Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008

Το Ζευγάρι Που Νίκησε Το Θάνατο

Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσει
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει,
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.

Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση·
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει,
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.

Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται.
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι,
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.

Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι,
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν:
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.


Λορέντζος Μαβίλης, Λήθη, από Tα ποιήματα, Ίδρυμα Kώστα και Eλένης Oυράνη 1990)


Όταν οι νεκροί διαβαίνουν τον Αχέροντα για να πάνε στον Κάτω Κόσμο, πίνουν νερό απ' τον ποταμό της Λήθης για να ξεχάσουν τη ζωή τους στη γη κι όλους τους τους συγγενείς και τους αγαπημένους φίλους. Έτσι, οι νεκροί δεν πεθυμούν λέει τους ζωντανούς. Γι' αυτό και ο Οδυσσέας, όταν χρειάστηκε να κατέβει στον Κάτω Κόσμο στη ραψωδία λ της Οδύσσειας για να επικοινωνήσει με τις ψυχές της μάνας του -της Αντίκλειας, του Αχιλλέα, του μάντη Τειρεσία και του συντρόφου του -Ελπήνορα, τούς δίνει πρώτα να πιουν αίμα από πρόβατο που θυσίασε.


ΛΗΘΑΡΓΟΣ ΠΑΕΙ ΝΑ ΠΕΙ: Ο ΤΗι ΛΗΘΗι ΤΑΧΥΣ






Eugène Delacroix, Η Βάρκα του Δάντη, 1822, Louvre, Παρίσι



Ζούσε στα χρόνια τα παλιά ένα αντρόγυνο πολύ αγαπημένο. Ο Νικόλας με την Αννιώ. Μάτι όμως φθονερό έπεσε πάνω στ' αντρόγυνο κι έπεσε θανατικό κι αρρώστησε η Αννιώ κι αδυνάτισε κι έλυωνε σαν το κεράκι κι απόθανε νεώτατη αφήνοντας το Νικολή απαρηγόρητο.

Έκλαιγε ο φουκαράς ο Νικόλας και δεν ημπόργιε να το χωνέψει πώς έμεινε χήρος έτσι αναπάντεχα κι έχασε το ταίρι του, κι επήγαινε καθημερνώς στο μνήμα της και μοιρολογούσε κι έλεγε:

-Κυρά μου ομορφοπλέξουδη με τα μεγάλα μάτια
απόθανες και μ' άφησες μονάχο να σε κλαίγω
κι εγίνηκε η καρδούλα μου σαρανταδυό κομμάτια
σε ποιον να πω τον πόνο μου; Μόνε τον Χάρο ψέγω

Με τα πολλά τον απάντησε μια μέρα στο νεκροταφείο η Κατίγκω, η μάγισσα.

-Άει, βρε Νικόλα, μου σκίζεις, μπάρε μ' την καρδιά, έλα το βράδυ απ' την καλύβα μου να πιούμε μιαν αλισφακιά.

Σφούγγισε ο Νικόλας τα μάτια του κι είπε εντάξει.

Το βράδυ έφτασε και πάγει ο Νικολής στης Κατίγκως κι ήπιανε δυο τσίπουρα και με τα πολλά του λέγει η Κατίγκω:

-Γιε μου, υπάρχει τρόπος να ξανασμίξεις με τη γυναίκα σου.

-Ποιος;

-Θα πας στο μνήμα αποπάνω στου φεγγαριού τη χάση και θα σφάξεις ένα κοκόρι. Κράτα το αίμα του σ' ένα λαγήνι και τότε θ' ανοίξει μια τρύπα στο μνήμα και θα δεις την είσοδο του Άδη. Μη φοβηθείς τις σκιές μηδέ το μαύρο σκύλο με τα τρία κεφάλια, μόνε δώστου να πιει λίγο αίμα κοκόρου και μετά θα δεις τον αφέντη του Κάτω Κόσμου και θα σε πει αυτός καταπώς να κάμεις.

Αναπήδησε από χαρά η καρδιά του Νικόλα και σα χάθηκε το φεγγάρι πάγει στο κοτέτσι κι αρπάζει έναν βαρβάτο κόκορα. Πάει και στο νεκροταφείο και τονε σφάζει πάνου απ' το μνήμα της Αννιώς. Κι άνοιξε ξάφνου μια τρούπα μεγάλη με μια σκάλα όλο στροφές και τηνε κατέβηκε ο Νικόλας μέχρι κάτου κι είδε και το φοβερό σκύλο με τα τρία κεφάλια. Χωρίς να φοβηθεί του δίνει να πιει απ' το αίμα του κοκόρου κι ηρέμισε το σκυλί κι ήρθε στην πόρτα ένας παραγιός του αφέντη Χάρου.

-Τι θες από τα μέρη μας εσύ ο ζωντανός;

-Να δω τον αφέντη σου.

-Ακολούθα με.

Και φτάνει ο Νικολής μπροστά στο θρόνο του αφέντη Χάρου.

-Άρχοντά μου, το και το, δεν ημπορώ να ζήσω χωρίς το γυναικάκι μου, κάλλιο πάρε με και μένα.

-Νάτη η γυναίκα σου, τηνε βλέπεις;

-Τηνε βλέπω.

-Τράβα δώστης να πιει απ' το αίμα του κοκόρου να σε θυμηθεί και κανονίστε τα. Θα σε ακολουθήσει ως πάνω, βάρδα μη γυρίσεις να την κοιτάξεις πριν ανεβείς τη σκάλα και φτάσεις πάλε πάνω στη γης. Πρόσεξε καλά.

Και πάγει ο Νικολής κι έδωσε στην Άννα να πιει αίμα κοκόρου κι ευθύς τον αναγνώρισε εκείνη κι έπεσε με δάκρυα στην αγκαλιά του.

-Αχ, βρε Αννιώ! Τι μου 'κανες και μ' άφησες το δόλιο μοναχό μου;

Βάνει κι η Αννιώ τα κλάματα και του λέγει:

-Θα 'ρθω μαζί σου και θα μείνουμε για πάντα μαζί. Όμως κάθε μέρα πρέπει ο καθένας να πίνει απ' το αίμα του άλλου κι έτσι τίποτα πια δε θα μας χωρίσει.

Τ' ορκίστηκε ο Νικολής και την έπιασε τότε απ' το χέρι κι εκείνη τον ακολουθούσε ανεβαίνοντας τη σκάλα κι ούτε μια φορά δε γύρισε να την κοιτάξει από φόβο μην τηνε χάσει πάλε ξανά.

Κι επήγανε σπίτι τους κι επήρε ο Νικολής μια βελόνα κι ετρύπησε το δάχτυλό του και το δάχτυλο της γυναικός του κι ήπιε ο καθείς απ' το αίμα του άλλου.

Κι αυτό κάνανε κάθε μέρα και χαιρόντουσαν την αγάπη τους.

Και τότε χορέψανε τ' άστρα στους ουρανούς κι ανέτειλε ο ήλιος απ' τη δύση.

Περάσανε χρόνια πολλά και ζούσε η Άννα με το Νικολή ευτυχισμένοι κι ήσαντε πάντα νέοι και ωραίοι, όπως την πρώτη μέρα που συναντηθήκανε. Μα είδανε οι χωριανοί πως τούτοι εδώ δε γερνούσανε ούτε μέρα, ενώ εκείνοι γερνάγανε και πεθαίνανε κι είπαν πως είναι βουρβούλακες και πως πίνουν το αίμα των ζωντανών και τους διαολέβουν. Κι ένα βράδυ κινήσανε να πάνε να τους κάψουνε ζωντανούς.

Μα τους επήρε ο Νικολής χαμπάρι και πήρε την Άννα κι εφύγανε γοργά απ' το χωριό και ζήσανε κρυμμένοι πότε στην καλύβα της Κατίγκως και πότε στα δάση και στ' ακροσπήλια. Κι όλο γυρνούσαν τον κόσμο εκεί που δεν τους ήξερε κανείς κι ακόμη και σήμερα γυρίζουνε τον κόσμο και δε ζουν για πολύν καιρό πουθενά. Λένε μάλιστα πως όπου να 'ναι θα φανούνε κι από τα μέρη μας. Εκείνη τη μέρα τ' άστρα θα στήσουνε χορό στους ουρανούς κι ο ήλιος θ' ανατείλει απ' τη δύση.





William Blake, Mercy and Truth are met together, Righteousness and Peace have kissed each other, Victoria and Albert Museum, Λονδίνο


A l’alta fantasia qui mancò possa;
ma già volgeva il mio disio e ‘l velle,
sì come rota ch’igualmente è mossa,
l’amor che move il sole e l’altre stelle

Dante Alighieri, La Divina Commedia, Paradiso XXXII, 142 – 145 [1]


Το παραμύθι αφιερώνεται στη μνήμη των προπάππων μου, Πάνου Σκοταρά και Κατερίνας το γένος Αθανασίου. Σαν πέθανε η γιαγιά η Κατερίνα γρήγορα την ακολούθησε στον τάφο κι ο παππούς ο Πάνος απ' τον καημό του.

______________

Σημείωση


[1] Kι εδώ το σθένος νίκησε τη μεγάλη φαντασιά
αλλά ήδη γύριζε την πεθυμιά μου και τη βούληση
σαν της Μοίρας τον τροχό που όμοια γυρίζει
η Αγάπη που κινεί τον ήλιο και τ' άλλα αστέρια.

Μτφρ. δική μου


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 29 Νοεμβρίου 2008

buzz it!

15 σχόλια:

Σπίθας είπε...

Παραπολύ καλό (σύνηθες) εξαιρετικός ο επίλογος!

Υ.Γ.
Αλλά...δεν πέθανε κανείς, γατί;

Αστερόεσσα είπε...

Πέθανε. Αλλά την αναστήσαμε.

b|a|s|n\i/a είπε...

ηθικό δίδαγμα; η αγάπη νικάει το θάνατο αλλά όχι τους ανθρώπους;

habilis είπε...

!!!
Παραμυθένιο.

akrat είπε...

ωχ...
που να κρυφτώ τώρα....

Ασκαρδαμυκτί είπε...

Ρε παιδιά, πολύ σπάνιο να πεθαίνει πρώτα η γυναίκα...

Σπίθας είπε...

Από καλοσύνη, Αακαρ:)
Για να μην υποφέρουν οι άνδρες.
Μόνοι τους θα λαλήσουν.

AA είπε...

Πολύ goth ιστορία...
Και με μυθολογικές αναφορές...θα μπορούσε να εξελιχθεί άνετα σε Saga (Nicolas & Anne, Beyond The Reach Of Time)

Κατα κάποιο περίεργο τρόπο μου θύμισε αυτό...και πάει και με το νέο look, μεγειά. (Μη το κλείσετε όταν αρχήσει να δαγκώνει...Οριμάζει αργότερα)

(Επιβεβαιώνοντε τελικά οι υποψίες της σχέσης Σπίθα - Μικρού Ηρωα (Η Καθημερινή))

Σπίθας είπε...

Με 'γειά το ντεκορ!
Πολύ ωραίο, σου μοιάζει:)

Σπίθας είπε...

@ ΑΑ
Εν μέρει, αγαπητέ:)
Έδωσα εξηγήσεις με σχόλιο μου στο τελευταίο ποστ μου!
Δεν είχα δεί το ερώτημά σας στο σχετικό άρθρο(!), αλλιώς θα σας απαντούσα.

υ.γ.
Άφηνα τις φήμες να αιωρούνται:)

Αστερόεσσα είπε...

:)

Όταν δεν απαντώ σε σχόλια, δε σημαίνει καθόλου ότι δεν τα διαβάζω.
Κάθομαι στη γωνιά μου και κόβω ήσυχα κίνηση ή δεν έχω απαραίτητα κάτι να πω.

Υ.Γ. Ευχαριστώ για τα συχαρίκια του ντεκόρ. Αλλά οι εικόνες που έβαλα στις παρασελίδιες στήλες είναι όλες χρηστικές. Παραπέμπουν σε links.

Στην άνω κολώνα μείωσα τα tags και κατηγοριοιποίησα τις αναρτήσεις στις βασικότερες κατηγορίες τους. Πατώντας π.χ. την εικόνα "Παραμύθι" εμφανίζονται όλα τα παραμύθια μου κ.ο.κ.

Καλό σερφάρισμα, καλό μήνα και καλά να περνάτε!

Σπίθας είπε...

Άψογη η εικαστική επιμέλεια και η οργάνωσή του υλικού !!
Το καλό να λέγεται:)

Μ'άρεσαν και τα δύο ανέκδοτα που μας είπες, νάσαι καλά, γέλασα:):)

1."Κάθομαι στη γωνιά μου... ήσυχα"

Αχά!
Να ρωτήσουμε και τις γωνίες!!

2."... δεν έχω απαραίτητα κάτι να πω."

Συμβαίνει κάτι σοβαρό;
Να φέρω ένα γιατρό;
Ανησυχώ, θερμόμετρο έβαλες;;;

Τι φίλοι είμαστε, αλίμονο!!

Μίλα μας και μη φοβάσαι!!!

Σπίθας είπε...

Τι σου συμβαίνει??????
Πρωτοφανές!!!!

Αστερόεσσα είπε...

Kinder έκπληξη!
Υπάρχουν πολλά αυγουλάκια και πάααααρα πολλά δώρα.

Κλεοπάτρα και Μινγκ είπε...

Αυτός ο μύθος του Ορφέα και της Ευρυδίκης πολύ με στενοχωρούσε από μικρή. Γλύκανα κομμάτι με την ανατροπή του. Εξάλλου το παραμύθι πρέπει να προσφέρει παραμυθία. Και ας ξέρουμε όλοι-κι εσύ πολύ καλά, καθώς βλέπω από τα γραπτά σου-ποιο από τα δύο, ο μύθος ή το παραμύθι, είναι πιο κοντά στην αλήθεια.
Απόρησα και χάρηκακοντά σε αυτά, γιατί δεν είδα μία ακόμα ανατροπή της Κοκκινοσκουφίτσας (κι εγώ που τα λέω αυτά έχω γράψει μία τέτοια), αλλά έναν αρχαιοελληνικό μύθο να βάλλεται. Τι σου κάνει αυτή η ανάγκη για παραμυθία...