Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jan Vermeer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jan Vermeer. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Ιουνίου 2011

Η Γυναίκα με τη Ζυγαριά

Με ύφος περισπούδαστο μαζεύτηκαν οι επαΐοντες και είπαν πως η έγκυος γυναίκα στον πίνακα του Βερμέερ με τη μικρή χρυσή ζυγαριά στο χέρι ήταν τάχα μου μια αλληγορία της ματαιότητας του κόσμου ή της Θείας Αλήθειας και Δικαιοσύνης ή ότι είναι η Παρθένος Μαρία που ζυγίζει τις ψυχές των αγέννητων παιδιών. Άλλοι πάλι είπαν πως ήταν απλώς ένα πορτρέτο της Κατερίνας Βερμέερ, της γυναίκας του καλλιτέχνη, θεωρία που μοιάζει να είναι κοντά στην πραγματικότητα, αφού η Κατερίνα Μπόλνες Βερμέερ γέννησε δεκατέσσερα παιδιά.




Η αλήθεια ωστόσο φαίνεται να είναι διαφορετική. Ο Γιαν Βερμέερ τον Οκτώβριο του 1661, λίγο μετά τα εικοστά ένατα γενέθλιά του, συνάντησε στο πανηγύρι της Nτελφτ έναν Ισπανό που τον έλεγαν Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ, που είχε μια ουλή πάνω απ’το αριστερό φρύδι κι ήταν ντυμένος στα ολόμαυρα και στο λαιμό του κρεμόταν με χρυσή καδένα ένα μυστήριο κόσμημα, που έδειχνε έναν άνδρα με τόξο στην πλάτη, να αγκαλιάζει απ’ το λαιμό μια έγκυο καμηλοπάρδαλη, η οποία ημιγονατισμένη ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο του.

Ο ξένος δε μιλούσε καλά ολλανδικά, στην πραγματικότητα δε μιλούσε καθόλου, μόνο καθόταν στον κορμό ενός δέντρου πάνω σ’ έναν μπόγο από πολύχρωμα υφάσματα και στύλωνε κατά καιρούς το βλέμμα του επίμονα σε δύο σαλτιμπάγκους που ξεφυσούσαν φωτιές κι έκαναν ζογκλερικά κόλπα με επτά μπαλάκια.

Ο Γιαν Βερμέερ είχε πιει πολύ το προηγούμενο βράδυ κι είχε πονοκέφαλο, αποφάσισε λοιπόν να απομακρυνθεί απ’ τη βουή στο κέντρο της πλατείας και πήγε και κάθησε κοντά στον Ισπανό. Αφού αντάλλαξαν κάποιες τυπικές κουβέντες συστάσεως και κάποιες άλλες αδιάφορες για τη συννεφιά που πιθανόν να έφερνε σε λίγο βροχή, οι δυο άντρες βάλθηκαν να μιλούν, και σύντομα ο ζωγράφος ρώτησε τον Ισπανό τι απεικονίζει το κόσμημα που κρεμόταν απ’ το λαιμό του και ποια η ιστορία του. Ο Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ τότε, αφού κατέβασε δυο γουλιές ισπανικό κρασί απ’ τη μποτίλια που είχε δίπλα του, διηγήθηκε στον Γιαν Βερμέερ την ακόλουθη ιστορία:

«Μια φορά ζούσε στη Μαυριτανία ένας πλούσιος γαιοκτήμονας, που είχε δυο γιους και μια κόρη. Όταν κατάλαβε πως πλησίαζε το τέλος του, αποφάσισε να μοιράσει τα υπάρχοντά του στους δυο του γιους, πιστεύοντας ότι θα φροντίσουν να δώσουν και μια καλή προίκα στη μικρή τους αδερφή, η οποία θα της εξασφάλιζε έναν καλό γάμο και μια πλούσια ζωή. Στο μεγάλο του γιο άφησε το υποστατικό του με τα αμπέλια στα υψίπεδα της Ταγκάτ και στο μικρό πέντε αραβικά άλογα, μια κασέλα με υφάσματα υφασμένα από Βέρβερους, ένα χωραφάκι στο Σάχελ με ακακίες κι ένα μπαομπάμπ στη μέση και δίπλα ένα μικρό σπιτάκι να προστατεύει όταν φυσάνε το χειμώνα οι τροπικοί άνεμοι Χαρματάν, καθώς κι ένα σακούλι χρυσά νομίσματα.

