[Η ιδέα ενός μαζικού ονειρικού κόσμου γεννήθηκε από τη νοσταλγία: μένουμε ολομόναχοι απέναντι στα όνειρά μας, και μες στην ίδια μας την αγκαλιά η αγαπημένη φεύγει μακριά, σε μοναχικά μέρη τρόμου ή ευτυχίας· και τι δε θα δίναμε για να μπορούσαμε να συνοδεύουμε την αγαπημένη μας στους εφιάλτες της και να την υπερασπιζόμαστε κι εκεί ακόμα απ’ τα ξεσηκωμένα δαιμόνια ή να μοιραζόμαστε μαζί της την τέλεια χαρά που προσφέρει η φαντασία] –Ούγκο Ιριάρτ, Γκαλαόρ· Ο Περιπλανώμενος Ιππότης και η Βαλσαμωμένη Κόρη, εκδ. Κέδρος, μτφρ. Βασιλική Κνήτου
Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011
Οι Ασυνήθεις Υποψιασμένοι και το Μεγαλεπήβολο Σχέδιό τους που θα Ανέτρεπε τον Κόσμο
Παρασκευή 20 Μαΐου 2011
Skælmskt på π med to noder
Skælmskt på π med to noder
Συναφής ανάρτηση: *Αεί Ο Έρως Ο Μέγας Γεωμετρεί
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 20 Μαῒου 2011
Τετάρτη 18 Μαΐου 2011
Kunst
Όμορφα ήταν που ανεβήκαμε στις στέγες για να βάψουμε τον Ουρανό με τα χρώματα της αρεσκείας μας. Βάλαμε το βράδυ ένα φεγγάρι πάνω σε βαθύ μπλε κι ανάψαμε με τις ανάσες μας τα κεριά στο κοντινό νεκροταφείο, χαμογελώντας πονηρά, skælmskt, κι ύστερα οργιάσαμε με ροδόχρωμα και χρυσαφιά που αλλάζανε κατά το δικό τους δοκούν και το ρυθμό των δικών τους ερώτων. Οφείλουμε να σεβόμαστε τους πόθους των νεφών για να μπουν και τα σύννεφα εντός μας, να μας δροσίζουν.
Μικρό - μικρό
Τα πλανεμένα μάτια μας
στα σύννεφα εψαχνόντουσαν
που πήγαιναν κι ερχόντουσαν
κι ύστερα εχανόντουσαν.
Τα πλανεμένα μας αυτιά
τους ήχους μελετούσανε
κι αυτούς που τραγουδούσανε
γι’ αυτά που αγαπούσανε.
Τα μεθυσμένα χείλη μας
κουβέντα αρχινήσανε
κι ύστερα λησμονήσανε
για ποια πρωτομιλήσανε.
Ες Γην Υπερβορείων πάμε, μάτια μου, εκεί που ο Ήλιος δε νυχτεύγει ποτέ.
© Ελένη Καλλιανέζου, Κolding 18 Μαῒου 2011
Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009
Το Ποντικόπουλο
Μια φορά, γιε μου, κι έναν καιρό ζούσε ένας φούρναρης, ο Θωμάς που σηκωνόντανε αξημέρωτα να ζυμώσει τα ψωμιά ντου και τα κουλούρια ντου κι ύστερις τα φούρνιζε και με την αυγή εμοσχόβολαγε ούλο το χωριό φρέσκο φουρνιστό ψωμάκι και κανέλλα.
Ένα βράδυ, εκειά που καθόντανε κι έπλαθε μια μεγάλη κουλούρα, ακούει ένα γριτς – γριτς και παίρνει το μάτι του έναν αχαμνό ποντικό που σούφρωνε σουσάμι. Αρπάει ο Θωμάς τη σκούπα κι εκεί που τον είχε τσακώσει κάτου από μια τσανάκα κι ετοιμαζόντανε να του δώσει μια με τη σκούπα να τονε λυώσει, ακούει τον ποντικό να λέγει:
-Μη, μη βαράς, αφεντικό, κι άσε με εδωνά να τρώγω πού και πού κανα κουλουράκι και δε θα το μετανοιώσεις.
Ο Θωμάς ήντονα ψυχοπονιάρης, και τονε λυπήθηκε.
-Καλά, του λέγει, μείνε, αλλά ξηγημένοι. Στη φωλιά σου και δυο μέτρα παραπέρα και θα σου αφήνω εγώ κουλούρια, γιατί μαγαρισές στα ψωμιά μου δε θέλω.
-Ό,τι πεις, αφεντικό λέγει ο ποντικός για να γλιτώσει την κεφάλα ντου κι έμενε στη φωλιά του κι ο Θωμάς του άφηνε ψωμιά και κουλουράκια κι έγινε ο ποντικός τετράπαχος.
Πέρασε καιρός και παντρεύεται ο Θωμάς μια κοπέλα καλή, τη Μοσχούλα.
-Γυναίκα, εγώ θα φύγω σήμερα να πάω ν’ αγοράσω αλεύρι σε καλή τιμή, κοίτα κλείσε εσύ το γιόμα το μαγαζί κι εγώ θα έρθω αργά το βράδυ, της λέγει μια μέρα.
-Εντάξει, κύρη μου, στύλε του σπιτιού μου, τ’ απαντάει αυτή και φεύγει ο Θωμάς ν’ αγοράσει αλεύρια κι έκλεισε η Μόσχω το σούρουπο το μαγαζί και κατόπιν πήγε στο σπίτι, έφαγε και ολίγον τραχανά και ξάπλωσε.
Στου ποντικού όμως το κεφάλι, που είχε τυλώσει μια κοιλάρα να και δεν είχε βρει και ποντικίνα μπήκανε ιδέες πονηρές και καθώς έβλεπε τη Μόσχω μοναχή της στο κρεβάτι, χώνεται μέσα απ’ τα σκεπάσματα και τσούκου – τσούκου έκανε τη δουλειά του κι η Μόσχω δεν επήρε χαμπάρι και εγκαστρώθη κι έκανε και χαρές κι αυτή κι ο Θωμάς που τους αξίωσε ο Θιος να δούνε παιδάκι.
Περνάνε κι εννιά μήνες κι έρχεται η ώρα της Μοσχούλας να λευτερωθεί και φωνάξανε τη μάγισσα Κατίγκω που ‘τανε και μαμμή να την ξεγεννήσει, κάνει έτσι η Κατίγκω και τι να δει! Το παιδί ήτονα σ’ ούλα ανθρωπινό, σώμα και χέρια και πόδια, αλλά αντίς ανθρώπου κεφαλή είχε ποντικού και απ’ τον πισινό του φύτρωνε και μια ποντικοουρά.
Αμάν, κακό και δυστυχία, κάθεται η Κατίγκω και λέει και τα πατερημά της να τηνε φωτίσει πώς εγίνηκε ετούτο το κακό κι έφτασε στον ποντικό.
-Θωμά, το και το, του λέγει, δε φταίγει η κυρά σου, αλλά αυτός ο τρισκατάρατος ο ποντικός, κι άσε με λίγο μοναχή να βρω τη λύση.
Του Θωμά του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι που ‘δε απ’ τον ποντικό τέτοια αχαριστία και πήρε τον μπαλτά να τονε κάμει κιμά, αλλά τονε κράτησε η Κατίγκω.
-Εμένα άκου, Θωμά! του λέγει. Εδώ ο θυμός δεν ωφελεί, πρέπει να βάλουμε το μυαλό μας να δουλέψει. Κι αν θέλουμε να δούμε προκοπή, κράτα με καμπόσο στο σπίτι σου και στο φουρνάρικο, και πες στο χωριό ότι βοηθάω τη Μοσχούλα που είναι μικρομάνα. Το νου σου όμως, μη μάθει κανείς πώς είναι το πιδί!
Έτσι κι έγινε! Και έφερε τα μπογαλάκια της η Κατίγκω στο σπίτι του Θωμά.
Ο ποντικός στο μεταξύ ήτανε τύπος και υπογραμμός και δεν τόλμαγε να πει και πολλά πολλά, γιατί δεν τον συνέφερε να χάσει τη φωλιά και το φαγί.
