Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

Hippocampus Guttulatus [1] σε μια μαύρη Ford.

Ψάχνοντας για βιβλία Τέχνης έπεσα πάνω στον Ανδρέα. Έφερνε λίγο στον Αλέκο Αλεξανδράκη και στη φαντασία της καταπιεσμένης παρθένας, που περίμενε υπομονετικά να κλείσει τα 18 για να ενδώσει στο φλερτ και στο συναγελασμό με τα αρσενικά ήταν κάτι σαν το Καβαφικό:

Πολίτου εντίμου υιός- / προ πάντων, ευειδής
έφηβος του θεάτρου, / ποικίλως αρεστός,
ενίοτε συνθέτω / εν γλώσση ελληνική
λίαν ευτόλμους στίχους, / που τους κυκλοφορώ
πολύ κρυφά, εννοείται- / θεοί! να μην τους δουν
οι τα φαιά φορούντες, / περί ηθικής λαλούντες-
στίχους της ηδονής / της εκλεκτής, που πηαίνει
προς άγονην αγάπη / κι αποδοκιμασμένη.

Τον είχα βαφτίσει λοιπόν στη φαντασία μου «Νέο της Σιδώνος». Ο «νέος της Σιδώνος» τραβολογιόταν με μια Αυστριακή, τη Σουζάννα, που του έψηνε το ψάρι στα χείλη, κι αυτός ήτανε δεμένος στο βρακί της. Εγώ δε σκάμπαζα γρι από αντρική ψυχολογία, κι ούτε μπορούσα τότε να καταλάβω πώς οι άντρες μπορούν με ευκολία να ποθούν γυναίκες και με την ίδια ευκολία να πλαγιάζουν πότε με τη μια και πότε με την άλλη. Νόμιζα πως επειδή του παραχώρησα την «πολύτιμον παρθενίαν μου» τα είχαμε «φτιάξει». Πέρασαν μήνες για να καταλάβω πως δεν τα είχαμε «φτιαγμένα» καθόλου και λογάριαζα ν’ αυτοκτονήσω μια μέρα του Φλεβάρη, με θεαματικό τρόπο: Θα ήτανε λέει σαράντα μέρες μετά από το τελευταίο μας ζευγάρωμα, κι εγώ νηστική θα έπαιρνα 3-4 κουτιά ασπιρίνες αφού πρώτα άκουγα την άρια της αυτοκτονίας της Μαντάμ Μπατερφλάι με την Κάλλας, όταν παίρνει το σπαθί των σαμουράι που γράφει επάνω «να πεθαίνεις τίμια, όταν δεν μπορείς πια να ζεις τίμια» και κάνει χαρακίρι.
Πικάπ δεν είχα και μια και δυο την καθορισμένη μέρα (ήτανε και Κυριακή) παίρνω το δίσκο και πάω στης φίλης μου της Μαιρούλας. Θα άκουγα λέει την άρια και μετά θα έπαιρνα τις ασπιρίνες. Και για να είμαι και εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι θα έπιανε, θα έβγαινα έξω στους δρόμους ημιζαλισμένη να με πατήσει το τρόλει.
Τελικά τα σχέδια μου τα χάλασε η μαμά της Μαιρούλας.
-Δεν έχετε λυσσάξει της πείνας, κορίτσια; Μας λέει κι ετοιμάζει μακαρονάδα.
Εγώ απ’ τη μια σκεφτόμουν την αυτοκτονία στο πλάνο, αλλά από την άλλη είχα περιπέσει και σε νηστεία μέρες πολλές και στη μυρωδιά της μακαρονάδας μου τρέχανε τα σάλια. Τελικά κάθησα κι έφαγα, κι όταν χόρτασα λέω μέσα μου «Σκατούλες! Με γεμάτο στομάχι πώς θα με πιάσουν οι ασπιρίνες;» Έτσι ανέβαλα την αυτοκτονία μου και φυσικά δε θα μπορούσα να την πραγματοποιήσω τη Δευτέρα, διότι δε θα ήμαστε πια στην τεσσαρακοστή ημέρα από το τελευταίο ζευγάρωμα με το «νέο της Σιδώνος», αλλά στην τεσσαρακοστή πρώτη.

