Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νότες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νότες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

Σκάλες Μείζονες



Κι όπως βλέπεις εσύ το μπλε κι εγώ το πράσινο, λίγο κίτρινο σου λείπει ~ για να 'χεις την αίσθηση του σύμμεικτου.
Δεν είναι καθόλου κακό το κίτρινο, κι ύστερα είναι κι αυτό μέσα στο "Ζωνάρι της Kυράς" που οι πολλοί καλούν ουράνιο τόξο.
Οι μύθοι είναι πέρα για πέρα αληθείς πως αν σταθείς εκεί που πέφτει η μια άκρη του ζωναριού βρίσκεις θησαυρό.
Παρέλειψαν ωστόσο να δηλώσουν τίνι τρόπω θα βρεις το θησαυρό αυτό (και πολύ καλά έκαναν, κατά τη γνώμη μου) κι έτσι οι περισσότεροι θνητοί είναι σαν τον γκαντέμη της ιστορίας που τον λυπήθηκαν οι αγγέλοι και του έβαλαν στο δρόμο που έκανε καθημερινά πάνω απ' το γιοφύρι μια τσάντα με φλουριά, αλλά αυτός αποφάσισε εκείνη την ημέρα να περάσει απ' το σημείο που ήταν ο θησαυρός με τα μάτια κλειστά.
Αλλά, σε τι θα ωφελούσε, αν κάποιος του έλεγε alta voce πως εκείνη την ειδική ημέρα θα έβρισκε στο δρόμο του χρυσάφι... Το πιθανότερο θα ήταν να περιγελούσε αυτόν που θα επιχειρούσε να του ανοίξει τα μάτια, γιατί οι περισσότεροι που έκαναν έργο ζωής το διαφωτισμό του ανθρώπινου είδους είτε κάηκαν στην πυρά είτε θεωρήθηκαν "σαλοί", παλαβιάρηδες, μουρλοί για δέσιμο, για τα κάγκελα, lunatics, matti, fous, kloge, tossede, disturbed, crazy σε σημείο που ο Ιερώνυμος Μπος να ζωγραφίσει ήδη απ' το τρίτο τέταρτο του 15ου αιώνα το γνωστό πίνακά του με την "Εξαγωγή της Πέτρας της Τρέλας".[1] Τη βγάζεις, γίνεσαι "ισορροπημένος άνθρωπος". Αν επιλέξεις να την κρατήσεις, τότε πρέπει να πάρεις τα βουνά ή να κρυφτείς στα πιο ανήλιαγα μέρη των δασών, αφενός για να μη σε καταλάβουν κι αφετέρου γιατί σου φαίνονται αφόρητες οι μωρολογίες των γύρω σου.
Λοιπόν, που λες, αν είσαι ανοιχτομάτης και δε σε έχουν εγχειρήσει για να σου βγάλουν την πέτρα που προκαλεί την τρέλα και περιμένεις υπομονετικά πότε θα βρέξει, μόλις βγει ξανά ο ήλιος τσουπ! νάτο το ουράνιο τόξο! Ωραία, θα μου πείς, κι αν είσαι στη μέση του λιβαδιού και η άκρη του βρίσκεται στην άλλη άκρη, πώς θα προκάμεις να φτάσεις μέχρι εκεί; Μέχρι να κάνεις δυο δρασκελιές, χάνεται της Κυράς η Ζώνη! Εδώ σε θέλω κάβουρα!
Θα ψάξεις να βρεις το καράβι που πάει στον ουρανό (κάνει συχνά δρομολόγια μεταξύ των συμπάντων) και θα σε πάει αυτό στο χρυσάφι. Τη ρότα την ξέρει. Τα δρομολόγια αναγράφονται καθημερινά πάνω στα σύννεφα. Ελάχιστες φορές έχουν καθυστερήσει. Κι αυτό συμβαίνει μόνο όταν τ' άστρα στήνουν χορό στους ουρανούς κι ο ήλιος ανατέλλει από τη δύση. [2]


KΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!


____________________________________________

Σημειώσεις:
© Ελένη Καλλιανέζου ~☺~ Vejen 14 Απριλίου 2009

buzz it!

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

Της Λυγαριάς οι Αγάπες (Δυο παραμύθια για τη λυγαριά)

Παραμύθι Πρώτο.

Στην αρχή του κόσμου και στους πρώτους καιρούς υπήρχε στον Παράδεισο ένας θάμνος κοντά σε πηγές και σε νερά, που λύγιζε με τον άνεμο τα κλαριά του μαζί με τους καλαμιώνες.

Φύσαγε αγέρι στις καλαμιές κι ακουγότανε το σφύριγμά τους κι εκεί αρεσκόντανε οι ανθρώποι να αράζουνε τα δειλινά κοιτώντας τα ηλιοβασιλέματα και ν' αγαπιούνται.

Κάθε φορά που δίνανε ένα φιλί κάτω απ' τον ίσκιο της λυγαριάς ακούγοντας τις καλαμιές να ηχούν στο σφύριγμα των ανέμων, άνθιζε στη λυγαριά ένα μωβ λουλούδι σαν τσαμπί με μια γλυκιά ευωδιά.

Κάθε λουλουδάκι της λυγαριάς ήτονα ονοματισμένο με την αγάπη καθεμιανού ζευγαριού και παγαίνανε τούτοι και πιάνανε τα λουλουδάκια τους που φέρανε τ' όνομά τους και τα μυρίζανε και κάθε λουλούδι λυγαριάς έβγανε μυρωδιά ξεχωριστή. Άλλο ήτονα το λουλουδάκι του Πέτρου και της Μαριώς, άλλο του Γιάννη και της Λεμονιάς, άλλο της Άννας και του Δημητρού. Οσάκις πιάνανε κάθε ζεύγος τα λουλουδάκια τους η αγάπη τους θέριευε.