Ο μεγάλος γιος παντρεύτηκε μια καλή γυναίκα κι αφοσιώθηκε στην καλλιέργεια των αμπελιών, έκανε επτά παιδιά και έζησε μια ήσυχη ζωή, αφού καλοπάντρεψε και τη μικρή αδερφή του μ’ έναν Άραβα χρυσοχόο.

Ο μικρότερος, που τον έλεγαν Χαρούν, πούλησε τέσσερα απ’ τα πέντε άλογά του κι αποφάσισε να γυρίσει τον κόσμο μ’ ένα μπογαλάκι με τα απαραίτητα που μπορούσε να κουβαλήσει το άλογο που κράτησε για τον εαυτό του, με μόνα του όπλα ένα τόξο κι ένα μικρό εγχειρίδιο με ελεφάντινη λαβή, να προστατεύεται από τις επιθέσεις των ληστών και να προσπορίζεται την τροφή του.

Μια μέρα, καθώς περιπλανιόταν στις σαβάνες του νότου είδε ένα αρσενικό λιοντάρι να επιτίθεται σε μια θηλυκή ετοιμόγεννη καμηλοπάρδαλη κι αυθόρμητα το τόξευσε και το σκότωσε. Η καμηλοπάρδαλη πληγωμένη γονάτισε έτοιμη να υποκύψει στα τραύματά της κι ο άντρας έτρεξε και την αγκάλιασε απ’ το λαιμό καθώς έγερνε και πέθαινε, ενώ ταυτόχρονα έδινε ζωή σ’ ένα μικρό θηλυκό με πελώρια μάτια. Το μικρό ήταν καταδικασμένο χωρίς τη μάνα του κι ευάλωτο στις επιθέσεις των θηρίων, όμως ο νέος άρχισε να αγωνιά για την τύχη του κι ούτε που μπορούσε να το αφήσει εκεί μόνο του στις ερημιές κι ούτε αυτό, μικρό όντας κι αδύναμο, μπορούσε να τον ακολουθήσει.

Περάσανε καμπόσες ώρες κάτω από έναν ουρανό μ’ ένα τεράστιο φεγγάρι επάνω του και πέρασε ένα καραβάνι από νομάδες κι ο Χαρούν πλήρωσε δυο χρυσά νομίσματα για μια προβατίνα για να εξασφαλίσει στο καμηλοπαρδαλάκι του γάλα για τον πρώτο καιρό και το βάφτισε Άμπλα, που στη γλώσσα των Αράβων σημαίνει «τέλεια στην όψη».

Όταν η Άμπλα θέριεψε λίγο και δεν είχε πια ανάγκη το γάλα της προβατίνας, ξεκίνησαν ταξίδι προς το Σάχελ, εκεί που ο Χαρούν είχε το χωραφάκι με τις ακακίες, το μεγάλο μπαομπάμπ και το σπιτάκι. Ένα βράδυ με Πανσέληνο κι ύστερα από εξήντα πέντε φεγγάρια που ο Χαρούν και η Άμπλα ζούσαν μαζί, σκαρφάλωσε ο Χαρούν σ’ ένα κλαδί του μπαομπάμπ να θαυμάσει το φεγγάρι και να μπορεί να βλέπει την καμηλοπάρδαλή του στα μάτια –χωρίς ν’ αναγκάζεται να στραβώνει το λαιμό του κοιτάζοντας ψηλά κι ούτε να την υποχρεώνει να ψάχνει εκείνη να συναντήσει το βλέμμα του χαμηλά στη γη. Τότε ξαφνικά ένα ουρί του παραδείσου ακούστηκε να τραγουδά ένα τραγούδι που μιλούσε για την ανταμοιβή των ουρανών στις αγαθές ψυχές που κάνουν το καλό κι έξαφνα η καμηλοπάρδαλη - Άμπλα αναλήφθηκε στους ουρανούς μέσα σ’ ένα δαχτυλίδι φωτιάς και στη θέση της βρέθηκε μια κόρη με μαύρα μάτια και μαλλιά, Άμπλα στο όνομα και τις χάρες κι αυτή, να του δίνει μια γαβάθα ρύζι μοσχομυριστό κι ένα κουπάκι με τσάι γιασεμιού.

Ο Χαρούν την έπιασε απ’ το χέρι κι ακούμπησε εκείνη το κεφάλι της στο λαιμό του κι έσμιξαν πολλές φορές μέσα στο σπιτάκι, αλλά κι απ’ έξω κάτω απ’ τη σκιά του μπαομπάμπ σαν έπεφτε ο ήλιος και σαν ξημέρωνε και σαν εναλλασσόταν με το φεγγάρι που πότε γέμιζε και πότε λίγευγε, μέχρι που ύστερα από οκτώ φεγγάρια βρέθηκε η Άμπλα έγκυος στο σπόρο του Χαρούν και δεν υπήρχε άντρας στη χώρα των Μαυριτανών ή πάνω στη γη πιο ευτυχισμένος απ’ το Χαρούν, που απροσδόκητα γνώρισε τη χαρά του έρωτα, επειδή κάποτε έσωσε μια καμηλοπάρδαλη ετοιμόγεννη από ένα λιοντάρι που ετοιμαζόταν να την καταβροχθίσει.»

Στο σημείο αυτό ο Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ, έκοψε την αφήγησή του και κατέβασε πάνω απ’ το μισό απ’ το κρασί που είχε η μποτίλια του, στυλώνοντας επίμονα το βλέμμα του στους σαλτιμπάγκους της πλατείας που ξεφυσούσαν φωτιές κι έκαναν ζογκλερικά κόλπα με τα επτά μπαλάκια.

Ο Γιαν Βερμέερ ξαφνικά θυμήθηκε πως πεινούσε, αλλά δεν είχε καθόλου όρεξη να δει την πεθερά του. Σκέφτηκε να φάει στην κουζίνα με τους υπηρέτες κι ευγενικά ρώτησε τον ξένο αν ήθελε να τον ακολουθήσει σπίτι του. Εκείνος ένευσε ναι.

Κατευθύνθηκαν στην κουζίνα του σπιτιού της Μαρίας Τινς, της πεθεράς του, όπου ο Βερμέερ ζούσε σώγραμπος και που, ως πολύ πλουσιότερη απ’ τον ίδιο, του υπαγόρευε το καταπώς θα ζήσει με την κόρη της. Η υπηρέτρια σέρβιρε σιωπηλή λάχανο βραστό και λουκάνικα, τυρί, φρέσκο φουρνιστό ψωμί, κόκκινο κρασί της Προβηγκίας και κομπόστα δαμάσκηνα. Ύστερα απ’ το γεύμα, οι δυο άντρες κάθησαν κοντά στη φωτιά της κουζίνας με το κρασί τους κι ο Φερδινάνδο Λούκας, λιγότερο αγριωπός στην όψη, έψαξε στον μπόγο με τα πολύχρωμα υφάσματα που είχε μαζί του, έβγαλε μια μικρή χρυσή ζυγαριά και παρακάλεσε τον Γιαν να τη δεχτεί ως δώρο για τη γενναιδωρία και τη φιλοξενία του.

Ο ζωγράφος στην αρχή αρνήθηκε, λέγοντας πως ένα μικρό χρυσό κομψοτέχνημα ήταν πολύ μεγάλο αντίτιμο για ένα γεύμα με λάχανο, λουκάνικα, ψωμί και λίγο κρασί, όμως ο Ισπανός επέμενε κι ο Βερμέερ δεν είχε άλλη επιλογή, παρά να δεχτεί για να μην τον προσβάλει.

Με το μικρό ζυγό στο χέρι, γύρισε τότε ο Γιαν Βερμέερ και ρώτησε τον Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ τι απέγινε ο Χαρούν με την Άμπλα κι ο Ισπανός συνέχισε την ιστορία του:

«Σαν πλησίαζε ο καιρός της Άμπλας να γεννήσει κι είχε ετοιμάσει την προίκα του μωρού από υφαντά Βερβέρων, γύρισε και θερμοπαρακάλεσε το Χαρούν να την πάει στα μέρη που γεννήθηκε, τότε που η μάνα της, η καμηλοπάρδαλη, υπέκυψε στα τραύματα απ’ τα νύχια του λιονταριού, και που εκείνος, ο γενναίος και σπλαχνικός άντρας της είχε σκοτώσει για να της χαρίσει εκεινής ζωή.

Ο Χαρούν έπεσε σε βαθειά συλλογή σκεφτόμενος τον κόπο του ταξιδιού για την ετοιμόγεννη γυναίκα, όμως εκείνη τον παρακάλαγε επίμονα μαζί και γλυκά, που δεν κατάφερε πια να της το αρνηθεί. Πήραν μαζί τους και τα μωριουδιακά, μιας κι η ώρα της γέννας πλησίαζε και θα μπορούσε να είναι κάθε στιγμή.

Έφτασαν χωρίς πολλή ταλαιπωρία στις σαβάνες και κατασκήνωσαν κάτω απ’ τον ουρανό, όταν ανέτελλε το φεγγάρι. Αφού ήπιαν το τσάι τους, σφιχταγκαλιάστηκαν και κουλουριάστηκαν στα πολύχρωμα κιλίμια, που μούσκεψαν ξαφνικά, γιατί η Άμπλα γεννούσε. Ο Χαρούν τη φίλησε στο μέτωπο κι έτρεξε έξω απ’τη σκηνή να ανάψει φωτιά και να ζεστάνει νερό απ’ το ασκί που είχαν μαζί τους.

Καθώς η Άμπλα στο έδαφος με τα χέρια της να κρατούν τα γκέμια του αλόγου σφιγγόταν για να βγάλει το παιδί, σκίστηκε το ύφασμα της σκηνής από μια λέαινα που καραδοκούσε να επιτεθεί στην ετοιμόγεννη.

Άρπαξε τότε ο Χαρούν το τόξο του και σημάδεψε τη λέαινα που έτρεξε μακριά, όμως το θηρίο είχε ήδη πληγώσει την Άμπλα στο λαιμό, που καθώς τον έβαφε το αίμα μάκραινε και μάκραινε κι έγινε λαιμός καμηλοπάρδαλης μέσα στη νύχτα κι έγινε η Άμπλα και πάλι καμηλοπάρδαλη, όμοια στην όψη με τη μάνα της κι ο Χαρούν έκλαιγε και θρηνούσε και τη φιλούσε κι ακούμπησε εκείνη το κεφάλι στον ώμο του και ξεψύχησε, την ώρα ακριβώς που έδινε ζωή στο παιδί τους.

Στη μέση της σαβάνας έκλαιγε ο Χαρούν με το μικρό του γιο στην αγκαλιά το χαμό της αγάπης του κι αναθεμάτισε κι αναρωτιόταν ποια κακή μοίρα τον κατάτρεξε κι έχασε ό,τι αγάπησε στον κόσμο περισσότερο.

Και τότε σκίστηκαν και πάλι οι ουρανοί κι ένα ουρί του παραδείσου τραγούδησε ένα τραγούδι για τη δικαιοσύνη των ουρανών στα πλάσματα του κόσμου και για τον πόνο μιας λέαινας που έχασε το σύντροφό της, όταν βγήκε να κυνηγήσει μια καμηλοπάρδαλη για την πεινασμένη αγέλη και αναλήφθηκε τότε το σώμα της Άμπλας στον ουρανό μέσα σε μια πύρινη νεφέλη και στη θέση του έμεινε μια μικρή χρυσή ζυγαριά και μια περγαμηνή στα αραβικά με τη φράση «Τυχερός αυτός που έζησε τη γενναιοδωρία των ουρανών για την αγαθή του προαίρεση, πριν γνωρίσει ότι ο Αλλάχ είναι και δίκαιος»

-Το παιδί του Χαρούν και της Άμπλας είμαι εγώ, Ολλανδέ, που με υιοθέτησε ένα ζεύγος Ισπανών στα τρία μου χρόνια. Ο πατέρας μου έβαλε μετά το θάνατο της μάνας τον αντράδερφό του να του φτιάξει ένα κόσμημα με την Άμπλα κι εκείνον και το φορούσε διαρκώς στο λαιμό του, μέχρι που τον πέρασε στο δικό μου, όταν με έδωσε για υιοθεσία.»

Κάπου εκεί χάνονται οι γραπτές μας πηγές για τη συνέχεια της ιστορίας και για το τι απέγινε ο Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ, όμως ο Γιαν Βερμέερ έβαλε την έγκυο γυναίκα του να ποζάρει στον καινούργιο του πίνακα κρατώντας στο χέρι τη μικρή χρυσή ζυγαριά του Ισπανού.


© Ελένη Καλλιανέζου, εν Δανία τη 4η Ιουνίου 2011 έγραψε.

buzz it!

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

Φλάουτο και Πέρλες σε Αναγεννησιακή πολυγαμία.


Johannes Vermeer, Meisje met fluit (Το κορίτσι με το φλάουτο), 1665 -1667, Νational Gallery of Art, Washington DC
Aπό τα αμφιλεγόμενα έργα του Vermeer, αν και η κοπέλα φορά τα ίδια σκουλαρίκια με την άλλη στο γνωστό έργο του καλλιτέχνη “Het meisje met de parel” (To κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι). Η επανάλειψη μοτίβων στους πίνακες του Vermeer είναι από τα τυπικά χαρακτηριστικά του ζωγράφου. Περισσότερα στο άρθρο του
Norbert Schneider “Vermeer, Veiled Emotions, Leitmotifs in Vermeer’s Art”.