Egon Schiele, Stehende Frau in rot, 1913
Πέρασε καιρός και γνώρισα το Γιώργο, που έμενε στα Αναφιώτικα. Η Πλάκα πάντα εξασκούσε επάνω μου τεράστια έλξη, και λόγω των αρχαιοτήτων, αλλά και λόγω των καφενέδων και των Χατζηδακικο-λογοτεχνικο-μουσικο-φιλοσοφικών μου αναφορών.
Με το Γιώργο βρισκόμαστε σε παρέες με δάσκαλους που σχετίζονταν με τη Διεθνή Αμνηστεία, το Θέατρο και την Ποίηση και πίναμε κρασί με τυρί φέτα και μια ολίγη από φασολάκια φρέσκα ή μανεστράκι, ό,τι υπήρχε κατά περίπτωση. Το ειδύλλιο με το Γιώργο κράτησε μόλις δυο μήνες. Μια μέρα μου ανακοίνωσε ότι έρχεται από τη Σκοτία η Σιόνα, η επίσημη αγαπημένη του των καλοκαιριών, με την οποία νταραβεριζόταν επτά χρόνια. Αποφάσισα να το παίξω άνετη και cool. «Α, ναι σοβαρά; Μπράβο» κλπ, κλπ, σαν μια «προχωρημένη φίλη», που έχοντας ξεπεράσει το ταμπού της Ελληνίδας «γυναικούλας», γίνεται το μεγάλο αυτί του πόνου του «εραστο-φίλου». Τελικά ο Γιώργος κατέφευγε σε μένα για να μου πει, πόσο πολύ τον βασάνιζε η Σιόνα με τη ζήλεια της και πόσο πολύ υποφέρει, κι εγώ τον συμπονούσα στ’ αλήθεια, αλλά από την άλλη δεν μπορούσα να κατανοήσω και πάλι τη φύση των ανδρών, που απ’ τη μια καταπιέζονται και δεν αντέχουν, αλλά από την άλλη αισθάνονται και ανασφάλειες, όταν τους αφήνεις αμολητούς.
***
***
Σήμερα, λόγω έλλειψης ηλιοφάνειας το μυαλό μου γύριζε συνεχώς γύρω απ’ τον Ήλιο και το Ρωμαίο αυτοκράτορα Ηλιογάβαλο, που παντρεύτηκε πέντε φορές κι έδειξε μεγάλη ασέβεια προς όλες τις θρησκευτικές παραδόσεις και τα σεξουαλικά ταμπού. Ο Ηλιογάβαλος λέει, αντικατέστησε το κεφάλι του Διός του Ρωμαϊκού Πανθέου με το κεφάλι του Deus Sol Invictus, του απόρθητου βασιλιά του Ήλιου. Κι η λέξη sol μου έφερε στο νου τη μουσική νότα σολ ή G της Ευρωπαϊκής Μουσικής Παράδοσης. Τότε θέλησα να ακούσω μουσική, κι έπεσα πάνω στον Ηλιογάβαλο με τα μπαλέτα Béjart [2].
Μαγνητίστηκα.. Η κίνηση των κορμιών των χορευτών μου θύμησε τα Γράμματα του
Erté (πρωτοπόρου της Art Deco) και κατακλύστηκα από συνειρμούς. Το κεφάλι μου γέμισε με εικόνες, τη νότα σολ και Ιππόκαμπους.
Στο μεταξύ, η ζωή τραβάει απ’ το μανίκι.... αλλά...

"Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις
εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκκαλο
με το λουρί στο σβέρκο
νάτη πετιέται από ξαρχής
κι αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό
με το καμάκι του ήλιου."

Με βάζανε και στο σχολείο να το τραγουδάω σόλο στις σχολικές γιορτές κι ήταν μεγάλο σουξέ μου. Μια αυτό, μια η ωδή του Κάλβου:

"Όσοι το χάλκαιον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται
ζυγόν δουλείας ας έχωσιν.
Θέλει αρετήν και τόλμην
-η ελευθερία."

Μου λέγανε ότι έχω Φαραντουρική φωνή. Και το τραγουδούσα σε ρε ματζόρε, ενισχυμένο κι απ’ τις καταβολές μου απ’ τη μάνα μου, που αναγεννιόταν κάθε φορά μέσα απ’ την τέφρα της, όταν όλοι τριγύρω στοιχημάτιζαν ότι θα τινάξει τα πέταλα. Βοηθάει το να έχεις μάνα, που ανήκε στο αστερισμό του Σκορπιού. Ψυχοβγάλτης μεν, αλλά κλειδοκράτορας στην πιο βαθύ Φροϋδικό ερώτημα της ζωής: γέννηση – λίμπιντος – θάνατος.
Ίσως γι’ αυτό, όταν αρνούμαι τη Διονυσιακή μου φύση και αποστειρώνω τον περιβάλλοντα χώρο, αποστερώ κι από τον εαυτό μου τη χαρά, κι όλα μοιάζουν γύρω απίστευτα ανούσια. Κοινοτοπίες, επαναλαμβανόμενα κλισέ... Και ποιος ο λόγος να ξημερώσει μια άλλη μέρα, για να ακούσεις και πάλι τα ίδια;

Το G του Erté, σαν τη νότα sol, σαν Ήλιος, σαν Ιππόκαμπος


To O του Erté

____________


[1] Στον Ερωτευμένο Ιππόκαμπο, επέλεξα για τον Ιππόκαμπο το ονοματεπώνυμο Τίτος Γουτουλάτος, γιατί guttulatus είναι είδος ιππόκαμπου, που απαντάται και στη θάλασσα της Μεσογείου. O Hippocampus Guttulatus Κολυμπά στην ανοιχτή θάλασσα μακρυά από μολυσμένα ύδατα και είναι είδος απειλούμενο προς εξαφάνιση.

[2] *Τα μπαλέτα Béjart στον Ηλιογάβαλο*

[3] Πηγή φωτογραφιών: α) Egon Schiele, Stehende Frau in Rot, β) Το G και το Ο του Erté


Συναφής ανάρτηση: Ο Ερωτευμένος Ιππόκαμπος



© Vejen, Φεβρουάριος 2008, Eλένη Καλλιανέζου

buzz it!

Δεν υπάρχουν σχόλια: