Συνοψίζοντας.
Εν μέσω της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και κατόπιν εξαγγελίας αντιλαϊκών φορολογικών μέτρων από την Κυβέρνηση αποφασίζεται (επιτέλους) από τις εισαγγελικές αρχές διερεύνηση της εκκλησιαστικής περιουσίας του Αγίου Όρους.
Το γιατί επιλέγεται η συγκεκριμένη χρονική στιγμή για να αποδειχθεί αν το ελληνικό κράτος λειτουργεί καισαροπαπικά ή παποκαισαρικά είναι ένα άλλο ζήτημα που δημιουργεί σκεπτικισμό. Το θέμα ήταν ανοιχτό και παρόν ήδη από τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος για λόγους σκοπιμότητος προήδρευσε στη Σύνοδο της Νικαίας, που οδήγησε και στην από εκκλησίας αγιοποίησή του.
Η έρευνα οδηγεί σε εκπλήξεις (;) και ένα ακόμη σκάνδαλο με εμπλοκή πολιτικών προσώπων. Απόδειξη πως η ηθοποίηση ή η αγιοποίηση ακόμη εξαγοράζονται.
Το ειδησιογραφικό κλίμα αλλάζει και η εκλογολογία με τις σφυγμομετρήσεις για το ποιο κόμμα προηγείται στην πρόθεση ψήφου δίνει τη θέση του στη δικαστική διερεύνηση του υπό αποκάλυψιν σκανδάλου του Βατοπεδίου.
Οι επιφορτισμένοι με καθήκοντα εισαγγελείς να πράξουν το αυτονόητο, να εκτελέσουν δηλαδή ευσυνείδητα την εργασία τους, κ. Σωτηροπούλου και κ. Κολιούσης παραιτούνται από την υπόθεση και από το δικαστικό σώμα, όταν παρακωλύθηκαν στο έργο τους. (Να υπενθυμίσουμε ότι ο κ. Ηλ. Κολιούσης τον Ιούνιο του 2007, όταν με κλήρωση βρέθηκε στην έδρα του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών δίκασε τους κατηγορουμένους για την υπόθεση της ΔΕΚΑ και είχε δηλώσει τότε ότι «κανείς, ούτε ο πρωθυπουργός της χώρας δεν μπορεί να επηρεάσει την κρίση των Ελλήνων δικαστών». Η δε κ. Ε. Σωτηροπούλου σημειωτέον δε θεμελιώνει δικαίωμα συνταξιοδότησης, αντίθετα με τα λεγόμενα της κ. Ψαρούδα - Μπενάκη στη χθεσινή τηλεοπτική συζήτηση Λαβύρινθος της ΕΤ 3 με συμμετοχή των κ.κ. Πετσάλνικου και Κουβέλη. Βλέπε και σημερινό ρεπορτάζ της Μίνας Μουστάκα, στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ).
Δε θα σταθώ στο αν τους ασκήθηκαν ή όχι πιέσεις από πολιτικά πρόσωπα ή από την προϊσταμένη αρχή τους, και παρουσιάστηκαν ως μη ευπειθείς στην υπαλληλική ιεραρχία, κατά τα λεγόμενα της κ. Ψαρούδα – Μπενάκη, γιατί το θεωρώ ήσσονος σημασίας. Όταν οι εισαγγελείς φέρουν αμελλητί -κατά το νόμο- το θέμα στη Βουλή, ως μη αρμόδιοι από το Σύνταγμα να προχωρήσουν στην υπόθεση, αφού εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα, ο κ. Σανιδάς αποφαίνεται απαραδέκτως και παρανόμως, όταν τους ζητά να συνεχίσουν την έρευνα. Άρα, πιέσεις τους ασκήθηκαν, αν όχι από πολιτικά πρόσωπα, από την προϊσταμένη αρχή τους και αυτό είναι γεγονός de facto.
Η κυβέρνηση για να χρησιμοποιήσω και φρασεολογία του Χ. Βερελή, βουλευτή του ΠΑΣΟΚ σε άλλη τηλεοπτική συζήτηση με τον Κ. Αγοραστό της Ν.Δ. και το Φ. Κουβέλη του ΣΥΝ θα παράξει, πιεσμένη από τα γεγονότα όχι πολιτική αλλά επικοινωνιακές εικόνες. Θα ζητήσει δηλαδή τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής της Βουλής, όταν ο πρωθυπουργός, πριν από λίγο μόλις καιρό μας δήλωνε ότι οι εξεταστικές επιτροπές δεν τελεσφορούν επί της ουσίας.
Τι γνωρίζουμε από τα τηλεοπτικά μέσα για τις διαφορές αυτών των δύο επιτροπών;
Η εξεταστική επιτροπή απαιτεί πλειοψηφία 120 βουλευτών σε φανερή ψηφοφορία και αποδίδει πολιτικές ευθύνες.
Η προανακριτική επιτροπή ή κατά κ. Σταθόπουλο, πρώην υπουργό Δικαιοσύνης προκαταρτική της προανάκρισης επιτροπή της Βουλής δεν λειτουργεί ως επί της ουσίας προανακριτική, αλλά διερευνά κατά πόσον μπορεί να συσταθεί φάκελλος με στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα στο Ειδικό Δικαστήριο. Η ψηφοφορία είναι μυστική και απαιτείται πλειοψηφία 151 βουλευτών που θα αποδώσουν σε πρόσωπα ποινική ευθύνη.
Εάν μέλη κυβέρνησης φέρουν ποινική ή πολιτική ευθύνη για πράξεις τους που ζημιώνουν το δημόσιο συμφέρον, το μόνο όργανο να αποφανθεί και να γνωμοδοτήσει είναι το Κοινοβούλιο με τη σύσταση αναλόγως προανακριτικής ή εξεταστικής επιτροπής. Σε κάθε περίπτωση δε αποδεδειγμένης ατασθαλίας μελών κυβερνήσεως ο Πρωθυπουργός σαφώς και ρητώς φέρει πολιτική ευθύνη για τις επιλογές του.
Είναι λοιπόν κατ' εμέ σαφές ότι εάν όντως υπάρχει πολιτική βούληση διαφάνειας στον πολιτικό βίο και η περί πολλού ηθοποίηση της πολιτικής ζωής έχει και κάποιο νόημα στην πράξη, τότε οι επιτροπές πρέπει να λειτουργήσουν και οι δύο και εκ παραλλήλου.
Σαφέστατο επίσης ότι όπως διαμορφώνεται το πολιτικό κλίμα, μόνο εκλογές δεν μπορούμε να ζητάμε άμεσα, αφού πέραν της πενταετίας ή δύο κοινοβουλευτικών περιόδων ποινικά αδικήματα των πολιτικών προσώπων παραγράφονται.
Τι αναμένεται να γίνει; Να αρχίσει το έργο της η εξεταστική επιτροπή από τον Ιανουάριο του 2009 και σύμφωνα με βεβαιώσεις υψηλών στελεχών της ΝΔ να περατωθεί το έργο τους εντός ενός μηνός, ώστε να προχωρήσουμε αν χρειαστεί στη σύσταση της προανακριτικής επιτροπής, όταν για να ανοιχθούν τραπεζικοί λογαριασμοί χρειάζεται περίοδος περίπου ενός τετραμήνου;
Μα ήδη από το Φεβρουάριο μπαίνουμε σε προεκλογική περίοδο για τις ευρωεκλογές.
Υπόθεση εργασίας: Έστω ότι όλα τα αντιπολιτευτικά κόμματα συναινούν και ψηφίζουν τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής. Αφού η Κυβέρνηση εμφανίζει αυτοδυναμία για να υπερψηφιστεί παρόμοια πρόταση απαιτούνται διαρροές από το κυβερνών κόμμα.
Το κατά πόσον ενδεχόμενες τέτοιες διαρροές θα σημάνουν και πολιτική αυτοχειρία των όποιων ανταρτών κατά κ. Ψαρούδα – Μπενάκη δε χρήζει εμβριθούς αναλύσεως. Μάλλον η «νομιμότητα της ιεραρχίας εξασφαλίζει και το ηθικά αποδεκτό». Μας το δήλωσε και πριν από λίγο καιρό ο κ. Βουλγαράκης. Αυτό όμως που κανείς δε δηλώνει είναι ότι οι νόμοι υπάρχουν ακριβώς επειδή δε ζούμε σε κράτος δικαίου, γιατί τότε δε θα χρειάζονταν παραθυράκια νόμων και τροποποιήσεις για να αποδείξουν ένα ακόμη αυτονόητο: Ότι το δίκαιο και όχι το νόμιμο είναι το ηθικά αποδεκτό.
Και στους περί δικαίου λόγους ή μύδρους πολιτική επιζήμια για τον τόπο δεν παραγράφεται μετά το πέρας της πενταετίας, αλλιώς θα συνεχίζονται επ' άπειρον οργουελικές αναλύσεις τύπου Φάρμας των Ζώων αν όλα τα ζώα είναι ίσα, αλλά τα γουρούνια πιο ίσα από τα υπόλοιπα ζώα της φάρμας.
Τελικά, δύο ευσυνείδητοι λειτουργοί της Δικαιοσύνης ήταν αρκετοί για να αναγκάσουν τον πρωθυπουργό να δει την αναγκαιότητα της διερεύνησης του θέματος από τη Βουλή, αφού δεν υπέκυψαν σε πιέσεις άνωθεν. Οψόμεθα!
______________________________
Το άρθρο 86 του Συντάγματος:
- Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος ορίζει. Απαγορεύεται η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων.
- Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά των προσώπων και για τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής κατά την παράγραφο 3. Αν στο πλαίσιο άλλης ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης ή διοικητικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία, τα οποία σχετίζονται με τα πρόσωπα και τα αδικήματα της προηγούμενης παραγράφου, αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση.
- Πρόταση άσκησης δίωξης υποβάλλεται από τριάντα τουλάχιστον βουλευτές. Η Βουλή, με απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών συγκροτεί ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, διαφορετικά, η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Το πόρισμα της επιτροπής του προηγούμενου εδαφίου εισάγεται στην Ολομέλεια της Βουλής, η οποία αποφασίζει για την άσκηση ή μη δίωξης. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος. Με τη διαδικασία και την πλειοψηφία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής η Βουλή μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλεί την απόφασή της ή να αναστέλλει τη δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία.
- Αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων σε πρώτο και τελευταίο βαθμό είναι, ως ανώτατο δικαστήριο, Ειδικό Δικαστήριο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου. Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου κληρώνονται, μετά την άσκηση δίωξης, από τον Πρόεδρο της Βουλής σε δημόσια συνεδρίαση της Βουλής, μεταξύ των μελών των δύο ανώτατων αυτών δικαστηρίων, που έχουν διορισθεί ή προαχθεί στο βαθμό που κατέχουν πριν από την υποβολή πρότασης για άσκηση δίωξης. Του Ειδικού Δικαστηρίου προεδρεύει ο ανώτερος σε βαθμό από τα μέλη του Αρείου Πάγου που κληρώθηκαν και μεταξύ ομοιόβαθμών ο αρχαιότερος. Στο πλαίσιο του Ειδικού Δικαστηρίου της παραγράφου αυτής λειτουργεί Δικαστικό Συμβούλιο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από δύο μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και τρία μέλη του Αρείου Πάγου. Τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου δεν μπορεί να είναι και μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου. Με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου ορίζεται ένα από τα μέλη του που ανήκει στον Αρειο Πάγο ως ανακριτής. Η προδικασία λήγει με την έκδοση βουλεύματος. Καθήκοντα εισαγγελέα στο Ειδικό Δικαστήριο και στο Δικαστικό Συμβούλιο της παραγράφου αυτής ασκεί μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που κληρώνεται μαζί με τον αναπληρωτή του. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου ενώ το δεύτερο εδάφιο και για τον εισαγγελέα. Σε περίπτωση παραπομπής προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου συμπαραπέμπονται και οι τυχόν συμμέτοχοι, όπως νόμος ορίζει.
- Αν για οποιονδήποτε άλλο λόγο, στον οποίο περιλαμβάνεται και η παραγραφή, δεν περατωθεί η διαδικασία που αφορά δίωξη κατά προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, η Βουλή μπορεί, ύστερα από αίτηση του ίδιου ή των κληρονόμων του, να συστήσει ειδική επιτροπή στην οποία μπορούν να μετέχουν και ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί για τον έλεγχο της κατηγορίας.
Update, Αθήνα, 22 Οκτωβρίου 2008
Έφτασε σήμερα στη Βουλή ο φάκελλος για την υπόθεση του Βατοπεδίου, λίγες ώρες πριν από την ψηφοφορία από τη Βουλή για τη σύγκληση Εξεταστικής Επιτροπής, η οποία προβλέπεται για σήμερα τα μεσάνυχτα. Η τρίτη εισαγγελέας που ερευνά την υπόθεση κ. Ευσταθία Σπυροπούλου θεώρησε ότι ο φάκελλος έπρεπε να διαβιβαστεί με ενεργοποίηση του άρθρου 86 του Συντάγματος "Περί Ευθύνης Υπουργών", όπως και οι υπό παραίτησιν εισαγγελείς κ.κ. Ηλίας Κολιούσης και Ελένη Σωτηροπούλου. Εντούτοις, με αξιολόγηση του κ. Σανιδά, ο φάκελλος έφτασε με ενεργοποίηση του άρθρου 147 της Ποινικής Δικονομίας, το οποίο προβλέπει τα κάτωθι:
Άρθρο 147. - Αντίγραφα.
Αντίγραφα των αποφάσεων, των διατάξεων, των πρακτικών, των βουλευμάτων, καθώς και κάθε εγγράφου της ποινικής διαδικασίας δίνονται μετά το τέλος της σε κάθε διάδικο της ποινικής δίκης, ενώ σε οποιονδήποτε άλλον που έχει συμφέρον δίνονται με αίτησή του και με έγκριση του προέδρου του δικαστηρίου ή του πταισματοδίκη. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 101, 104, 107 και 108• σε οποιονδήποτε τρίτο που έχει έννομο συμφέρον είναι δυνατό να δοθούν αντίγραφα με ομόφωνη έγκριση του ανακριτή και του εισαγγελέα.
© Eλένη Καλλιανέζου
