Τετάρτη 26 Απριλίου 2017
Μακριά απ' τη Συνάφεια
Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008
Μια Ιστορία από Λέξεις απ' το Σωρό (Μπλογκοπαίχνιδο)
Ο κύριος Πολσεμάνογλου, διαπρεπής πεταλωτής Κενταύρων και διάσημος παιχνιδιάρης με προσκάλεσε να παίξουμε το παιχνίδι «Ο Συγγραφεύς» βάζοντας το χέρι του στο σωρό με τις ελληνικές λέξεις.
Κληρώθηκαν οι παρακάτω λέξεις:
γίδα, τιρμπουσόν, μπουγάτσα, ηλιοβασίλεμα, τζιβιτζιλού
Με αυτές λοιπόν μας εκάλεσε να διαπρέψουμε συγγραφικώς. Ιδού λοιπόν πώς εκέντησε η πένα μου:
Μία φορά κι έναν καιρό η ωραία Μαριλού,
(που κακές γλώσσες ήθελαν να 'ναι τζιβιτζιλού)
επήρε ένα τιρμπουσόν ν' ανοίξει ένα κρασάκι
για να το πιει και να χαρεί και με το Κατινάκι.
Το Κατινάκι γέλασε, της έκλεισε το μάτι:
-Κάτσε τώρα θυμήθηκα με το φελλό σου κάτι.
-Πες μου κι εμένα να χαρείς τα δυο γλυκά σου μάτια
και μη τα κρύβεις ουδαμώς αυτά τα κάτια, Κάτια.
Και τότε η Κάτια έβγαλε απ' τη σακούλα κάτι
μακρύ, σκληρό, κυλινδρικό, που έβγαζε το μάτι
κι η Μαριλού ορθάνοιξε το μάτι της γαρίδα
κι απ' την αυλή εβέλασε κι η κανελλιά η γίδα.
Κι ήρθε ηλιοβασίλεμα κι η Μαριλού κι η Κάτια
χουφτώθηκαν, φιλήθηκαν και βγάλανε τα μάτια.
Κι ύστερις εδιαβάσανε και μια εφημερίδα
κι είπαν πως είναι και καιρός ν' αρμέξουν και τη γίδα.
Και βάλαν γάλα στον καφέ κι ανάψαν και τσιγάρο
και κάθησαν και ρέμβαζαν του λιμανιού το φάρο
κι ήταν η θάλασσα γυαλί (γιατί ήταν και μπουνάτσα)
και έπειτα πεινάσανε και φάγαν μια μπουγάτσα.
Κι έρχεται τώρα η σειρά μου να καλέσω στο παίγνιον τους:
maika, akrat, το ανήψι Τοβενίτο, τον Τάκη και το Σπίθα
Για να εμπνευσθούν και να συγγράψουν έπος, διήγημα, πολιτικό άρθρο, ποίημα, στατιστική ή μυθιστόρημα που να περιέχει τις κάτωθι λέξεις:
σερσέμης, ημίμετρο, σαϊτιά, εξάτμιση, ταριχεύω
Σε καλή μεριά τις λεξούλες σας!
Σας φιλώ με πάθος
και ας είναι λάθος
Αστέρω Κατιτίδου
© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 3 Δεκεμβρίου 2008
Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008
Η Κατερίνα και ο Τράγος
Αικατερίνα και σοφή και παρθένος,
Eκ δε ξίφους και Mάρτυς. Ω καλά τρία!
Eικάδι πέμπτη άορ κατέπεφνεν ρήτορα κούρην.
Αύτη ήτον κατά τους χρόνους του Mαξιμιανού εν έτει τδ΄ [304], καταγομένη από την πόλιν της Aλεξανδρείας, θυγάτηρ βασιλίσκου τινός ονομαζομένου Kώνστου. Ωραία πολλά και μεγαλόσωμος, δεκαοκτώ χρόνων ούσα κατά την ηλικίαν. Aύτη έμαθεν εις το άκρον κάθε ελληνικήν και ρωμαϊκήν, ήτοι λατινικήν παιδείαν και επιστήμην: δηλαδή του Έλληνος Oμήρου, του των Λατίνων μεγαλωτάτου ποιητού Bιργιλίου, του Aσκληπιού, του Iπποκράτους και Γαληνού των ιατρών, Aριστοτέλους και Πλάτωνος, Φιλιστίωνός τε και Eυσεβίου των φιλοσόφων, Iαννή και Iαμβρή των μεγάλων μάγων, Διονυσίου και Σιβύλλης. Aυτή εγυμνάσθη και όλην την ρητορικήν τέχνην, όση εφευρέθη από τους ανθρώπους. Oυ μόνον δε ταύτας, αλλά και πολλάς γλώσσας και διαλέκτους πολλών εθνών έμαθεν η πάνσοφος, ώστε οπού έκαμνεν εκστατικούς, όχι μόνον εκείνους οπού την έβλεπον, αλλά και εκείνους οπού ήκουον την φήμην και την σοφίαν της. Kατά τους χρόνους δε του βασιλέως Mαξιμιανού και Mαξεντίου του υιού του, επιάσθη διά την εις Xριστόν ομολογίαν, και εδοκίμασε πολλά και διάφορα βάσανα. Kαι με την σοφίαν αυτής και διαλεκτικήν, εκατάπεισεν εκατόν πενήντα ρήτορας να πιστεύσουν εις τον Xριστόν, ομού με άλλους πολλούς Έλληνας. Mε τους οποίους απεκεφαλίσθη η μακαρία, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτής όρα εις τον Παράδεισον.)
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)

΄Ασπρο σαν το χιόνι το Κατερινιώ
μύριζε λεμόνι, μόσκο στο σκολειό.
Μαύρα τα μαλλιά τση δαχτυλιδωτά
θάλασσες τα μάτια τ' αμυγδαλωτά.
Αχ Κατερινιώ, καλέ Κατερινιώ
δεν επήρες άντρα μέσα απ' το χωριό.
Ζήλεψεν η νύχτα τα σγουρά μαλλιά
πού 'χανε κονέψει άστρα και πουλιά.
Στ' άδικου τη χέρα ήδωσε βουλή
κι ήριξε στο χώμα τ' ακριβό κουρλί.
Αχ Κατερινιώ, καλέ Κατερινιώ
δεν επήρες άντρα μέσα απ' το χωριό.
Νύχτες δίχως άστρα σαν τ' αερικό
φαίνει στ' αργαλειό τση κόσμο μαγικό.
Μάθαν το οι κυράδες και περάσανε
ονειροκεντίδια κι αγοράσανε.
Αχ Κατερινιώ, καλέ Κατερινιώ
δεν επήρες άντρα μέσα απ' το χωριό.
Χαΐνηδες
Ο τρισκατάρατος Ερρίκος ο Η' παντρεύτηκε τρεις Κατερίνες. Πρώτη την Αικατερίνη της Αραγωνίας, που ευτυχώς τη σκαπούλαρε μ' ένα διαζύγιο και μια κόρη, τη Μαίρη την αιμοσταγή. Δεύτερη από τις Κατερίνες του η Αικατερίνη Χάουαρντ, πέμπτη του σύζυγος κατά σειρά, που αποκεφαλίστηκε όπως και η δύστυχη ξαδέρφη της και δεύτερη σύζυγός του Άννα Μπολέυν, μητέρα της Ελισάβετ της Μεγάλης. Η Αικατερίνη Χάουαρντ ήταν ομορφούλα και ολίγον τι πεταχτούλα, αλλά έβαλε μυαλό μόνο όταν έχασε το τσαχπίνικο κεφαλάκι της. Τελευταία και τυχερή στάθηκε η Αικατερίνη Παρ, που λάτρευε τα κοσμήματα κι έμεινε και χήρα.

Η Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα ήτανε κοριτσάκι περίεργο κι αλαφροΐσκιωτο, που αρεσκότανε να πηγαίνει περιπάτους στις ερημιές και να κουβεντιάζει με τα ζώα και τα πουλιά.
Μια μέρα, εκεί που περπατούσε στο δάσος βλέπει ένα τραγί.
-Το μεσημέρι που θα πας στο σπίτι σου, θα δεις και τον αδερφό μου, λέει το τραγί της Κατερίνας ή Κατέ ή Κατερινιώς ή Καίτης ή Κατινίτσας, που για λόγους συντομίας θα τηνε λέμε πια Κατ.
-Δε βλέπω την ώρα, απαντάει η Κατ χαρούμενη.
Πράγματι, πάει σπίτι της και βλέπει ένα προβατάκι που το είχε φέρει ο πατέρας της πεσκέσι σ' αυτήν και στην αδερφή της την Τασσώ.
-Πώς θα το βγάλουμε το προβατάκι; Ρωτάει η Τασσώ.
-Να το πούμε Κίτσο.
Μπε και μπε ο Κίτσος.
-Γιατί βελάζει;
-Θα πεινάει.
Το ταΐσανε λοιπόν χλωροκούκια.
Μπε και μπε πάλι το προβατάκι...
-Θα διψάει. Ας του δώσουμε νεράκι.
Του δώσανε και νεράκι, μα ο Κίτσος συνέχιζε να βελάζει.
Μια με το πεινάει ο Κίτσος – διψάει ο Κίτσος, δώστου ξανά μανά χλωροκούκια και νερό, μέχρι που έσκασε ο δόλιος και τα τίναξε.
Πάει την άλλη μέρα πάλι η Κατ στο δάσος (τη λέμε Κατ για λόγους συντομίας, γιατί τ' όνομά της ήταν Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα) και συναντάει πάλι το τραγί.
-Βρε, αθεόφοβη, ωραία υποδεχτήκατε εσύ με την αδερφή σου τον αδερφό μου!
-Τι έφταιγα; Αφού πέρα από μπε και μπε δεν ήξερε τι άλλο να πει.
-Ναι, ήτανε λιγόλογος ο μακαρίτης. Σήμερα όμως θα έρθει η αδερφή μου απ' το σπίτι σου. Κανόνισε να μην της δώσεις να φάει χλωροκούκια.
Πάει πάλι η Κατ στο σπίτι και βλέπει μια αίγα, που την είχε αφήσει αμανάτι ο γείτονας που θα έφευγε για λίγο καιρό.
-Πώς να την πούμε; Ρωτάει η Τασσώ.
-Να τη βγάλουμε Κανέλλα.
Μπε και μπε η Κανέλλα.
-Θα πεινάει.
Την ταΐσανε χλωροφάσουλα.
Ξανά – μανά πάλι μπε, θα πεινάει, θα διψάει και δώστου νερό και χλωροφάσουλα, πάει κι η Κανέλλα καλλιά της.
Περάσανε μέρες και στο δάσος συναντάει η Κατ το μεγάλο τράγο.
-Ου, να μου χαθείς και σε είχα για ξύπνια! Ξεπάστρεψες και την αδερφή μου.
-Μα, μου, σου, του, τα μασάει η Κατ, αφού κι αυτή μπε έλεγε.
-Ε, για να λέμε και του στραβού το δίκιο ήταν τούβλο η συχωρεμένη. Αλλά κοίτα να φερθείς καλύτερα στο μεγάλο αδερφό μου απόψε.
Το απόγευμα η Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα βρίσκει στο σπίτι ένα κριάρι που το είχε αφήσει ένας τσοπάνης για λίγες μέρες και μετά θα το έπαιρνε πάλι να βατέψει τις προβατίνες.
-Πώς θα το βγάλουμε;
-Περικλή.
Μπε ο Περικλής, του δίνανε να πιει μόνο νερό γιατί φοβόντουσαν μην τον ξεκάνουνε με χλωροκούκια και χλωροφάσουλα και τον κλείσανε και μέσα στον καμπινέ για να τον έχουνε και σίγουρο. Περάσανε μέρες, πάνε να δουν τον Περικλή, τέζα ο Περικλής απ' την πείνα.
Πάει πάλι η Κατ στο δάσος (είπαμε τη λένε Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα) και βρίσκει τον τράγο.
-Τα συλλυπητήριά μου, δεν έχω λόγια... Λέει η Κατ και τότε ο μέγας τράγος βέλασε θριαμβευτικά.
-Να 'σαι καλά, βρε Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα! Χρόνια ήθελα να τους βγάλω απ' τη μέση να μείνουν δικά μου τα βοσκοτόπια και οι γίδες του κοπαδιού, αλλά μεγάλη αμαρτία να γίνεσαι αδερφοκτόνος!
Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2008
Δανιάδος Ιντερλούδιον διά Σιγαρέττον
Καπνιστήριον.
