Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2008

«Σαμψών και Δαλιδά, Μαρίκα μου!»

Σάρα Μπερνάρ, στο ρόλο «La Sorcière» (H Mάγισσα), 1903. Πηγή φωτογραφίας: Τhe Sara Bernhard Pages


Ο Δημητρός είχε ξενητευτεί στην Αμέρικα. Κουμανταδόρισσα στα οικονομικά του σπιτιού ήτανε πάντα απ' όλα τα αδέρφια η Μαρίκα, που ήτανε νοικοκυρά και προκομένη.

Έτσι λοιπόν, ο Δημητρός δούλευε κι έφτιαχνε κομπόδεμα για να 'χει, όταν θα επέστρεφε στην Ελλάδα φροντίζοντας και τ' αδέρφια του, που ήρθαν με την προσφυγιά άλλοι στη Μακεδονία, άλλοι στην Κοκκινιά, άλλοι στου Χαροκόπου κι άλλοι στη Ραφήνα.

Τις οικονομίες του ο Δημητρός τις έκαμε ασημένια πεντοδόλλαρα και τα έστελνε στη Μαρίκα, που ήξερε να κάμει το σκατό της παξιμάδι. Ήφκιασε λοιπόν η Μαρίκα έναν μεταλλικό κύλινδρο κι έχωνε μέσα τα πεντοδόλλαρα. Και για να τα 'χει και σίγουρα, πήγε στον αντράδερφό της το Νίκο, που ήτανε ρολογάς και χρυσοχόος και της έβαλε στον κύλινδρο μια αλυσίδα, και κρέμασε η Μαρίκα το μασούρι με τα φραγκάκια απ' το λαιμό της.

Ο Στέλιος τα λιμπίστηκε, ήτανε και τσαχπίνης κι άρεσε και στις γυναίκες (κι αυτουνού του αρέσανε), αλλά πώς θα κατάφερνε το γυναικάκι του να βάλει χέρι στον παρά; Το σκέφτεται απ' εδώ, το γυρίζει απ' εκεί... το βρήκε! Η Μαρίκα ήτανε απ' τα νιάτα της στην Πόλη θεατρόφιλη. Ρίχνει λοιπόν την ιδέα να την κάνει θεατρικό επιχειρηματία.

-Μαρίκα μου, να σου χτίσω θέατρο, και θα γίνουνε τα λεφτά του Δημητρού διπλά και τρίδιπλα.

Σα να καλάρεσε η ιδέα στο Μαρικάκι. Μια και δυο του εμπιστεύτηκε το μασούρι.

-Το οικόπεδο αγοράστηκε στους Αμπελοκήπους. Ήρθανε κι εργάτες και θα ρίξουμε τα μπετά.

Περνάει ο καιρός, δεν άδειαζε η Μαρίκα να επισκεφτεί το οικόπεδο με το θέατρό της.

-Πώς πάγει, Στέλιο μου;

-Προχωράει με ταχύτατους ρυθμούς, σήμερα βάλανε τη στέγη.

-Να πάγω να το ιδώ!

-Το Σαββάτο, που θα έχει και πρεμιέρα.

Χαρά η Μαρίκα.

-Και τι έργο ανεβαίνει, Στέλιο μου;

-Το «Σαμψών και Δαλιδά», Μαρίκα μου!

Κατσαρώνει η Μαρίκα τα μαλλιά της με το σίδερο, κοτσάρει και το καπέλο που είχε φέρει απ' την Πόλη, βάζει και κραγιόν και περίμενε το Στέλιο να έρθει να την πάρει να πάνε στην πρεμιέρα.

Έρχεται ο Στέλιος με οιμωγές, τάχα πως έπαθε συμφόρηση, ρίχνει και μια λιποθυμία.

-Καταστροφή, Μαρίκα μου! Επήρε φωτιά το θέατρο και πάει, στάχτη γινήκανε όλα!

Ήρθε και της Μαρίκας νταμπλάς κι έπεσε κι αρρώστησε.

Μέχρι που πέθανε, πίστευε ότι ο Στέλιος της έφτιασε θέατρο που κάηκε, πάνω που ετοιμαζόταν ως θεατρώνης να πάει στην πρεμιέρα του «Σαμψών και της Δαλιδά».

________________

Συναφείς αναρτήσεις:

Εξ Ιωνίας

«Δι' ενοίκιον και πλυστικά»



© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 20 Νοεμβρίου 2008


buzz it!

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

To δίλημμα του Corneille

Όταν ο Γάλλος δραματουργός Pierre Corneille[1] έγραψε το 1636 την τραγικοκωμωδία του Le Cid[2] σίγουρα κατέρριψε πολλούς από τους παραδεδομένους κανόνες για το θέατρο. Το έργο απάντησε τεράστια επιτυχία από το κοινό, αλλά αντιμετώπισε και τη δριμεία πολεμική του Καρδιναλίου Ρισελιέ, ο οποίος ήταν και επικεφαλής της Γαλλικής Ακαδημίας.

Πρώτα απ’ όλα, ο σκόπιμα προτεινόμενος από τον Corneille νεολογισμός ‘τραγικοκωμωδία’ (ιλαροτραγωδία) κατέρριπτε τον παραδεδομένο έως τότε αυστηρό διαχωρισμό του θεατρικού έργου σε αμιγώς κωμωδία ή τραγωδία. Το θέατρο αποκτούσε και άλλες διαστάσεις πέραν του μαύρου – άσπρου των οιμωγών του δράματος και της κωμικής, συχνά γκροτέσκας φάρσας ή φαρσοκωμωδίας.

Αλλά ο όρος ‘τραγικοκωμωδία’ (tragi-comédie) δεν ήταν ο μόνος λόγος που ο Corneille σόκαρε την υπό τη σκιά του Καρδιναλίου Ρισελιέ Ακαδημία, λογικό -μιας και ήταν ο ιδρυτής της. Ανέσυρε στην επιφάνεια κι άλλα ακανθώδη ερωτήματα θεολογικής υφής για την αθανασία λογουχάριν της ψυχής, τη στιγμή που η παραδεδομένη αντίληψη ήταν ότι το θέατρο οφείλει να διδάσκει ήθος.

Οι ενστάσεις ωστόσο της Γαλλικής Ακαδημίας δεν επικεντρώθηκαν σ’ αυτά τα δύο βασικά ερωτήματα. Το ζήτημα Σιντ, όπως ονομάστηκε, προτάσσει επισήμως ως αιτιάσεις για τη δριμεία κριτική του έργου το γεγονός ότι δραματουργικά ο Corneille δε σεβάστηκε τους τρεις βασικούς κλασσικούς κανόνες ενότητας στο δράμα: Την ενότητα κοντολογίς του Χρόνου, του Τόπου και της Δράσης. Σύμφωνα με αυτούς, η υπόθεση έπρεπε να εξελίσσεται μέσα σ’ ένα εικοσιτετράωρο, στον ίδιο τόπο και χρησιμοποιώντας ένα μόνο σκηνικό, ενώ η υπόθεση θα έπρεπε να επικεντρώνεται σε ένα και μοναδικό ερώτημα ή εσωτερική διαμάχη. Kαι το έργο του Corneille σίγουρα εξελίσσεται σε πολλαπλά επίπεδα.

Κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι ο Rodrigo Díaz de Vivar, θρυλικός ήρωας της Ισπανίας του Μεσαίωνα, γνωστός ως El Cid el Campeador (Ο Κύριος, ο Δάσκαλος των πολεμικών τεχνών). Ο Rodrigo Díaz υμνήθηκε από τους Ισπανούς σε σημείο που η ύπαρξή του να θεωρείται μυθική από κάποιους μελετητές του, όπως ο Masdeu. Θα εμπνεύσει από τον ανώνυμο ποιητή του 13ου αιώνα στο Cantar de Mio Cid ή El Poema del Cid (Το τραγούδι του Σιντ μου ή Το Ποίημα του Σιντ) μέχρι και το Θερβάντες που θα αντλήσει έμπνευση για το Ροσινάντη, το άλογο του Δον Κιχώτη από το άλογο του Ελ Σιντ, τον Μπαμπιέκα. Ο Jules Massenet θα γράψει όπερα τιτλούμενη Le Cid, μέχρι και ο Ezra Pound θα αναφέρει τον θρυλικό ήρωα στο Cantos III από τη συλλογή του The Cantos. Θα γυριστεί σε ταινίες, θα εμπνεύσει ακόμη και παιχνίδια του υπολογιστή, όπως το Age of Empire II. O Pierre Corneille όμως θα στηρίξει την υπόθεση του έργου του πάνω στο έργο Las Mocedades del Cid του Guillén de Castro y Bellvís[3], που γράφτηκε το 1621.

