Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008

Αρχίζοντας από την Αλφαβήτα, όπου Άλφα = Αστυνομία και Βήτα = Βία

Αστυνομίας Γένεση.

Το 1884 ο Φρήντριχ Ένγκελς θα δημοσιεύσει το διάσημο βιβλίο του Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους, αναλύοντας με ιστορικά παραδείγματα πώς περνούμε από τη φυλετική κοινωνία στην πολιτική, πώς διαχειρίζονται οι πηγές πλούτου για να οδηγήσουν στις ταξικές διαφορές με τη δημιουργία τάξεων και κοινωνικής διαστρωμάτωσης μέσα από τα στάδια που χαρακτηρίζει ο ίδιος Άγρια Κατάσταση, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός. Όταν ιδρύεται κράτος, συγκροτείται και αστυνομία. Αναφέρει λοιπόν:

Οι Αθηναίοι ίδρυσαν λοιπόν ταυτόχρονα με το κράτος τους και αστυνομία, μια σωστή χωροφυλακή από πεζούς και έφιππους τοξότες κυνηγούς της υπαίθρου (Landjager), όπως τους λένε στη Νότια Γερμανία και στην Ελβετία. Η χωροφυλακή αυτή όμως σχηματίστηκε από δούλους. Τόσο εξευτελιστική φαινόταν στον ελεύθερο Αθηναίο αυτή η υπηρεσία του χωροφύλακα που προτιμούσε να τον συλλαμβάνει ο οπλισμένος δούλος παρά να ασχολείται ο ίδιος με τέτοιες ατιμωτικές πράξεις. Εδώ εκφράζεται ακόμα η παλιά νοοτροπία των γενών. Το κράτος δεν μπορούσε να υπάρχει χωρίς την αστυνομία, ήταν, όμως, ακόμα νέο και δεν είχε ακόμα αρκετό ηθικό κύρος για να κάνει σεβαστό ένα επάγγελμα που αναγκαστικά φαινόταν ατιμωτικό στα πρώην μέλη του γένους.

Ο Ένγκελς δε θα αναφερθεί στο διάσημο βιβλίο του για το ότι Σκύθες χωροφύλακες αναλάμβαναν καθημερινά να συγκεντρώνουν τους Αθηναίους στην Εκκλησία του Δήμου, όταν η πολιτική απάθεια έπαιρνε διαστάσεις ανησυχητικές. Ο συμμετέχων στα κοινά έπαιρνε μίσθιο μιας δραχμής. Κρατώντας ένα σχοινί βαμμένο με μίνιο οι Σκύθες χωροφύλακες μάζευαν τους αποσκιρτήσαντες από τη δημόσια συγκέντρωση. Ο φέρων μίνιο στο χιτώνα του πολίτης δεν έπαιρνε το μέρισμά του από το δημόσιο μισθό, ως αδιάφορος στα κοινά. Αλλά φυσικά, άλλα πραγματεύεται ο Ένγκελς στο πόνημά του. Πιο κάτω θα πει:

Το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η εγκαθίδρυση μιας δημόσιας εξουσίας, που δεν συμπίπτει πια άμεσα με τον αυτοοργανωμένο σε ένοπλη δύναμη πληθυσμό. Αυτή η ιδιαίτερη δημόσια εξουσία χρειάζεται, γιατί από τότε που διασπάστηκε η κοινωνία σε τάξεις έγινε αδύνατη μια αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού. Και οι δούλοι ανήκουν στον πληθυσμό. Οι 90.000 αθηναίοι πολίτες αποτελούν μονάχα μια προνομιούχα τάξη απέναντι στους 365.000 δούλους. Ο λαϊκός στρατός της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν μια αριστοκρατική δημόσια εξουσία απέναντι στους δούλους και τους χαλιναγωγούσε. Αλλά για να χαλιναγωγούνται οι πολίτες, έγινε απαραίτητη, όπως είπαμε πιο πάνω, η χωροφυλακή. Αυτή η δημόσια εξουσία υπάρχει σε κάθε κράτος. Δεν αποτελείται μονάχα από οπλισμένους ανθρώπους, αλλά και από υλικά εξαρτήματα, από φυλακές και κάθε λογής ιδρύματα καταναγκασμού που ήταν άγνωστα στην κοινωνία των γενών. Μπορεί η δημόσια αυτή εξουσία να είναι πολύ ασήμαντη, σχεδόν μηδαμινή σε κοινωνίες με ανεξέλικτες ακόμα τις ταξικές αντιθέσεις και σε απομακρυσμένες περιοχές, όπως γίνεται κάπου και κάποτε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ενισχύεται όμως στο βαθμό που οξύνονται οι ταξικές αντιθέσεις μέσα στο κράτος και στο βαθμό που τα κράτη που συνορεύουν μεταξύ τους γίνονται μεγαλύτερα και πολυπληθέστερα. Ας δούμε μόνο τη σημερινή μας Ευρώπη, όπου η ταξική πάλη και ο ανταγωνισμός για κατακτήσεις ανέβασαν τη δημόσια εξουσία σε τέτοια ύψη, που απειλούν να καταβροχθίσουν ολόκληρη την κοινωνία, ακόμα και το κράτος.

Για να διατηρείται αυτή η δημόσια εξουσία χρειάζονται οι εισφορές των πολιτών — οι φόροι. Οι φόροι ήταν τελείως άγνωστοι στην κοινωνία των γενών. Εμείς όμως σήμερα ξέρουμε να πούμε πολλά γι' αυτούς. Με την πρόοδο του πολιτισμού δεν φτάνουν πια ούτε κι αυτοί. Το κράτος εκδίδει γραμμάτια για το μέλλον, κάνει δάνεια, κρατικά χρέη. Η γρια-Ευρώπη έχει πικρή πείρα και απ' αυτά.

Η γριά Ευρώπη του Ένγκελς ήταν αρκετά πιο νεαρή, αφού το βιβλίο γράφτηκε το 1884 και σίγουρα έχουμε πολλά ακόμη να πούμε και πολλά ιστορικά παραδείγματα να δώσουμε πικρής εμπειρίας επί των φόρων για τη διατήρηση της δημόσιας εξουσίας.


Βίβλος Γενέσεως ΜΑΤ και ΜΕΑ

Αλλά τι γίνεται εν Ελλάδι με την ίδρυση των ΜΑΤ και ΜΕΑ; Ένα αποκαλυπτικότατο χρονικό μας δίνεται εδώ, όπου ο απόστρατος αξιωματικός της αστυνομίας πόλεων Ηλίας Ψυχογιός, με μακρόχρονη πορεία από το 1945 στην προδικτατορική καταστολή συγκεντρώσεων και διαδηλώσεων στα Ιουλιανά και στο Πολυτεχνείο, θα αναλάβει μεταδικτατορικά την οργάνωση του καινούργιου σώματος καταστολής:

Δεν υπήρχε πρότυπον, τίποτα. Το βασικό, τους έλεγα εγώ, είναι να φτιάξουμε μια δύναμη που θα απασχολείται αποκλειστικά (ή σχεδόν αποκλειστικά) με το θέμα αυτό. Να υπάρχουν 100 άνδρες και, όταν χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε κάποια συνάθροιση, να καλούμε αυτούς κι όχι άλλους θα πει ο Ηλίας Ψυχογιός, ο οποίος πιο κάτω θα πει:

Ως αρχική ιδέα χρησιμοποίησε όσα είχε δει στην Αμερική, επέφερε όμως αλλαγές για να τα προσαρμόσει "στα ελληνικά δεδομένα". Ενίσχυσε, λχ, το βάθος της αστυνομικής παράταξης που έρχεται αντιμέτωπη με τους διαδηλωτές: "Τους μάζεψα όλους μαζί, για να μην μπορούνε να μας διασπάσουν, μπροστά οι ψηλοί και οι πιο δυνατοί". Κάποιες από τις ιδέες του, όπως η "σφήνα" (για τον διεμβολισμό των συγκεντρώσεων και την "ριζικήν μεταβολήν της ψυχολογίας των εις το κέντρον της μάζης ευρισκομένων"), ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν στην πράξη.

"Οι αναρχικοί έλαβαν ένα καλό μάθημα. Αντελήφθησαν ότι το Κράτος είναι πανίσχυρον και όποιος αντιτάσσεται προς τας επιταγάς του, υφίσταται σοβαράς συνεπείας"
...
Αργότερα, μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, τα ΜΕΑ θα υποκαταστήσουν προσωρινά τα ΜΑΤ, ως αιχμή του δόρατος της πολιτικής καταστολής. Ντυμένοι με πολιτικά, οι άνδρες τους μπορούσαν να διαλύουν στα μουλωχτά ανεπιθύμητες συγκεντρώσεις (όπως του κινήματος για το στρατό), χωρίς να εκτίθεται δημόσια η πολιτική ηγεσία της "Αλλαγής".

Τι είναι λοιπόν τα ΜΑΤ και τίνι τρόπω εκπαιδεύονται; Μα δεν υπάρχει καμιά απολύτως αμφιβολία ότι είναι σώμα καταστολής.



Η Δολοφονία ενός 16άχρονου και η ιερόσυλη καπηλεία της.

Πάμε τώρα στο δολοφόνο του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ σε άρθρο της (9.12.2008) τον περιγράφει ως το λάθος άνθρωπο στην λάθος θέση με modus vivendi το «πρώτα πυροβόλησε και μετά ρώτα». Προς τι λοιπόν η έκπληξη για το αμετανόητον και για την έλλειψη συγγνώμης για το 16χρονο; Ο Πάσχος Μανδραβέλης στο άρθρο του Πότε ξεκίνησε το «κακό»; θα το περιγράψει ούτε λίγο ούτε πολύ ως χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου. Φαίνεται όμως ότι έχουμε τόσο πολύ εθιστεί στο show που αδυνατούμε πλέον να αντιληφθούμε εγκαίρως τα ουσιώδη, τα οποία περνούν στα ψιλά γράμματα και αποτελούν στόχο χλευασμού από την «επαναστατημένη – ενεργή πλειοψηφία» απέναντι σ' «εμάς τους συμβιβασμένους».

Με μια μικρή λεπτομέρεια όμως: Κάποιοι από «εμάς τους συμβιβασμένους» αρνηθήκαμε θέση στο Δημόσιο, όταν διοριζόμαστε -χωρίς μπάρμπα στην Κορώνη και χωρίς εχέγγυα καλύτερου μέλλοντος- όταν «ο επαναστάτης» σύντροφος Αλέξης Τσίπρας έπαιρνε το δαχτυλίδι του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να είναι εκλεγμένος, για να βαφτίζει αυθαίρετα την ψυχολογία του όχλου που βανδαλίζει ως «λαϊκή εξέγερση» βγαίνοντας προς άγραν ψήφων από τη νεολαία.

Mε δεδομένη τη στάση μιας Κυβέρνησης που αποδείχθηκε ανίκανη έως και σ' αυτούς που την πίστεψαν, πόσο μάλλον σ' εμάς, με μια αξιωματική αντιπολίτευση που ακολουθεί τη γνωστή τακτική "Πέσε εσύ ν' ανέβω εγώ" και το ΚΚΕ με σταθερή κι άκαμπτη γραμμή απ' το '74 κι εδώθε να περιμένει να πέσει ο καπιταλισμός, μόνη ελπίδα φαινόταν να απομένει η Ανανεωτική Αριστερά.

Λαϊκή εξέγερση όμως, δεν υπάρχει χωρίς κεντρικά αιτήματα και οκτάχρονοι πιτσιρικάδες που βγαίνουν στους δρόμους και πετροβολούν δεν είναι Γαβριάδες στην κομμούνα των Παρισίων.

Δεν αλώθηκε καμιά Βαστίλλη. Αντίθετα, δίνονται ερείσματα να χτιστούν περισσότερες. Γιατί η Βία γεννά Βία. Και όσο αυτή γενικεύεται από τα πλήθη, τόσο περισσότερο θα θεωρηθεί αργότερα τεχνηέντως αναγκαία η εκ του Κράτους. Και τέτοια έχουμε δει με την κατάφωρη καταστρατήγηση των θεσμών στην Ελλάδα, την απαξίωση του ανθρώπου, την εξαθλίωση. Απεκδυόμενοι την ταυτότητα του ανθρώπου, δεν μπορούμε μετά ως άνθρωποι να αξιώνουμε ή να απαιτούμε. Απλώς θα επαιτούμε. Και «beggars can't be choosers».

Πολύ ενδιαφέρουσα, κατά την άποψή μου, συζήτηση εξελίσσεται στο ιστολόγιο του Σπίθα, ενώ ο Pølsemannen μας καλεί να σκεφτούμε.




John Gutmann, The Jump, 1939, Courtesy Castelli Graphics



© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 11 Νοεμβρίου 2008

buzz it!

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2008

Η Κατερίνα και ο Τράγος

Tω αυτώ μηνί KE΄, μνήμη της Aγίας και ενδόξου Mεγαλομάρτυρος του Xριστού Aικατερίνης.

Αικατερίνα και σοφή και παρθένος,
Eκ δε ξίφους και Mάρτυς. Ω καλά τρία!
Eικάδι πέμπτη άορ κατέπεφνεν ρήτορα κούρην.

Αύτη ήτον κατά τους χρόνους του Mαξιμιανού εν έτει τδ΄ [304], καταγομένη από την πόλιν της Aλεξανδρείας, θυγάτηρ βασιλίσκου τινός ονομαζομένου Kώνστου. Ωραία πολλά και μεγαλόσωμος, δεκαοκτώ χρόνων ούσα κατά την ηλικίαν. Aύτη έμαθεν εις το άκρον κάθε ελληνικήν και ρωμαϊκήν, ήτοι λατινικήν παιδείαν και επιστήμην: δηλαδή του Έλληνος Oμήρου, του των Λατίνων μεγαλωτάτου ποιητού Bιργιλίου, του Aσκληπιού, του Iπποκράτους και Γαληνού των ιατρών, Aριστοτέλους και Πλάτωνος, Φιλιστίωνός τε και Eυσεβίου των φιλοσόφων, Iαννή και Iαμβρή των μεγάλων μάγων, Διονυσίου και Σιβύλλης. Aυτή εγυμνάσθη και όλην την ρητορικήν τέχνην, όση εφευρέθη από τους ανθρώπους. Oυ μόνον δε ταύτας, αλλά και πολλάς γλώσσας και διαλέκτους πολλών εθνών έμαθεν η πάνσοφος, ώστε οπού έκαμνεν εκστατικούς, όχι μόνον εκείνους οπού την έβλεπον, αλλά και εκείνους οπού ήκουον την φήμην και την σοφίαν της. Kατά τους χρόνους δε του βασιλέως Mαξιμιανού και Mαξεντίου του υιού του, επιάσθη διά την εις Xριστόν ομολογίαν, και εδοκίμασε πολλά και διάφορα βάσανα. Kαι με την σοφίαν αυτής και διαλεκτικήν, εκατάπεισεν εκατόν πενήντα ρήτορας να πιστεύσουν εις τον Xριστόν, ομού με άλλους πολλούς Έλληνας. Mε τους οποίους απεκεφαλίσθη η μακαρία, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. (Tον κατά πλάτος Bίον αυτής όρα εις τον Παράδεισον.)

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Α´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)




Carlo Crivelli, H Αικατερίνη της Αλεξανδρείας, περί το 1470, Santa Lucia, Montefiore dell' Aso


΄Ασπρο σαν το χιόνι το Κατερινιώ
μύριζε λεμόνι, μόσκο στο σκολειό.
Μαύρα τα μαλλιά τση δαχτυλιδωτά
θάλασσες τα μάτια τ' αμυγδαλωτά.

Αχ Κατερινιώ, καλέ Κατερινιώ
δεν επήρες άντρα μέσα απ' το χωριό.

Ζήλεψεν η νύχτα τα σγουρά μαλλιά
πού 'χανε κονέψει άστρα και πουλιά.
Στ' άδικου τη χέρα ήδωσε βουλή
κι ήριξε στο χώμα τ' ακριβό κουρλί.

Αχ Κατερινιώ, καλέ Κατερινιώ
δεν επήρες άντρα μέσα απ' το χωριό.

Νύχτες δίχως άστρα σαν τ' αερικό
φαίνει στ' αργαλειό τση κόσμο μαγικό.
Μάθαν το οι κυράδες και περάσανε
ονειροκεντίδια κι αγοράσανε.

Αχ Κατερινιώ, καλέ Κατερινιώ
δεν επήρες άντρα μέσα απ' το χωριό.

Χαΐνηδες






François Clouet, Αικατερίνη των Μεδίκων. Το όνομά της συνδέθηκε με τη μεγάλη σφαγή της Νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου. Πηγή εικόνας © Bridgeman Art Library, Μουσείο Carnavalet, Παρίσι

Tις Κατερίνες η Εκκλησία τις έκανε προστάτιδες των Γραμμάτων και των Τεχνών, όμοια όπως οι Αιγύπτιοι έκαναν προστάτιδα των Γραμμάτων και των Τεχνών τη γάτα και οι Ινδοί τον ελέφαντα.
Ο τρισκατάρατος Ερρίκος ο Η' παντρεύτηκε τρεις Κατερίνες. Πρώτη την Αικατερίνη της Αραγωνίας, που ευτυχώς τη σκαπούλαρε μ' ένα διαζύγιο και μια κόρη, τη Μαίρη την αιμοσταγή. Δεύτερη από τις Κατερίνες του η Αικατερίνη Χάουαρντ, πέμπτη του σύζυγος κατά σειρά, που αποκεφαλίστηκε όπως και η δύστυχη ξαδέρφη της και δεύτερη σύζυγός του Άννα Μπολέυν, μητέρα της Ελισάβετ της Μεγάλης. Η Αικατερίνη Χάουαρντ ήταν ομορφούλα και ολίγον τι πεταχτούλα, αλλά έβαλε μυαλό μόνο όταν έχασε το τσαχπίνικο κεφαλάκι της. Τελευταία και τυχερή στάθηκε η Αικατερίνη Παρ, που λάτρευε τα κοσμήματα κι έμεινε και χήρα.








Ζούσε μια φορά κι έναν καιρό ένα κοριτσάκι που το λέγαν Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα.

Η Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα ήτανε κοριτσάκι περίεργο κι αλαφροΐσκιωτο, που αρεσκότανε να πηγαίνει περιπάτους στις ερημιές και να κουβεντιάζει με τα ζώα και τα πουλιά.

Μια μέρα, εκεί που περπατούσε στο δάσος βλέπει ένα τραγί.

-Το μεσημέρι που θα πας στο σπίτι σου, θα δεις και τον αδερφό μου, λέει το τραγί της Κατερίνας ή Κατέ ή Κατερινιώς ή Καίτης ή Κατινίτσας, που για λόγους συντομίας θα τηνε λέμε πια Κατ.

-Δε βλέπω την ώρα, απαντάει η Κατ χαρούμενη.

Πράγματι, πάει σπίτι της και βλέπει ένα προβατάκι που το είχε φέρει ο πατέρας της πεσκέσι σ' αυτήν και στην αδερφή της την Τασσώ.

-Πώς θα το βγάλουμε το προβατάκι; Ρωτάει η Τασσώ.

-Να το πούμε Κίτσο.

Μπε και μπε ο Κίτσος.

-Γιατί βελάζει;

-Θα πεινάει.

Το ταΐσανε λοιπόν χλωροκούκια.

Μπε και μπε πάλι το προβατάκι...

-Θα διψάει. Ας του δώσουμε νεράκι.

Του δώσανε και νεράκι, μα ο Κίτσος συνέχιζε να βελάζει.

Μια με το πεινάει ο Κίτσος – διψάει ο Κίτσος, δώστου ξανά μανά χλωροκούκια και νερό, μέχρι που έσκασε ο δόλιος και τα τίναξε.

Πάει την άλλη μέρα πάλι η Κατ στο δάσος (τη λέμε Κατ για λόγους συντομίας, γιατί τ' όνομά της ήταν Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα) και συναντάει πάλι το τραγί.

-Βρε, αθεόφοβη, ωραία υποδεχτήκατε εσύ με την αδερφή σου τον αδερφό μου!

-Τι έφταιγα; Αφού πέρα από μπε και μπε δεν ήξερε τι άλλο να πει.

-Ναι, ήτανε λιγόλογος ο μακαρίτης. Σήμερα όμως θα έρθει η αδερφή μου απ' το σπίτι σου. Κανόνισε να μην της δώσεις να φάει χλωροκούκια.

Πάει πάλι η Κατ στο σπίτι και βλέπει μια αίγα, που την είχε αφήσει αμανάτι ο γείτονας που θα έφευγε για λίγο καιρό.

-Πώς να την πούμε; Ρωτάει η Τασσώ.

-Να τη βγάλουμε Κανέλλα.

Μπε και μπε η Κανέλλα.

-Θα πεινάει.

Την ταΐσανε χλωροφάσουλα.

Ξανά – μανά πάλι μπε, θα πεινάει, θα διψάει και δώστου νερό και χλωροφάσουλα, πάει κι η Κανέλλα καλλιά της.

Περάσανε μέρες και στο δάσος συναντάει η Κατ το μεγάλο τράγο.

-Ου, να μου χαθείς και σε είχα για ξύπνια! Ξεπάστρεψες και την αδερφή μου.

-Μα, μου, σου, του, τα μασάει η Κατ, αφού κι αυτή μπε έλεγε.

-Ε, για να λέμε και του στραβού το δίκιο ήταν τούβλο η συχωρεμένη. Αλλά κοίτα να φερθείς καλύτερα στο μεγάλο αδερφό μου απόψε.

Το απόγευμα η Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα βρίσκει στο σπίτι ένα κριάρι που το είχε αφήσει ένας τσοπάνης για λίγες μέρες και μετά θα το έπαιρνε πάλι να βατέψει τις προβατίνες.

-Πώς θα το βγάλουμε;

-Περικλή.

Μπε ο Περικλής, του δίνανε να πιει μόνο νερό γιατί φοβόντουσαν μην τον ξεκάνουνε με χλωροκούκια και χλωροφάσουλα και τον κλείσανε και μέσα στον καμπινέ για να τον έχουνε και σίγουρο. Περάσανε μέρες, πάνε να δουν τον Περικλή, τέζα ο Περικλής απ' την πείνα.

Πάει πάλι η Κατ στο δάσος (είπαμε τη λένε Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα) και βρίσκει τον τράγο.

-Τα συλλυπητήριά μου, δεν έχω λόγια... Λέει η Κατ και τότε ο μέγας τράγος βέλασε θριαμβευτικά.

-Να 'σαι καλά, βρε Κατερίνα ή Κατέ ή Κατερινιώ ή Καίτη ή Κατινίτσα! Χρόνια ήθελα να τους βγάλω απ' τη μέση να μείνουν δικά μου τα βοσκοτόπια και οι γίδες του κοπαδιού, αλλά μεγάλη αμαρτία να γίνεσαι αδερφοκτόνος!


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 25 Νοεμβρίου 2008

buzz it!