Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλογριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλογριά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

Χίλιες και Μία Δακρύβρεχτες Μελωδίες (Μπλογκοπαίχνιδο)

O νεαρός ιερομόναχος Τοβένιος, όστις περιδιαβάζων εις τον κόσμον, σε άδεια απ’ τον ηγούμενο της Ιεράς Μονής ίνα εύρη το νόημα του ανθρωπίνου βίου, έφθασε χτες, εν τω μέσω της νυκτός εις το ταπεινό ενδιαίτημα της μοναχής Αστεροεσσίας, ήτις μετανοούσα εις το εν Δανιμαρκία κελλίον της, αναπολούσε τας ημέρας των ηδονών και των ακολασιών της.

Αφού επροσευχήθηκαν και οι δύο διά την σωτηρίαν των αθλίων ψυχών των, ο Γέρων Τοβένιος εζήτησε απ’ την Γερόντισσα εξομολόγησιν εν Κυρίω, πλήρη ταπείνωσιν και μεταμέλειαν εμπρός των οφθαλμών του Κυρίου, αρχής γενομένης εκ των μελωδιών, ύμνων, τροπαρίων, κοντακίων και εξαποστειλαρίων, άτινα φέρουν εις την μοναχήν Αστεροεσσία δάκρυα μετανοίας και θείου προς τον Κύριον έρωτα.

Έτσι λοιπόν αρχίζει η εξομολόγησις της μοναχής:



Εις ηλικίαν μόλις δέκα ετών, η νεαρά παρθένος έτυχε να ακούσει εις το ραδιόφωνον αναμετάδοσιν κονσέρτου μετά της μεγάλης αοιδού του μελοδράματος, η οποία μόλις είχε αφήσει τον μάταιον τούτον κόσμον διά τους λειμώνας των αιωνίων μονών, Μαρίας Κάλλας. Το κονσέρτο άρχιζε με την ουβερτούρα από τη «Δύναμη του Πεπρωμένου» του Ιωσήφ Βέρντι και συνέχιζε με την άρια από τη σκηνή της τρέλας της Oφηλίας από τον «Άμλετ» του Thomas. Η κορασίς εδάκρυσε. Αργότερα και μέσα στον ίδιο χρόνο η σεπτή αείμνηστος μήτηρ της, την εσυνόδευσεν εις το λυρικόν θέατρον «Ολύμπια» εις παράστασιν της «Tραβιάτας» του Βέρντι (ήτις εις την ελληνικήν μεταφράζεται «Η Παραστρατημένη»). Η μικρά εμαγεύθη και εσυγκινήθη σφόδρα βλέπουσα την υψίφωνον εις την β’ πράξιν να ικετεύει τον πατέρα του εραστού της διά οίκτον, όταν αυτός της ζητεί να εγκαταλείψει τον υιόν του, καθόσον ο νέος είναι από σόι κι έχει και αδερφήν απάντρευτον και αυτή είναι μία (θου, Κύριε, φυλακή τω στόματί μου) εκδιδομένη επί χρήμασιν. Η νεαρά κόρη, κατά κόσμον Ελένη, έκλαυσεν τέλος με λυγμούς, όταν η φθισική ηρωΐς και παραστρατημένη Βιολέττα Βαλερύ θα αφήσει την τελευταία της πνοή εις το θλιβερόν της διαμέρισμα, λησμονημένη από τους εκατοντάδες εραστάς της. Μόνη παρηγοριά ότι ο ανήρ τον οποίον η δύστυχη Βιολέττα ηράσθη σφόδρα ήτο παρών, όταν αύτη κλίνοντας την κεφαλή σε μία διακοπείσα κορωνίδα θα παραδώσει το πνεύμα της.

Εις ηλικίαν ένδεκα ετών, η μετανοούσα μοναχή Αστεροεσσία και κατά κόσμον Ελένη έκλαυσε και πάλι οδυρομένη, όταν παρακολούθησε εις τον κινηματογράφον τα μπαλέτα Μπολσόι σε παράστασιν του «Ιβάν του Τρομερού» και μουσική Προκόφιεφ. Η μουσική ήτο το ένδυμα εις την κίνησιν των σωμάτων του τσάρου Ιβάν και της ωραιοτάτης και αδικοχαμένης πρόωρα από δηλητήριον γυναικός του, Τσαρίνας Αναστασίας.