Ήρθανε όμως χρόνοι δίσεχτοι και καιροί χαλεποί κι αποξηράνανε οι ανθρώποι τις λίμνες για να τις κάμουνε χωράφια για να βγάνουνε περισσότερο σιτάρι, κι όπου βρίσκανε λυγαριές τις κόβανε, κι έτσι ούτε καινούργια λυγαριολούλουδα φύονταν μηδέ τρόπος άλλος υπήρχε για να θεριεύει άλλο η αγάπη των ζευγαριών. Από τότε ο έρωτας των ανθρώπων μεταξύ τους τελεύει κι ο μόνος τρόπος για ν' ανθίζει πιότερο είναι να βρίσκουνε τούτοι λυγαριές, να πιάνουνε τα λουλουδάκια της και να τα μυρίζουν και να τραγουδούν:

Όποιος λυγαριά δεν πιάσει
την αγάπη του θα χάσει.
Κι όποιος δεν τη μυριστεί
θα την αποχωριστεί.

Αθήνα, Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008


Παραμύθι Δεύτερο.

Η Λυγαριά ήταν μια κοπέλα έμορφη πολύ κι έξυπνη κι είχε χάρες πολλές. Την αγαπήσανε άντρες πολλοί και παλικάρια, μα κανένας δεν τόλμαγε ποτέ να της το πει.

Κάποτε αγάπησε κι αυτή έναν άντρα, μα κι αυτός εφοβήθη να της μιλήσει για τον έρωτά του, και καθώς δεν ήταν πρέπον να μιλήσει η ίδια γι' αυτό, έλυωνε και πήγαινε κι έκλαιγε στις ακροποταμιές και τραγουδούσε τον καημό της.

Την ελυπήθηκε τότε η Παναγιά και την έκαμε θάμνο με μωβ λουλουδάκια κι έτσι εβγήκε και το τραγουδάκι:

Όποιος λυγαριά δεν πιάσει
την αγάπη του θα χάσει.
Κι όποιος δεν τη μυριστεί
θα την αποχωριστεί.

Από τότε, ούλα τα ερωτευμένα ζευγάρια πιάνουνε όπου βρούνε λυγαριές και μυρίσκονται τ' άνθια της κι η ψυχή της δύστυχης κόρης ευφραίνεται στους ουρανούς κι ευλογεί τον έρωτά τους.

Αθήνα, Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008

© Ελένη Καλλιανέζου

buzz it!

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

Χίλιες και Μία Δακρύβρεχτες Μελωδίες (Μπλογκοπαίχνιδο)

O νεαρός ιερομόναχος Τοβένιος, όστις περιδιαβάζων εις τον κόσμον, σε άδεια απ’ τον ηγούμενο της Ιεράς Μονής ίνα εύρη το νόημα του ανθρωπίνου βίου, έφθασε χτες, εν τω μέσω της νυκτός εις το ταπεινό ενδιαίτημα της μοναχής Αστεροεσσίας, ήτις μετανοούσα εις το εν Δανιμαρκία κελλίον της, αναπολούσε τας ημέρας των ηδονών και των ακολασιών της.

Αφού επροσευχήθηκαν και οι δύο διά την σωτηρίαν των αθλίων ψυχών των, ο Γέρων Τοβένιος εζήτησε απ’ την Γερόντισσα εξομολόγησιν εν Κυρίω, πλήρη ταπείνωσιν και μεταμέλειαν εμπρός των οφθαλμών του Κυρίου, αρχής γενομένης εκ των μελωδιών, ύμνων, τροπαρίων, κοντακίων και εξαποστειλαρίων, άτινα φέρουν εις την μοναχήν Αστεροεσσία δάκρυα μετανοίας και θείου προς τον Κύριον έρωτα.

Έτσι λοιπόν αρχίζει η εξομολόγησις της μοναχής:



Εις ηλικίαν μόλις δέκα ετών, η νεαρά παρθένος έτυχε να ακούσει εις το ραδιόφωνον αναμετάδοσιν κονσέρτου μετά της μεγάλης αοιδού του μελοδράματος, η οποία μόλις είχε αφήσει τον μάταιον τούτον κόσμον διά τους λειμώνας των αιωνίων μονών, Μαρίας Κάλλας. Το κονσέρτο άρχιζε με την ουβερτούρα από τη «Δύναμη του Πεπρωμένου» του Ιωσήφ Βέρντι και συνέχιζε με την άρια από τη σκηνή της τρέλας της Oφηλίας από τον «Άμλετ» του Thomas. Η κορασίς εδάκρυσε. Αργότερα και μέσα στον ίδιο χρόνο η σεπτή αείμνηστος μήτηρ της, την εσυνόδευσεν εις το λυρικόν θέατρον «Ολύμπια» εις παράστασιν της «Tραβιάτας» του Βέρντι (ήτις εις την ελληνικήν μεταφράζεται «Η Παραστρατημένη»). Η μικρά εμαγεύθη και εσυγκινήθη σφόδρα βλέπουσα την υψίφωνον εις την β’ πράξιν να ικετεύει τον πατέρα του εραστού της διά οίκτον, όταν αυτός της ζητεί να εγκαταλείψει τον υιόν του, καθόσον ο νέος είναι από σόι κι έχει και αδερφήν απάντρευτον και αυτή είναι μία (θου, Κύριε, φυλακή τω στόματί μου) εκδιδομένη επί χρήμασιν. Η νεαρά κόρη, κατά κόσμον Ελένη, έκλαυσεν τέλος με λυγμούς, όταν η φθισική ηρωΐς και παραστρατημένη Βιολέττα Βαλερύ θα αφήσει την τελευταία της πνοή εις το θλιβερόν της διαμέρισμα, λησμονημένη από τους εκατοντάδες εραστάς της. Μόνη παρηγοριά ότι ο ανήρ τον οποίον η δύστυχη Βιολέττα ηράσθη σφόδρα ήτο παρών, όταν αύτη κλίνοντας την κεφαλή σε μία διακοπείσα κορωνίδα θα παραδώσει το πνεύμα της.