Μια μέρα πιάνει η Κατίγκω τον ποντικό και του λέγει:
-Τρως και πίνεις και τη γυναίκα του Θωμά βάτεψες, δε θα ‘τανε καλό μαθές να παντρευτείς κι εσύ μια καλή ποντικίνα να μην έχει κι ο Θωμάς την έγνοια σου;
Του ποντικού του καλάρεζε η ιδέα, ο Θωμάς πήγαινε να λυσσάξει απ’ το κακό του που κοντά σ’ έναν χαραμοφάη θα είχε να φροντίσει δυο, αλλά ορμηνεμένος απ’ την Κατίγκω, έκαμε ο φουκαράς την ανάγκη φιλοτιμία.
Έτσι ο ποντικός έφερε στο φουρνάρικο μια ωραία ποντικίνα να του φροντίζει τη φωλιά του και να του κάθεται σαν είχε σηκωμάρες.
Η Μόσχω χαμπάρι δεν είχε πάρει ακόμη, ένεκα που η Κατίγκω της έριχνε στο φαγητό κάτι μαντζούνια και ζούσε στην κοσμάρα της κι ούτε έβλεπε το κουσούρι του παιδιού τζη, που ‘τανε με κεφαλή και ουρά ποντικού.

Ludmilla Balfour, Plombier, Galerie Gerly, København
Μια ημέρα κάθησε η Κατίγκω στο φουρνάρικο να βοηθήσει το Θωμά στο ζύμωμα κι έφτιασε ωραία ψωμιά κανονικά κι ένα καρβέλι αλλιώτικο, που το’ χε μαθές ζυμώσει με χέρι πεθαμένου και λέει στο Θωμά:-Το βράδυ από τούτο το ψωμί να δώσεις στον ποντικό να φάγει.
Είπε και τα πατερημά της και πήγε μετά στο σπίτι του Θωμά να ετοιμάσει φαγητό για τη λεχώνα.
Η Μόσχω έφαγε το φαγί της Κατίγκως κι αποκοιμήθηκε, δεν ήξερε πως τούτη είχε ρίξει μέσα υπνωτικό.
Κι ο πονηρός ποντίκαρος είχε ρουπώσει το ψωμί το ζυμωμένο με το χέρι του πεθαμένου κι όλο ρευόντανε και κάθησε σε μια γωνιά χαυνωμένος.
Ρίχνει και κάτι βοτάνια στο κρασί του Θωμά, είπε και κάτι προσευχές και νάσου σκάει μύτη η ποντικίνα κι ήτανε σ’ ούλα ντης στα μάτια του Θωμά ανθρωπινή και μάλιστα φτυστή η Μοσχούλα.
Ο κακομοίρης ο Θωμάς μια που οι δουλειές του μαγαζιού ήντανε πολλές, μια η γκαστριά της Μοσχούλας, μια τα λέχια, μια ο καημός για το πιδί, είχε καιρό να κουτουπώσει τη γυναίκα του. Ήτανε και τα μάγια της Κατίγκως, είχε ξεχάσει πια καημούς και βάσανα και στρίμωξε την ποντικίνα στη γωνιά που νόμιζε πως ήτανε η Μοσχούλα.
Κι εγκαστρώθη η ποντικίνα απ’ το Θωμά το φούρναρη κι έκανε χαρές ο χαζοβιόλης ο ποντικός, νομίζοντας πως αυγαταίνει η φαμελιά του και πως έριξε για τα καλά σπορά στο φουρνάρικο του Θωμά κι εξασφάλισε ψωμί για τα πιδιά ντου και για τα πιδιά των πιδιών ντου.
Έρχεται το λοιπόν η ώρα της ποντικίνας να γεννήσει κι έκαμε έξι μικρά. Τα πέντε ήντανε ποντίκια κανονικά, όμως το στερνοπούλι της το ρσενικό ήντανε ποντικός σ’ ούλα του σωστός, όξω απ’ το μπόι και την κεφαλή που ‘σαντε ανθρωπινά.