Εις ηλικίαν δώδεκα ετών, η έφηβος πλέον Ελένη κατά κόσμον θα παρακολουθήσει εν Επιδαύρω το «Ρέκβιεμ» του Βέρντι με την ορχήστρα και χορωδία της Σκάλας του Μιλάνου και σε μουσική διεύθυνσιν του Κλάουντιο Αμπάντο. Τα τριζόνια, η ζέστη της θερινής νυκτός, οι εν τω ουρανώ αστέρες και οι εν τη γη λαμπτήρες των αναλογίων της ορχήστρας, συνδυασμένα με την υποβλητικήν μουσικήν του “Dies Irae” του μουσουργού, πάλι θα συγκινήσουν τη νεαρά, που κλαίουσα θα χειροκροτεί στο τέλος ενθουσιωδώς και επί είκοσι λεπτά τους μουσικούς και τραγουδιστάς αλλαλάζουσα «Bravo!» και «Βrava!»

Ομοίως όμως η μικρά Ελένη θα κλαίει, όταν άδει και επαναστατικά άσματα του Μίκη Θεοδωράκη, αντάρτικα, τις μπαλλάντες του Μαουτχάουζεν και τα μεγάλα της σουξέ, τα οποία τραγουδούσε σόλο εις στο σχολείον: «Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις», σε ποίηση Ρίτσου, την «Ωδή του Κάλβου» (όσοι το χάλκαιον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας ας έχωσιν, θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία), καθώς και τα νέγρικα του Λοΐζου «Μάτι κίτρινο θολό, νέγρα μάνα ξαγρυπνάει» και «Ο γέρο νέγρο – Τζιμ», ξεσηκώντας ταυτοχρόνως και τους συμμαθητάς της εις θύελλαν ενθουσιασμού, φρενήρη χειροκροτήματα και σφυρίγματα επιδοκιμασίας.

Εις ηλικίαν 18 ετών η νεαρά Ελένη θα αμαρτήσει και θα δώσει την παρθενίαν της εις νέον της Σιδώνος[1]. Όταν η νεαρά άφρων αμαρτωλή εγνώρισε τον νέον, σιγοσφύριζε το τραγουδάκι του Georges Brassens σε ποίηση Louis Aragon “Rien n’est jamais acquis à l’ homme, ni sa force, ni sa faiblesse, ni son coeur, et quand il croit ouvrir ses bras, son ombre est celle d’une croix”, που τελείωνε με το «Ιl n’ y pas d’ amour heureux» (=δεν υπάρχει ευτυχισμένος έρωτας). Το σφύριζε και δάκρυζε, ομοίως όπως εδάκρυζε ακούγοντας την άρια της αυτοκτονίας της Μπατερφλάι ή το Suicidio από τη Gioconda, όταν ο έρως τη διέψευσεν.


Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Η Ωραία Ανδριάννα των Αθηνών[2], Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου

Από καιρού εις καιρόν εδάκρυζε και πάλι με άσματα «δεν το περίμενα πως ήμουνα για σε ο πασατέμπος σου για να περνά η ώρα», «μην απελπίζεσαι και δε θ’ αργήσει, κοντά σου θα ‘ρθει μια χαραυγή καινούργια αγάπη να σου ζητήσει, κάνε λιγάκι υπομονή», το τραγουδάκι του Cohen “Dance me to the end of love”, fados της Amália Rodrigues, τραγούδια της Piaf, του Aznavour, τραγούδια του Νικόλα του Άσιμου, τραγούδια του Χατζηδάκι, τραγούδια των Γρεκάνων της Νοτίου Ιταλίας, Enio Morricone και Nino Rota, ιρλανδέζικες άρπες και βιολιά, τσιγγάνικες μελωδίες, τη Βέμπο στο «Δεν είναι γόης, δεν είν’ ωραίος και κολυμπάει μέσα στο χρέος, γιατί; Κι ένα κοστούμι μονάχα έχει, που το φοράει χιονίζει – βρέχει, γιατί;... Μα τον λατρεύω κι είναι το φως μου, γιατί είναι βλέπεις ο άνθρωπός μου»

