Τετάρτη 26 Απριλίου 2017
Μακριά απ' τη Συνάφεια
Κυριακή 9 Απριλίου 2017
Θυμάσαι την 9η Απριλίου;
Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009
Ακίνητες Γυάλες πάνω στον κινούμενο "Δρόμο"
Κι πλησιάζει η πατρίδα του Άντερσεν του παραμυθά, η Odense, δεύτερη ανακοίνωση απ' το μικρόφωνο "οι επιβάτες με προορισμό το Kolding θα αλλάξουν τρένο στον επόμενο σταθμό" και την κυρία Ουίτταλ θα τη μεταφέρει ο προσωπικός της φρουρός, ο καβάσης και πρώην φοβερός και τρομερός ληστής με το κόκκινο ζωνάρι του με τα μαχαίρια, τα πιστόλια του και τ' άλλα φονικά του σύνεργα σε μέρος ασφαλές.
Πιο κάτω μια παρέα μεσηλίκων Δανών τραγουδά και γελά.
-Εεε, εσύ!
Γυρίζω και κοιτάζω, κοιτάζω και πίσω μου.
-Ναι, εσύ, λέει μια γυναίκα γελώντας.
Το κάθισμά της πλησιάζει.
-Τον βλέπεις τον κύριο δεξιά σου;
Χαμογελώ.
-Ναι.
-Έχει γενέθλια και τα γιορτάζουμε. Μήπως σου βρίσκεται κανένα ποτό, γιατί ξεμείναμε;
-Λυπάμαι, όχι.
Χαμογελώ στο εορτάζον κουνουπίδι και του εύχομαι ευγενικά χρόνια πολλά.
Και κάπου εκεί ήρθε το Kolding και σταμάτησε για λίγο ο δρόμος, πριν με οδηγήσει στο χωριό μου που λέγεται Vejen, ό μεθερμηνευόμενον εστί εις την Ελληνικήν "ο Δρόμος". Για πού; Δεν το γνωρίζω.
© Ελένη Καλλιανέζου, Kolding 22 Φεβρουαρίου 2009
Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009
Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008
Η δική μου Δανία (Μέρος Δ')

Μη φανταστούμε νηστεία. Η περίοδος της Σαρακοστής ακόμη και για τους θρησκευόμενους Δανούς (γενικά οι Δανοί, όπως και οι υπόλοιποι Σκανδιναβοί είναι θρησκευτικά αδιάφοροι) εμποτίζεται από το προτεστάντικο δόγμα και η απλότητα τονίζεται και μέσα από τις διδαχές του Grundtvig. Ο Grundtvig δίδασκε ότι Χριστούγεννα δεν είναι μόνο φαγητό – αλλά πνευματικότητα, αλλά ο μέσος Δανός συνδέει τα Χριστούγεννα με μια εθιμοτυπία γύρω από γεύματα και φαγητά.
Συχνά αγοράζονται και κεριά με σημαδεμένες τις 24 ημέρες μέχρι τα Χριστούγεννα. Ανάβουν το κερί και το καίνε κάθε μέρα μέχρι τη γραμμή. Το έθιμο αυτό διατηρείται και στους εργασιακούς χώρους.
Για την πιτσιρικαρία στολίζεται και το χριστουγεννιάτικο ημερολόγιο, ένα πάνινο συνήθως ριντώ με 24 τσεπάκια. Έχει επάνω του μαρκαρισμένες τις ημέρες μέχρι τα Χριστούγεννα και τα παιδιά τρέχουν κάθε μέρα στο τσεπάκι της αντίστοιχης μέρας για να πάρουν ένα ζαχαρωτό ή ένα σοκολατάκι, που τους έστειλαν οι nisser. Ο nisse είναι ένας σπιτικός καλλικαντζαράκος με κόκκινο σκουφί, το στοιχειό των σπιτιών -που τα Χριστούγεννα έχει δουλειές με φούντες και θα βοηθήσει τον Αη- Βασίλη, που για τους Δανούς κατοικεί στην παγωμένη Γροιλανδία. Στα παλιά χρόνια οι nisser τιμωρούσαν τα κακά παιδιά βάζοντας στο τσεπάκι του Χριστουγεννιάτικου ημερολογίου αντί γλυκού μια βραστή πατάτα. Φαίνεται όμως ότι σήμερα τα παιδιά φρονίμεψαν σε σχέση με τους παλιούς καιρούς και κανείς δεν παίρνει πια βραστές πατάτες για τιμωρία.
Από την ώρα που έρχεται η Σαρακοστή αρχίζουν και τα Χριστουγεννιάτικα γεύματα εργασίας. Γιορτές που οργανώνουν οι εργαζόμενοι εντός ή εκτός ωρών εργασίας μέσα στον εργασιακό χώρο ή σε αίθουσες που νοικιάζονται φθηνά από τις δημοτικές αρχές για τις γιορτές και τις συγκεντρώσεις. Οι περισσότερες γειτονιές έχουν τέτοιους χώρους, το ίδιο και οι πολυκατοικίες. Για τους χώρους αυτούς όλοι είναι συλλογικά υπεύθυνοι. Και για τις γιορτές θα συμμετάσχουν όλοι όπως μπορούν. Μ' ένα μικρό χρηματικό ποσόν ως συνδρομή, αλλά και μ' αυτά που ο καθένας προσφέρει. Άλλος μαγειρεύει το ψητό, άλλος αναλαμβάνει τις σαλάτες, το στολισμό των τραπεζιών, τα κουλουράκια με τα μπαχαρικά και το παραδοσιακό ρυζόγαλο με το αμύγδαλο. Το ίδιο ισχύει και για τις ποικίλες λέσχες και συλλόγους.
Τα δέντρα των κήπων και οι φράχτες στολίζονται με λαμπιόνια.
Το δέντρο αγοράζεται πάντα την προπαραμονή ή την παραμονή των Χριστουγέννων, όχι νωρίτερα και κοστίζει περίπου 100 κορώνες, τιμή δηλαδή πολύ προσιτή.
Στολίζεται με μπάλλες, μεταλλιζέ χωνάκια και δίχρωμες χάρτινες καρδιές από γυαλιστερό χαρτί που φτιάχνουν τα παιδιά (ένα είδος οριγκάμι με πλεγμένες μεταξύ τους δυο ορθογώνιες λωρίδες χαρτιού), αληθινά κεριά που ανάβουν και τις απαραίτητες γιρλάντες με τα δανέζικα σημαιάκια. Τα δέντρα είναι συνήθως λιτά κι όχι παραφορτωμένα.
Η μεγάλη χριστουγεννιάτικη γιορτή είναι η παραμονή των Χριστουγέννων, ημέρα αργίας. Τα έθιμα ορίζουν ο καθείς να φορέσει τα καλά του και οι περισσότεροι θα πάνε εκείνη την ημέρα στην εκκλησία το απόγευμα, που -όμοια όπως και τα σπίτια- είναι στολισμένη με Χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα κεριά του αναμμένα και το μεγάλο Σαρακοστιανό στεφάνι από έλατο θα έχει αναμμένα και τα τέσσερα κεριά του.
Ακολουθεί το χριστουγεννιάτικο δείπνο στο σπίτι. Το τραπέζι περιλαμβάνει ψητό γουρουνόπουλο με κριτσανιστή πέτσα, χοιρινά παϊδάκια, σαλάτες και μικρές πατατούλες καραμελωμένες με ζάχαρη, χριστουγεννιάτικη μπύρα (πολύ ελαφριά σε περιεκτικότητα αλκοόλ και γλυκίζουσα) που θα πιουν και τα παιδιά. Τελειώνει με το ρυζόγαλο με το αμύγδαλο. Το ρυζόγαλο γαρνίρεται συνήθως με γλυκό κεράσι και περιέχει ένα ολόκληρο αμύγδαλο. Όσοι τρώνε το ρυζόγαλο πρέπει να προσέχουν, αν τυχόν βρουν το αμύγδαλο, να μην το μασήσουν. Ο τυχερός που το βρήκε το κρατάει μυστικό μέχρι να τελειώσουν όλοι. Στο τέλος αποκαλύπτει το μύγδαλο και επιδοτείται με κάποιο δώρο, ενώ θεωρείται τυχερός.