Εις ηλικίαν ένδεκα ετών, η μετανοούσα μοναχή Αστεροεσσία και κατά κόσμον Ελένη έκλαυσε και πάλι οδυρομένη, όταν παρακολούθησε εις τον κινηματογράφον τα μπαλέτα Μπολσόι σε παράστασιν του «Ιβάν του Τρομερού» και μουσική Προκόφιεφ. Η μουσική ήτο το ένδυμα εις την κίνησιν των σωμάτων του τσάρου Ιβάν και της ωραιοτάτης και αδικοχαμένης πρόωρα από δηλητήριον γυναικός του, Τσαρίνας Αναστασίας.

Εις ηλικίαν δώδεκα ετών, η έφηβος πλέον Ελένη κατά κόσμον θα παρακολουθήσει εν Επιδαύρω το «Ρέκβιεμ» του Βέρντι με την ορχήστρα και χορωδία της Σκάλας του Μιλάνου και σε μουσική διεύθυνσιν του Κλάουντιο Αμπάντο. Τα τριζόνια, η ζέστη της θερινής νυκτός, οι εν τω ουρανώ αστέρες και οι εν τη γη λαμπτήρες των αναλογίων της ορχήστρας, συνδυασμένα με την υποβλητικήν μουσικήν του “Dies Irae” του μουσουργού, πάλι θα συγκινήσουν τη νεαρά, που κλαίουσα θα χειροκροτεί στο τέλος ενθουσιωδώς και επί είκοσι λεπτά τους μουσικούς και τραγουδιστάς αλλαλάζουσα «Bravo!» και «Βrava!»

Ομοίως όμως η μικρά Ελένη θα κλαίει, όταν άδει και επαναστατικά άσματα του Μίκη Θεοδωράκη, αντάρτικα, τις μπαλλάντες του Μαουτχάουζεν και τα μεγάλα της σουξέ, τα οποία τραγουδούσε σόλο εις στο σχολείον: «Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις», σε ποίηση Ρίτσου, την «Ωδή του Κάλβου» (όσοι το χάλκαιον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας ας έχωσιν, θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία), καθώς και τα νέγρικα του Λοΐζου «Μάτι κίτρινο θολό, νέγρα μάνα ξαγρυπνάει» και «Ο γέρο νέγρο – Τζιμ», ξεσηκώντας ταυτοχρόνως και τους συμμαθητάς της εις θύελλαν ενθουσιασμού, φρενήρη χειροκροτήματα και σφυρίγματα επιδοκιμασίας.

Εις ηλικίαν 18 ετών η νεαρά Ελένη θα αμαρτήσει και θα δώσει την παρθενίαν της εις νέον της Σιδώνος[1]. Όταν η νεαρά άφρων αμαρτωλή εγνώρισε τον νέον, σιγοσφύριζε το τραγουδάκι του Georges Brassens σε ποίηση Louis Aragon “Rien n’est jamais acquis à l’ homme, ni sa force, ni sa faiblesse, ni son coeur, et quand il croit ouvrir ses bras, son ombre est celle d’une croix”, που τελείωνε με το «Ιl n’ y pas d’ amour heureux» (=δεν υπάρχει ευτυχισμένος έρωτας). Το σφύριζε και δάκρυζε, ομοίως όπως εδάκρυζε ακούγοντας την άρια της αυτοκτονίας της Μπατερφλάι ή το Suicidio από τη Gioconda, όταν ο έρως τη διέψευσεν.


Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Η Ωραία Ανδριάννα των Αθηνών[2], Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου

Από καιρού εις καιρόν εδάκρυζε και πάλι με άσματα «δεν το περίμενα πως ήμουνα για σε ο πασατέμπος σου για να περνά η ώρα», «μην απελπίζεσαι και δε θ’ αργήσει, κοντά σου θα ‘ρθει μια χαραυγή καινούργια αγάπη να σου ζητήσει, κάνε λιγάκι υπομονή», το τραγουδάκι του Cohen “Dance me to the end of love”, fados της Amália Rodrigues, τραγούδια της Piaf, του Aznavour, τραγούδια του Νικόλα του Άσιμου, τραγούδια του Χατζηδάκι, τραγούδια των Γρεκάνων της Νοτίου Ιταλίας, Enio Morricone και Nino Rota, ιρλανδέζικες άρπες και βιολιά, τσιγγάνικες μελωδίες, τη Βέμπο στο «Δεν είναι γόης, δεν είν’ ωραίος και κολυμπάει μέσα στο χρέος, γιατί; Κι ένα κοστούμι μονάχα έχει, που το φοράει χιονίζει – βρέχει, γιατί;... Μα τον λατρεύω κι είναι το φως μου, γιατί είναι βλέπεις ο άνθρωπός μου»

Θα κλαύσει πικρώς με Ορφέα Περίδη «όσα τ’ ανακατέματα του τούρκικου καφέ τόσα ξενύχτια έκανα κι εγώ για σένανε», θα οδυρθεί με τον Παπάζογλου στο «δώσμου λοιπόν το τελευταίο μας φιλί και ας καπνίσουμε μαζί κι ένα τσιγάρο», ενώ εις το χωριό των Άνω Καρυών Αρκαδίας, όταν ανέσκαφε εις το Λύκαιον Όρος, τις μοναχικές της νύχτες θα τραγουδά μόνη της τα βράδια το «Δεν είν’ αυγή να σηκωθώ, να μην αναστενάξω, άστρο της αυγής, γιατί αργείς να βγεις;» και το «Νοτιάς φυσάει γι’ αγκαλιά. - νοτιάς φυσάει κι αγκαλιά έχω μι’ αγάπη μου παλιά». Όμως η μοναχή ήτο μοναχή της.

Ή θα κλαίει και πάλι στο θέατρο της Δωδώνης με το Jan Garbarek, έναστρη νύχτα θερινή να παίζει τα δώδεκα φεγγάρια του.

