Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονυσιακό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονυσιακό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Sensualisisimo

Όσες φορές σκεφτόμουν το θάνατο ή ο θάνατος χτύπαγε την πόρτα του σπιτιού μου, η αυτόματη επιθυμία μου και σκέψη ήταν: θέλω να κάνω έρωτα. Τώρα. Χωρίς να με νοιάζει ούτε το ερωτόλογο ούτε αν η ιστορία θα είχε συνέχεια. Όμοια όπως ένας άντρας.

Φωτογραφία Waclaw Wantuch


Δεν μπόρεσα ποτέ μου να καταλάβω τις γυναίκες που σ’ όλα τους τα ζευγαρώματα απαιτούν ως προϋπόθεση το τριαντάφυλλο ή το να κάτσουν και ν’ ακούσουν ή να πουν την ιστορία της ζωής τους ή να εκθέσουν τις ευαισθησίες τους... Προς τι; Χάσιμο χρόνου. Έχει ο άλλος ευαισθησίες; Ωραία. Κι εγώ έχω. Δεν είμαι ψυχαναλύτρια κανενός. Κι ούτε χρειάζεται όλες τις φορές να ανοίξεις κουβέντα για την ποίηση ή τη φιλοσοφία. Δε θα συνουσιαστείς για να λάβεις μέρος σε συμπόσιο για την ποίηση του Μαγιακόφσκι, διάολε! Ούτε για την «αίσια έκβαση», που τις περισσότερες φορές συνεπάγεται με το στεφάνι.

Τα στεφάνια τα αποφεύγω επιμελώς. Στην πραγματικότητα το στεφάνι της κηδείας μου είναι αυτό που θέλω ν’ αποφύγω, για το δάφνινο της δόξας δε θα έλεγα όχι· δε γίνεται σ’ όλα τα στεφάνια όχι να λες κι έχω κι εγώ, όπως όλοι, τη δόση ματαιοδοξίας μου.

Κάποια ζευγαρώματα είναι άγευστα, ανούσια, περνούν και τα χρόνια, λες δε γίνεται και να σκορπίζομαι, ακούς δυο κουβέντες λες μέσα σου, τώρα να δεις που θα μου πει αυτό... Και το λέει. Και μετά πάλι λες, τώρα θα κάνει ετούτο και περιμένει από εμένα να κάνω το άλλο. Και κάνει ετούτο και κάνεις κι εσύ το άλλο. Ακριβώς όπως το σκέφτηκες, χωρίς καμιά παραλλαγή. Και μέσα σου γελάς και λες, κοίτα να δεις! Αν είμαι δα κι ο προφήτης του βαθμού του οργασμού μου, άστον να πάει στα κομμάτια, αν είναι να μοιάζει με της αγελάδας. Καλύτερα να μουγκρίσω σαν άνθρωπος κι ένας άνθρωπος μουγκρίζει καλύτερα, όταν παραμιλάει από έρωτα.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 18 Iουνίου 2008

buzz it!

Τρίτη 27 Μαΐου 2008

Ο Ανέστης, η Νεράιδα κι η Άσπρη Γίδα

Ζούσε μια φορά ένας νερουλάς, ο Ανέστης, που είχε πηγάδι άπατο στην αυλή του κι απ’ αυτό προμήθευε νερό σε πέντε χωριά. Μια μέρα, εκεί που καθόταν κάτω απ’ την κληματαριά κι έπινε τσιπουράκι ακούει μια φωνή:

-Βουρ εδώ, βουρ κι εκεί, βουρ και παραπέρα
βούτα μέσα στο νερό να δεις μιαν άσπρη μέρα.

-Έλα Χριστέ και Παναγιά, λέει μέσα του, το τσίπουρο με πείραξε.

Την άλλη μέρα ψήνει καφέ, πάει να τον πιει κάτω απ’ την κληματαριά. Εκεί που πήγαινε να κατεβάσει μια γουλιά, ακούει πάλι τη φωνή:

-Βουρ εδώ, βουρ κι εκεί, βουρ και παραπέρα
βούτα μέσα στο νερό να δεις μιαν άσπρη μέρα.

-Άι σιχτίρ, τίποτα παιδιά θα παίζουν, σκέφτηκε ο Ανέστης και πήγε να αρμέξει τη γίδα.

Εκεί που γέμιζε την καρδάρα, γυρνάει η γίδα και του λέει:

-Βουρ εδώ, βουρ κι εκεί, βουρ και παραπέρα
βούτα μέσα στο νερό να δεις μιαν άσπρη μέρα.

-Αμ, εσύ είσαι πουλάκι μου, που μου μιλείς και λες και βουρ;

-Βουρ εδώ, βουρ κι εκεί, βουρ και παραπέρα
τράβα λίγο παρακεί, τι χάσκεις εδώ πέρα;

-Α, εσύ δεν έχεις το Θεό σου, λέει ο Ανέστης στη γίδα, σε βλέπω το Πάσχα σουβλιστή.

Η γίδα βέλασε.

-Μα το μπε και το μπε μπε, και το μεγάλο Τράγο
παλιά καθώς εβόσκαγα συνάντησα έναν μάγο
που μου ‘μαθε τα μυστικά της μοίρας να διαβάζω
και των ανθρώπων τις βουλές να τις εξιχνιάζω.

Ο Ανέστης έπεσε σε βαθειά περισυλλογή κι άρχισε να ρωτά τη γίδα πράματα και σε όλα εκείνη έδινε απόκριση. Με τα πολλά τη ρώτησε και σε ποια νερά να βουτήξει για να δει κι αυτός μιαν άσπρη μέρα, που οι σόλες των παπουτσιών του είχαν γίνει ένα με τη σάρκα του και δεν υπήρχε τριγύρω ανθρώπινη ψυχή να πει κι αυτός τον πόνο του, αφού κανείς δεν τον έβλεπε σαν άνθρωπο, πάρεξ σα νερουλά.

-Το και το, του λέει η γίδα, θα βουτήξεις μέσα στο πηγάδι.

-Παλαβό είναι το ζαγάρι, λέει μέσα του ο Ανέστης, αλλά από την άλλη σ’ όλα που τηνε ρώτησα πριν έδωσε απαντήσεις.

Το σκέφτηκε, το γύρισε, φτιάχνει μια τριχιά, την πέρασε απ’ το ζωνάρι του και μπήκε μέσα στο πηγάδι. Με το που φτάνει στον πάτο, βρίσκεται σε μια κοιλάδα κι ακούει γέλια και τραγούδια. Άλλος άνθρωπος στη θέση του ίσως ορρωδούσε, ο Ανέστης όμως δεν ήταν απ’ αυτούς που σκιάζονταν εύκολα.

Βγαίνει σ’ ένα ξέφωτο και βρίσκει τρεις νεράιδες να παίζουν. Μαντήλια δεν έβλεπε τριγύρω να τα κλέψει να τις κάνει να μιλήσουν, αλλά πολυμήχανος σκέφτηκε να στήσει ξώβεργες. Και πραγματικά, σε λίγο τσουπ! πιάνεται μια νεράιδα στην παγίδα.



William Bouguereau, Nymphes et Satyre, 1873, Sterling and Francine Clark Art Institute, Williamstown, Μασσαχουσέττη, Ηνωμένες Πολιτείες


-Δε σ’ αφήνω να πας πουθενά, λέει ο Ανέστης στη νεράιδα, αν δε μου πεις πώς θα δω μιαν άσπρη μέρα καταπώς μου είπε κι η άσπρη γίδα μου.

-Μόνο αν μου φέρνεις για δέκα μέρες γάλα απ’ τη γίδα σου την άσπρη, του λέει τότε η νεράιδα.

Τι να κάνει κι ο Ανέστης, κάθε μέρα άρμεγε τη γίδα και πήγαινε το γάλα στη νεράιδα.

-Πρώτα θα μ’ ελευθερώσεις, μετά θα πιεις το γάλα, κι άντε να ματαδείς τη γίδα σου, τον ορμηνεύει εκείνη.

Και πίνει ο Ανέστης το γάλα κι εδροσίστη κι αισθάνθη μέσα του μια φοβερήν ορμή.

Σκαρφαλώνει και το πηγάδι και πάει να βρει την αίγα.

Και με το που τη βλέπει ξύνει με το δεξί του ποδάρι τη γη κι ύψωσε το κεφάλι του κι οσμίστη τον αέρα. Κι είδε τη γίδα τη λευκή να του γελά και να του βελάζει κι αυτός σφόδρα ευχαριστήθηκε και δεν είδε που είχε μεταμορφωθεί σε τράγο λευκό. Και παντρεύτηκε ο Ανέστης τη γίδα και κάνανε κι αίγες πολλές και τραγιά και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 27 Mαΐου 2008
___________


La Rotta - The Dufay Collective

buzz it!

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

Hippocampus Guttulatus [1] σε μια μαύρη Ford.

Ψάχνοντας για βιβλία Τέχνης έπεσα πάνω στον Ανδρέα. Έφερνε λίγο στον Αλέκο Αλεξανδράκη και στη φαντασία της καταπιεσμένης παρθένας, που περίμενε υπομονετικά να κλείσει τα 18 για να ενδώσει στο φλερτ και στο συναγελασμό με τα αρσενικά ήταν κάτι σαν το Καβαφικό:

Πολίτου εντίμου υιός- / προ πάντων, ευειδής
έφηβος του θεάτρου, / ποικίλως αρεστός,
ενίοτε συνθέτω / εν γλώσση ελληνική
λίαν ευτόλμους στίχους, / που τους κυκλοφορώ
πολύ κρυφά, εννοείται- / θεοί! να μην τους δουν
οι τα φαιά φορούντες, / περί ηθικής λαλούντες-
στίχους της ηδονής / της εκλεκτής, που πηαίνει
προς άγονην αγάπη / κι αποδοκιμασμένη.

Τον είχα βαφτίσει λοιπόν στη φαντασία μου «Νέο της Σιδώνος». Ο «νέος της Σιδώνος» τραβολογιόταν με μια Αυστριακή, τη Σουζάννα, που του έψηνε το ψάρι στα χείλη, κι αυτός ήτανε δεμένος στο βρακί της. Εγώ δε σκάμπαζα γρι από αντρική ψυχολογία, κι ούτε μπορούσα τότε να καταλάβω πώς οι άντρες μπορούν με ευκολία να ποθούν γυναίκες και με την ίδια ευκολία να πλαγιάζουν πότε με τη μια και πότε με την άλλη. Νόμιζα πως επειδή του παραχώρησα την «πολύτιμον παρθενίαν μου» τα είχαμε «φτιάξει». Πέρασαν μήνες για να καταλάβω πως δεν τα είχαμε «φτιαγμένα» καθόλου και λογάριαζα ν’ αυτοκτονήσω μια μέρα του Φλεβάρη, με θεαματικό τρόπο: Θα ήτανε λέει σαράντα μέρες μετά από το τελευταίο μας ζευγάρωμα, κι εγώ νηστική θα έπαιρνα 3-4 κουτιά ασπιρίνες αφού πρώτα άκουγα την άρια της αυτοκτονίας της Μαντάμ Μπατερφλάι με την Κάλλας, όταν παίρνει το σπαθί των σαμουράι που γράφει επάνω «να πεθαίνεις τίμια, όταν δεν μπορείς πια να ζεις τίμια» και κάνει χαρακίρι.
Πικάπ δεν είχα και μια και δυο την καθορισμένη μέρα (ήτανε και Κυριακή) παίρνω το δίσκο και πάω στης φίλης μου της Μαιρούλας. Θα άκουγα λέει την άρια και μετά θα έπαιρνα τις ασπιρίνες. Και για να είμαι και εκατό τοις εκατό σίγουρη ότι θα έπιανε, θα έβγαινα έξω στους δρόμους ημιζαλισμένη να με πατήσει το τρόλει.
Τελικά τα σχέδια μου τα χάλασε η μαμά της Μαιρούλας.
-Δεν έχετε λυσσάξει της πείνας, κορίτσια; Μας λέει κι ετοιμάζει μακαρονάδα.
Εγώ απ’ τη μια σκεφτόμουν την αυτοκτονία στο πλάνο, αλλά από την άλλη είχα περιπέσει και σε νηστεία μέρες πολλές και στη μυρωδιά της μακαρονάδας μου τρέχανε τα σάλια. Τελικά κάθησα κι έφαγα, κι όταν χόρτασα λέω μέσα μου «Σκατούλες! Με γεμάτο στομάχι πώς θα με πιάσουν οι ασπιρίνες;» Έτσι ανέβαλα την αυτοκτονία μου και φυσικά δε θα μπορούσα να την πραγματοποιήσω τη Δευτέρα, διότι δε θα ήμαστε πια στην τεσσαρακοστή ημέρα από το τελευταίο ζευγάρωμα με το «νέο της Σιδώνος», αλλά στην τεσσαρακοστή πρώτη.

Egon Schiele, Stehende Frau in rot, 1913
Πέρασε καιρός και γνώρισα το Γιώργο, που έμενε στα Αναφιώτικα. Η Πλάκα πάντα εξασκούσε επάνω μου τεράστια έλξη, και λόγω των αρχαιοτήτων, αλλά και λόγω των καφενέδων και των Χατζηδακικο-λογοτεχνικο-μουσικο-φιλοσοφικών μου αναφορών.
Με το Γιώργο βρισκόμαστε σε παρέες με δάσκαλους που σχετίζονταν με τη Διεθνή Αμνηστεία, το Θέατρο και την Ποίηση και πίναμε κρασί με τυρί φέτα και μια ολίγη από φασολάκια φρέσκα ή μανεστράκι, ό,τι υπήρχε κατά περίπτωση. Το ειδύλλιο με το Γιώργο κράτησε μόλις δυο μήνες. Μια μέρα μου ανακοίνωσε ότι έρχεται από τη Σκοτία η Σιόνα, η επίσημη αγαπημένη του των καλοκαιριών, με την οποία νταραβεριζόταν επτά χρόνια. Αποφάσισα να το παίξω άνετη και cool. «Α, ναι σοβαρά; Μπράβο» κλπ, κλπ, σαν μια «προχωρημένη φίλη», που έχοντας ξεπεράσει το ταμπού της Ελληνίδας «γυναικούλας», γίνεται το μεγάλο αυτί του πόνου του «εραστο-φίλου». Τελικά ο Γιώργος κατέφευγε σε μένα για να μου πει, πόσο πολύ τον βασάνιζε η Σιόνα με τη ζήλεια της και πόσο πολύ υποφέρει, κι εγώ τον συμπονούσα στ’ αλήθεια, αλλά από την άλλη δεν μπορούσα να κατανοήσω και πάλι τη φύση των ανδρών, που απ’ τη μια καταπιέζονται και δεν αντέχουν, αλλά από την άλλη αισθάνονται και ανασφάλειες, όταν τους αφήνεις αμολητούς.
***
***
Σήμερα, λόγω έλλειψης ηλιοφάνειας το μυαλό μου γύριζε συνεχώς γύρω απ’ τον Ήλιο και το Ρωμαίο αυτοκράτορα Ηλιογάβαλο, που παντρεύτηκε πέντε φορές κι έδειξε μεγάλη ασέβεια προς όλες τις θρησκευτικές παραδόσεις και τα σεξουαλικά ταμπού. Ο Ηλιογάβαλος λέει, αντικατέστησε το κεφάλι του Διός του Ρωμαϊκού Πανθέου με το κεφάλι του Deus Sol Invictus, του απόρθητου βασιλιά του Ήλιου. Κι η λέξη sol μου έφερε στο νου τη μουσική νότα σολ ή G της Ευρωπαϊκής Μουσικής Παράδοσης. Τότε θέλησα να ακούσω μουσική, κι έπεσα πάνω στον Ηλιογάβαλο με τα μπαλέτα Béjart [2].
Μαγνητίστηκα.. Η κίνηση των κορμιών των χορευτών μου θύμησε τα Γράμματα του
Erté (πρωτοπόρου της Art Deco) και κατακλύστηκα από συνειρμούς. Το κεφάλι μου γέμισε με εικόνες, τη νότα σολ και Ιππόκαμπους.
Στο μεταξύ, η ζωή τραβάει απ’ το μανίκι.... αλλά...

"Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις
εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκκαλο
με το λουρί στο σβέρκο
νάτη πετιέται από ξαρχής
κι αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό
με το καμάκι του ήλιου."

Με βάζανε και στο σχολείο να το τραγουδάω σόλο στις σχολικές γιορτές κι ήταν μεγάλο σουξέ μου. Μια αυτό, μια η ωδή του Κάλβου:

"Όσοι το χάλκαιον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται
ζυγόν δουλείας ας έχωσιν.
Θέλει αρετήν και τόλμην
-η ελευθερία."

Μου λέγανε ότι έχω Φαραντουρική φωνή. Και το τραγουδούσα σε ρε ματζόρε, ενισχυμένο κι απ’ τις καταβολές μου απ’ τη μάνα μου, που αναγεννιόταν κάθε φορά μέσα απ’ την τέφρα της, όταν όλοι τριγύρω στοιχημάτιζαν ότι θα τινάξει τα πέταλα. Βοηθάει το να έχεις μάνα, που ανήκε στο αστερισμό του Σκορπιού. Ψυχοβγάλτης μεν, αλλά κλειδοκράτορας στην πιο βαθύ Φροϋδικό ερώτημα της ζωής: γέννηση – λίμπιντος – θάνατος.
Ίσως γι’ αυτό, όταν αρνούμαι τη Διονυσιακή μου φύση και αποστειρώνω τον περιβάλλοντα χώρο, αποστερώ κι από τον εαυτό μου τη χαρά, κι όλα μοιάζουν γύρω απίστευτα ανούσια. Κοινοτοπίες, επαναλαμβανόμενα κλισέ... Και ποιος ο λόγος να ξημερώσει μια άλλη μέρα, για να ακούσεις και πάλι τα ίδια;

Το G του Erté, σαν τη νότα sol, σαν Ήλιος, σαν Ιππόκαμπος


To O του Erté

____________


[1] Στον Ερωτευμένο Ιππόκαμπο, επέλεξα για τον Ιππόκαμπο το ονοματεπώνυμο Τίτος Γουτουλάτος, γιατί guttulatus είναι είδος ιππόκαμπου, που απαντάται και στη θάλασσα της Μεσογείου. O Hippocampus Guttulatus Κολυμπά στην ανοιχτή θάλασσα μακρυά από μολυσμένα ύδατα και είναι είδος απειλούμενο προς εξαφάνιση.

[2] *Τα μπαλέτα Béjart στον Ηλιογάβαλο*

[3] Πηγή φωτογραφιών: α) Egon Schiele, Stehende Frau in Rot, β) Το G και το Ο του Erté


Συναφής ανάρτηση: Ο Ερωτευμένος Ιππόκαμπος



© Vejen, Φεβρουάριος 2008, Eλένη Καλλιανέζου

buzz it!