Ύστερα θα χορέψουν γύρω απ' το δέντρο τραγουδώντας και θα ανταλλάξουν τα δώρα τους.
Το δέντρο συνήθως ξεστολίζεται τη μεθεπομένη των Χριστουγέννων και πετιέται και το σπίτι θα αλλάξει διάκοσμο για την Πρωτοχρονιά.
© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 2 Δεκεμβρίου 2008
Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008
Η δική μου Δανία (Μέρος Γ')
To έμβλημα της Κοπεγχάγης. Eικονογράφηση από το άρθρο του Anders Thiset Om Danske By – og Herredsvaaben, στο βιβλίο του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Κοπεγχάγης, Tidsskrift for Kunstindustri, έκδοση 1894.
Η Κοπεγχάγη (δανέζικα Κøbenhavn, στα μεσαιωνικά δανέζικα Køpmannæhafn) είναι τρισύνθετη λέξη από το ρήμα købe (πουλώ) + mand (άντρας) – όλο μαζί έμπορος + havn, που θα πει λιμάνι και σημαίνει το λιμάνι των εμπόρων.
Δανέζικη γλώσσα ή πώς μια λέξη γράφεται σιδηρόδρομος και προφέρεται τραμ.
Η δανέζικη γλώσσα ανήκει στις γερμανικές γλώσσες με λέξεις που κατά το 40% είναι εισαγόμενες από τη γερμανική και συγγενεύει τόσο πολύ με τα σουηδικά και τα νορβηγικά, που οποιοσδήποτε Δανός μπορεί να κατανοήσει άνετα ή να διαβάσει οποιοδήποτε κείμενο στις δυο αυτές γλώσσες και τούμπαλιν.
Την εξαίρεση στον κανόνα από τις σκανδιναυικές γλώσσες αποτελούν τα ισλανδικά, με πολύ συνθετότερη δομή και άλλο αλφάβητο και με τα περισσότερα κοινά στοιχεία με τα αρχαία νορβηγικά.
Από τις γερμανικές γλώσσες τα δανέζικα ως γραμματική, σύνταξη και δομή είναι πολύ απλούστερα της γερμανικής, αλλά πραγματικός πονοκέφαλος στην προφορά τους, ίσως η περισσότερο δυσκολοπρόφερτη γλώσσα στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων και των σλαβικών γλωσσών.
Καμία απολύτως λέξη δεν προφέρεται όπως γράφεται, πολλά γράμματα «τρώγονται» με αποτέλεσμα η νέα γενιά των Δανών να εμφανίζεται όλο και περισσότερο ανορθόγραφη.
Ο γνωστός μας Δανός παραμυθάς Χανς Κρίστιαν Άντερσεν λογουχάριν προφέρεται κάπως σαν Χανς Κρέστιαν Άν'σεν με ρ λαρυγγικό σαν το αντίστοιχο γαλλικό ή γερμανικό.
Μία ακόμη μοναδική τους ιδιομορφία το stød ή «γλωττιδικό κλειστό» δίνει στους ακροατές της δανέζικης γλώσσας την εντύπωση ότι οι Δανοί μιλούν έχοντας πάντα μια βραστή πατάτα βαθειά μέσα στο στόμα τους, έτοιμοι να την καταπιούν.
Μιλούν κατά κανόνα γρήγορα και δυνατά, συχνά φωνάζοντας, ενώ εξαίρεση στον κανόνα με τα πολύ καθαρά και σωστά δανέζικα ακούγονται μόνο στους λόγους της βασίλισσας.
Διατηρώντας επαρχιώτικη κατά βάσιν νοοτροπία οι περισσότεροι Δανοί κρίνουν τον ξένο όχι από το πώς γράφει τη γλώσσα τους ή από το γλωσσικό του πλούτο, αλλά από το πώς θα την προφέρει και θα εντυπωσιαστούν απ' αυτόν που θα τη μιλήσει γρήγορα, κοροϊδεύοντας τον γαλλικής καταγωγής βασιλικό σύζυγο, που ύστερα από 40 χρόνια γάμου με τη βασίλισσα Μαργκρέτε, διατηρεί ελαφριά γαλλική προφορά, και δεν κατόρθωσε να γίνει γι' αυτό το λόγο ποτέ δημοφιλής.
Πληθυντικός ευγενείας χρησιμοποιείται μόνο απ' αυτόν που απευθύνεται στη βασίλισσα, όλοι απευθύνονται σε όλους στον ενικό, κάτι που κάνει την επικοινωνία απλούστερη και φιλικότερη, και μιας και δεν υπάρχει σκανδιναυική λέξη για το «παρακαλώ» η ευγένεια δηλώνεται με άλλους τρόπους και εκφράσεις όπως «θα μπορούσα να...» ή «μου επιτρέπεις να...».
Αλλά η Δανία, αν και μικρή ως χώρα έχει και 17 επίσημες διαλέκτους, και καθεμία διάλεκτος προφέρει επίσης ξεχωριστά την κάθε λέξη. Η πιο δυσνόητη είναι αυτή που μιλιέται στη Νότια Γιουτλάνδη. Ακόμη και οι πολύ μορφωμένοι Δανοί ενδέχεται να μην κατανοήσουν απολύτως τίποτα, πέρα από κάποια τοπωνύμια που θ' αρπάξει το αυτί τους.
Τάξη, πρόγραμμα, πρόγραμμα, πρόγραμμα...
Αυτός που εφηύρε τη φράση «ακριβής σαν Άγγλος» ίσως θα έπρεπε να αναθεωρήσει. Οι Δανοί όταν τους ρωτάς την ώρα απαντούν με απόλυτη κατά το δυνατόν ακρίβεια. Δεν είναι τρεις παρά εικοσιπέντε, αλλά τρεις παρά εικοσιέξι, τέσσερις και δώδεκα, οκτώ και τριάντα ένα.
Όταν δίνουν ραντεβού στις έξι εννοούν ακριβώς στις έξι κι όχι έξι παρά ένα ή έξι και δύο, κι αν τους στήσεις θ' αρχίσουν να αδημονούν και να κοιτούν ενοχλημένοι το ρολόι τους.
Υπάλληλος αργοπορημένος κατά πέντε λεπτά δε θα καλημεριστεί με το γνωστό god morgen που σημαίνει «καλημέρα», αλλά χρησιμοποιείται μόνο το πρωί, αλλά με το «goddag» ειρωνικά, που σημαίνει επίσης «καλημέρα», αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το βράδυ. Πρωΐ με άλλα λόγια ήταν πριν δέκα λεπτά, τώρα μεσημέριασε.
Η συνέπεια στο ωράριο είναι και ο λόγος που αν ένα τρένο καθυστερήσει λόγω απρόβλεπτων παραγόντων, και ο Δανός αναγκαστεί να πάρει ταξί (και στη Δανία μίσθιο ταξί σημαίνει μία περιουσία), η σιδηροδρομική εταιρία θα καλύψει πλήρως τα έξοδα των επιβατών, αφού το πρόβλημα προκλήθηκε από δικό τους λάθος.
Οι Δανοί συνηθίζουν να συναθροίζονται στο χώρο εργασίας τους περίπου ένα τέταρτο νωρίτερα, ώστε να έχουν το χρόνο να πιουν ένα καφέ και να προετοιμαστούν για εργασία.
Τα διαλείμματα στη δουλειά είναι θεσπισμένα από τα πανίσχυρα μη-κομματικοποιημένα συνδικάτα και τηρούνται αυστηρά. Το μεγάλο διάλειμμα γίνεται συνήθως 12 με 12:30 για φαγητό κι ούτε η εργοδοσία τολμά να τα παραβλέψει, αλλά ούτε κι ο σπασίκλας υπάλληλος, αν και γενικά σπασίκλες στη Δανία δεν υπάρχουν και οι ρυθμοί είναι χαλαροί. Καμία δουλειά στον κόσμο δεν είναι τόσο επείγουσα που να δικαιολογήσει ο εργαζόμενος να παραμείνει παραπάνω απ' το ωράριο στη θέση εργασίας του, κι αν γίνει, αυτό αυτομάτως μεταφράζεται σε χρήμα ή συχνότερα σε μέρες εργασίας που παίρνει ρεπό. Και φυσικά, πέραν του ωραρίου οι ώρες υπολογίζονται αλλιώς. Τέσσερις π.χ. ώρες εκτός ωραρίου μπορεί να μετρήσουν ως μία εργάσιμη.
Τα γεύματα στη Δανία είναι επίσης ορισμένα και σπάνια θα αλλάξει η ώρα τους.
Οκτώ το πρωΐ το πρωϊνό που αποτελείται συνήθως από καφέ και ζεστά ψωμάκια απ' το φούρνο με βούτυρο, συχνά μαύρο ψωμί σίκαλης ή βρώμης με συνοδεία ρέγγας (το οποίο τους είναι τόσο αγαπητό που παλιά δεν ταξίδευαν πουθενά χωρίς το ψωμί τους) ή ψωμί με βούτυρο και φέτα κίτρινου τυριού όπου και βάζουν μαρμελάδα.
Το μεσημέρι στις 12 τρώνε κάτι ελαφρύ, αλλά το κύριο γεύμα τους είναι στις έξι το απόγευμα. Αν και περήφανοι για την οικολογική τους πολιτική και συνείδηση, οι Δανοί δε φημίζονται για την υγιεινή διατροφή τους. Κρέας (κυρίως χοιρινό) με πέτσα ψητό στο φούρνο, συνοδεύεται συνήθως από τη λεγόμενη καφετιά σάλτσα ή άλλες σάλτσες που γίνονται ανεξάρτητα απ' το ψητό σε κατσαρόλα. Το κρέας συνοδεύεται κυρίως από βραστές πατάτες με την ίδια σάλτσα επάνω, ενώ κάποτε δε λείπουν και τα σουφλέ, οι μακαρονοσαλάτες και οι ωμές σαλάτες από χορταρικά με διάφορες σως από χορταρικά ή καρυκεύματα.
Τα παιδιά, αλλά και οι ενήλικοι καταναλώνουν αρκετά σκατολοΐδια, ζαχαρωτά, καραμέλλες, πίτσες και αναψυκτικά, αλλά το σνακ προτίμησής τους παραμένει το κλασικό hot dog με γλυκιές ή καυτερές μουστάρδες και μπόλικη μπύρα, που την πίνουν απευθείας απ' το μπουκάλι ή το κουτί. Από τις μπύρες ας μην ξεχνάμε ότι η Carlsberg, η Tuborg ή η Kronenmburg είναι δανέζικες.
Η απροθυμία τους να εισάγουν γεύσεις που τους αρέσουν όπως η φέτα, το τυρί Γκούντα ή το ροκφόρ τους κάνει να τις κοπιάρουν. Βασικός λόγος τα χρήματα και οι Δανοί θεωρούνται γενικά πολύ σφιχτοί με τα οικονομικά.
Από τα ελληνικά ποτά τους αρέσει ιδιαίτερα το ούζο, το οποίο όμως προσφέρουν και σε δεξιώσεις ως απεριτίφ αραιωμένο με λεμονάδα, ενώ τρελαίνονται για τζατζίκι το οποίο ή θα φτιάξουν στο σπίτι τους ή θα το αγοράσουν έτοιμο από τα Σούπερ Μάρκετ. Γενικότερα όμως η ελληνική κουζίνα τους αρέσει και θα τη δοκιμάσουν, άσχετα αν στο τέλος θα καταλήξουν και πάλι στις παλιές – γνωστές – κλασικές δανέζικες γεύσεις: γουρούνι, πατάτες βραστές, λουκάνικο, μπύρα κι Άγιος ο Θεός.
Αρέσκονται πολύ να εορτάζουν όχι τα γενέθλιά τους, αλλά τα Ιωβηλαία ανά δεκαετίες: 10, 20, 30, 40, 50, 60 χρόνια κλπ, ομοίως και τις επετείους γάμων -επίσης ανά δεκαετίες, ή τα ιωβηλαία από τις ερασιτεχνικές μουσικές ορχήστρες που συμμετέχουν ή τις ποικίλες λέσχες και συλλόγους.
Δύο άτομα που έχουν το ίδιο χόμπι μπορούν να ιδρύσουν στη Δανία λέσχη και υπάρχουν οι πιο περίεργες λέσχες, όπως π.χ. λέσχη με άτομα που έχουν ως κοινό ενδιαφέρον το να πλέκουν ρούχα για κούκλες.
Το πάρτυ που θα δώσουν στα Ιωβηλαία προγραμματίζεται συχνά πέντε και τρία χρόνια πριν: Ποιοι θα είναι οι καλεσμένοι, τι θα φάνε, πού θα κάτσουν στο τραπέζι, πού θα στραφούν τα θέματα συζήτησης, ποια τα τραγούδια που θα τραγουδήσουν -τα οποία και θα τυπώσουν σε πρόγραμμα για όλους τους συνεστιαζόμενους, ώστε όλοι να βλέπουν τα λόγια και να τραγουδούν, ποια παιχνίδια συναναστροφής θα παίξουν. Στα παιχνίδια συναναστροφής συμπεριλαμβάνεται και η τυφλόμυγα ή αυτοσχέδια τραγούδια με στιχάκια που λένε: Τώρα γονατίζουμε και πιάνουμε το αριστερό αυτί του δεξιού μας προσώπου και τη μύτη του αριστερού μας. Αυτόματα όλοι θα γονατίσουν και θα πιάσουν το αριστερό αυτί του δεξιού τους και τη μύτη του αριστερού τους, ενώ ο δεξιός σου και ο αριστερός σου θα πιάσει τη δική σου μύτη και αυτί.
Τις διακοπές τους επίσης θα τις κλείσουν 3 και 5 χρόνια πριν. Θα έχουν κάνει τις διαπραγματεύσεις με τα ξενοδοχεία ώστε να πετύχουν καλές τιμές, και θα έχουν κλείσει και τα αεροπορικά εισιτήρια. Δημοφιλείς τόποι χειμερινών διακοπών οι υπόλοιπες Σκανδιναυικές χώρες και η Κεντρική Ευρώπη, ενώ για τις θερινές τους διακοπές παίζουν σε τρία κύρια στάνταρ: Ελλάδα, Μαγιόρκα και Κύπρος.
Στην προσήλωσή τους στο πρόγραμμα, δεν είναι καθόλου ασυνήθης ερώτηση του συζύγου προς τη σύζυγο, που μπορεί να γίνει το Σεπτέμβριο:
«Αγάπη μου, έχουμε κάτι προγραμματίσει για τις 22 Μαρτίου στις 7 το απόγευμα; Ο Κρίστιαν μας κάλεσε για ποτό.»
Μαύρος όφις που έφαγε το Δανό που θα πάει μετά τη δουλειά για μπύρες με τον κολλητό του, χωρίς να έχει προειδοποιήσει τη συμβία του τουλάχιστον μία ή δυο βδομάδες πριν!
Πώς μας βλέπουν οι Δανοί;
Όλοι οι Δανοί ξέρουν το Ζορμπά κι έχουν πάει παραπάνω από μία φορά στην Κρήτη ή τη Σαντορίνη. Τους αρέσει ο ήλιος, η θάλασσα και το ελληνικό φαγητό, αλλά καλύτερα να μην τους ρωτήσει κανείς για τη γνώμη τους για τους Έλληνες. Θα ανοίξουν τα μάτια διάπλατα ή θα πάθουν σύγκρυο, όταν οι ειδήσεις αναφέρουν σκάνδαλα, τα φακελλάκια, η γραφειοκρατία και το μαύρο χρήμα θα τους σοκάρει, ενώ θα τρομοκρατηθούν μέχρι θανάτου με την ελληνική οδήγηση και τις παραβάσεις του ΚΟΚ.
Γενικά είναι δύσπιστοι για διαπραγματεύσεις ή εμπορικές συμφωνίες με Έλληνες και σύντομα καταλήγουν στο συμπέρασμα, ότι οι Έλληνες οι οποίοι θα τους απευθυνθούν θα κάνουν χίλια συμβούλια και διαβούλια κι εκατό συζητήσεις επί συζητήσεων, ενώ η δουλειά δε θα κλείσει ποτέ.
Κι αυτό από τα πιο απλά ως τα πιο σύνθετα. Στη Δανία π.χ. είναι φθηνά τα σκάφη, φθηνότερα απ' τα πανάκριβα λόγω δασμών και φορολογίας αυτοκίνητα. Συχνά Έλληνες διαπραγματεύονται σκάφη με Δανούς, χωρίς να καταλήγουν ποτέ σε συμφωνία ή αν αυτό επιτέλους γίνει, θα γίνει με χίλια προβλήματα.
Άλλο παράδειγμα: Το λιμάνι του Πειραιά είναι από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Ευρώπης και δεν έχει γερανοφόρα υψηλά οχήματα, που μπορεί να έχει το μικρό λιμάνι του Kolding στα ανατολικά της χερσοννήσου της Γιουτλάνδης. Πρόπερσυ Έλληνες άρχισαν διαπραγματεύσεις για αγορά παρόμοιου οχήματος από τους Δανούς, και συμφώνησαν για την αγορά... Η αγορά όμως πραγματοποιήθηκε ένα χρόνο μετά, αφού ξεκίνησε δεύτερος και τρίτος κύκλος διαπραγματεύσεων και οι Δανοί θεωρούσαν πλέον ως δεδομένο ότι δε θα κλείσει και ποτέ.
Δανέζικη οδήγηση.
Δανέζικη οδήγηση σημαίνει πιστή τήρηση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Τα αυτοκίνητα είναι υποχρεωτικό να ανάβουν φώτα με το άναμμα της μηχανής, ακόμη και την ημέρα.
Σε μια πλατεία, προτεραιότητα, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη έχει αυτός που κινείται στην πλατεία κι όχι αυτός που μπαίνει, όπως στην Ελλάδα.
Κίτρινο πριν το κόκκινο σημαίνει κόβω ταχύτητα. Κίτρινο πριν το πράσινο σημαίνει ετοιμάσου να ξεκινήσεις. Στους αυτοκινητόδρομους ανώτατο όριο οδήγησης είναι τα 130 χλμ και στους εξοχικούς δρόμους τα 80, ενώ στους οικισμούς υπάρχουν πινακίδες που σε προετοιμάζουν να κόψεις ταχύτητα στα 50 ή 60 χλμ. καθώς και σαμαράκια.
Ζώνες φοράμε και στα μπροστινά και στα πίσω καθίσματα.
Στις διαβάσεις πάντα προτεραιότητα έχει ο πεζός και στις διασταυρώσεις το ποδήλατο, που θα κινείται όπως και οι μηχανές χαμηλού κυβισμού στον ποδηλατόδρομο στη δεξιότερη λωρίδα του δρόμου.
Επίσης στις διαβάσεις σταματάμε πριν τη διαγράμμιση στο δρόμο κι αν τύχει και περνάνε παιδάκια από κάποιο παιδικό σταθμό με τη Νηπιαγωγό τους, χαμογελάμε ευγενικά και δε χαρακτηρίζουμε τα παιδάκια ως μούλικα και τη Νηπιαγωγό ως κότα.
Η χρήση κόρνας απαγορεύεται, ει μη μόνον σε πολύ ειδικές και σοβαρές περιπτώσεις.
Τροχονόμοι δεν υπάρχουν, αλλά υπάρχουν παντού ηλεκτρονικές κάμερες παρακολούθησης. Σοβαρή παράβαση, όπως το να περάσεις με κόκκινο τιμωρείται με ένα κλικ στο δίπλωμα οδήγησης. Τρία κλικ σημαίνουν ότι σου παίρνουν το δίπλωμα και δε θα βγάλεις καινούργιο απολύτως ποτέ, ακόμη κι αν είσαι η βασίλισσα!
Πριν από κάποια χρόνια, ο πρίγκιπας διάδοχος συνελήφθη από την Αστυνομία και πέρασε μια νύχτα στο κρατητήριο με τον αδερφό του, γιατί υπερέβη το όριο ταχύτητας και ο συνοδηγός αδερφούλης του ήταν μεθυσμένος και μίλησε απρεπώς στο όργανο. Φάγανε τη φυλακή τους, όπως ο κάθε μη-γαλαζοαίματος και η μανούλα τους δεν κούνησε το δαχτυλάκι της, κι ούτε την έπαιρνε να το κουνήσει και μαγκιά της και μαγκιά τους!
Μαθήματα οδήγησης στη Δανία σημαίνει πέρα απ' τα κλασικά μαθήματα στο δρόμο και την εκμάθυνση του κώδικα, οδική συμπεριφορά, και τεχνικά – μηχανολογικά που τα μαθαίνεις στην πράξη. Στη Δανία τα αυτοκίνητα είναι πολύ ακριβά, περίπου τρεις φορές παραπάνω απ' ό,τι στην Ελλάδα. Ακριβά είναι όχι από το εργοστάσιο, αλλά από τους φόρους και τους δασμούς. Αυτό ωθεί τους Δανούς στην αγορά μεταχειρισμένων. Θα μάθεις λοιπόν να αλλάζεις μπαταρία ή λάστιχο είτε άντρας είσαι είτε γυναίκα και φυσικά στα βενζινάδικα θα βάζει ο καθένας βενζίνη μόνος του.
Στα μαθήματα οδήγησης μαθαίνεις επίσης πρώτες βοήθειες.
(Συνεχίζεται)
© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 27 Σεπτεμβρίου 2008
Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008
Η δική μου Δανία (Μέρος Β')

Η Δανία υπήρξε κατεξοχήν χώρα αγροτική. Ο καλλιεργητής δεν ξεχωρίζει κατ' ουσίαν απ' τον κτηνοτρόφο. Ο Δανός έχει το χωράφι όπου καλλιεργούνται δημητριακά και το στάβλο για τα ζώα του.
Το σύνθημα «φτιάξε γη» προέκυψε αφενός απ' τα πότε συστελόμενα και πότε διαστελόμενα σύνορα με τη Γερμανία, με τα εδάφη της νότιας Γιουτλάνδης (του μόνου κομματιού της Δανίας που συνδέεται με την Ευρώπη, γιατί η υπόλοιπη Δανία αποτελείται από νησιά) που περνούσαν πότε σε Γερμανική και πότε σε Δανέζικη κυριαρχία κι αφετέρου απ' τα βαλτοτόπια της. Ό,τι έχασαν σε εκτάσεις από τη Γερμανία προσπάθησαν να το ισοσταθμίσουν με σταδιακές εκχερσώσεις γης.
(Δικαιολογείται όμως και ιστορικά μέσα απ' τις σχέσεις της χώρας με τις υπόλοιπες χώρες της Σκανδιναυίας, τη Σουηδία, τη Νορβηγία και την Ισλανδία, ενώ η Φινλανδία καίτοι συνορεύει με τη Σουηδία, δεν ανήκει στις Σκανδιναυικές χώρες ούτε φυλετικά ούτε γλωσσικά. Πότε η Δανία κατακτούσε τη Σουηδία, τη Νορβηγία και την Ισλανδία και πότε η Σουηδία και η Νορβηγία τη Δανία ή κομμάτια της. Η Ισλανδία κέρδισε την ανεξαρτησία της απ' τη Δανία το 1940, ενώ η Γροιλανδία ανήκει ακόμη διοικητικά στο Δανέζικο βασίλειο, όπως και τα νησιά Φερόες. Ο χρυσός αιώνας της Δανίας, ο 19ος, της έδωσε κι αποικίες στις Δυτικές Ινδίες, που σήμερα μόνο Δανέζικες επιχειρήσεις ανθούν).
Ακόμη και στις μέρες μας, η αγροτική νοοτροπία του μεγαλύτερου ποσοστού των Δανών θα διαφανεί, αν όχι πλέον στα χωράφια τους, στον κήπο τους ή τις γλάστρες και την αγάπη τους για την ανθοκομία.
Σήμερα, η πλειοψηφία των Δανών βρίσκεται μέσα στη βιομηχανική παραγωγή, το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εθνικό προϊόν είναι υψηλότερο σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, και ξεπερνά κατά 15-20% αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ σε ασφάλεια η Δανία κατατάσσεται ως η δεύτερη πιο ασφαλής χώρα της Ευρώπης μετά την Ελβετία.
Είναι η χώρα που ακόμη αφήνεις το σπίτι ή το αυτοκίνητο ξεκλείδωτο, ενώ κάποιες σποραδικές κλοπές από μηχανάκια θα αποτελέσουν και είδηση.
Η υψηλή φορολογία (όχι όμως και υψηλότερη απ' της Ελλάδας) έχει αντίκρυσμα μέσα από ποικίλες κοινωνικές παροχές. Δωρεάν παιδεία, δωρεάν περίθαλψη, κρατική σύνταξη για όλους επιπρόσθετα της σύνταξης που θα πάρει ο καθείς ως εργαζόμενος, πρόνοια για τα άτομα με ειδικές ανάγκες ή την τρίτη ηλικία και κρατική επί της ουσίας μέριμνα.
Ο επισκέπτης στη χώρα, που θα ζήσει για παραπάνω από 3 μήνες παίρνει αμέσως τον αριθμό κοινωνικής του ασφάλισης (οι Δανοί τον παίρνουν ευθύς με τη γέννηση) και διαλέγει τον προσωπικό του γιατρό. Η κάρτα κοινωνικής ασφάλισης είναι τόσο αναγκαία σε όλες τις συναλλαγές, που η μη απόκτησή της αποκλείει το μη-κάτοχό της απ' οποιαδήποτε συναλλαγή. Χωρίς αυτήν την κάρτα, δεν πουλάς, δεν αγοράζεις, δεν ανοίγεις Τραπεζικό λογαριασμό, δεν μπορείς καν να δανειστείς βιβλίο απ' τις πάμπολλες βιβλιοθήκες ή να χρησιμοποιήσεις δημόσιο υπολογιστή.
Ο προσωπικός αριθμός σου είναι και το κλειδί passe-partout για τα πάντα. Δεν είναι απαραίτητο π.χ. να θυμάσαι τον αριθμό του Τραπεζικού σου λογαριασμού στην Τράπεζα ή τον ΑΦΜ στα φορολογικά μητρώα, όλα τα στοιχεία σου από την υγεία σου μέχρι τα περιουσιακά σου στοιχεία καταγράφονται ηλεκτρονικά μέσω του αριθμού κοινωνικής ασφάλισης. Με τον αριθμό αυτό ελαχιστοποιείται η γραφειοκρατία, αλλά και το κράτος έχει πάντα τον έλεγχο για τους πάντες.
Στην Ελλάδα κάρτα κοινωνικής ασφάλισης επιχείρησε να θεσπίσει και το ΙΚΑ, ουδείς όμως εκ των υπαλλήλων του γνώριζε τι ακριβώς σημαίνει και ασφαλώς ουδείς εκ του κράτους εμφανίστηκε και πρόθυμος να καταργήσει όλους τους υπόλοιπους αριθμούς ή κάρτες ή ταυτότητα ή φορολογική ενημερότητα. Στο δύσκαμπτο και υπερ-γραφειοκρατικό ελληνικό κρατικό μηχανισμό μια κάρτα κοινωνικής ασφάλισης σημαίνει πολύ απλά, «πάρε να 'χεις έναν αριθμό ακόμη, ο οποίος δεν ξέρουμε ποιο σκοπό εξυπηρετεί, αλλά με αυτόν ενδεχομένως σε βασανίσουμε στο μέλλον λίγο παραπάνω».
Η κάρτα κοινωνικής ασφάλισης είναι μια κάρτα όπως μια τραπεζική κάρτα αναλήψεων. Επάνω εγγράφεται το ονοματεπώνυμο του κατόχου, η διεύθυνσή του, το διαμέρισμα και η κοινότητα που ανήκει, το όνομα και το τηλέφωνο του προσωπικού γιατρού και φέρει έναν αριθμό δεκαψήφιο. Τα πρώτα 6 νούμερα είναι η ημερομηνία γεννήσεώς σου, ενώ τα τέσσερα που ακολουθούν ο προσωπικός σου αριθμός, που λήγει σε μονό αριθμό, αν είσαι άνδρας και ζυγό – αν είσαι γυναίκα.
Παιδεία.
Το «δωρεάν παιδεία για όλα τα Δανόπουλα» ήταν παλιά λαϊκή επιταγή για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού και την επίτευξη ισονομίας. Η Δανία είναι η πρώτη χώρα που θεσπίζει με βασιλικό διάταγμα του 1814 τη δωρεάν πρόσβαση στην παιδεία για όλους. Το Δημοτικό σχολείο για τη Δανία είναι 9 χρόνια (κάτι σαν ενοποιημένο ελληνικό Δημοτικό και Γυμνάσιο) και είναι υποχρεωτικό για όλους. Συνεχίζει με γενικά ή τεχνικά λύκεια που εδώ όμως καλούνται «Γυμνάσια» ή τα πανεπιστήμια, ενώ η εκπαίδευση μπορεί να συμπληρωθεί μέσα από τo Folkeskole, που θέσπισε ο Grundtvig.
Το Δανέζικο Δημοτικό και το Γυμνάσιο πέρα απ' τα θεωρητικά μαθήματα θα διδάξει και μαγειρική, ραπτική, ξυλουργικές εργασίες, θα αφιερώσει χρόνο στους μαθητές για να συζητήσουν εφηβικά προβλήματα και θα διδάξει δύο ξένες γλώσσες σε υψηλό επίπεδο, εκ των οποίων η μία είναι η αγγλική και η δεύτερη επιλεγόμενη. Συνήθως επιλέγουν ως δεύτερη γλώσσα τη γερμανική. Κατ' επιλογήν του μαθητή και η εκμάθυνση τρίτης ξένης γλώσσας. Κι αυτό σημαίνει ότι Φροντιστήρια ξένων γλωσσών, τουλάχιστον με την έννοια που εμείς γνωρίζουμε δεν υπάρχουν, όμοια όπως δεν υπάρχουν φροντιστήρια – βοήθειας σε ειδικά μαθήματα ή προπαρασκευής για τα Πανεπιστήμια.
Οι περισσότεροι Δανοί μιλούν πολύ καλά αγγλικά και συχνά, αν διαπιστώσουν ότι είσαι ξένος και τους αρχίζεις μια συζήτηση στα δανέζικα θα τη γυρίσουν στα αγγλικά για να εξασκήσουν τη γλώσσα. Τότε θα πρέπει, αν εσύ θες να συνεχίσεις τη συζήτηση στα δανέζικα, να τους διευκρινήσεις ότι προτιμάς τη γλώσσα τους για να τη μάθεις καλύτερα, κι αυτοί θα σε αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερο σεβασμό.
Οι Δανοί σέβονται ιδιαίτερα όσους μιλούν τη γλώσσα τους και φροντίζουν να τη διδάξουν στα κέντρα των μεγαλύτερων πόλεων έναντι κάποιας χαμηλής αμοιβής που πληρώνεις στους δήμους (περί τις 500 δανέζικες κορώνες για κάθε ένα από τα 5 επίπεδα), ενώ για τους πολιτικούς πρόσφυγες τα μαθήματα προσφέρονται εντελώς δωρεάν. Η διδασκαλία είναι καθημερινή και στα δημοτικά κέντρα όπου διδάσκεται η γλώσσα προσφέρεται επιπλέον στους σπουδαστές κέντρο μελέτης με επιπλέον υλικό, βιβλία, υπολογιστές με εκπαιδευτικά προγράμματα, βιβλία που συνοδεύονται με ακουστική ανάγνωση κειμένου και βοήθεια από έναν εκπαιδευτικό, ο οποίος βρίσκεται πάντα μέσα στο Σπουδαστήριο, έτοιμος να βοηθήσει τον κάθε μαθητή ή να λύσει τις όποιες απορίες του.
Παράλληλα με τα Δημόσια Σχολεία και κάποια (λίγα) ιδιωτικά, τα δημοτικά κέντρα (γνωστά ως VUC, AOF και FOF) προσφέρουν έναντι πολύ χαμηλής – συμβολικής αμοιβής μαθήματα και σεμινάρια σε ό,τι χωράει το μυαλό του ανθρώπου: γλώσσες, κοινωνιολογία, μαθήματα για υπολογιστές, μουσική, γιόγκα, μαθήματα ραπτικής ή πλεξίματος, βαθύτερη και λεπτομερέστερη διδασκαλία της δανέζικης γλώσσας ή θα συμπληρώσουν την εκπαίδευση του Δημοτικού ή του Γυμνασίου σε ενήλικες που διέκοψαν το σχολείο στη νεαρή ηλικία, αλλά επιθυμούν να τη συνεχίσουν και να πάρουν πανεπιστημιακή μόρφωση.
Το Folkeskole (Λαϊκό Σχολείο) από την άλλη απευθύνεται επίσης σε ενήλικες έναντι χαμηλής πάλι αμοιβής. Προσφέρει σεμινάρια σε ποικίλα θέματα για περιορισμένο χρόνο, κατάλυμμα και τροφή στους σπουδαστές. Όσο παρακολουθείς τα μαθήματα μένεις μέσα στο σχολείο.
Τα τελευταία χρόνια, οι Δανοί με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο απ' την περιοχή της Κοπεγχάγης ανησυχούν ιδιαίτερα για το επίπεδο εκπαίδευσης στα δημόσια δημοτικά σχολεία και παρατηρείται μια αύξηση του ποσοστού αυτών που στέλνουν τα παιδιά τους στα ιδιωτικά, αλλά παραπαιδεία δεν υπάρχει.
Βιβλιοθήκες.
Κάθε πόλη ή χωριό έχει τη δημόσια δανειστική βιβλιοθήκη του, που είναι και τόπος συνάντησης.
Και οι Δανοί διαβάζουν, ανεξαρτήτως της ακαδημαϊκής τους εκπαίδευσης, επαγγέλματος, κοινωνικής τάξης ή εισοδήματος.
Ο Δανός μπορεί να βρει τα πάντα μέσα στη βιβλιοθήκη: βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, παρτιτούρες μουσικής, CD, κάποια DVD με κινηματογραφικές επιτυχίες, video με παιδικά προγράμματα, να έχει πρόσβαση στο Διαδίκτυο, ενώ μπορεί να συνεχίσει την όποια ακαδημαϊκή μελέτη του χρησιμοποιώντας έναν απ' τους πολλούς υπολογιστές που προσφέρονται στους αναγνώστες ή τα ειδικά διαμορφωμένα γραφεία με computers για τους φοιτητές.
Μολαταύτα, στα λιτά δανέζικα σπίτια η βιβλιοθήκη είναι συνήθως και μεγάλη.
Οι δημόσιες βιβλιοθήκες είναι χώροι ευχάριστοι, με φωτεινά χρώματα, άνετους καναπέδες όπου μπορείς ν' αράξεις με την ησυχία σου διαβάζοντας ό,τι σ' αρέσει ή ν' ακούσεις σπάνιες εκτελέσεις κλασικής μουσικής ή τζαζ στους χώρους όπου υπάρχουν τα στερεοφωνικά μηχανήματα.
Υπάρχουν ειδικά διαμορφωμένοι χώροι για παιδιά με μαξιλάρες, παιχνίδια, παραμύθια και δωμάτια όπου τα παιδιά μπορούν να μιλούν, να ζωγραφίζουν, ν' ασχολούνται με χειροτεχνίες ή να παίζουν με κάποια σχετική ησυχία.
Στις βιβλιοθήκες των μεγαλύτερων πόλεων δε λείπουν και χώροι συσκέψεων και συμβουλίων με μεγάλα τραπέζια για ομάδες επαγγελματιών, μέλη επιχειρήσεων από το εξωτερικό ή φοιτητές που συμμετέχουν σε κάποιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.
Στη βιβλιοθήκη οι αλλοδαποί μπορούν να παραγγείλουν στον βιβλιοθηκάριο παιδικά βιβλία στη γλώσσα τους για να διδάξουν στα παιδιά τους τη μητρική γλώσσα, μιας και όλοι αναγνωρίζουν τη σημασία που έχει η διατήρηση της μητρικής γλώσσας στη γενιά των «Νέων Δανών», δηλαδή των Δανών εισαγωγής.
Αν ο αναγνώστης επιθυμεί κάποιο βιβλίο που δεν υπάρχει στην τοπική βιβλιοθήκη, τότε αυτό παραγγέλνεται από την Κοπεγχάγη ή άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, όπως επί παραδείγματι το Μόναχο ή η Φραγκφούρτη.
(Συνεχίζεται)
© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 25 Σεπτεμβρίου 2008
Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008
H δική μου Δανία (Μέρος Α')
Η Δανία είναι η νοτιότερη χώρα της Σκανδιναυίας και η βορειότερη της Ευρώπης. Τοπία χωρίς ιδιαίτερο φυσικό κάλλος, όπως επί παραδείγματι η Νορβηγία, η οποία μπορεί να σε μαγέψει, αλλά δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πεδιάδες, λιβάδια και χαμηλοί λόφοι, που δεν ξεπερνούν τα 200 μ. και ο λόφος των 173 μ. στη χερσόννησο της Γιουτλάνδης ονομάζεται Το Όρος Που αγγίζει Τον Ουρανό, λιμνούλες και ποταμάκια όπου κολυμπούν κύκνοι, αγριόπαπιες και νερόκοττες, πόλεις μικρές, χωριουδάκια μικρά, σε έκταση μιας χώρας που μόλις και ξεπερνά την Πελοπόννησο, και με πληθυσμό περί τα πεντέμισι εκατομμύρια, ενώ η Κοπεγχάγη δεν κατορθώνει καν να αγγίξει το ενάμισι εκατομμύριο κατοίκους.