Στη Σίφνο θα βουρκώνει με Ζαμπέτα τα βράδια, στο μαγαζί του «Αράπη». (Το παρατσούκλι Αράπης, γιατί είχε μανία να βάζει Ζαμπέτα στον καφενέ και το γνωστό «Ο μαύρος, ο σκύλος, ο αράπης, ο ταμ ταμ», και το «η βρόχα έπεφτε στρέιτ θρου»), αλλά και με Χαΐνηδες:

Tις νύχτες του καλοκαιριού που ‘ριχνε τα μαλλιά σου
ένα αεράκι μόρτικο μες στη θολή ματιά σου
θυμάσαι το μπαρμπα Στελλή με τσ’ ώρες να μιλεί
για ένα μικρό Σαρακηνό κουρσάρο τον Αλή

Μικρό παιδί το πήρανε και το ‘ψησε η αρμύρα
τρανός κουρσάρος γίνηκε, έτσι το ‘γραφε η μοίρα
έλεγε ο γέρος κι έπεμπε το λογισμό μου αλλού
μα επάτουνα στα χνάρια σου στην άκρη του γιαλού

...

Στην Κέρκυρα μετά την ανασκαφή, στο Κανόνι, στην ταβέρνα του Τζόγια, κλάμα και πάλι και η αμαρτωλή Ελένη συγκινημένη ύστερα από κάμποσα ποτηράκια οίνου θα τραγουδάει μαζί με την κομπανία: «Σύρτε μάτια, σύρτε φρύδια, σύρτε στο καλό, της αγάπης μου να πείτε πως παντρεύτηκα, πήρα μάγισσα γυναίκα, μάγισσας παιδί...»[3]. Μία εκ των πολλών φορών, όπου της επροτάθη, άμα τη λήξει της συμβάσεως εις την αρχαιολογικήν υπηρεσίαν να παραμείνει εις την νήσο διά νυχτοκάματον άδουσα. Φευ, όμως! Γενετική ανωμαλία εις την αμαρτωλήν την έκαμε διά μίαν ακόμη φορά να αρνηθεί να κάμει επί χρήμασιν αυτό που η ψυχή της ποθεί και πράττει ευχαρίστως άνευ αργυρίων.

Θα ψυχορραγήσει με το Διγενή που «ψυχορραγεί κι η γης τονε τρομάσσει κι η πλάκα τον ανατριχιά πώς θα τονε σκεπάσει», ή με «τ’ αγρίμια κι αγριμάκια μου», με τη «Sonnerie de Sainte Geneviève du Mont de Paris» του Μarin Marais ή εξιστορώντας πώς:

Ήτανε μια φορά, μάτια μου, κι έναν καιρό
μιαν έμορφη κυρά αρχόντισσα, να σε χαρώ
Μια μικροπαντρεμένη, κόρη ξανθή
τον κύρη της προσμένει βράδυ – πρωΐ...

Αλλά και πάλι θα κλαύσει και θα στενάξει στις Gymnopédies ή στις Gnossiennes του Erik Satie, στο Fandango του Luigi Boccherini και στο «Μην κλαις, μικρή μου κι έπνιγες ανοιγισμό στα στήθη, εμείς οι δυο θα κάμωμε τον κόσμο παραμύθι»

Και εδώ η μοναχή Αστεροεσσία σταματά, καθόσον ο ήλιος δύων καλεί διά τον Εσπερινόν.

Άξιον εστί κι ας είν’ ευλογημένο!

_______________________________________


Σημειώσεις

[1] Bλέπε ανάρτηση:
Hippocampus Guttulatus [1] σε μια μαύρη Ford.
[2] Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον πίνακα του Θεόφιλου στο ιστολόγιο dyosmaraki: Zωγραφίζοντας μια ιστορία. - Η ωραία Αδριάνα των Αθηνών (Θεόφιλος) και το Βατραχονήσι
[3] Ολόκληρο το τραγούδι στην ανάρτηση:
Memorabilia



01 - tis giagias ta paramithia.mp3 - Hainides


© Ελένη Καλλιανέζου, εν Vejen Δανίας, 24 Ιουνίου 2008 και η Εκκλησία τιμά τη μνήμη των Χριστίνης Μάρτυρος, Καπίτωνος Μάρτυρος, Υμεναίου Μάρτυρος, Ερμογένους Μάρτυρος, Θεοφίλου Νεομάρτυρος του Ζακυνθίου, Αθανασίου Νεομάρτυρος του από Γκίου.

buzz it!

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2008

H Ωραία Ελένη, η Αγία, η Πόρνη κι η Παντάνασσα. Ονοματοδοσίες

Το μαγικό στοιχείο στην ονοματοδοσία, πανάρχαια πίστη σύμφωνα με το οποία κάθε υποκείμενο βαφτιζόμενο με συγκεκριμένο όνομα αποκτά τις ιδιότητες του ονόματος με το οποίο βαφτίζεται, γίνεται ολοένα και πιο πολυδιάστατο, αν αναλογιστεί κανείς ότι το ίδιο όνομα φέρουν και άλλα υποκείμενα, που και αυτά με τη σειρά τους προσέδωσαν στο όνομα που πήραν κάτι απ’ τη δική τους ιστορία.

Δύο γνωστές Ελένες: Της Σπάρτης, τραγουδισμένη απ’ τον Ηρόδοτο, τον Όμηρο, τον Ευρυπίδη, το Σεφέρη, τον Ελύτη απ’ τη μια και η γνωστή αγία των χριστιανών Φλαβία Ιουλία Ελένη απ’ την άλλη, θα μπορούσε να μπερδέψει οποιαδήποτε σύγχρονη Ελένη ποιας εκ των δύο τις ιδιότητες να προσεταιρισθεί.

Ας μου συγχωρέσουν εδώ οι χριστιανοί την προσωπική άποψη ότι πόρνη δεν ήταν η Ελένη της Σπάρτης, αλλά η παλλακίδα του Κωνστάντιου του Α’ του Χλωρού και μητέρα του Φλάβιου Βαλέριου Κωνσταντίνου ή Κωνσταντίνου του Μεγάλου (τον οποίο ομοίως αρνούμαι να ονοματίσω άγιο και τον οποίο η εκκλησία επιμένει πεισματικά να καλεί ισαπόστολο).




Jan van Eyck, Η Ανακάλυψις του Σταυρού, 1422-1424, εικονογράφηση από το Turin Mailänder Studentbuch


Μια ποταγωγίδα στο πανδοχείο του πατέρα της και φτηνή πόρνη, όψιμη ζηλώτρια χριστιανή, η οποία κατά τους χρονικογράφους είχε απαγορεύσει επί ποινή θανάτου στις γυναίκες της επικράτειας -ως Αυγούστα να φέρουν επάνω τους οποιοδήποτε ένδυμα σε χρώμα ροζ, μιας και ήταν το αγαπημένο της χρώμα και μόνο αυτή έπρεπε να το φορεί, επιτυχημένη ή όχι αρχαιολόγος στους Αγίους Τόπους σε ανασκαφές περί Τιμίου Ξύλου, το οποίο θαυματουργικώς ως τις μέρες μας πολλαπλασιάζεται και γεννά, για να μπαίνει σε φυλαχτάρια – σταυρουδάκια, που θα κοσμήσουν το στήθος ευβλαβών στους Αγίους Τόπους χριστιανών και θα γίνουν χατζήδες στον Ιορδάνη ποταμό.

Η Ελένη της Τροίας ή της Σπάρτης απ’ την άλλη, Διογενής, κόρη του Kύκνου πατέρα της και της Λήδας, βγήκε απ’ τ’ αυγό της, σεληνιακή θεότητα για να εξυπηρετήσει τον παλιό χρησμό της Γαίας. Πολλοί οι θνητοί που έκαναν τη γη να στενάζει κι είχαν γίνει οι θνητοί αυτοί «άχθος αρούρης». Δε δίνω λοιπόν δεκαράκι τσακιστό για το αν η Ωραία Ελένη πήγε με το Θησέα στην πρώτη της αρπαγή, το Μενέλαο κατόπιν και μετά τον Πάρη ή το Διόφοβο. Εξάλλου, κατά το στίχο του Σεφέρη «τι ‘ναι θεός – τι μη θεός και τι τ’ ανάμεσό τους», θα μπορούσαμε να πούμε «τι είναι Ελένη – τι μη Ελένη και τι τ’ ανάμεσό της», κι ακόμη κι αν δεν πήγε στην Τροία η ίδια – πάρεξ μόνον η σκιά της κι όλα γινήκανε «για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη», ως σεληνιακή θεότητα φώτισε ποιητές να γράψουν για δαύτηνα έπη και άντρες να σκοτωθούν για τα ωραία της μάτια.

«Κάθε καιρός κι η Ελένη του», κατά το ρηθέν του Ελύτη, και μιαν ακόμη σύγχρονη Ελληνίδα βυζαντινοπρεπής και απίστευτα γλυκειά παρουσία, η Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, που μόνο η θέρμη της κι η απλότητά της, συνδυασμένα με τόσο πολύπλευρη παιδεία, θα μπορούσε να πείσει κι εμένα στις πιο στριφνές και δύσκολες μέρες του μήνα ότι υπάρχουν κάποια ψήγματα αλήθειας στην αγιότητα της Φλαβίας – Ιουλίας – αγίας κατιτί.

Κι έχουμε λοιπόν Ελένες διαχρονικές, Ελένες συγχρονικές, μέσα από την εμβριθή σπουδή κι ερμηνεία των μύθων και των ετυμολογιών ονομάτων, αλλά τελικά, όσο περισσότερο το ψάχνει κανείς, τόσο με μεγαλύτερη βεβαιότητα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το όνομα Ελένη θα μπορούσε να είναι συνώνυμο και του Μενέλαου και του Πάρη και του Γιώργου και του Αλέξανδρου και του Ανδρέα και του Παναγιώτη. Ειδικά του τελευταίου, αφού το όνομά του δηλώνει και παναγιότητα, άρα Ελένη είναι η Παναγία, η Πανγαία, ο ίδιος ο Διάβολος, η Αστερόεσσα κι ο κόσμος όλος.


Σχετικές αναρτήσεις: Όλες. Ειδικότερα:

1. For a Helen. Για μιαν Ελένη
2. Αλέξανδρος, Ηλέκτρα, Ελένη
3. Η Σφαγή της Λυγερής (Ελένη και Παραλογή, Παραλογή κι Ελένη)
4. Ego sum…


© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen 23 Ιουλίου 2008

buzz it!

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Φλάουτο και Πέρλες σε Αναγεννησιακή πολυγαμία.


Johannes Vermeer, Meisje met fluit (Το κορίτσι με το φλάουτο), 1665 -1667, Νational Gallery of Art, Washington DC
Aπό τα αμφιλεγόμενα έργα του Vermeer, αν και η κοπέλα φορά τα ίδια σκουλαρίκια με την άλλη στο γνωστό έργο του καλλιτέχνη “Het meisje met de parel” (To κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι). Η επανάλειψη μοτίβων στους πίνακες του Vermeer είναι από τα τυπικά χαρακτηριστικά του ζωγράφου. Περισσότερα στο άρθρο του
Norbert Schneider “Vermeer, Veiled Emotions, Leitmotifs in Vermeer’s Art”.


Johannes Vermeer, Het meisje met de parel (Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι), γνωστό και ως ‘η Μόνα Λίζα του Βορρά’ 1665, Mauritshuis, Χάγη

***

Femme de Renaissance με σωματότυπο των γυναικείων μορφών του Gustav Klimt.