Σαν το ‘δε αυτό ο ποντικός, τρελάθηκε απ’ το κακό του και βγήκε όξω απ’ το φουρνάρικο κι εκεί τον ετσάκωσε ο μαύρος γάτος της Πότας και τον έκαμε μια χαψιά και τιμωρήθηκε ο παλιομασκαράς για την αχαριστία του.
Πάγει το λοιπόν κι η Κατίγκω το βράδυ και παίρνει το μεγάλο κουζινομάχαιρο και κόβει το κεφάλι του τελευταίου γιου της ποντικίνας –που ‘τανε ανθρωπινό- και το κεφάλι του ποντικόπουλου του γιου της Μόσχως και βάνει στην κούνια του μωρού το κεφάλι του γιου της ποντικίνας που έκαμε με το Θωμά και στον ποντικό το κεφάλι του γιου της Μόσχως που έκαμε αυτή με τον τρισκατάρατο τον πόντικα. Τους τα κόλλησε και με λίγη αλευρόκολλα και την άλλη μέρα το πιδί στην κούνια ήτανε σωστός άνθρωπος εξόν απ’ την ουρά κι ο γιος της ποντικίνας σωστός ποντικός, όξω απ’ το μπόι.
Περάσανε χρόνια και οι γιοι του Θωμά και της Μόσχως μεγαλώσανε και γινήκανε κοτζαμάν παλικάρια. Και ηπαντρεύτη το Ποντικόπουλο μια καλή κοπέλα κι είδε χαρές και πιδιά κι εγγόνια. Μόνο η ουρά του έμεινε, αλλά λέγανε πως είχε κι αυτός ένα κουσούρι που δεν τον άφηνε να κλείνει τις πόρτες ξοπίσω του, δεν μπορούσε μαθές γιατί το εμπόδιζε η ουρά ντου.
Κι έφυγε κι ο γιος της ποντικίνας κι έκαμε κι αυτός στα χωράφια μεγάλη φαμελιά με μια καλή ποντικίνα και ζούσανε πλιο οι ποντικοί ξεχωριστά απ’ τση ανθρώποι.
Μα ο καιρός επέρναγε κι ήρθανε νέοι επιστήμονες και σοφοί κι ηύρανε πως στις γενιές των ανθρώπων κατιτίς υπήρχε ποντικίσιο και στους ποντικούς κάτι υπήρχε ανθρωπινό. Και τότενες τσακώσανε κάτι ποντίκια και τα εβάλανε σε κλουβιά κι αρχίζανε να τους κάνουνε ενέσεις και να τους δίνουνε φάρμακα κι έτσι έμεινε από τότες στα ποντίκια να δοκιμάζουνε τα νέα φάρμακα που θα φέρουνε στση ανθρώποι γιατρειά απ’ τον πόνο και τση αρρώστειες.
΄Οσο για το Θωμά και τη Μόσχω κράτησαν τα χείλη τους κλειστά κι ούτε είπανε σ’ ανθρώπους και ζωντανά τι συνέβη μ’ εκείνονα τον πόντικα κι ούτε η Κατίγκω έβγαλε λέξη, στ’ ορκίζομαι στα άσπρα μου μαλλιά, γιε μου, εγώ η γιαγιά σου η βάβω Κατίγκω.
© Ελένη Καλλιανέζου. Γράφτηκε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 2009 και δημοσιεύεται από το Kolding της Δανίας.
Πέμπτη 28 Μαΐου 2009
Δημιουργώντας Θεούς Κατ’ Εικόνα και Καθ’ Ομοίωσίν μας
Κληροδοτούμε στα δημιουργήματά μας κάτι απ’ τα δικά μας γονίδια και τη δική μας βούληση για το νέο, όμως η αλυσίδα του DNA έχει τη δική της ευφυΐα στις γενετικές επιλογές που καθορίζονται συχνά απ’ το τυχαίο. Έτσι εκπλησσόμαστε ακόμη απ’ τους ανθρώπους και υπάρχει και εξέλιξη.

Εικονογράφηση του Frédéric Clément, στο βιβλίο ”L’ Oiseau Bleu et autres contes” της Μadame d’ Aulnoy, Editions Grasset – Jeunesse, Παρίσι 1991
Αν δημιουργήσουμε όμως έναν θεό παντοδύναμο, πάλι θα μας ξεφύγει κάτι απ’ το γενετικό του κώδικα, εκτός κι αν τον φτιάξουμε μια μέρα στο εργαστήριο. Απαραίτητος όρος βέβαια για το παραπάνω, να έχουμε κι εμείς δημιουργηθεί στο εργαστήριο, οπότε η ηδονή του ζευγαρώματος πάει περίπατο υπέρ της ηδονής του Δόκτωρα Φρανκενστάιν.
_______________________________________________
Σχετικές αναρτήσεις:
Τροφή, Μυστικά Τσελεμεντέ, η Συνταγή των Θαυμάτων και Λοιπές Αλχημείες
Ατελής Εντελέχεια
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 28 Mαΐου 2009
Παρασκευή 24 Απριλίου 2009
αταμσίδινχιαπ ←
ινέτσαλ οτ ινώκαλ
ιζάροζαχ ακίρηθ
¡ινάπ ικύλ 'εσιρύγ
ικάκραβ ώρρυψ 'ώσαπ
ςεστίτρυοτ ιακ ισέραφ
ικάραγγεφ ακίτσαπ
ιενάραμ 'εσιλλύκασ
ιενέπ αν ίνιφ 'ίλλαμ
ιενάταβ ακινύξ ¡χα
˙οτόρακεθ ιλύοζαν
ιλίεπ οτ εσηνίκκοκ
˙οτόρκ ιακ αμ 'ονισάρπ
ιλίπμορεν ικάληψ
˙ιδίμαιμασ – ιζάραμ
οτόιργα οτ ιλόθ
ιδίρφασ οτ υοτάλαγ
οτ έσιρύοφρυοφ 'οτόμ
¡ιλύοπμυορθ οτ ιλύολακ
ινέρετ εσιρύγ να ικ
ινάφ 'ιστίρυμ 'ικίτ
αρέπ – αρέπ ιακ έρεφ ←
Τετάρτη 22 Απριλίου 2009
Ατελής Εντελέχεια

Αυτάρεσκα το primum mobile διαλογίστηκε πάνω στην τελειότητα, κι επειδή ή τ α ν η τελειότητα, διαλογίστηκε πάνω στον εαυτό Του. Το primum mobile ήταν καθαρός Λόγος και μέσα απ' την καθαρότητα του Λόγου και το Κάλλος Tου διαπίστωσε γρήγορα ότι ήταν εντελές όπως ήταν και δεν υπήρχε απολύτως κανένας λόγος να δημιουργήσει αιτιάσεις και αιτιατά.
Τότε το primum mobile έπαψε να είναι αίτιο και κινητήρας και το συνεχές του σύμπαντος έλαβε τέλος.
Μαζί χάθηκε κι όλο το κάλλος του πρωταρχικού αιτίου, που δεν είχε πια πάνω σε τι να διαλογιστεί, αφού η τελειότητά Του ήταν τόσο ατελής και η αθανασία του τόσο πολύ εξαρτημένη από αιτιατά, που όμως δε γεννήθηκαν ποτέ, αφού το πρωταρχικό αίτιο είχε τόσην πολλή αυτάρκεια.
πως το κίνητρο έχει ανάγκη αυτό που θα κινήσει, γιατί αλλιώς δεν υφίσταται, έτσι κι ο Θεός έχει ανάγκη το αιτιατό Του.
Aν ο Άνθρωπος πλάστηκε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του Θεού, τότε η φυσική τάση του Ανθρώπου θα είναι να θελήσει να πλάσει το Δημιουργό Του και να τον ποιήσει κατ' εικόνα και ομοίωσίν του. Τότε ο Θεός θα γίνει ως Άνθρωπος και με τη σειρά Του θα πλάσει πάλι το Δημιουργό - Δημιούργημά του. Η σχέση Ανθρώπου και Θεού δεν μπορεί παρά να είναι αμφίδρομη.
