσε και πέτρωσε. Δίνει ένα χαστούκι στο δεύτερο πρωτοπαλίκαρο κι ήσπασε σα γυαλί κι οι άλλοι απ' το φόβο τους δώσανε μια βουτιά στη θάλασσα και πέρασε ένα σκυλόψαρο και τους ήκαμε ούλους μια χαψιά. 

Στήσανε τότε τσιμπούσι και χορό και φέρανε κι όργανα και κι αρχίσανε να τρώνε και να πίνουνε και στολίσανε την Πούλια με άνθη και δαντέλες. Κι έσχισε τότε ένα αστέρι το στερέωμα κι έπεσε καταγής μπροστά στα πόδια της Πούλιας. Ήταν ο Αυγερινός. 

-"Ε, Πούλια, θες να γίνεις γυναίκα μου;", τη ρώτησε.

-"Θέλω", του απαντάει αυτή. Κι αναλήφθηκαν τότε η Πούλια κι ο Αυγερινός στους Ουρανούς και παντρεύτηκαν κι ήκαμαν επτά παιδιά, που φωτίζουν τον ουρανό τις νύχτες και δείχνουν το δρόμο στους ναυτικούς και στους οδοιπόρους. 

Ήμουνα κι εγώ στους γάμους τους κι ήφαγα ένα κοπάδι αρνιά κι ήπια και δώδεκα βαρέλια κρασί και χόρεψα τρεις μέρες και τρεις νύχτες.


© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Κυριακή του Πάσχα 16 Απριλίου 2017

buzz it!

Σάββατο 15 Απριλίου 2017

Αποδράσεις για το Τριήμερο

Τον Ίωνα δεν τον ξέρω. Ξέρω μονάχα πως είναι φυσικός και πως του αρέσουν τα παγκάκια. Παγκάκια που ατενίζουν έναν ορίζοντα, παγκάκια που έχουν άνοιγμα στον ουρανό, στη Γη ή αλλού. Ο Ίωνας έβγαλε έναν κατάλογο προτάσεων για κοντινές αποδράσεις. Να ο κατάλογος του Ίωνα:





Ε, λοιπόν οι αποστάσεις μέχρι το Δία είναι αμελητέες. Πας και με τα πόδια, που λέει ο λόγος. Ο Κρόνος είναι για πικνίκ. Ουρανός όμως και Ποσειδώνας προσφέρονται κι ως προορισμοί για τριήμερο με διανυκτέρευση. 

Δε χρειάζεται καν να κλείσεις εισιτήριο με την ταχεία, πας με το κανονικό τρένο που τρέχει περίπου 5 AU την ώρα και φθάνεις στον Ποσειδώνα σε περίπου 6 ωρίτσες, βάλε και τις στάσεις ενδιάμεσα 7,5 ώρες αντί για 4,5 και σου 'ρχεται και πιο φθηνά. Για πολλά πολλά δεν είναι, έχει όμως ωραίο χρώμα, μπλε του κοβαλτίου κι άφθονο μεθάνιο, που ναι μεν δε μυρίζει ωραία, αλλά είναι ένα κι ένα για τους ρευματισμούς. 

Αν πάρεις χειραποσκευή, πρέπει να έχεις οπωσδήποτε ζεστά ρούχα, διότι το κρύο δεν είναι οι αστείες θερμοκρασίες των γήινων πόλων, πάει στους -218 °C μια ζεστή μέρα. Έχουν όμως ωραίες ξενοδοχειακές μονάδες με λέβητες που λυώνουν τους πάγους. Πας σκεβρωμένος και με δυο μπανάκια ισιώνεις, πετάς από πάνω σου 30 και βάλε χρόνια ταλαιπωρίας και μετά σου κάνουν μασάζ κάτι ξηγημένοι τυπάδες απ' τον Τρίτωνα και κάποιες χταποδίνες από τη Νηρηίδα, που βεντουζώνουν λέει τα πλοκάμια τους όλα μαζί στο πονεμένο σου μέλος και στο κάνουν καινούργιο! 





Η διαμονή κοστίζει το κατιτίς της, αν όμως πλέκεις, ράβεις ή κεντάς κατά το ταξίδι και εκμεταλλευτείς το χρόνο σου επωφελώς, μπορείς να τη βγάλεις και σχεδόν τζάμπα.  Για τις ταχύτητες σαλιγκαριού, σαν της αφεντιάς μου, πάλι δεν υπάρχει πρόβλημα, γιατί μέσα στο τρένο αναπτύσσεις αναγκαστικά ταχύτητες τουλάχιστον ένα παρσέκ την ώρα. Φτάνουν και περισσεύουν να φτιάξεις σκουφιά και κασκόλ για όλα τα όντα του πλανήτη, στη δε επιστροφή φτιάχνεις, αν θες, και δαντέλα που να ενώνει όλους τους πλανήτες μεταξύ τους, γιατί η παλιά σχίστηκε σε πολλά σημεία κι έχει γίνει πια κουρέλι.