Το θάνατο τον εχθρεύομαι. Γιατί μια ζωή είναι πολύ μικρή για να γνωρίσεις όλα τα χρώματα, ν’ αφουγκραστείς όλους τους ήχους, να γευτείς όλα τα κρασιά.
Γιατί πότε θα προλάβεις να ανακαλύψεις αυτά που ανακάλυψαν άλλοι και πότε θα προλάβεις να κάνεις τις δικές σου ανακαλύψεις, να ζωγραφίσεις τους δικούς σου πίνακες, να συνθέσεις τη δική σου μουσική...
Γιατί ο χρόνος είναι λιγοστός για πράξη ‘σπουδαία και τελεία, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω...’ ως άτομο δρων ‘και ου δι’ απαγγελίας’...
Από το εγχειρίδιο ως την πρακτική οποιασδήποτε πράξης μεσολαβεί κάματος και πολύς, υπερβολικά πολύς χρόνος, για να σου περισσέψει αρκετός και για να ζήσεις.

Πάντα μου φλέρταρα με τις υπερβάσεις. Ίσως απωθημένο απ’ τα παιδικά μου χρόνια˙ ο έπαινος της μάνας μου πάντοτε φειδωλός...
Κάθε φορά που αρίστευα στο σχολείο, γυρνούσε και μου ‘λεγε «Μπορείς και καλύτερα». Μέχρι που κάποτε στην τελευταία τάξη του Λυκείου έφερα στο τρίμηνο μέσο όρο 20 καθαρό. Από κεκτημένη ταχύτητα μου είπε «Μπορούσες και καλύτερα». Γύρισα και την κοίταξα. Εντούτοις, αν και ο παραλογισμός ήταν εμφανής, εγώ ήξερα μέσα μου ότι πράγματι «μπορούσα και καλύτερα». Κι αυτό με στοίχειωσε στη ζωή μου τόσο, ώστε να βλέπω το δέντρο και να χάνω το δάσος.
Για να μεγαλουργήσεις σ’ έναν τομέα χρειάζεται έρωτας και προσήλωση σ’ έναν σκοπό σε βαθμό μονομανίας. Όταν όμως το πρότυπό σου είναι ο Aναγεννησιακός homo universalis, πολυσχιδής και πολύπλευρος, δεν μπορείς να είσαι στους έρωτές σου πιστός. Γιατί το πρότυπο του Αναγεννησιακού ανθρώπου προϋποθέτει γνωστική πολυγαμία. Όχι το είδος της Δονζουανικής πολυγαμίας· οι έρωτες δε σου περνούν ποτέ όταν ερωτεύεσαι κάτι άλλο. Επανέρχεσαι στις παλιές σου αγάπες πάντα με νοσταλγία. Κι αν έχεις και θρησκευτικό παρελθόν, τότε τα πράγματα χειροτερεύουν. Γιατί στους νόστους σου προστίθενται και οι χριστιανικές ενοχές. Απίστησες, αμέλησες, κι ας είσαι στο βάθος φιλέρημος περιπατήτρια. Αλλά κανείς επιστήμονας δεν έβαλε μέχρι τώρα το χεράκι του για να διαστέλλεται ο χρόνος, εκτός κι αν ταξιδεύεις στο διάστημα με την ταχύτητα του φωτός ή σαν το μάντη Επιμενίδη κοιμηθείς τη νύχτα στο ναό του Επικουρίου Απόλλωνος για να ξυπνήσεις 50 χρόνια μετά. Και στον ύπνο σου δε δρας· παρακολουθείς μοναχά σα σε κινηματογραφική ταινία ό,τι το υποσυνείδητό σου περισυνέλεξε όταν δρούσες.

Mαύρο μαργαριτάρι στο όστρακο, (Φωτογραφία: Mila Zinkova)

Πέρλες.


Θα ήμουν γύρω στα 24, όταν έπιασαν τη μάνα μου ασυνήθιστες χουβαρντοσύνες κι αποφάσισε να μου αγοράσει
πέρλες. Τις πέρλες δεν τις βρήκα ποτέ παλιομοδίτικες. Εξάλλου ταίριαζαν με το στυλάκι του Μεσοπολέμου που είχα. Φέρνανε κάτι από τη belle époque, τα φουστάνια του 1918, με τα μποτίνια από μέσα να διακρίνονται, το κατσαρωμένο με το σίδερο μαλλί, και τις σταρ του βωβού κινηματογράφου. Πάντα δε, κούρευα τα μαλλιά μου καρεδάκι σε διάφορα μεγέθη, με μύτες ή άνευ, κολπάκια ή αυστηρά, εκτός μιας εποχής γύρω στα 30 μου που αποφάσισα να αλλάξω στυλ και κουρεύτηκα αυτή τη φορά τσάρλεστον. (Όχι Γιάννης, Γιαννάκης).
Κάναμε περατζάδα απ’ όλα τα μαγαζιά της Αγίου Μάρκου, το ένα κολλιέ μου ξίνιζε, το άλλο μου βρώμαγε, τελικά βρήκα κάτι της αρεσκείας μου
–και το μάτι μου έχει μια ιδιοτροπία να φλερτάρει πάντα το πιο ακριβό, παπαί!
Τελικά μου αγόρασε δυο σειρές πέρλες
κι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια. Ένωσα τα δυο κολλιέ και τα έκανα μια τεράστια σειρά, που τις έδεσα αλά Channel, στο χέρι μου φορούσα ήδη ένα κολλιεδάκι με πολύ μικρότερες σε μέγεθος πέρλες, σα βραχιολάκι. Το image ολοκληρώθηκε.
-Πάμε τώρα στου Floca για καφέ ή παγωτό, μου λέει.

