Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

O Ερωτευμένος Ιππόκαμπος




Η βασιλοπούλα κατέβηκε τα σκαλιά του παλατιού και βγήκε στον κήπο. Πλησίασε μια τριανταφυλλιά και μύρισε τα ρόδα της, χάιδεψε το σκυλάκι της που την ακολουθούσε κουνώντας την ουρά και κάνοντας της παιχνίδια, άνοιξε τη βαριά εξώπορτα του κήπου και βγήκε στο δρόμο.
Άφησε πίσω της το παλάτι και τους κήπους, τα σκιερά δέντρα και τα μυρωδάτα λουλούδια. Άφησε πίσω της τον πλατύ δρόμο με τις αλέες και τις μαρμάρινες βρύσες, όπου έτρεχαν νερά απ’ το στόμα λιονταριών. Άφησε πίσω της τα κιόσκια με τα σιντριβάνια στη μέση και τις λιμνούλες με τα νούφαρα. Οι επάλξεις του πύργου της μόλις και φαίνονταν αχνά στο βάθος του ορίζοντα.
Κατηφόρισε προς τη θάλασσα κι έφτασε σ’ ένα ακρογιάλι μυστικό, που χρόνια το ‘ χε καταφύγιο. Κι έδυσε ο ήλιος βάφοντας τον ουρανό με χρώματα πένθους. Κι ανέτειλε το φεγγάρι χλωμό και ατελές κι ένας κομήτης διέγραψε στον ουρανό τροχιά με την ουρά του.
Κοίταζε η Ελιάνα το χλωμό φεγγάρι και το δρόμο του φεγγαριού πάνω στα νερά. Όμως, ο δρόμος του φεγγαριού πότε ζάρωνε και στένευε και πότε απλωνόταν και μάκραινε.
Κοίταζε η βασιλοπούλα τη θάλασσα με τα νερά της. Όμως, τα νερά της θάλασσας φούσκωναν κι ανέβαιναν και μετά πάλι έπεφταν και χαμήλωνε η στάθμη τους.
-Θάλασσα, πικροθάλασσα πού έχεις κρυμμένη την αγάπη μου; στέναζε η Ελιάνα.
Μα η θάλασσα απάντηση δεν έδινε.
-Θάλασσα, γλυκοθάλασσα, πού είναι οι θησαυροί σου; ρωτούσε η βασιλοπούλα. Μα πάλι η θάλασσα έμενε βουβή.
-Μάνα μου, θάλασσα γαλάζια, όταν τα βράδια ονειρευόμουν τους βυθούς σου, ψέματα λέγαν τα όνειρά μου; θρηνούσε η βασιλοπούλα.
Σιωπηλή έμεινε πάλι η θάλασσα κι ούτε το κύμα της μπορούσε ν’ ακουστεί μήτε το τραγούδι της, σαν τα ψάρια, που μόνο ανοιγοκλείνουν το στόμα, χωρίς να βγάζουν φωνή.
Σηκώθηκε η κόρη κι έκανε να φύγει. Στο βάθος πέρα είδε το δάσος και της φάνηκε γνώριμο. Κίνησε κατακεί.
Στην καρδιά του δάσους, τα δέντρα έσμιγαν τους κορμούς τους απειλητικά σαν τείχος θεόρατο. Η Ελιάνα όμως δε φοβόταν τα δέντρα, αλλά την παρουσία των ανθρώπων.
Μέσα από μια κουφάλα, για να μη δίνει στόχο, η βασιλοπούλα ρώτησε τα δέντρα:
-Δέντρα μου γέρικα, δέντρα μου σοφά, ήμουν ελάφι πριν από κάποια χρόνια; Τα δέντρα σάλεψαν τα κλαδιά τους κι ακούστηκε το θρόισμα των φύλλων τους.
-Βατομουριές μου πυκνές με τα γλυκά βατόμουρα, πείτε μου, έχει δίκιο ο πατέρας μου ή οι γητειές που έζησα και τα μάγια που είδα; ζήτησε να μάθει η Ελιάνα. Μέσα απ’ τις βατομουριές, δυο αλεπούδες ξεπήδησαν με ορμή τινάζοντάς τες και κάνοντάς τες να λυγούν τις κορυφές τους ως το έδαφος.
-Δάσος μου πυκνό με τις κρυφές σου χάρες, ν’ ακολουθήσω τη φωνή του ελαφιού που ήμουν ή της βασίλισσας που μέλλω να γίνω; ρώτησε πάλι η βασιλοπούλα. Χαχανητά και κουδουνίσματα ακούστηκαν απ’ τις κορφές των δέντρων και πήρε την απάντηση απ’ τη φωνή ενός παιδιού, που ακουγόταν μα δε φαινόταν πουθενά:

-Όταν τα φώτα του μυαλού σου έχουν σβηστεί
και ψάχνεις δρόμο νά ‘βρεις στη ζωή σου,
στο δίλημμά σου δεν θα σου απαντήσει ο νους,
ζήτα και βρες τις απαντήσεις στην ψυχή σου…

Άστραψε τότε το πρόσωπο της ωραίας Ελιάνας κι ένα χαμόγελο πλατύ το φώτισε, λαμπρό σαν άστρο της αυγής.
Κατάκοπη απ’ το περπάτημα και νανουρισμένη απ’ τα τριζόνια και τους χουρχουλιούς αποκοιμήθηκε πάνω σ’ ένα στρώμα από φύλλα, ώσπου χάραξε η επόμενη μέρα.
___________________________
Απόσπασμα από το βιβλίο της Ελένης Καλλιανέζου, Ο Ερωτευμένος Ιππόκαμπος, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2001, Νεανική Βιβλιοθήκη

buzz it!

Δεν υπάρχουν σχόλια: