Εκείνο το Οκτωβριάτικο μεσημέρι της 11ης Οκτωβρίου σωτηρίω έτει 1967, η Αναστασία πήγε ευσπευσμένα στο Μαιευτήριο «ΕΛΕΝΑ», διότι, καίτοι είχε μπει στο δέκατο μήνα εγκυμοσύνης, το παιδί δεν έλεγε να βγει.
Της κάνανε τα χρειώδη κι είπανε στο Συμεών:
-Η σύζυγός σας θα γεννήσει αύριο. Κατά τις εννιά το πρωΐ το κόβουμε.
Το έδεσε κι αυτός κόμπο στο μαντήλι του και πήγε σινεμά.
Η ιστορία διέψευσε τις προγνώσεις ιατρών τε και μαιών και το παιδί είπε μέσα του:
«Μια ψυχή που θα βγει, δε γεννιέμαι να τελειώνουμε, πού να περιμένουμε μέχρι αύριο;»
Στο μεταξύ ένα υπερκόσμιο φως έλουσε το Μαιευτήριο και μια ουράνια μελωδία από αγγελούδια που έψαλλαν το «Ωσαννά» υπερκέρασε τους θορύβους της φθινοπωριάτικης Αθήνας.
Γεννήθηκα στις 6:15 μμ.
...
Ο βασιλιάς Ηρώδης ακόμη με ψάχνει για να με καθαρίσει, αλλά οι αστρολόγοι δεν τον πληροφόρησαν καλά, γιατί πίστευε ότι θα γεννηθεί ο ευλογημένος και όχι η ευλογημένη.
Σαρανταένα χρόνια παρά μία ημέρα περιμένω εκείνους τους Μάγους εξ Ανατολών με τα δώρα.
Έφτασε με courier το λιβάνι, για τη σμύρνα δεν κόπτομαι, αλλά για το χρυσό καμιά πληροφορία κι ούτε γράμμα ούτε τηλέφωνο.
Εδώ είμαι, βρε παιδιά! Αυτή για την οποία ομίλησαν οι προφητείες. Μέχρι και αρχαιολόγος σπούδασα μπας και βρω κανέναν γκαζοτενεκέ με λίρες, αλλά μόνο κάτι παλιόπετρες και σπασμένα μπότια βρήκα και πήρα των ομματιών μου και πήγα μέχρι και στη Δανία, αλλά ο Άντερσεν πέθανε, η Μπλίξεν πέθανε, ο Κίρκεγκορντ πέθανε κι εγώ είμαι άρρωστη και βήχω και τη βγάζω – δεν τη βγάζω μέχρι αύριο, κι αν έρθει τελικά το χρυσάφι θα μου το φάνε οι κληρονόμοι, κάτι δευτερανήψια δηλαδή και τεταρτοξάδερφα, porca miseria!
Χρυσάφι, χρήμα, ρευστόν θέμε.
Βιαστείτε λέμε!
Διότι τη δόξα πολλοί εμίσησαν, το χρήμα όμως ουδείς!
Ποίημα που μου αφιερώθηκε για τη γέννησή μου:
Είδα χτες το βράδυ στ' όνειρό μου[1]
το γεννημένο μας Λενιώ.
Τα βόδια επάνω της φυσούσαν
όλο το χνώτο τους ζεστό.
Το μέτωπό της ήταν σαν ήλιος
και μέσα η κλίνη η φτωχική
άστραφτε πιο καλά από μέρα
με κάποια λάμψη μαγική.
Στα πόδια της έσκυβαν Μάγοι
κι' έμοιαζε τ' άστρο από ψηλά
πως θα καθίση σαν κορώνα
στης Ελενίτσας τα μαλλιά.
Βοσκοί πολλοί και βοσκοπούλες
την προσκυνούσαν ταπεινά.
Ξανθόμαλλοι άγγελοι εστεκόνταν
κι' έψελναν γύρω "ωσαννά".
Μα κι' από αγγέλους κι' από βρέφος
δεν ζήλεψα άλλο πιο πολύ,
όσο των Μάγων το χρυσάφι
που ήταν πλούσιοι πολύ.
_________________
[1] Παραφθορά του ποιήματος του Τέλλου Άγρα:
Είδα χτες το βράδυ στ' όνειρό μου
το γεννημένο μας Χριστό
Τα βόδια επάνω του εφυσούσαν
όλο το χνώτο τους ζεστό.
Το μέτωπό του ήταν σαν ήλιος
και μέσα η φάτνη η φτωχική
άστραφτε πιο καλά από μέρα
με κάποια λάμψη μαγική.
Στα πόδια του έσκυβαν οι Μάγοι
κι' έμοιαζε τ' άστρο από ψηλά
πως θα καθίση σαν κορώνα
στης Παναγίτσας τα μαλλιά.
Βοσκοί πολλοί και βοσκοπούλες
τον προσκυνούσαν ταπεινά
Ξανθόμαλλοι άγγελοι εστεκόνταν
κι' έψελναν γύρω του "ωσαννά"
Μα κι' από αγγέλους κι' από μάγους
δεν ζήλεψα άλλο πιο πολύ,
όσο της Μάνας Του το στόμα
και το ζεστό - ζεστό φιλί.
© Ελένη Καλλιανέζου, Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2008