Μάλλον είχε θυμηθεί τα νιάτα της στη δεκαετία του ’50 και το ανεκδοτάκι μ’ έναν νέο της παρέας της, θαυμαστή της κι επίδοξο εραστή. Πήγανε, λέει στου Floca. Απέναντι καθόταν μια κυρία με καπελαδούρα, και σε άλλα τραπέζια κάποιοι σνομπ με μονόκλ... Ο σερβιτόρος έρχεται και ο καβαλλιέρος της μαμάς τον ρωτάει τι προτείνει. Εκείνος άρχισε ένα κατεβατό από γλυκά στα ιταλικά και στα γαλλικά, τα οποία η μαμά μου αγνοούσε. Κάποια στιγμή πιάνει το αυτί της παγωτό κασσάτο. Παραγγέλνει λοιπόν κασσάτο. Της το φέρανε σε ένα επίπεδο μπαφόν τετράγωνο πιατάκι με μαχαίρι και πηρούνι. Πάει ελαφρώς να το αγγίξει, αυτό ήταν σκληρό σαν μπετόν αρμέ. Η μαμά έπεσε σε περισυλλογή:
«Άραγε περιμένουμε λίγο να λυώσει και μετά το χτυπάμε λίγο με το μαχαίρι, ενώ πριν το έχουμε καρφώσει με το πηρούνι;», αναρωτιέται.
Κάποια στιγμή, ενώ προσπαθεί να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο, πολεμώντας ταυτόχρονα να μη χάσει και την αυτοκυριαρχία της μπροστά στο συνοδό της, πάει να καρφώσει το παγωτό....
La catastrophe! To παγωτό αυτομολεί και βρίσκεται απέναντι στα πόδια της κυρίας με την καπελαδούρα! Ντροπή! Κοκκινίσματα! Ρεζίλι σε ζαχαροπλαστείο αριστοκρατικό και παρουσία του ωραίου νέου (που ήταν κι από σπίτι)... Καταβαραθρώθηκαν όλα της τα όνειρα για μελλοντικό ειδύλλιο. Δε θέλησε να τον ξαναδεί απ’ την ντροπή της.

Όταν όμως πήγαμε εμείς στου Floca με τη μαμά, είχε παρέλθει η εποχή με τις καπελαδούρες και τα μονόκλ. Καθήσαμε και παραγγείλαμε καφέ viennois. Έβγαλα κι εγώ μια πίπα μακριά, τελευταίο μου λάφυρο από κάποιο παλαιοπωλείο κι άναψα τσιγάρο. Απέναντί μας καθόταν ένας καλοντυμένος τύπος γύρω στα 30 με 35 που με είχε καρφώσει. Εποίησα τη νήσσα. Κάποια στιγμή ο τύπος βγάζει ένα σημειωματάριο και μια πέννα κι άρχισε κάτι να γράφει. Τελειώνει τον καφέ του, πληρώνει και κατευθύνεται προς το τραπέζι μας.
-Μαντάμ, μου επιτρέπετε, λέει στη μαμά μου και στρέφει σε μένα.
-Δεσποινίς, η παρουσία σας με ενέπνευσε να γράψω αυτό. Και μου δίνει το χαρτί από το σημειωματάριο. Πιθανόν να μη λέει τίποτα ως ποίημα, συνέχισε, αλλά αυτό αισθάνθηκα και αυτό έγραψα. Σας ανήκει. Δε ζητώ τίποτε από σας. Ονομάζομαι Στέφανος.
Η μαμά μου έλυωσε με τον ιπποτισμό. Το ποίημα, αν θυμάμαι καλά,
έλεγε κάτι για τα μάτια μου, πώς φαίνονται μαβιά στην αντανάκλαση από τις πέρλες πάνω στα μαύρα που φορούσα. Όμορφο σαν ποίημα. Δεν πρόλαβα να το χαρώ. Μου το βουτάει η μαμά μου και κατασυγκινημένη όταν επιστρέψαμε σπίτι διηγείται το περιστατικό απ’ το τηλέφωνο σ’ όλες της τις φιλενάδες κι όλους τους συγγενείς, διαβάζοντας τους στίχους του άγνωστου Στέφανου. «Και η Λένα μου ενέπνευσε έναν κύριο και της έγραψε ποίημα!» «Και τι ιππότης! Και πόσο αξιοπρεπής!» κλπ, κλπ. Ποιος ξέρει πού καταχώνιασε μετά το χαρτάκι· δεν το βρήκα. Στην πραγματικότητα και ποιήματα και τραγούδια μου αφιέρωσαν κι άλλοι. Αλλά αυτούς η μάνα μου δεν τους ήξερε.

Αλλά οι πέρλες έχουν όντως κάτι το μαγικό. Ένα βράδυ τις φόρεσα κι αποφάσισα να κάνω μπάνιο στη θάλασσα με Πανσέληνο. Φορώντας μόνο τις πέρλες. Θεία αίσθηση, ηδονική πάνω στο κορμί. Πλημμύρισα με ερωτικά συναισθήματα, κι ας μην ήμουν εκείνο τον καιρό ερωτευμένη με κανένα πρόσωπο υπαρκτό, κι ας μην ήταν κανείς παρών σ’ εκείνη τη στιγμή της απόλαυσης.

Οι πέρλες του Vermeer έχουν κάτι που μαγνητίζει. Ο ίδιος ο ζωγράφος φαίνεται υπνωτισμένος σ’ ένα στολίδι τόσο θελκτικό, καρπό της θάλασσας, σεληνιακό, όσο σεληνιακό είναι και το ίδιο το φεγγάρι, η Εύα, η Λίλιθ, η Ελένη, η Βερενίκη, η Βραυρωνία Άρτεμις, η Πότνια Θηρών, η Εκάτη, η Ιφιγένεια, η Φοίβη, η
Ελεντάρι –η Κυρά των ξωτικών στο Silmarillion του Τolkien ή η Μadeleine, σκελετωμένη και μισότρελη στο βιβλίο του Pascal Quignar ‘Τοus les matins du monde’, που βηματίζει πάνω κάτω σε υπερδιέγερση κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, πριν κρεμαστεί με τα κορδόνια των παπουτσιών της στην κρεβατοκάμαρά της.

Κι ο Vermeer πάντρεψε στον πίνακά του ‘To κορίτσι με το φλάουτο’ δυο σύμβολά μου αγαπημένα.

Φλάουτο.