Το κάπνισμα δεν επιτρέπεται μέσα στο τρένο παρά μόνο στους ενδιάμεσους σταθμούς (έχει τρεις στάσεις της μιάμισης γήινης ώρας συνολικά), επιτρέπεται όμως ο ναργιλές και το ηλεκτρονικό τσιγάρο (σχεδόν επιβάλλονται), επειδή δημιουργούν μια νέφωση, απαραίτητη για να διατηρηθεί το μυστήριο των μακρινών πλανητών.



© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Μ. Σάββατο 15 Απριλίου 2017


buzz it!

Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

Το Σπίτι Μου

Όταν κουράζομαι απ' αυτόν τον Κόσμο, ανηφορίζω για το σπίτι μου. Το Σπίτι μου είναι στον Παράδεισο, το σπίτι μου είναι όλος ο Παράδεισος.

Είμαι τυχερή. Έχω Πατέρα το Θεό, Αδερφός μου είναι ο Ιησούς και κατοικίδιό μας το Άγιο Πνεύμα. Τροφή παίρνει μόνο από τον Πατέρα. Μάνα μας είναι η Μαριάμ.

Η Μάνα μας είναι σεμνή και γλυκιά, γνέθει, υφαίνει, πλέκει, ράβει και κεντά τις ομορφιές του Κόσμου. Ζυμώνει άρτους και μας χορταίνει, μαγειρεύει ακούραστη, και τα βράδια μας νανουρίζει με το Άσμα Ασμάτων. Πάντα όμως μας κυνηγάει με τη σκούπα εμένα και τον Αδερφό μου, όταν ξεμοναχιαζόμαστε και πίνουμε τις κοινωνιές κι αρχίζουμε τα σόκιν ανέκδοτα. Ο Πατέρας γελά. 

Έχω κι άλλα αδέρφια πολλά. Κατοικούν σ' όλο τον Κόσμο και σ' όλους τους Κόσμους· άλλοι έχουν σάρκα και οστά, σ' αλλωνών τις φλέβες κυλάει αίμα, σ' άλλων ιχώρ, άλλοι είναι μόνο φως, άλλοι - όπως κι εγώ- ζουν στο βασίλειο των φωτοσκιάσεων, επειδή έχουν μέσα τους και λίγο σκοτάδι. Το κατοικίδιο όμως μας φωτίζει.

Τα αδέρφια μου είναι Εσύ, τα αδέρφια μου είμαι εγώ, τα αδέλφια μου είναι ο Αδερφός μου ο αγαπημένος. Ο Αδερφός μου πέθανε σαν σήμερα, όμως ο Αδερφός μου πεθαίνει κάθε φορά που κάποιος πεθαίνει. Πεθαίνει και γεννιέται εκατομμύρια φορές, ανασταίνεται εκατομμύρια φορές, έχει στα κύτταρά του την Ανάμνηση όλου του Κόσμου, όλων των Κόσμων, έχει την Ανάμνηση ακόμη κι αυτών που δεν έχουν ακόμη υπάρξει. Ο Αδερφός μου θα μπορούσε, αν ήθελε, να αναιρέσει τον εαυτό Του κι από Ων θα μπορούσε να γίνει μη-Ων. Όταν όμως αγαπάς, δεν αναιρείς κανέναν και τίποτα - ούτε καν τον εαυτό σου. Γιατί μαζί θα αναιρεθεί κι ο Κόσμος κι οι Κόσμοι κι η Καθαρή Αγάπη αυτό δε στο επιτρέπει.

Σ' αγαπώ - είσαι εγώ - είμαι Εσύ κι αντανακλώ το φως και τις σκιές σου. 



© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Μ. Παρασκευή  14 Απριλίου 2017

buzz it!

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Kunst




Όμορφα ήταν που ανεβήκαμε στις στέγες για να βάψουμε τον Ουρανό με τα χρώματα της αρεσκείας μας. Βάλαμε το βράδυ ένα φεγγάρι πάνω σε βαθύ μπλε κι ανάψαμε με τις ανάσες μας τα κεριά στο κοντινό νεκροταφείο, χαμογελώντας πονηρά, skælmskt, κι ύστερα οργιάσαμε με ροδόχρωμα και χρυσαφιά που αλλάζανε κατά το δικό τους δοκούν και το ρυθμό των δικών τους ερώτων. Οφείλουμε να σεβόμαστε τους πόθους των νεφών για να μπουν και τα σύννεφα εντός μας, να μας δροσίζουν.


© Ελένη Καλλιανέζου, Κolding 18 Μαῒου 2011



buzz it!

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Magnificat -Παρά τον Μύθον

Magnificat θα πει "μεγαλύνει η ψυχή μου". Μagnificat είναι το όνομα της γάτας μου. Η γάτα μου φυσικά είναι μια ξεχωριστή γάτα και δε μοιάζει με τη γάτα κανενός! Όχι μόνο γιατί αρέσκεται στην μπαρόκ μουσική, τρώει φράουλες, ντομάτες, ροδάκινα ή φακές ή γιατί είναι η καλύτερη κυνηγός της περιοχής του Ribe, αλλά και για τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά της σπάνιας δασκάλας, που ξέρει να συνδυάζει την ηρεμία με τη διαολιά, τα νάζια - με τη σοφία. Αποφάσισε να με υιοθετήσει αμέσως μόλις γεννήθηκε, αλλά προτίμησε να έρθει σπίτι μου το Γενάρη, όταν πια ήταν δυόμισυ μηνών, για να με νταντέψει και να μου μάθει πώς νταντεύουν.Όταν η Magnificat με τίμησε με την εύνοιά της, το χιόνι είχε φτάσει απέξω σχεδόν το ένα μέτρο κατά τόπους. Το βράδυ πάγωνε και γινόταν σκληρό και το μόνο που είχε σημασία στην παγωνιά και την ασπρίλα ήταν αυτό που θα έδινε χρώμα στο λευκό -
σ' αυτό το λευκό που ξεπερνά το μη-χρώμα, το παραμυθένιο ή το suréel. Κι είναι αλήθεια πως βρέθηκαν κάποιοι να πουν πως "με ζηλεύουν για το χιόνι", πιθανόν όμως παράβλεψαν πως όταν όλοι οι δρόμοι παγώνουν, δεν έρχεται ο Άγιος Βασίλης με το έλκηθρο να σου φέρει να φας.


Όταν ζεις στη σιωπή και παρά τον μύθον, τότε ζητάς στην πραγματικότητα την παραμυθίαν ψυχής να σε γειώσει. Αυτό όμως που είναι και το πιο πραγματικό τελικά στην απόλυτη ερημιά είναι ένα σμάρι πουλιά που πετά ψάχνοντας να βρει τροφή ή το πόδι σου που βουλιάζει στο χιόνι μέχρι το γόνατο. Τίποτε άλλο δεν είναι πιο πραγματικό ή δεν έχει σημασία. Μια τραχειά πραγματικότητα γυρεύει το παραμύθι εκείνο που θα μιλήσει απευθείας στην καρδιά και η καρδιά δε γλυκαίνει με σπουδαίους μύθους (λόγια) ούτε μ' εμβριθείς αναλύσεις της πολιτικής κατάστασης στην παγκόσμια σκηνή ή της οικονομικής κρίσης. Hχούν ψεύτικα όταν μεγαλοστομούν, γλιτσιάρικα όταν μελοδραματοποιούν, ύπουλα όταν εθίζουν στο splash, κακόηχα όταν περιγράφουν το γκροτέσκο. Πιθανόν γιατί οι άνθρωποι χάσαμε τους μύθους, τα παρά τον μύθον και τα ρήματά μας και κρατήσαμε μόνο κάποια ενδεικτικά επιρρήματα, όπου το "ευ" λίγο πια ρόλο παίζει.

Το "ευ" είναι ακριβό γιατί χρειάζεται ικανότητα καλλιτέχνη για να μπορείς να το καδράρεις. Το μη εξασκημένο μάτι τείνει να το αγνοεί ή να επικεντρώνεται στο πρωτογενές ωφελιμιστικό συναίσθημα σε κάθε ερέθισμα. Παράδειγμα η λέξη "πάγος". Πάγος ίσον κάτι το ευχάριστο στον καύσωνα ή σ' ένα ποτήρι βότκα, δυσάρεστο όταν παγώνεις, ακινητοποιείσαι, κρυώνεις ή πεινάς και στη μία όμως και στην άλλη περίπτωση μπορεί να είναι όμορφος, γιατί είναι αληθινός και μπορεί να πάρει μορφή ή μπορεί άριστα να χρησιμεύσει κι ως υλικό για παραμύθι, για να ξεχάσεις προς στιγμήν ότι είσαι νηστική κι ατσίγαρη και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, αφού η θύελλα μαίνεται πέρα απ' το να περιμένεις να κοπάσει.
Όμως μια γάτα είναι η καλύτερη παραμυθατζού, γιατί θα σε καταφέρει να την κεντράρεις μέσα από ένα πλήθος παραπληρωματικές λεπτομέρειες. Είτε σου μιλάει (και οι γάτες στους δικούς τους ανθρώπους είναι πολύ ομιλητικές) είτε γιατί πειραματίζεται να μεταμορφωθεί σε κουνέλι και χοροπηδά, άλογο κι αρχίζει τρελούς καλπασμούς, μαντάμ ντε Πομπαντούρ όταν ξαπλώνει με ηδυπάθεια και μισοκλείνει τα μάτια, σαχλοκούδουνο όταν κρύβεται και πηδάει ξαφνικά επάνω σου, πεπειραμένη Ανατολίτισσα δασκάλα του μασάζ όταν σ' αρχίζει στα ζυμώματα κι αγαπησιάρα σέξυ κι απαιτητική ερωμένη, όταν σου 'ρχεται κι αρχίζει να σου τρίβεται και να σου γλείφει τη μύτη με τις ώρες. Oι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται τη γάτα. Γιατί η γάτα είναι απρόβλεπτη και ανεξάρτητη και η αγάπη της καθόλου δεδομένη. Kι ύστερα είναι κι αυτό της το χαμόγελο, να παραμένει δίχως το σώμα της γάτας. Όμως, λίγοι γνωρίζουν ότι η γάτα αφοσιώνεται, εάν κι εφόσον σε εγκρίνει, ειδικά αν της μιλάς στη γλώσσα της και άριστος γνώστης της γλώσσας της γάτας δε γίνεσαι ποτέ, αν δεν έχεις κάτι το γατίσιο από φύση. Για να αγαπήσεις τη γάτα, πρέπει να έχεις πάει ένα βήμα παραπέρα απ' την αγάπη του σκύλου, που είναι πιο χαζοχαρούμενος, εύπιστος, χλεχλές, μεγαλόθυμος κι υποτελής σου, ενώ η γάτα σε μαθαίνει να μην εφησυχάζεις ποτέ. Όμως, η γάτα η δικιά μου έχει ακριβώς τους ίδιους λόγους να μην εφησυχάζει μαζί μου κι έτσι, καμιά απ' τις δυο μας δε βρίσκεται σε σχέση υποτέλειας.

Αν με ρωτούσαν πόσο και πώς θα ήθελα να αγαπηθώ από άνθρωπο, θα έλεγα όσο και όπως με αγαπάει η γάτα μου. Η γάτα μου δε θα με αγαπούσε ποτέ, αν δεν την αγαπούσα έτσι όπως την αγαπώ. Κι ύστερα... λατρεύω τις τρίχες της. Γιατί μπορώ να τις βλέπω, να τις χαϊδεύω ή να τις σκουπίζω. Τις τρίχες όμως των ανθρώπων δεν καταφέρνω πάντα να τις διακρίνω, εκτός κι αν με πνίξουν ή μου μπουν στα ρουθούνια.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 27 Σεπτεμβρίου 2010

buzz it!

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

Σκάλες Μείζονες



Κι όπως βλέπεις εσύ το μπλε κι εγώ το πράσινο, λίγο κίτρινο σου λείπει ~ για να 'χεις την αίσθηση του σύμμεικτου.
Δεν είναι καθόλου κακό το κίτρινο, κι ύστερα είναι κι αυτό μέσα στο "Ζωνάρι της Kυράς" που οι πολλοί καλούν ουράνιο τόξο.
Οι μύθοι είναι πέρα για πέρα αληθείς πως αν σταθείς εκεί που πέφτει η μια άκρη του ζωναριού βρίσκεις θησαυρό.
Παρέλειψαν ωστόσο να δηλώσουν τίνι τρόπω θα βρεις το θησαυρό αυτό (και πολύ καλά έκαναν, κατά τη γνώμη μου) κι έτσι οι περισσότεροι θνητοί είναι σαν τον γκαντέμη της ιστορίας που τον λυπήθηκαν οι αγγέλοι και του έβαλαν στο δρόμο που έκανε καθημερινά πάνω απ' το γιοφύρι μια τσάντα με φλουριά, αλλά αυτός αποφάσισε εκείνη την ημέρα να περάσει απ' το σημείο που ήταν ο θησαυρός με τα μάτια κλειστά.
Αλλά, σε τι θα ωφελούσε, αν κάποιος του έλεγε alta voce πως εκείνη την ειδική ημέρα θα έβρισκε στο δρόμο του χρυσάφι... Το πιθανότερο θα ήταν να περιγελούσε αυτόν που θα επιχειρούσε να του ανοίξει τα μάτια, γιατί οι περισσότεροι που έκαναν έργο ζωής το διαφωτισμό του ανθρώπινου είδους είτε κάηκαν στην πυρά είτε θεωρήθηκαν "σαλοί", παλαβιάρηδες, μουρλοί για δέσιμο, για τα κάγκελα, lunatics, matti, fous, kloge, tossede, disturbed, crazy σε σημείο που ο Ιερώνυμος Μπος να ζωγραφίσει ήδη απ' το τρίτο τέταρτο του 15ου αιώνα το γνωστό πίνακά του με την "Εξαγωγή της Πέτρας της Τρέλας".[1] Τη βγάζεις, γίνεσαι "ισορροπημένος άνθρωπος". Αν επιλέξεις να την κρατήσεις, τότε πρέπει να πάρεις τα βουνά ή να κρυφτείς στα πιο ανήλιαγα μέρη των δασών, αφενός για να μη σε καταλάβουν κι αφετέρου γιατί σου φαίνονται αφόρητες οι μωρολογίες των γύρω σου.
Λοιπόν, που λες, αν είσαι ανοιχτομάτης και δε σε έχουν εγχειρήσει για να σου βγάλουν την πέτρα που προκαλεί την τρέλα και περιμένεις υπομονετικά πότε θα βρέξει, μόλις βγει ξανά ο ήλιος τσουπ! νάτο το ουράνιο τόξο! Ωραία, θα μου πείς, κι αν είσαι στη μέση του λιβαδιού και η άκρη του βρίσκεται στην άλλη άκρη, πώς θα προκάμεις να φτάσεις μέχρι εκεί; Μέχρι να κάνεις δυο δρασκελιές, χάνεται της Κυράς η Ζώνη! Εδώ σε θέλω κάβουρα!
Θα ψάξεις να βρεις το καράβι που πάει στον ουρανό (κάνει συχνά δρομολόγια μεταξύ των συμπάντων) και θα σε πάει αυτό στο χρυσάφι. Τη ρότα την ξέρει. Τα δρομολόγια αναγράφονται καθημερινά πάνω στα σύννεφα. Ελάχιστες φορές έχουν καθυστερήσει. Κι αυτό συμβαίνει μόνο όταν τ' άστρα στήνουν χορό στους ουρανούς κι ο ήλιος ανατέλλει από τη δύση. [2]


KΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!