Θα κλαύσει πικρώς με Ορφέα Περίδη «όσα τ’ ανακατέματα του τούρκικου καφέ τόσα ξενύχτια έκανα κι εγώ για σένανε», θα οδυρθεί με τον Παπάζογλου στο «δώσμου λοιπόν το τελευταίο μας φιλί και ας καπνίσουμε μαζί κι ένα τσιγάρο», ενώ εις το χωριό των Άνω Καρυών Αρκαδίας, όταν ανέσκαφε εις το Λύκαιον Όρος, τις μοναχικές της νύχτες θα τραγουδά μόνη της τα βράδια το «Δεν είν’ αυγή να σηκωθώ, να μην αναστενάξω, άστρο της αυγής, γιατί αργείς να βγεις;» και το «Νοτιάς φυσάει γι’ αγκαλιά. - νοτιάς φυσάει κι αγκαλιά έχω μι’ αγάπη μου παλιά». Όμως η μοναχή ήτο μοναχή της.

Ή θα κλαίει και πάλι στο θέατρο της Δωδώνης με το Jan Garbarek, έναστρη νύχτα θερινή να παίζει τα δώδεκα φεγγάρια του.

Στη Σίφνο θα βουρκώνει με Ζαμπέτα τα βράδια, στο μαγαζί του «Αράπη». (Το παρατσούκλι Αράπης, γιατί είχε μανία να βάζει Ζαμπέτα στον καφενέ και το γνωστό «Ο μαύρος, ο σκύλος, ο αράπης, ο ταμ ταμ», και το «η βρόχα έπεφτε στρέιτ θρου»), αλλά και με Χαΐνηδες:

Tις νύχτες του καλοκαιριού που ‘ριχνε τα μαλλιά σου
ένα αεράκι μόρτικο μες στη θολή ματιά σου
θυμάσαι το μπαρμπα Στελλή με τσ’ ώρες να μιλεί
για ένα μικρό Σαρακηνό κουρσάρο τον Αλή

Μικρό παιδί το πήρανε και το ‘ψησε η αρμύρα
τρανός κουρσάρος γίνηκε, έτσι το ‘γραφε η μοίρα
έλεγε ο γέρος κι έπεμπε το λογισμό μου αλλού
μα επάτουνα στα χνάρια σου στην άκρη του γιαλού

...

Στην Κέρκυρα μετά την ανασκαφή, στο Κανόνι, στην ταβέρνα του Τζόγια, κλάμα και πάλι και η αμαρτωλή Ελένη συγκινημένη ύστερα από κάμποσα ποτηράκια οίνου θα τραγουδάει μαζί με την κομπανία: «Σύρτε μάτια, σύρτε φρύδια, σύρτε στο καλό, της αγάπης μου να πείτε πως παντρεύτηκα, πήρα μάγισσα γυναίκα, μάγισσας παιδί...»[3]. Μία εκ των πολλών φορών, όπου της επροτάθη, άμα τη λήξει της συμβάσεως εις την αρχαιολογικήν υπηρεσίαν να παραμείνει εις την νήσο διά νυχτοκάματον άδουσα. Φευ, όμως! Γενετική ανωμαλία εις την αμαρτωλήν την έκαμε διά μίαν ακόμη φορά να αρνηθεί να κάμει επί χρήμασιν αυτό που η ψυχή της ποθεί και πράττει ευχαρίστως άνευ αργυρίων.

Θα ψυχορραγήσει με το Διγενή που «ψυχορραγεί κι η γης τονε τρομάσσει κι η πλάκα τον ανατριχιά πώς θα τονε σκεπάσει», ή με «τ’ αγρίμια κι αγριμάκια μου», με τη «Sonnerie de Sainte Geneviève du Mont de Paris» του Μarin Marais ή εξιστορώντας πώς:

Ήτανε μια φορά, μάτια μου, κι έναν καιρό
μιαν έμορφη κυρά αρχόντισσα, να σε χαρώ
Μια μικροπαντρεμένη, κόρη ξανθή
τον κύρη της προσμένει βράδυ – πρωΐ...

Αλλά και πάλι θα κλαύσει και θα στενάξει στις Gymnopédies ή στις Gnossiennes του Erik Satie, στο Fandango του Luigi Boccherini και στο «Μην κλαις, μικρή μου κι έπνιγες ανοιγισμό στα στήθη, εμείς οι δυο θα κάμωμε τον κόσμο παραμύθι»

Και εδώ η μοναχή Αστεροεσσία σταματά, καθόσον ο ήλιος δύων καλεί διά τον Εσπερινόν.