Το φλάουτο είναι ένας απ’ τους μεγάλους μου έρωτες. Όχι μόνο γιατί επέλεξα να πάρω μαθήματα σ’ αυτό το μουσικό όργανο.

Μ’ αρέσει ο ήχος του φ και του λ μαζί, του α και του ου. Λες φλά-ου-το, και τα φωνήεντα με τα σύμφωνα ακολουθούν το δικό τους πολυφωνικό κανόνα. Κι είναι το άκουσμά τους γλυκύ σαν μια Pavane του Gabriel Fauré, οξύ και συνάμα διονυσιακό σαν το Chant de Linos [1] του André Jolivet, όταν το πιάνο απαντά στο διάλογο που το φλάουτο αρχινάει.

Το φλάουτο το αγαπώ, γιατί είναι το μουσικό όργανο ορχήστρας που πλησιάζει περισσότερο την ανθρώπινη φωνή.

Το φλάουτο είναι σα σχήμα αρσενικό και σαν ύλη θηλυκό - Σεληνιακό (γιατί ένα καλό φλάουτο είναι φτιαγμένο συνήθως από ασήμι). Υπάρχουν κι εβένινα ή χρυσά φλάουτα, αλλά προτιμώ τ’ ασημένια. Και με το ασήμι έχω ιδιότυπη σχέση. Μου αρέσει περισσότερο απ’ το χρυσό, γιατί μου θυμίζει νύχτα και φεγγάρια. Και τη νύχτα λειτουργώ καλύτερα απ’ όσο με το φως της ημέρας. Η νύχτα έχει ήχους μυστικούς, η νύχτα έχει μαγεία και μέθη. Η νύχτα έχει γρίφους και παράδοξα και χαμόγελα που παραμένουν στον αέρα όταν αυτοί που χαμογελούν χάνονται απ’ τον ορίζοντα ή τη ζωή σου. Της νύχτας τα χαμόγελα είναι σαν το χαμόγελο της γάτας του Cheshire. Και τη νύχτα βλέπεις τ’ άστρα καλύτερα κι αντιλαμβάνεσαι ότι ο Ήλιος του δικού μας Ηλιακού Συστήματος δεν είναι παρά μια ψείρα στο Γαλαξία, που ωστόσο τυγχάνει και γονιμοποιητής ζωής στον πλανήτη Γη.

Το φλάουτο είναι πνευστό. Παίζει με τις ίδιες σου τις ανάσες. Εσύ είσαι σαν το φυτό που φωτοσυνθέτει για να δώσει στο φλάουτο οξυγόνο. Κι είναι, Θεέ μου, τόσο – μα τόσο ναρκισσιστικό! Παίρνει μόνο το 40% του αέρα που του δίνεις. Το υπόλοιπο το πετάει περιφρονητικά στο μεγάλο αποθέτη της ατμόσφαιρας του μη-φλάουτου. Κι ας είναι ο αέρας του μη-φλάουτου μεστός αρωμάτων μυρεψών ταλαντούχων...

Ονειρεύομαι ένα ασημένιο φλάουτο, ένα λιτό τραπέζι, με φρούτα μεσογειακά και κρασί σε ποτήρι κρυστάλλινο κολωνάτο εποχής Μπαρόκ. Μια καρέκλα, ένα αναλόγιο ξύλινο, κεριά κι έναν καθρέφτη οβάλ επιδαπέδιο απ’ αυτούς που είχαν οι μόδιστροι παλιά, σε μια καλύβα σαν κι αυτή του Christoph de St. Colombe στην ταινία ‘Όλα τα Πρωϊνά του κόσμου’. Καθρέφτη Βενετσιάνικο αγόρασα. (Δεν βρήκα οβάλ, αλλά ορθογώνιο. Έστω! Αποτελεί μέρος της προίκας μου, κι είναι απ’ τα υλικά πράγματα στο σπίτι μου που αγαπώ). Κι ο καθρέφτης είναι απαραίτητος σ’ ένα φλαουτίστα, για να ελέγχει τη στάση του σώματός του. Άλλο ένα επιχείρημα υπέρ του ναρκισσισμού του οργάνου. Όσο για το ασημένιο φλάουτο, ε, ίσως κάποτε κερδίσω το λαχείο και το πάρω ή ίσως ξαφνικά αποκτήσω ενδιαφέρον στο να βγάζω και χρήματα...

Το φλάουτο να παίζει, κι οι ήχοι του να δονούν τις σφαίρες του Πυθαγόρα στη σκιά του κώνου της Γης, όπου πάνε μετά θάνατον οι μάκαρες και οι σοφοί... Και ν’ ακούν οι ψυχές τη μουσική του φλάουτου και να γίνεται το φως τους μαζί ήχος κι αρμονία...

____________________


[1] Le Chant de Linos, του Αndré Jolivet (1905-1974). Φλάουτο παίζει ο Robert Aitken. Στο πιάνο ο Robin MacCabe. (Από την προσωπική μου μουσική συλλογή).



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 23 Απριλίου 2008

buzz it!

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Σι-συ, τσι-ντο.

H νότα σι να γίνει ‘εσύ’
κι ύστερα ντο, (τσι – ντο – τσι – ντο)
να ‘ν το φουστάνι μου κοντό
κι η άμμος γκρίζα και χρυσή.

Και να ‘μαστε σ’ ένα νησί
μισός εσύ ~ κι εγώ μισή,
μαζί το ‘σι’ κι ένα κρασί
στου πέλαγου το θαλασσί.

Κι εσύ μαζί με το κρασί
κι εγώ το κύμα να κεντώ
κι από μισοί, ‘ένα εισί’.
Εγώ είμ’ εδώ, πού είσαι συ;

Vejen, 14 Aπριλίου 2008

_____________________________

Οι μύλοι, το λευκό και το γαλάζιο κι ένα φλάουτο να αιχμαλωτίζει τον αέρα. Kαι να χάνεται ο ήχος πέρα απ’ τα πέλαγα. Μύκονος, Μάιος 1994

© Ελένη Καλλιανέζου

buzz it!