Εις το Δημοδιδασκαλείον, η μικρά φιλομαθής ορφανή επαίτης – βοσκοπούλα Αστέρω γράφει την εκθεσούλα που της έβαλε η κυρία στο σχολείο με θέμα: «Πώς πέρασα την Κυριακή μου»
Χθες το πρωΐ σικόθηκα, πλίθηκα στην πηγή, βούρτσισα τα δόντια μου με αλισίβα, φόρεσα το φουστάνι μου, το ζιπούνι μου, την ποδιά μου και την κάπα μου, ίπια το γάλα μου (ο τσέλιγγας ήτο αραχτός) και πίγα να βοσκήσο τα πρόβατα και τα γίδια, ώπος κάθε μέρα.
Όταν τούτα εβόσκησαν χαρίεντα εις τους λόγγους, επέστρεψα εις την στάνι κι έψεισα στο μπρίκι καφέ διά τον τσέλιγγα και τους ληπούς τσοπαναρέους, ίτινες ήσαν συναθρισμένη εις την στρούγκα μας και εκουβέντιαζαν διά τα προβλίματα της τσοπανικής.
Τα ζα μας ήσαντε αργά, ο τσέλιγγας ήτο αραχτός, οι λιπή ποιμένες ανισιχούσαν διά την πειότητα του γάλακτος, καθόσον αυτό κόβοι, παρά το ηκολογικό χωρτάρι που βόσκουνε, φρέσκο και χορής επικίνδυναις Ε ουσίες.
Κατόπιν μάζεψα φρείγανα, άναψα το φούρνο μας κι έβαλα μέσα το σφαχτάρι με συνοδία από χυλοπίτες που εζύμοσα με τα χεράκια μου.
Θόλοσα η καψερή απ' τας πολάς εργασίας κι έριξα στο φαγητόν ωλίγον τι παραπάνο πιπέρη.
Του έβαλα να φάγη κι αποσίρθηκα εις την γονίαν μετά σεβασμού, αναμένοντας διαταγάς του, προτού φάγω μία μπουκίτσα φαγητού από τα αποφάγια του εβγνομονόντας τη γενεοδορήα του κηρίου μου.
Ο τσέλιγγας εκάψοσε απ' το πιπέρι και εδίδαξε εμένα την αμόρφοτι και ταποινή ψιχοκόρη (ο Θεός να του δίδη ηγείαν και μακροημέρεφσιν), πώς το τρίβουν το πηπέρι. Όταν το έμαθα, ξαναέφτηαξα καφέ, έφαγα ξερό πσομί, άρμεξα τα κτήνι, και αφού έκανα την προσεφχί μου έπαισα και κημίθικα.
Χώρος δια μη καπνιστάς.
Τηρώντας τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς αφιερώσαμε χώρο στο ιστολόγιό μας και διά μη- καπνιστάς, οι οποίοι μπορούν να μελετήσουν προς επιμόρφωσίν των τους συνδέσμους που δίδονται κάτω απ' τον πίνακα του Bouguereau. Εάν δεν ομιλούν την αγγλικήν, τη γαλλικήν ή άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες ώστε να συμπληρώσουν την μόρφωσή τους με τη ζωγραφική των Προραφαηλητών και ακαδημαϊκών ζωγράφων, είναι ευπρόσδεκτοι εις το καπνιστήριον για μελέτη θεμάτων της ελληνικής βλαχουριάς.
William- Adolphe Bouguereau, Nεαρή Όρθια Βοσκοπούλα, 1887
Τρίτη 27 Μαΐου 2008
Ο Ανέστης, η Νεράιδα κι η Άσπρη Γίδα
-Βουρ εδώ, βουρ κι εκεί, βουρ και παραπέρα
βούτα μέσα στο νερό να δεις μιαν άσπρη μέρα.
-Έλα Χριστέ και Παναγιά, λέει μέσα του, το τσίπουρο με πείραξε.
Την άλλη μέρα ψήνει καφέ, πάει να τον πιει κάτω απ’ την κληματαριά. Εκεί που πήγαινε να κατεβάσει μια γουλιά, ακούει πάλι τη φωνή:
-Βουρ εδώ, βουρ κι εκεί, βουρ και παραπέρα
βούτα μέσα στο νερό να δεις μιαν άσπρη μέρα.
-Άι σιχτίρ, τίποτα παιδιά θα παίζουν, σκέφτηκε ο Ανέστης και πήγε να αρμέξει τη γίδα.
Εκεί που γέμιζε την καρδάρα, γυρνάει η γίδα και του λέει:
-Βουρ εδώ, βουρ κι εκεί, βουρ και παραπέρα
βούτα μέσα στο νερό να δεις μιαν άσπρη μέρα.
-Αμ, εσύ είσαι πουλάκι μου, που μου μιλείς και λες και βουρ;
-Βουρ εδώ, βουρ κι εκεί, βουρ και παραπέρα
τράβα λίγο παρακεί, τι χάσκεις εδώ πέρα;
-Α, εσύ δεν έχεις το Θεό σου, λέει ο Ανέστης στη γίδα, σε βλέπω το Πάσχα σουβλιστή.
Η γίδα βέλασε.
-Μα το μπε και το μπε μπε, και το μεγάλο Τράγο
παλιά καθώς εβόσκαγα συνάντησα έναν μάγο
που μου ‘μαθε τα μυστικά της μοίρας να διαβάζω
και των ανθρώπων τις βουλές να τις εξιχνιάζω.
Ο Ανέστης έπεσε σε βαθειά περισυλλογή κι άρχισε να ρωτά τη γίδα πράματα και σε όλα εκείνη έδινε απόκριση. Με τα πολλά τη ρώτησε και σε ποια νερά να βουτήξει για να δει κι αυτός μιαν άσπρη μέρα, που οι σόλες των παπουτσιών του είχαν γίνει ένα με τη σάρκα του και δεν υπήρχε τριγύρω ανθρώπινη ψυχή να πει κι αυτός τον πόνο του, αφού κανείς δεν τον έβλεπε σαν άνθρωπο, πάρεξ σα νερουλά.
-Το και το, του λέει η γίδα, θα βουτήξεις μέσα στο πηγάδι.
-Παλαβό είναι το ζαγάρι, λέει μέσα του ο Ανέστης, αλλά από την άλλη σ’ όλα που τηνε ρώτησα πριν έδωσε απαντήσεις.
Το σκέφτηκε, το γύρισε, φτιάχνει μια τριχιά, την πέρασε απ’ το ζωνάρι του και μπήκε μέσα στο πηγάδι. Με το που φτάνει στον πάτο, βρίσκεται σε μια κοιλάδα κι ακούει γέλια και τραγούδια. Άλλος άνθρωπος στη θέση του ίσως ορρωδούσε, ο Ανέστης όμως δεν ήταν απ’ αυτούς που σκιάζονταν εύκολα.
Βγαίνει σ’ ένα ξέφωτο και βρίσκει τρεις νεράιδες να παίζουν. Μαντήλια δεν έβλεπε τριγύρω να τα κλέψει να τις κάνει να μιλήσουν, αλλά πολυμήχανος σκέφτηκε να στήσει ξώβεργες. Και πραγματικά, σε λίγο τσουπ! πιάνεται μια νεράιδα στην παγίδα.

-Δε σ’ αφήνω να πας πουθενά, λέει ο Ανέστης στη νεράιδα, αν δε μου πεις πώς θα δω μιαν άσπρη μέρα καταπώς μου είπε κι η άσπρη γίδα μου.
-Μόνο αν μου φέρνεις για δέκα μέρες γάλα απ’ τη γίδα σου την άσπρη, του λέει τότε η νεράιδα.
Τι να κάνει κι ο Ανέστης, κάθε μέρα άρμεγε τη γίδα και πήγαινε το γάλα στη νεράιδα.
-Πρώτα θα μ’ ελευθερώσεις, μετά θα πιεις το γάλα, κι άντε να ματαδείς τη γίδα σου, τον ορμηνεύει εκείνη.
Και πίνει ο Ανέστης το γάλα κι εδροσίστη κι αισθάνθη μέσα του μια φοβερήν ορμή.
Σκαρφαλώνει και το πηγάδι και πάει να βρει την αίγα.
Και με το που τη βλέπει ξύνει με το δεξί του ποδάρι τη γη κι ύψωσε το κεφάλι του κι οσμίστη τον αέρα. Κι είδε τη γίδα τη λευκή να του γελά και να του βελάζει κι αυτός σφόδρα ευχαριστήθηκε και δεν είδε που είχε μεταμορφωθεί σε τράγο λευκό. Και παντρεύτηκε ο Ανέστης τη γίδα και κάνανε κι αίγες πολλές και τραγιά και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 27 Mαΐου 2008