Άξιον εστί κι ας είν’ ευλογημένο!

_______________________________________


Σημειώσεις

[1] Bλέπε ανάρτηση:
Hippocampus Guttulatus [1] σε μια μαύρη Ford.
[2] Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τον πίνακα του Θεόφιλου στο ιστολόγιο dyosmaraki: Zωγραφίζοντας μια ιστορία. - Η ωραία Αδριάνα των Αθηνών (Θεόφιλος) και το Βατραχονήσι
[3] Ολόκληρο το τραγούδι στην ανάρτηση:
Memorabilia



01 - tis giagias ta paramithia.mp3 - Hainides


© Ελένη Καλλιανέζου, εν Vejen Δανίας, 24 Ιουνίου 2008 και η Εκκλησία τιμά τη μνήμη των Χριστίνης Μάρτυρος, Καπίτωνος Μάρτυρος, Υμεναίου Μάρτυρος, Ερμογένους Μάρτυρος, Θεοφίλου Νεομάρτυρος του Ζακυνθίου, Αθανασίου Νεομάρτυρος του από Γκίου.

buzz it!

Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

Ποιος Έγλειψε Το Δάχτυλο της Μοναχής Καλλίστης

John Everett Millais, The Valley of Rest, 1858
***

Йταν πρωί τ’Αυγούστου μετά τη ροδαυγή
κι η μοναχή Καλλίστη μετά την αγρυπνίαν
μετά τον Όρθρον κι έπειτα από την Λειτουργίαν
ησθάνθη μίαν φούντωσιν καθώς και μίαν λάβρα
που ίσως της προκάλεσαν τα ράσα της τα μαύρα
ή ίσως και ο καύσων συνήθης εις το θέρος
ή ακόμη κι ο διακαής εις Κύριόν μας έρως...

Й καλογραία εκοίταξε τριγύρω της με τρόμον
μην κι η ηγουμένη πάνω της το βλέμμα της γυρίσει
και όπως δεν εδύνατο να εύρη άλλη λύση
διά την μαύρην φούντωσιν που ένοιωθε στο στήθος
-καθώς απαγορεύεται εις μοναχάς ο ζύθος-
εσκέφθη να ξεφύγει με ελαφράν την πίστη
ακόμη κι απ’ την νεαράν δόκιμον Θεοπίστη.

Єβίασε το βήμα της και το ‘καμε ταχύ
κι εδιάβη τον αυλόγυρον με μύριες προφυλάξεις
καίτοι ο γέρων –ως γνωστόν- δεν επαινεί τοιαύτες πράξεις.
Τρέχει γοργά εις σύδεντρα πέρα απ’ τις βατουλιές
επάτησε και κάποιων πτηνών τις κουτσουλιές
κι ευρέθη αίφνης εις του δάσους το κέντρον
όπου και πέφτει πυκνή η σκιά των δέντρων.

Ŧο βλέμμα της υπέπεσεν εις ένα ποταμάκι
όπου κυλούσε λαγαρόν και δροσερόν νεράκι...
κι ευθύς τα ράσα της πετά κι αμέσως τσιτσιδώνεται
και πέφτει βουρ εις το νερόν και λέγει κι «άχου, άχου»
καθώς αισίως κολυμβά πλησίον ενός βράχου
και χαίρει άκρως κι αρχινά να ψέλνει και τροπάρια
ύμνους, πολλά κοντάκια, καθώς και εξαποστειλάρια.

Ǒταν δροσίστη επαρκώς εβγήκε απ’ το ποτάμι
και εξαπλώθη παρευθύς εις στο χλωρόν χορτάρι
και κλείουσα τους οφθαλμούς εσκέφθη με καμάρι
πως ήτο η κολύμβησις εις όποιαν έχει χρείαν
μεγίστη ωσαύτως ηδονή περί την μεσημβρίαν.

Қαθώς αυτές αι σκέψεις περνούν απ’ μυαλό της
εις αίγαγρος βοών το «μπε» γλείφει το δάχτυλό της.


© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 9 Νοεμβρίου 2007


***

Richard Cosway, A Nun Surprising a Monk Kissing a Nun in a Church Interior περίπου 1785-1800. Μολύβι και ακουαρέλα σε χαρτί.

buzz it!