"1 ΚΑΙ ἐγένετο ἡνίκα ἤρξαντο οἱ ἄνθρωποι πολλοὶ γίνεσθαι ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ θυγατέρες ἐγεννήθησαν αὐτοῖς. 2 ἰδόντες δὲ οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων ὅτι καλαί εἰσιν, ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ πασῶν, ὧν ἐξελέξαντο."
Γένεσις ΣΤ, 1-2
Παρασκευή 17 Απριλίου 2009
Σταυροί - Αιέν ο Κόσμος - Ωόν / Ο Ων

Ιερώνυμου Μπος, Η Σταύρωση της Αγίας Ιουλίας, Palazzo Ducale, Βενετία

Giotto di Bondone, Eπιτάφιος Θρήνος, Cappella Scrovegni, Padova
από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει
ποιός αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει
ποιό το "νυν" και ποιό το "αιέν" του κόσμου :
ΝΥΝ το αγρίμι της μυρτιάς Νυν η κραυγή του Μάη
ΑΙΕΝ η άκρα συνείδηση Αιέν η πλησιφάη
Νυν νυν η παραίσθηση και του ύπνου η μιμική
Αιέν αιέν ο λόγος και Τρόπις η αστρική
Νυν των λεπιδόπτερων το νέφος το κινούμενο
Αιέν των μυστηρίων το φως το περιιπτάμενο
Νυν το περίβλημα της Γης και η Εξουσία
Αιέν η βρώση της Ψυχής και η Πεμπτουσία
Νυν της Σελήνης το μελάγχρωμα το ανίατο
Αιέν το χρυσοκύανο του Γαλαξία σελάγισμα
Νυν των λαών το αμάλγαμα και ο μαύρος Αριθμός
Αιέν της Δίκης το άγαλμα και ο Μέγας Οφθαλμός
Νυν η ταπείνωση των Θεών
Νυν η σποδός του Ανθρώπου
Νυν Νυν το μηδέν
και ΑΙΕΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ, Ο ΜΕΓΑΣ !
όπου τελικά κανείς δεν ξέρει αν εδώ ο ποιητής γράφει απλώς στίχους, φιλοσοφεί, κοσμολογεί ή θεολογεί, αλλά σίγουρα γνωρίζει καλά το διά ταύτα της Νιτσεϊκής φιλοσοφίας, ότι ποτέ το "φυσιολογικό" δεν οδήγησε σε τίποτα σπουδαίο, είναι το παρά φύσιν που οδηγεί στα θαύματα. Αλλά, η απαραίτητη προϋπόθεση της υπέρβασης είναι το να πληρώσεις οπωσδήποτε το τίμημα της παράβασής σου, που τις περισσότερες φορές -μπροστά μάλιστα και σε τέτοιες υψιπετείς φιλοδοξίες- είναι ιδιαίτερα βαρύ.

Peter Paul Rubens, Προμηθέας Δεσμώτης (Gefesselter Prometheus), 1611-12, Museum of Art, Philadelphia
Δε γνωρίζω μήτε τ' είναι θεός ή μη θεός ή τ' ανάμεσο, υποθέτω πως κανείς δε γνωρίζει κι ούτε παίζει κανέναν ουσιώδη ρόλο να το μάθουμε, αυτό που γνωρίζω όμως είναι ότι όλοι οι άνθρωποι σε όλες τις εποχές έψαξαν και ψάχνουν αγωνιωδώς τις Πλάτρες, την Ουτοπία ή την Ιθάκη, κι αυτό γιατί η υπέρβαση είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση και την κάνει πρώτα ο νους που είναι και ο μέγας ταξιδιάρης. Ακολουθεί η απαραίτητη τιμωρία για τις παραβάσεις. Στο μύθο ο Οδυσσέας πληρώνει την ύβρι του της εκπόρθησης του κάστρου της Τροίας με τις περιπλανήσεις του, ο Προμηθέας θα αλυσοδεθεί στον Καύκασο με τον αετό του Δία να του τρώει τα συκώτια -αφού έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά-, ο Ηρακλής τέλος κάηκε στην πυρά για να γλυτώσει απ' τους πόνους που του προκάλεσε ο χιτώνας της Διηάνειρας, αλλά ανέβηκε τελικά στον Όλυμπο, ο Οιδίποδας στην ανθρωποκεντρική του απάντηση στο αίνιγμα της Σφίγγας θα χάσει τα μάτια του, γιατί η αισθιοκρατική γνώση είναι ελλιπής, και το "εγώ ειμί ο Ων" ή "το Α και το Ω" του Ιησού θα βρει απάντηση στο σταυρό, που ο ένας άξονάς του είναι κατακόρυφος -όπως και η κατακόρυφη πλευρά του ορθογωνίου τριγώνου των Πυθαγοριστών- και ο άλλος οριζόντιος, θεός και άνθρωπος μεταξύ ουρανού και γης να προσιδιάζει την ανθρώπινη μοίρα, την κοινή ανθρώπινη μοίρα του θανάτου, που κανείς δεν μπορεί ν' αποφύγει, γιατί ούτε σταυρός χωρίς δυο καθέτους λογίζεται αλλά ούτε και ορθογώνιο τρίγωνο χωρίς υποτείνουσα.