____________________________________________

Σημειώσεις:
© Ελένη Καλλιανέζου ~☺~ Vejen 14 Απριλίου 2009

buzz it!

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Εραλδικά



Γαλάζια, ροδαλά, πράσινα, ασημιά, σουρουπώνει.




Σκοτεινά, χρυσαφιά, κόκκινα, γαλαζωπά, ξημερώνει.




~~~❀~❀~❀~~~








Kalenda Maya, “Riu, Riu, Chiu” -Ανωνύμου, από το άλμπουμ Medieval and Renaissance Music



© Ελένη Καλλιανέζου ~☺~ Vejen 13 Απριλίου 2009

buzz it!

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Καθρέφτης








© Ελένη Καλλιανέζου ~☺~ Vejen 12 Απριλίου 2009

buzz it!

Παρασκευή 3 Απριλίου 2009

Τριάντα Παιδιά στο Μπαούλο.

Τριγύριζα στα παλαιοπωλεία στο Μοναστηράκι Κυριακή πολύ πρωί, πριν ακόμα πλακώνει στην Πλάκα κόσμος και ντουνιάς κι έψαχνα φωτογραφίες παιδιών. Μάζεψα κάμποσες. Οι περισσότερες είναι γραμμένες από πίσω στα γαλλικά με ημερομηνίες δυσδιάκριτες, αλλά κάπου κάπου βλέπεις και 1902, 1905, 1912... Στις περισσότερες βέβαια ημερομηνία δεν αναγράφεται καθόλου, αλλά κρίνοντας από την ενδυμασία έχουμε να κάνουμε και με πολύ παλιότερες εποχές και δαγκεροτυπίες που θα μπορούσαν να χρονολογηθούν και στα μέσα του 19ου αιώνα.




Καθόλου ευτυχής στο φακό, στημένος με το ζόρι με τα λουλούδια και το κουβαδάκι στο χέρι, τζουγκράνες και άλλα σύνεργα επ' ώμου εύχεται: Les souhaits des enfants portent bonheur toujours. Puissent ceux-ci semer la joie en tous vos jours. (:Οι ευχές των παιδιών φέρνουν ευτυχία πάντα. Είθε να σπείρουν τη χαρά σ' όλες τις μέρες σας). Αν κρίνουμε απ' τη μουρτζουφλιά αυτουνού που μας εύχεται, καλύτερα να μην πάρουμε τοις μετρητοίς τις ευχές του.



Le livre d' images (Το βιβλίο των εικόνων). Ειδυλλιακή στυλιζαρισμένη φωτογραφία κατά τα πρότυπα των Προραφαηλιτών ζωγράφων με υπερεκχυλίζουσα χριστιανοσύνη, σκουφάκια, μελέτη, μπουκλάκια.


Καλό Πάσχα με φιογκάκια, κολλιεδάκια, αυγουλάκια, γραμματάκια, κοκοράκια, κουτσουλίτσες.


Κορδελίτσες, δαντελίτσες, Πασχαλιά κι αμυγδαλίτσες, με γελάκια, με ναζάκια...


Τοποθετείστε το μικρό σκαμνάκι πάνω στο μεγάλο σκαμνάκι. Όταν φθάσετε στην κορυφή του σεκρετέρ θα μπορέσετε να θαυμάσετε την καλλονή σας στον καθρέπτη. (Αh je sais! ) Kαι χειρόγραφο: Catan 28 avril 1903


Καλή Χρονιά και οποία χαρά! Γουνίτσες, μανσόν, κουκουλίτσες και σκουφίτσες.


Να και ο αδερφός της μικρής Jeannette, όπως επεξηγεί από πίσω το 1911 ο αποστολέας. Ο αδερφός της μικρής Jeannette ντυμένος ξωτικό εύχεται Καλή Χρονιά στον κύριο και στην κυρία Bondot, που ζούσαν στο Παρίσι στην οδό Joseph - Dijon 15.


Tρεις προσευχόμενες στο άγαλμα της Παρθένου μικρές εύχονται στην κυρία Camille Calais ταχείαν ανάρρωσιν διά χειρός της Renée, η οποία προσεύχεται ομοίως.


Τα παιδιά της Augustine. Στέλνει τη φωτογραφία στην αγαπημένη της Henriette μαζί με τις ευχαριστίες της.


Μία όμορφη μικρά κόρη που θα στείλει πολλά φιλιά απ' όλους στη Malon.


Σε ψευτοθημωνιές με ψευτολούλουδα ψευτορεμβάζοντας και ελαφρώς αλληθωρίζοντας.


Καλή Χρονιά και πάλι σαν παλιά χαλκομανία που τις κολλούσαμε στο παράθυρο στο Δημοτικό μαζί με βαμβάκι που το φτύναμε για να σταθεί στο τζάμι.


Όμορφη. Κι αυτή και το γατί στο καλάθι.


Στις 12 Απρίλη του 1912 η γιαγιά γράφει στα εγγόνια της. Τα σκέφτεται συνέχεια κι ελπίζει να είναι καλά και φρόνιμα παιδιά.