Johannes Vermeer, Het meisje met de parel (Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι), γνωστό και ως ‘η Μόνα Λίζα του Βορρά’ 1665, Mauritshuis, Χάγη

***

Femme de Renaissance με σωματότυπο των γυναικείων μορφών του Gustav Klimt.

Το θάνατο τον εχθρεύομαι. Γιατί μια ζωή είναι πολύ μικρή για να γνωρίσεις όλα τα χρώματα, ν’ αφουγκραστείς όλους τους ήχους, να γευτείς όλα τα κρασιά.
Γιατί πότε θα προλάβεις να ανακαλύψεις αυτά που ανακάλυψαν άλλοι και πότε θα προλάβεις να κάνεις τις δικές σου ανακαλύψεις, να ζωγραφίσεις τους δικούς σου πίνακες, να συνθέσεις τη δική σου μουσική...
Γιατί ο χρόνος είναι λιγοστός για πράξη ‘σπουδαία και τελεία, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω...’ ως άτομο δρων ‘και ου δι’ απαγγελίας’...
Από το εγχειρίδιο ως την πρακτική οποιασδήποτε πράξης μεσολαβεί κάματος και πολύς, υπερβολικά πολύς χρόνος, για να σου περισσέψει αρκετός και για να ζήσεις.

Πάντα μου φλέρταρα με τις υπερβάσεις. Ίσως απωθημένο απ’ τα παιδικά μου χρόνια˙ ο έπαινος της μάνας μου πάντοτε φειδωλός...
Κάθε φορά που αρίστευα στο σχολείο, γυρνούσε και μου ‘λεγε «Μπορείς και καλύτερα». Μέχρι που κάποτε στην τελευταία τάξη του Λυκείου έφερα στο τρίμηνο μέσο όρο 20 καθαρό. Από κεκτημένη ταχύτητα μου είπε «Μπορούσες και καλύτερα». Γύρισα και την κοίταξα. Εντούτοις, αν και ο παραλογισμός ήταν εμφανής, εγώ ήξερα μέσα μου ότι πράγματι «μπορούσα και καλύτερα». Κι αυτό με στοίχειωσε στη ζωή μου τόσο, ώστε να βλέπω το δέντρο και να χάνω το δάσος.
Για να μεγαλουργήσεις σ’ έναν τομέα χρειάζεται έρωτας και προσήλωση σ’ έναν σκοπό σε βαθμό μονομανίας. Όταν όμως το πρότυπό σου είναι ο Aναγεννησιακός homo universalis, πολυσχιδής και πολύπλευρος, δεν μπορείς να είσαι στους έρωτές σου πιστός. Γιατί το πρότυπο του Αναγεννησιακού ανθρώπου προϋποθέτει γνωστική πολυγαμία. Όχι το είδος της Δονζουανικής πολυγαμίας· οι έρωτες δε σου περνούν ποτέ όταν ερωτεύεσαι κάτι άλλο. Επανέρχεσαι στις παλιές σου αγάπες πάντα με νοσταλγία. Κι αν έχεις και θρησκευτικό παρελθόν, τότε τα πράγματα χειροτερεύουν. Γιατί στους νόστους σου προστίθενται και οι χριστιανικές ενοχές. Απίστησες, αμέλησες, κι ας είσαι στο βάθος φιλέρημος περιπατήτρια. Αλλά κανείς επιστήμονας δεν έβαλε μέχρι τώρα το χεράκι του για να διαστέλλεται ο χρόνος, εκτός κι αν ταξιδεύεις στο διάστημα με την ταχύτητα του φωτός ή σαν το μάντη Επιμενίδη κοιμηθείς τη νύχτα στο ναό του Επικουρίου Απόλλωνος για να ξυπνήσεις 50 χρόνια μετά. Και στον ύπνο σου δε δρας· παρακολουθείς μοναχά σα σε κινηματογραφική ταινία ό,τι το υποσυνείδητό σου περισυνέλεξε όταν δρούσες.

Mαύρο μαργαριτάρι στο όστρακο, (Φωτογραφία: Mila Zinkova)

Πέρλες.