Sandro Botticelli, Άνοιξη (Primavera), 1482, Galleria degli Uffici, Φλωρεντία
Οι χριστιανοί τούτες τις μέρες εύχονται "Καλή Ανάσταση", οι αγνωστικιστές και οι σκεπτικιστές "Καλή Ανάταση", αγνωστικίστρια και σκεπτικίστρια είμαι κι εγώ, αλλά δε βλέπω πού το κακό στην ευχή της Ανάστασης τούτες τις μέρες, αφού η Ανάταση είναι ευχή passe-partout που κολλά σε όλες τις μέρες του χρόνου. Και η Ανάσταση ή η Αναγέννηση σοφά τοποθετήθηκε από τον Carl Jung στα τέσσερα κύρια αρχέτυπά του κι ακολουθεί το φυσικό ρυθμό, της άνοιξης που έπεται του χειμώνα, του φωτός που εναλλάσσεται με το σκοτάδι, τις γεννήσεις που ακολουθούν τους θανάτους και του ρυθμού της ζωής, των φύλλων των δέντρων που πέφτουν το φθινόπωρο και της καινούργιας φυλλοφορίας και ανθοφορίας την άνοιξη, του σπόρου που ξεπροβάλλει απ' τη γη μετά το χειμώνα. Αισθητικά λοιπόν, κι όχι χριστιανικά μου πάει πιο πολύ για την περίσταση το "Καλή Ανάσταση", που είναι και των ημερών, γιατί είναι κακό πράγμα να μη σεβόμαστε τις μεγάλες εορτές, που είναι στο κάτω - κάτω και ορόσημα στο χρόνο. Και μετά τσουγκρίματος αυγού, μην το υποτιμάμε. Είναι κι αυτό το Κοσμικόν Ωόν / ο Ων στη μέση, που ο χρόνος το περιτυλίγει σαν όφις να το ορίζει, που όταν το σπας δε συγκατατίθεσαι στο θάνατο, αλλά δίνεις το μικρό σου big bang στο μεγάλο...
Oι άνθρωποι φέρουν συλλογική ευθύνη για τους θεούς που πλάθουν. Οι θεοί δε θα φτάσουν ποτέ στο καθ' ομοίωσιν με τον Άνθρωπο, αν η εικόνα των Aνθρώπων δεν είναι καλή λίαν.
________________________________________________
Σχετικές αναρτήσεις:
H Ωραία Ελένη, η Αγία, η Πόρνη κι η Παντάνασσα. Ονοματοδοσίες,
*Βλέπε και Γ. Γιατρωμανωλάκη, Κάθοδος στον Άδη και Ομηρική Νέκυια© Ελένη Καλλιανέζου ~☺~ Kolding 17 Απριλίου 2009
Τρίτη 14 Απριλίου 2009
Σκάλες Μείζονες
____________________________________________
Σημειώσεις:
Δευτέρα 13 Απριλίου 2009
Εραλδικά
~~~❀~❀~❀~~~
© Ελένη Καλλιανέζου ~☺~ Vejen 13 Απριλίου 2009