Παρίσι, 15 Οκτωβρίου 1905, μάτι τσακίρικο και βλέμμα αλήτικο.


Καλό Πάσχα με σαφείς χριστιανικούς υπαινιγμούς. Τα χέρια ανοιχτά με τις παλάμες προς τα έξω υπαινισσόμενη τη Σταύρωση.


Μπορεί να είχε έρθει και η άνοιξη. Μπορεί και όχι.


Μa barque est trop petite... adieu notre voyage! Nous la regarderons flotter sur le rivage. (H βάρκα μου είναι πολύ μικρή. Αντίο ταξίδι μας! Θα τη βλέπουμε να πλέει στο ποταμάκι). Και η δική μου έχει περίπου αυτό το μέγεθος. Αλλά δεν είπα ποτέ ότι είναι πολύ μικρή. Χωράει κι εμένα κι αυτούς που αγαπώ.


"Αφού μου είπατε να μη σας πω τ' όνομά μου, επιφόρτισα αυτούς τους φίλους να σας προσφέρουν αυτό το ωραίο ψάρι". Βλέπω δύο ψάρια, μόρτικο βλέμμα, μια καλαθούνα κι ένα μπιλιετάκι. Ο ποιητής σιβυλλικός!


Συμβατικές ολιγόλογες ευχές από πίσω, γραμμένες βιαστικά σε ομοίως συμβατική άχρωμη και άοσμη κάρτα με άχρωμη και άοσμη παιδίσκη με τα άχρωμα και άοσμα ψεύτικα λουλούδια της και τη δαντελένια σκούφια μοδός γιαγιάς Κοκκινοσκουφίτσας προ του φαγώματός της υπό του κακού λύκου.


© Ελένη Καλλιανέζου (προφέρεται Ελένη Καλλιανέζου), Vejen 3 Απριλίου 2009

buzz it!

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Βρίσκοντας στο σπίτι πενταράκια, γριούλες, γεροντάκια που δεν έχουνε δοντάκια...

Επείγει να κερδίσω ένα λαχείο. Όχι για τίποτα σπουδαίο, να για τα απαραίτητα. Και για να οργανώσω το σπίτι μου, να φτιάξω βιβλιοθήκες κλπ. Γιατί όλο βρίσκεις και βρίσκεις πράγματα...

Το 1973 κάποιες μητέρες συμμαθητών μου κάθησαν και μάζεψαν λαϊκά παραμύθια, τα διασκεύασαν και τα εικονογράφησαν με μοτίβα από την Ελληνική Παράδοση και μυκηναϊκά ή μινωϊκά αγγεία, γεμίζοντας τις σελίδες με ναυτίλους, Αργοναύτες, σπείρες, χελώνες και καράβια. Μινιμαλιστικά, χρωματιστά, λιτά. Και τα έβγαλαν σε βιβλίο με τίτλο "17 Ελληνικά Λαϊκά Παραμύθια", Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήναι 1973. Το βρήκα πάλι σήμερα κι έπεσα σε ένα λαϊκό παραμύθι, ξαναγραμμένο με πολύ μεράκι απ' τις Αντιγόνη Ρίζου - Βαϊάνη και Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου. Του άλλαξα μόνο την ορθογραφία. Και σηκώνει πολλαπλές αναγνώσεις και από ενηλίκους:



Το Πενταράκι.

Μια φορά κι ένα καιρό, σ' ένα μακρινό χωριό, ζούσανε δυο γεροντάκια: ο γερούλης κι η γριά. Απ' τα χρόνια τα πολλά δεν είχανε πια δοντάκια. Είχαν μόνο λίγες τούφες άσπρα, κάτασπρα μαλλιά.

Ήτανε πολύ φτωχοί και για να 'χουνε φαΐ, πήγαινε κάθε πρωί η καημένη η γριούλα στου χωριού την εκκλησιά, για ν' ανάψει τα καντήλια, να μαζέψει τα κεριά, να σκουπίσει, να φροντίσει να 'ναι πάντα καθαρή. Κι οι καλοί συχωριανοί όλο και καμιά δραχμούλα της αφήναν στην τσεπούλα. Κι έτρεχε η γριά στο φούρνο κι έπαιρνε λίγο ψωμί.

Καθώς σκούπιζε μια μέρα στην αυλή της εκκλησιάς, βρίσκει ένα πενταράκι!

-Αχ!, σ' ευχαριστώ, Θεέ μου! είπε με χαρά η γριά. Να κι εγώ που βρήκα κάτι! Που 'χα τύχη μια φορά! Θα χαρεί το γεροντάκι και θα φάμε μια χαρά!

Κι έδεσε το πενταράκι μ' ένα κόμπο στο μαντήλι. Μπήκε μες στην εκκλησιά, άναψ' το στερνό καντήλι και τρεχάτη βιαστικά, πήγε για να πει στο γέρο στην αυλή τι είχε βρει!

Μόλις τ' άκουσε ο γέρος, έσπασε την κεφαλή του για να βρει τι ν' αγοράσουν. Λέει τότε η γριά:


-Ν' αγοράσω καρυδάκια;

Μα ο γέρος απαντά:

-Θα πετάξεις τα τσοφλάκια και δεν έχεις και δοντάκια!

Λέει πάλι η γριά:

-Ν' αγοράσω μυγδαλάκια;

Μα ο γέρος απαντά:

-Θα πετάξεις τα τσοφλάκια και δεν έχεις και δοντάκια.

Ξαναλέει η γριά:

-Ν' αγοράσω φουντουκάκια;

Μα ο γέρος απαντά:

-Θα πετάξεις τα τσοφλάκια και δεν έχεις και δοντάκια.

Τότε λέει η γριά:

-Ν' αγοράσουμε μελάκι!

Μα ο γέρος πάλι λέει:

-Θα κολλήσει στο πιατάκι.

-Θα κολλήσει στο πιατάκι, μα θα φάμε και λιγάκι!, λέει με πείσμα η γριά.

Κι αγοράσανε μελάκι! Πού να ξέρανε αλήθεια πως θα βρουν πολύ μπελά! Πήγε ο γέρος για να φάει, λαίμαργα και βιαστικά, με το στόμα του στο πιάτο! Και η μούρη του κολλά!

Πάει κι η γριά, κολλά...
πάει ο σκύλος και κολλά...
πάει η μύγα και κολλά...
πάει η κότα και κολλά...
πάει η κατσίκα και κολλά...
πάει ο γάιδαρος, κολλά...

Τι να κάνουν οι καημένοι, τράβαγε απ' τη μια ο ένας, κι ο άλλος τράβαγε απ' την άλλη. Μα κανένας δεν μπορούσε τη μουρίτσα του να βγάλει. Κι ήταν όλοι τους για γέλια, έτσι που ήταν μαζεμένοι, κολλημένοι με τα μέλια!

Μα στο τέλος δυνατά, δίνει μια γερή κλωτσιά ο Ψυρρής ο γαϊδαράκος. Και ξεκόλλησε ο γεράκος! Δίνει τότε άλλη μια, και ξεκόλλησε η γριά! Ξανακλώτσησε και πάλι και ξεκόλλησαν κι οι άλλοι. Μα από τότε η γριά με τον λαίμαργο γεράκο, το μελάκι απ' το πιάτο το 'τρωγαν με το κουτάλι!



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen (προφέρεται Βάιν) 2 Απριλίου 2009, παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου και 204 χρόνια από την ημέρα γέννησης του Δανού παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και με δανέζικη προφορά Χανς Κγέστιαν Άν[ε]σεν ή εν συντομία Χω Σε Άν[ε]σεν.

buzz it!

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2008

"Calendarium exercere"

Νικηφόρος Λύτρας, Κάλαντα, Συλλογή Ι. Σερπιέρη. Έργο ζωγραφισμένο μετά το 1873


Χτύπησαν την πόρτα δυο παιδιά να πουν τα κάλαντα. Αλβανάκια μάλλον. Έχοντας χρόνια ν' ακούσω Κάλαντα στην Ελλάδα, συγκινήθηκα στο χτύπημα της πόρτας.

Γιατί έμαθα να τιμώ τις παραδόσεις, έδιναν και οι γονείς μου σ' αυτές τη δέουσα σημασία.

Η μητέρα μου είχε έναν τρόπο δικό της μαγικό να δίνει γιορτινή ατμόσφαιρα στα ιδιαίτερα γεγονότα.

Χριστούγεννα θα στόλιζε το σπίτι, όχι με δέντρο, αλλά με μπάλλες, γιρλάντες, αγγελάκια στα παράθυρα, λαμπιόνια... Η Μικρασιάτισσα γιαγιά θα έφτιαχνε τους κουραμπιέδες, μελομακάρονα και τηγανίτες. Υπήρχαν ξηροί καρποί σε μπωλάκια, σταφίδες και στραγάλια και φουντούκια σε αφθονία, όπως και χουρμάδες και κυδωνόπαστο και γλυκοσούντζουκο που αγόραζε απ' την οδό Ευριπίδου... Έτσι έμαθα να συνδέω τις μέρες των Χριστουγέννων με τους χουρμάδες και την Πρωτοχρονιά με τα κυδωνόπαστα.

Το ίδιο θα γινόταν και τις Απόκριες: Το σπίτι θα γέμιζε μάσκες και σερπαντίνες και θα καθόταν με την αδερφή της με τις ώρες να μου φτιάξουν στολές από φόδρες, ρετάλια και παλιά φουρώ. Θα ντυνόμουν με δεκάδες στολές μέσα σε μια μέρα, ο ένας ρόλος άλλαζε, από απάχης μαρκησία, από ναύαρχος νεράιδα, από πεταλούδα γέρος.

Το Πάσχα αντίστοιχα. Γέμιζε το σπίτι μεγάλα κόκκινα μεταξωτά αυγά, κουνέλια, κοκοράκια με υλικά ευτελή.

Το σχολική περίοδος θα άνοιγε και θα έκλεινε με διπλό παγωτό καϊμάκι στην Πλατεία της Νέας Σμύρνης στο Ζαχαροπλαστείο «Ο Γιώργος».