Θα ήμουν γύρω στα 24, όταν έπιασαν τη μάνα μου ασυνήθιστες χουβαρντοσύνες κι αποφάσισε να μου αγοράσει
πέρλες. Τις πέρλες δεν τις βρήκα ποτέ παλιομοδίτικες. Εξάλλου ταίριαζαν με το στυλάκι του Μεσοπολέμου που είχα. Φέρνανε κάτι από τη belle époque, τα φουστάνια του 1918, με τα μποτίνια από μέσα να διακρίνονται, το κατσαρωμένο με το σίδερο μαλλί, και τις σταρ του βωβού κινηματογράφου. Πάντα δε, κούρευα τα μαλλιά μου καρεδάκι σε διάφορα μεγέθη, με μύτες ή άνευ, κολπάκια ή αυστηρά, εκτός μιας εποχής γύρω στα 30 μου που αποφάσισα να αλλάξω στυλ και κουρεύτηκα αυτή τη φορά τσάρλεστον. (Όχι Γιάννης, Γιαννάκης).
Κάναμε περατζάδα απ’ όλα τα μαγαζιά της Αγίου Μάρκου, το ένα κολλιέ μου ξίνιζε, το άλλο μου βρώμαγε, τελικά βρήκα κάτι της αρεσκείας μου
–και το μάτι μου έχει μια ιδιοτροπία να φλερτάρει πάντα το πιο ακριβό, παπαί!
Τελικά μου αγόρασε δυο σειρές πέρλες
κι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια. Ένωσα τα δυο κολλιέ και τα έκανα μια τεράστια σειρά, που τις έδεσα αλά Channel, στο χέρι μου φορούσα ήδη ένα κολλιεδάκι με πολύ μικρότερες σε μέγεθος πέρλες, σα βραχιολάκι. Το image ολοκληρώθηκε.
-Πάμε τώρα στου Floca για καφέ ή παγωτό, μου λέει.

Μάλλον είχε θυμηθεί τα νιάτα της στη δεκαετία του ’50 και το ανεκδοτάκι μ’ έναν νέο της παρέας της, θαυμαστή της κι επίδοξο εραστή. Πήγανε, λέει στου Floca. Απέναντι καθόταν μια κυρία με καπελαδούρα, και σε άλλα τραπέζια κάποιοι σνομπ με μονόκλ... Ο σερβιτόρος έρχεται και ο καβαλλιέρος της μαμάς τον ρωτάει τι προτείνει. Εκείνος άρχισε ένα κατεβατό από γλυκά στα ιταλικά και στα γαλλικά, τα οποία η μαμά μου αγνοούσε. Κάποια στιγμή πιάνει το αυτί της παγωτό κασσάτο. Παραγγέλνει λοιπόν κασσάτο. Της το φέρανε σε ένα επίπεδο μπαφόν τετράγωνο πιατάκι με μαχαίρι και πηρούνι. Πάει ελαφρώς να το αγγίξει, αυτό ήταν σκληρό σαν μπετόν αρμέ. Η μαμά έπεσε σε περισυλλογή:
«Άραγε περιμένουμε λίγο να λυώσει και μετά το χτυπάμε λίγο με το μαχαίρι, ενώ πριν το έχουμε καρφώσει με το πηρούνι;», αναρωτιέται.
Κάποια στιγμή, ενώ προσπαθεί να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο, πολεμώντας ταυτόχρονα να μη χάσει και την αυτοκυριαρχία της μπροστά στο συνοδό της, πάει να καρφώσει το παγωτό....
La catastrophe! To παγωτό αυτομολεί και βρίσκεται απέναντι στα πόδια της κυρίας με την καπελαδούρα! Ντροπή! Κοκκινίσματα! Ρεζίλι σε ζαχαροπλαστείο αριστοκρατικό και παρουσία του ωραίου νέου (που ήταν κι από σπίτι)... Καταβαραθρώθηκαν όλα της τα όνειρα για μελλοντικό ειδύλλιο. Δε θέλησε να τον ξαναδεί απ’ την ντροπή της.

Όταν όμως πήγαμε εμείς στου Floca με τη μαμά, είχε παρέλθει η εποχή με τις καπελαδούρες και τα μονόκλ. Καθήσαμε και παραγγείλαμε καφέ viennois. Έβγαλα κι εγώ μια πίπα μακριά, τελευταίο μου λάφυρο από κάποιο παλαιοπωλείο κι άναψα τσιγάρο. Απέναντί μας καθόταν ένας καλοντυμένος τύπος γύρω στα 30 με 35 που με είχε καρφώσει. Εποίησα τη νήσσα. Κάποια στιγμή ο τύπος βγάζει ένα σημειωματάριο και μια πέννα κι άρχισε κάτι να γράφει. Τελειώνει τον καφέ του, πληρώνει και κατευθύνεται προς το τραπέζι μας.
-Μαντάμ, μου επιτρέπετε, λέει στη μαμά μου και στρέφει σε μένα.
-Δεσποινίς, η παρουσία σας με ενέπνευσε να γράψω αυτό. Και μου δίνει το χαρτί από το σημειωματάριο. Πιθανόν να μη λέει τίποτα ως ποίημα, συνέχισε, αλλά αυτό αισθάνθηκα και αυτό έγραψα. Σας ανήκει. Δε ζητώ τίποτε από σας. Ονομάζομαι Στέφανος.
Η μαμά μου έλυωσε με τον ιπποτισμό. Το ποίημα, αν θυμάμαι καλά,
έλεγε κάτι για τα μάτια μου, πώς φαίνονται μαβιά στην αντανάκλαση από τις πέρλες πάνω στα μαύρα που φορούσα. Όμορφο σαν ποίημα. Δεν πρόλαβα να το χαρώ. Μου το βουτάει η μαμά μου και κατασυγκινημένη όταν επιστρέψαμε σπίτι διηγείται το περιστατικό απ’ το τηλέφωνο σ’ όλες της τις φιλενάδες κι όλους τους συγγενείς, διαβάζοντας τους στίχους του άγνωστου Στέφανου. «Και η Λένα μου ενέπνευσε έναν κύριο και της έγραψε ποίημα!» «Και τι ιππότης! Και πόσο αξιοπρεπής!» κλπ, κλπ. Ποιος ξέρει πού καταχώνιασε μετά το χαρτάκι· δεν το βρήκα. Στην πραγματικότητα και ποιήματα και τραγούδια μου αφιέρωσαν κι άλλοι. Αλλά αυτούς η μάνα μου δεν τους ήξερε.

Αλλά οι πέρλες έχουν όντως κάτι το μαγικό. Ένα βράδυ τις φόρεσα κι αποφάσισα να κάνω μπάνιο στη θάλασσα με Πανσέληνο. Φορώντας μόνο τις πέρλες. Θεία αίσθηση, ηδονική πάνω στο κορμί. Πλημμύρισα με ερωτικά συναισθήματα, κι ας μην ήμουν εκείνο τον καιρό ερωτευμένη με κανένα πρόσωπο υπαρκτό, κι ας μην ήταν κανείς παρών σ’ εκείνη τη στιγμή της απόλαυσης.

Οι πέρλες του Vermeer έχουν κάτι που μαγνητίζει. Ο ίδιος ο ζωγράφος φαίνεται υπνωτισμένος σ’ ένα στολίδι τόσο θελκτικό, καρπό της θάλασσας, σεληνιακό, όσο σεληνιακό είναι και το ίδιο το φεγγάρι, η Εύα, η Λίλιθ, η Ελένη, η Βερενίκη, η Βραυρωνία Άρτεμις, η Πότνια Θηρών, η Εκάτη, η Ιφιγένεια, η Φοίβη, η
Ελεντάρι –η Κυρά των ξωτικών στο Silmarillion του Τolkien ή η Μadeleine, σκελετωμένη και μισότρελη στο βιβλίο του Pascal Quignar ‘Τοus les matins du monde’, που βηματίζει πάνω κάτω σε υπερδιέγερση κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, πριν κρεμαστεί με τα κορδόνια των παπουτσιών της στην κρεβατοκάμαρά της.

Κι ο Vermeer πάντρεψε στον πίνακά του ‘To κορίτσι με το φλάουτο’ δυο σύμβολά μου αγαπημένα.

Φλάουτο.


Το φλάουτο είναι ένας απ’ τους μεγάλους μου έρωτες. Όχι μόνο γιατί επέλεξα να πάρω μαθήματα σ’ αυτό το μουσικό όργανο.

Μ’ αρέσει ο ήχος του φ και του λ μαζί, του α και του ου. Λες φλά-ου-το, και τα φωνήεντα με τα σύμφωνα ακολουθούν το δικό τους πολυφωνικό κανόνα. Κι είναι το άκουσμά τους γλυκύ σαν μια Pavane του Gabriel Fauré, οξύ και συνάμα διονυσιακό σαν το Chant de Linos [1] του André Jolivet, όταν το πιάνο απαντά στο διάλογο που το φλάουτο αρχινάει.

Το φλάουτο το αγαπώ, γιατί είναι το μουσικό όργανο ορχήστρας που πλησιάζει περισσότερο την ανθρώπινη φωνή.

Το φλάουτο είναι σα σχήμα αρσενικό και σαν ύλη θηλυκό - Σεληνιακό (γιατί ένα καλό φλάουτο είναι φτιαγμένο συνήθως από ασήμι). Υπάρχουν κι εβένινα ή χρυσά φλάουτα, αλλά προτιμώ τ’ ασημένια. Και με το ασήμι έχω ιδιότυπη σχέση. Μου αρέσει περισσότερο απ’ το χρυσό, γιατί μου θυμίζει νύχτα και φεγγάρια. Και τη νύχτα λειτουργώ καλύτερα απ’ όσο με το φως της ημέρας. Η νύχτα έχει ήχους μυστικούς, η νύχτα έχει μαγεία και μέθη. Η νύχτα έχει γρίφους και παράδοξα και χαμόγελα που παραμένουν στον αέρα όταν αυτοί που χαμογελούν χάνονται απ’ τον ορίζοντα ή τη ζωή σου. Της νύχτας τα χαμόγελα είναι σαν το χαμόγελο της γάτας του Cheshire. Και τη νύχτα βλέπεις τ’ άστρα καλύτερα κι αντιλαμβάνεσαι ότι ο Ήλιος του δικού μας Ηλιακού Συστήματος δεν είναι παρά μια ψείρα στο Γαλαξία, που ωστόσο τυγχάνει και γονιμοποιητής ζωής στον πλανήτη Γη.

Το φλάουτο είναι πνευστό. Παίζει με τις ίδιες σου τις ανάσες. Εσύ είσαι σαν το φυτό που φωτοσυνθέτει για να δώσει στο φλάουτο οξυγόνο. Κι είναι, Θεέ μου, τόσο – μα τόσο ναρκισσιστικό! Παίρνει μόνο το 40% του αέρα που του δίνεις. Το υπόλοιπο το πετάει περιφρονητικά στο μεγάλο αποθέτη της ατμόσφαιρας του μη-φλάουτου. Κι ας είναι ο αέρας του μη-φλάουτου μεστός αρωμάτων μυρεψών ταλαντούχων...

Ονειρεύομαι ένα ασημένιο φλάουτο, ένα λιτό τραπέζι, με φρούτα μεσογειακά και κρασί σε ποτήρι κρυστάλλινο κολωνάτο εποχής Μπαρόκ. Μια καρέκλα, ένα αναλόγιο ξύλινο, κεριά κι έναν καθρέφτη οβάλ επιδαπέδιο απ’ αυτούς που είχαν οι μόδιστροι παλιά, σε μια καλύβα σαν κι αυτή του Christoph de St. Colombe στην ταινία ‘Όλα τα Πρωϊνά του κόσμου’. Καθρέφτη Βενετσιάνικο αγόρασα. (Δεν βρήκα οβάλ, αλλά ορθογώνιο. Έστω! Αποτελεί μέρος της προίκας μου, κι είναι απ’ τα υλικά πράγματα στο σπίτι μου που αγαπώ). Κι ο καθρέφτης είναι απαραίτητος σ’ ένα φλαουτίστα, για να ελέγχει τη στάση του σώματός του. Άλλο ένα επιχείρημα υπέρ του ναρκισσισμού του οργάνου. Όσο για το ασημένιο φλάουτο, ε, ίσως κάποτε κερδίσω το λαχείο και το πάρω ή ίσως ξαφνικά αποκτήσω ενδιαφέρον στο να βγάζω και χρήματα...

Το φλάουτο να παίζει, κι οι ήχοι του να δονούν τις σφαίρες του Πυθαγόρα στη σκιά του κώνου της Γης, όπου πάνε μετά θάνατον οι μάκαρες και οι σοφοί... Και ν’ ακούν οι ψυχές τη μουσική του φλάουτου και να γίνεται το φως τους μαζί ήχος κι αρμονία...

____________________


[1] Le Chant de Linos, του Αndré Jolivet (1905-1974). Φλάουτο παίζει ο Robert Aitken. Στο πιάνο ο Robin MacCabe. (Από την προσωπική μου μουσική συλλογή).



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 23 Απριλίου 2008

buzz it!