Καπνιστήριον.
Εις το Δημοδιδασκαλείον, η μικρά φιλομαθής ορφανή επαίτης – βοσκοπούλα Αστέρω γράφει την εκθεσούλα που της έβαλε η κυρία στο σχολείο με θέμα: «Πώς πέρασα την Κυριακή μου»
Χθες το πρωΐ σικόθηκα, πλίθηκα στην πηγή, βούρτσισα τα δόντια μου με αλισίβα, φόρεσα το φουστάνι μου, το ζιπούνι μου, την ποδιά μου και την κάπα μου, ίπια το γάλα μου (ο τσέλιγγας ήτο αραχτός) και πίγα να βοσκήσο τα πρόβατα και τα γίδια, ώπος κάθε μέρα.
Όταν τούτα εβόσκησαν χαρίεντα εις τους λόγγους, επέστρεψα εις την στάνι κι έψεισα στο μπρίκι καφέ διά τον τσέλιγγα και τους ληπούς τσοπαναρέους, ίτινες ήσαν συναθρισμένη εις την στρούγκα μας και εκουβέντιαζαν διά τα προβλίματα της τσοπανικής.
Τα ζα μας ήσαντε αργά, ο τσέλιγγας ήτο αραχτός, οι λιπή ποιμένες ανισιχούσαν διά την πειότητα του γάλακτος, καθόσον αυτό κόβοι, παρά το ηκολογικό χωρτάρι που βόσκουνε, φρέσκο και χορής επικίνδυναις Ε ουσίες.
Κατόπιν μάζεψα φρείγανα, άναψα το φούρνο μας κι έβαλα μέσα το σφαχτάρι με συνοδία από χυλοπίτες που εζύμοσα με τα χεράκια μου.
Θόλοσα η καψερή απ' τας πολάς εργασίας κι έριξα στο φαγητόν ωλίγον τι παραπάνο πιπέρη.
Του έβαλα να φάγη κι αποσίρθηκα εις την γονίαν μετά σεβασμού, αναμένοντας διαταγάς του, προτού φάγω μία μπουκίτσα φαγητού από τα αποφάγια του εβγνομονόντας τη γενεοδορήα του κηρίου μου.
Ο τσέλιγγας εκάψοσε απ' το πιπέρι και εδίδαξε εμένα την αμόρφοτι και ταποινή ψιχοκόρη (ο Θεός να του δίδη ηγείαν και μακροημέρεφσιν), πώς το τρίβουν το πηπέρι. Όταν το έμαθα, ξαναέφτηαξα καφέ, έφαγα ξερό πσομί, άρμεξα τα κτήνι, και αφού έκανα την προσεφχί μου έπαισα και κημίθικα.
Χώρος δια μη καπνιστάς.
Τηρώντας τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς αφιερώσαμε χώρο στο ιστολόγιό μας και διά μη- καπνιστάς, οι οποίοι μπορούν να μελετήσουν προς επιμόρφωσίν των τους συνδέσμους που δίδονται κάτω απ' τον πίνακα του Bouguereau. Εάν δεν ομιλούν την αγγλικήν, τη γαλλικήν ή άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες ώστε να συμπληρώσουν την μόρφωσή τους με τη ζωγραφική των Προραφαηλητών και ακαδημαϊκών ζωγράφων, είναι ευπρόσδεκτοι εις το καπνιστήριον για μελέτη θεμάτων της ελληνικής βλαχουριάς.
William- Adolphe Bouguereau, Nεαρή Όρθια Βοσκοπούλα, 1887