Το ίδιο σημασία στις γιορτές έδινε και ο πατέρας μου. Ο ταραμάς την Καθαρή Δευτέρα έπρεπε να είναι άσπρος, η 25η Μαρτίου και των Βαΐων ήταν συνδεδεμένες με αλιάδα και τα Χριστούγεννα θα έβαζε κοστούμι και θα χόρευε με τη γυναίκα του Τζέημς Ντην «Hey Mambo, mambo italiano». Κρασί, ξηροκάρπια, φωταψίες.

Τώρα ισοπεδώνονται όλα... Και τα παιδιά δεν ξέρουν να λένε τα Κάλαντα σωστά. Απ' το «Καληνημέραν άρχοντες» κατευθείαν στο «Χριστού τη θεία γέννηση», μπουρδούκλωμα και το χέρι απλωμένο...

Πήγαν και μαθητές χτες να πουν τα κάλαντα στο Υπουργείο Παιδείας...

«... και με τη νέα τη χρονιά

πάλι θα συγκρουστούμε...», είπαν.

Αχ, μωρέ... Πού πήγε η έρμα μας; Όλα ένα ίσωμα.

Δεν έχει σημασία αν θρησκεύεται κάποιος ή όχι. Η πνευματικότητα όμως είναι κάτι βαθύτερο. Κι είναι λάθος να αποποιούμαστε την ταυτότητα και τις παραδόσεις συλλήβδην.

Γιατί αποτελούν μέρος της Ιστορίας μας και χωρίς ιστορία και ρίζες κανείς δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξή του στο χώρο και στο χρόνο.

...

Όταν αποφάσισα στα 25 μου να πάρω μαθήματα φλάουτου, η Ειρήνη, φίλη και κορυφαία στα θεωρητικά της μουσικής, μ' έφερε σε επαφή με τα βυζαντινά κάλαντα. Με εντυπωσίασαν (πέρα από την ακροστοιχίδα με τα γράμματα της αλφαβήτου που αρχίζει κάθε στίχος) και για τη μουσική τους. Κάθε στίχος έχει ανάμεσα εναλλάξ ένα «έρουρεμ, έρουρεμ, χέρου-ρέρου-ρέρουρέμ - Χαίρε Δέσποινα» και το «έρουρεμ, έρουρεμ, χέρου-ρέρου-ρέρουρέμ - Χαίρε Άχραντε»...

Ε, αυτό το ερουρέμ ηχητικά δίνει ρέστα!


Άναρχος Θεός καταβέβηκεν και εν τη Παρθένω κατώκησεν

Βασιλεύς των όλων και Κύριος, ήλθε τον Αδάμ αναπλάσασθαί
Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε, τάξεις των αγγέλων ευφραίνεσθε
Δέξαι Βηθλεεμ τον Δεσπότην σου, Βασιλέα πάντω και Κύριον
Εξ ανατολών Μάγοι έρχονται, δώρα προσκομίζοντες άξια
Ζητούν προσκυνήσαι τον Κύριον, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον
Ήνεγγεν αστήρν μάγους οδηγών, ένδον του σπηλαίου εκόμισεν
Θεός, βασιλεύς προαιώνιος, τίκτεται εκ κόρης Θεόπαιδος
Ιδών ο Ηρώδης ως έμαθεν, όλω εξεπλάγη ο δείλαιος
Κράζει και βοά προς τους ιερείς, τους δοξολογούντας τον Κύριον
Λέγετε σοφοί και διδάκαλοι άρα που γεννάται ο Κύριος;
Μέγα και φρικτόν το τεράστιον, ο εν ουρανοίς επεδήμησεν
Νύκτα Ιωσήφ ρήμα ήκουσε, άγγελος Κυρίου ελάλησεν
Ξένον και παράδοξον άκουσμα και η συγκατάβασις άρρητος
Ο μακροθυμίσας και εύσπλαχνος, πάντων υπομένει τα πταίσματα
Πάλιν ουρανοί ανεώχθησαν άγγλοι αυτού ανυμνήτωσαν
Ρήτορες ελθόντες προσέπεσον βασιλέα μέγαν και ένδοξον
Σήμερον η κτίσις αγάλλεται και πανηγύρίζει κι ευφραίνεται
Τάξεις των αγγέλων εξέστησαν επί το παράδοξον θέαμα
Ύμνους και δεήσεις ανέμελπον των πάντων δεσπότην και άνακτα
Φως εν τω σπηλαίω ανέτειλε και τοις εν τω σκότει επέλαμψε
Χαίρουσα η φύσις αγάλλεται και πανηγυρίζει κι ευφραίνεται
Ψάλλοντες Χριστόν, τον Θεόν ημών, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον
Ω Παρθενομήτορ και Δέσποινα, σώζε του εις Σε καταφεύγοντας.


Καλά Χριστούγεννα σε όλους από καρδιάς!


Το σκοτάδι δε νικιέται με σκοτάδι. Ούτε οι φόβοι με σκιές. Ένα άναμα του διακόπτη στο φως χρειάζεται. Και δεν το λέω ως πιστή χριστιανή. Γνωστόν γαρ ότι είμαι αγνωστικίστρια.







Ποντιακά Κάλαντα


© Eλένη Καλλιανέζου, Αθήνα 24 Δεκεμβρίου 2008

buzz it!