Στη χώρα όμως αυτή που δεν προικίστηκε ιδιαίτερα από τη φύση, οι άνθρωποι, ευγνώμονες σ' αυτό που τους δόθηκε τόσο φειδωλά, θα φυτέψουν λουλούδια στους κήπους τους, θ' αφήσουν τα παιδιά να παίξουν ελεύθερα στα ποταμάκια και οι φούρνοι θα δίνουν τσουβάλια με το ψωμί της προηγούμενης μέρας στην πιτσιρικαρία δωρεάν, για να ταϊστούν κύκνοι και παπιά.
Οι άνθρωποι γλυκείς, προσηνείς κι ευγενικοί θα σε πλησιάσουν με χαμόγελο και θα ανοίξουν άνετα μαζί σου κουβέντα, ιδίως στις μικρότερες πόλεις, χωρίς ίχνος τουπέ, αλαζονείας ή επιθετικότητας. Φιλικοί, ήρεμοι και κοινωνικοί θα ζητήσουν να μάθουν για σένα, και οι ηλικιωμένοι θα σε πάρουν απ' το χέρι για να σου δείξουν πού βρίσκεται η στάση του λεωφορείου, αν χάθηκες και θα εμφανιστούν ιδιαίτερα πρόθυμοι -αν τους μιλήσεις στα δανέζικα. Θα αποδεχτούν και θα βοηθήσουν τους ξένους ή τους πρόσφυγες και η προθυμία τους θα γίνει κοινωνική στάση που ξεπερνά την ευαισθησία, αν διαπιστώσουν ότι αποδέχεσαι τον τρόπο ζωής τους (που δεν αλλάζει εύκολα).
Η χώρα γνώρισε τη φτώχια στο πετσί της κι αισθάνεται ιδιαίτερα περήφανη για την ιστορία της και την «αρχαιολογία» της. Ποια αρχαιολογία; Αυτή τη μισερή που καλεί Προϊστορικούς Χρόνους την εποχή των Βίκινγκς απ' το 1000 μ.Χ μέχρι και το 16ο-17ο αιώνα και ιστορικούς χρόνους απ' το 1600 και εντεύθεν, με αρχαιολόγους που θα ενθουσιαστούν να ανασκάψουν σ' ένα χωράφι για να βρουν ίχνη πασσαλόπηξης από ξύλινες αγροτικές κατοικίες. Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα σπάνια, μόνο το χρώμα του χώματος αλλάζει, κι αν τύχει και βρεθεί η βάση κάποιας τριποδικής χύτρας, θα κάτσουν να την αποτυπώσουν με τέτοια σπουδή, που στην Ελλάδα μόνο αν βρισκόταν το άγαλμα ενός κούρου θα έβρισκε παράλληλο. Και βέβαια, οι ανασκαφές τους δεν έχουν καμία σχέση με τις ανασκαφές εν Ελλάδι. Εργάτες δεν προσλαμβάνονται και οι αρχαιολόγοι θα σκάψουν μόνοι τους με φτυάρι και μυστρί στο σκληρό – αργιλώδες χώμα, που σκληραίνει ακόμη περισσότερο απ' τις συνεχείς βροχές και θα κουβαλήσουν τα μπάζα με το καροτσάκι. Ακόμη περισσότερο ζόρικο, αν βρέχει και το καροτσάκι γίνεται ασήκωτο απ' το χώμα που μετατρέπεται σε λάσπη. Μαρτυρικό αν είσαι Ελληνίδα αρχαιολόγος -μαθημένη αλλιώς, με σωματότυπο μικρό χωρίς μπράτσα και βάρος που γυροφέρνει τα 50 κιλά, πιο συχνά κάτω παρά πάνω.
Η αλληλεγγύη είναι στο χαρακτήρα τους. Δε νοείται π.χ. να μετακομίζεις σε σπίτι και να καλέσεις μεταφορική εταιρία, εκτός κι αν είσαι στέλεχος μεγαλοεπιχείρησης. Οι γείτονες και οι φίλοι θα συνδράμουν όλοι με τα αυτοκίνητά τους με αντάλλαγμα ένα ή δυο λουκάνικα και μπύρα. (Αν τους φτιάξεις κι ένα παστίτσιο, τους έχεις σκλαβώσει κι αισθάνονται και καταϋποχρεωμένοι που δούλεψαν για χάρη σου σκληρά κουβαλώντας βαριές κούτες και έπιπλα).
Θεωρείται απόλυτα φυσικό στις γειτονιές να κρατήσεις το σκυλί τους ή τη γάτα τους, όταν θα λείψουν για διακοπές κι αυτοί θα κρατήσουν το δικό σου.
Όμοια όμως, η ογδοντάχρονη γριούλα θα βγει με το φτυάρι έξω να φτυαρίσει το χιόνι απ' το πεζοδρόμιο, το ίδιο όπως και ένα άτομο ανάπηρο, που θα κάνει το ίδιο απ' το αναπηρικό καροτσάκι! Αν δε φτυαρίσεις χιόνι απ' το πεζοδρόμιό σου, έχεις πρόστιμο.
…
Στην Ελλάδα, το έβρισκα απόλυτα φυσιολογικό, όταν αγόραζα τζην παντελόνι να το πήγαινα στη ράφτρα να μου το κοντύνει. Εδώ όμως το είδος σπανίζει. Νοείται άνθρωπος, που να μην ξέρει πώς να δουλέψει τη ραπτομηχανή, άνδρας ή γυναίκα; Το μαθαίνει στο Δημοτικό. Θες ράφτη; Άντε πλήρωσε μια περιουσία.
Αντικαταναλωτικοί από φύση (όπως σχεδόν όλοι οι Ευρωπαίοι) κι οι Δανοί ακόμη περισσότερο. Η χώρα του «φτάξτο μόνος σου». Βάψε το σπίτι μόνος σου, βάλε το πάτωμα μόνος σου, ράψου μόνος σου, παζάρεψε τιμή στο μαγαζί. Ναι! Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, οι Δανοί παζαρεύουν τιμές και το παζάρεμα θεωρείται αναμενόμενο. Ο τρόπος διαφέρει. Πρέπει να κερδίσεις τον πωλητή με έξυπνο χιούμορ.
Ο Έλληνα αστός θα κρυφοπαινευτεί να πει πόσο ακριβά πλήρωσε τα πόμολα απ' τις πόρτες στο σπίτι που αγόρασε. Οι άλλοι θα τον φθονήσουν για την επίδειξη «ευμάρειας» και πιθανόν να βρει μιμητές σ' ένα παιχνίδι ανταγωνισμού. «Πλήρωσες τόσα εσύ, εγώ πλήρωσα τριπλάσια κι είναι της τάδε μάρκας». Τότε ο Δανός θα κοιτάξει τον Έλληνα με μάτια διάπλατα -χωρίς να σχολιάσει-. Έχει μπροστά του προφανώς έναν ηλίθιο, γιατί αυτός θα παινευτεί μόνο στην αντίθετη περίπτωση: για να σου δείξει πόσο φτηνά αγόρασε το ίδιο πράγμα. Το ίδιο πνεύμα αντικαταναλωτισμού αντικατοπτρίζεται και στις τηλεοπτικές διαφημίσεις. Λιγοστές, χαμηλού κόστους, χιουμοριστικές, που κατ' ουσίαν διακωμωδούν το προϊόν, παρά το διαφημίζουν.
…
Μå jeg låne en citron? (Μπορώ να δανειστώ ένα λεμόνι;)
Η φράση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ποικιλοτρόπως. Δανείζεσαι. Δε ζητάς. Ζήτησες ένα λεμόνι απ' το γείτονα, γιατί ξέμεινες. Θα το επιστρέψεις. Αν δεν το κάνεις, σε γράφουν στα μαύρα κατάστιχα ως μπαταξή.
Με την ίδια λογική, πριν από μόλις ένα χρόνο που κάπνιζαν και στα τρένα, η κοπελιά θα ερχόταν προς το μέρος σου, αν σε έβλεπε να καπνίζεις κι αυτή δεν είχε επάνω της τσιγάρα. Πληρώνει το αντίτιμο ενός τσιγάρου κι εσύ το παίρνεις. Δε χωράνε εδώ γενναιοδωρίες, «άστο, αλλοίμονο». Εκείνη την ώρα συναλλάσσεσαι. Δεν προσφέρεις βοήθεια στο γείτονα ή συνάδελφο.
Θεωρείται όμως απόλυτα φυσιολογικό οι μαθητές των σχολείων να οργανώσουν ομάδες εθελοντών για να διδάξουν τη χρήση των υπολογιστών σε άτομα της τρίτης ηλικίας ή οι Δανέζες να συμμετέχουν σε ομάδες βοήθειας για τους πολιτικούς πρόσφυγες συνδράμοντας ταυτόχρονα κρατικούς ή κοινοτικούς φορείς.
Και τα παιδιά; Θα κάνουν ποδηλατάδες, θα παίζουν στο ύπαιθρο ελεύθερα χωρίς την υπερπροστατευτική μάνα από πίσω, και θα εθιστούν σταδιακά στην εργασία. Η παιδική εργασία δεν απαγορεύεται, αλλά υπάρχουν όροι. Ο φράχτης θα βαφτεί από το γειτονόπουλο έναντι χαμηλής αμοιβής, στους φούρνους συχνά οι πωλητές είναι παιδιά επί πληρωμή, το baby – sitting γίνεται αποκλειστικά σχεδόν από μαθητές σχολείων, η βοήθεια στο σπίτι – όπως το σίδερο σε οικογένειες, όπου οι γονείς είναι εργαζόμενοι και οι δύο- από φοιτητές.
Οικογενειακή ζωή, γυναίκα, σεξ.
Ο γάμος δεν είναι απαραίτητος όρος για τους Δανούς για να συμβιώσουν και να κάνουν οικογένεια.
Υπάρχουν ζευγάρια που συζούν 30 και 40 χρόνια και κάνουν και 3-4 παιδιά. Θα πάρουν τα επιδόματα τέκνων, κανονικά όπως οι παντρεμένοι, αλλά οι τελευταίοι θα έχουν κάποιες φορολογικές ελαφρύνσεις. Η μόνη διαφορά.
Σε μια χώρα που η σεξουαλική ελευθερία είναι δεδομένη (δεν ποινικοποιείται απολύτως καμία προτίμηση ή ιδιαιτερότητα, αρκεί τα άτομα να είναι ενήλικα και να συναινούν αμοιβαία), ο μέσος Δανός ή Δανέζα, αντίθετα απ' ό,τι οι Έλληνες θέλουμε να πιστεύουμε για τους Σκανδιναυούς, δεν είναι ευνοϊκά προδιατεθειμένοι για περιπέτειες της μιας νύχτας. Θα επιδιώξουν να κάνουν σχέση, είναι από φύση τους ντροπαλοί, αδιάφοροι γενικά για τη θρησκεία, αλλά μαθημένοι σε πουριτανικές αρχές κατά Λούθηρο. Η τυπολατρεία τους είναι παντελώς αδιάφορη, αλλά από φυσικού τους στην πλειοψηφία είναι οικογενειάρχες. Δε θα κριτικάρουν αρνητικά απολύτως τίποτα, αλλά τα προσωπικά δεδομένα του καθενός είναι αυστηρά προσωπική υπόθεση κι όχι θέμα προς συζήτηση.
Μπαίνουν σε μια σχέση αποκαλύπτοντας εξαρχής όλα τους τα χαρτιά. Παράλληλες σχέσεις και λάθρα επιβιώσαντες δε νοούνται. Εάν και οι δύο συναινούν κι επιθυμούν τις νύχτες τους να τις μοιραστούν με κάποιο άλλο πρόσωπο, αυτό δε γίνεται ποτέ ερήμην του συντρόφου, ακόμη και τα «στραβοπατήματα».
Οι Δανοί δεν αλλάζουν εύκολα συνήθειες. Αυτό σημαίνει ότι και τα ζευγάρια συνευρίσκονται σχεδόν προκαθορισμένα: Έχουμε τη «μικρή Τετάρτη» και το «μεγάλο Σάββατο». Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κι άλλες «μικρές» ημέρες. Αλλά οι Τετάρτες και τα Σάββατα δε θα αγνοηθούν και ποτέ.
Η γυναίκα απολαμβάνει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα με έναν άνδρα. Μια σαραντάχρονη με τρία παιδιά δε θα δυσκολευτεί καθόλου να συνεχίσει να έχει προσωπική ζωή μετά το διαζύγιό της ούτε τα παιδιά της θα αποτελέσουν εμπόδιο για τον καινούργιο της σύντροφο, όπως στον Έλληνα που θα αποφύγει αντίστοιχες ιστορίες, όπως ο διάολος το λιβάνι.
Ο Νιλς είχε τρία παιδιά απ' τη μακρόχρονη συμβίωσή του με την Αννέτε. Γνώρισε την Κριστίν, διαζευγμένη με τρία παιδιά δικά της. Τώρα ζουν και η δυο τους στη φάρμα της Κριστίν, μαζί με τα 6 παιδιά, 5 άλογα, 2 σκυλιά και τη γάτα.
Τα καθήκοντα μέσα στο σπίτι μοιράζονται σε όλους. Στη φασίνα θα συμμετέχουν άντρες, γυναίκες και παιδιά. Θα φροντιστεί ο κήπος και τα βράδια, που το χειμώνα είναι ιδιαίτερα μεγάλα, μιας και νυχτώνει απ' τις 3 το απόγευμα θα χαλαρώσουν όλοι με τραγούδια, παιχνίδια, συζήτηση και μουσική υπό το φως των κεριών. Και τα κεριά ανάβονται απ' τους Δανούς καθημερινά κι η διάθεσή τους γλυκαίνει.
Αυτές οι ώρες της χαλάρωσης το hygge sig είναι αδιαπραγμάτευτες. Αυτό σημαίνει ότι και στη δουλειά τους λήξη ωραρίου σημαίνει τέλος εργασίας και κανείς εργοδότης δε θα το διαπραγματευτεί αυτό, όμοια όπως και ο εργαζόμενος. Αντίθετα, προτίμηση στις θέσεις εργασίας έχουν οι γονείς με προσωπικά ενδιαφέροντα και ισορροπημένη ζωή και κανείς δε θέλει βέβαια να προσλαμβάνει υπαλλήλους ανισόρροπους που παντρεύονται αποκλειστικά και μόνο την εργασία, γι' αυτό και στα βιογραφικά παίζει τόσο σπουδαίο ρόλο η καταγραφή των ενδιαφερόντων και χόμπυ των υποψηφίων.
(Συνεχίζεται)
© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 23 Σεπτεμβρίου 2008