Συνοπτικά η υπόθεση του έργου αναφέρεται στον έρωτα του Δον Ροντρίγκο (Ελ Σιντ) και της Σιμένης, ο οποίος όμως κωλύεται απ’ τη διαμάχη του πατέρα του Δον Ροντρίγο, του στρατηγού Δον Ντιέγκο και του πατέρα της Σιμένης, κόμη του Γκορμάς. Η διαμάχη των δύο οικογενειών είναι σχεδόν Σαιξπηρική: Ο πατέρας της Σιμένης θα προσβάλλει τον πατέρα του Ελ Σιντ. Διχασμένος ανάμεσα στο καθήκον να υπερασπιστεί τον πατέρα του και στον έρωτά του για τη Σιμένη, ο Δον Ροντρίγκο τελικά θα λαβώσει θανάσιμα σε μονομαχία τον πατέρα της καλής του. Η Σιμένη από την άλλη, χωρίς να αρνηθεί την αγάπη της, ζητά την κεφαλή του φονιά του πατέρα της επί πίνακι («απαιτώ δικαιοσύνη»).

Αργότερα ο Ροντρίγκο θα δώσει νικηφόρες μάχες με τους Μαυριτανούς, το κύρος και η υπόληψή του θα επανακτηθούν, και η Σιμένη θα ζητήσει τελικά από το βασιλιά κάποιος από τους ιππότες του να μονομαχήσει για χάρη της με το Δον Ροντρίγκο, για να της φέρει το κεφάλι του, ενώ συμφωνεί να παντρευτεί το νικητή, όποιος κι αν είναι αυτός. Ο Ροντρίγκο διστάζει και συνομιλώντας μαζί της ιδιαιτέρως της δηλώνει ότι δε θα μονομαχήσει με κανέναν για το χέρι της («μη χαραμίζεις το αίμα μου, δοκίμασε χωρίς αντίσταση τη χαρά της καταστροφής μου και δικής σου εκδίκησης»).

Τελικά η Σιμένη θα τον πείσει με το επιχείρημα ότι αν νικήσει, θα παντρευτούν. Η αγωνία της Σιμένης θα κορυφωθεί, όταν προς στιγμήν νομίζει ότι ο αγαπημένος της σκοτώθηκε βλέποντας το μονομάχο του βασιλιά να κουβαλά ένα ματωμένο σπαθί. Αυτός όμως θα της πει ότι ο Δον Ροντρίγκο στην πραγματικότητα τον αφόπλισε και του χάρισε της ζωή.

Αν και οι δυο ήρωες αγαπιούνται, μένουν αναποφάσιστοι προκειμένου να παντρευτούν, λόγω της προϊστορίας τους. Ο βασιλιάς τους επισημαίνει ότι οι συνθήκες απέδειξαν ότι είναι πλασμένοι οι δυο τους ο ένας για τον άλλον, κατανοεί εντούτοις, ότι χρειάζονται χρόνο για να προσαρμοστούν. Η Σιμένη θα ορίσει τις ημερομηνίες του γάμου τους για τον επόμενο χρόνο, ενώ στο μεταξύ ο Ροντρίγκο με το προσωνύμιο πλέον Ελ Σιντ – Ο Κύριος θα ξεκινήσει μάχες για να υπερασπιστεί την Ισπανία από τους Μαυριτανούς.

Το δίλημμα του Corneille.
Aυτό που είναι πρόδηλο μέσα στο έργο του Γάλλου δραματουργού είναι το δίλημμα του Corneille ή η επιλογή του Corneille σ’ ένα θανάσιμο στοίχημα, όπου δεν υπάρχει νικητής. Ο ήρωας παραπαίει ανάμεσα στον έρωτα και το καθήκον ή την τιμή και τη φυσική του αβίαστη κλίση. Δυο αγωνιώδη ερωτήματα: θα υπερασπιστεί ο Δον Ροντρίγκο την τιμή του πατέρα του εκδικούμενος για την προσβολή που του έγινε κινδυνεύοντας να χάσει για πάντα τη γυναίκα που αγαπά ή θα αγνοήσει το καθήκον του προς την οικογένεια για την αγάπη μιας γυναίκας στηλιτεύοντας το όνομά του;


Ο Ελ Σιντ με το άλογό του Μπαμπιέκα από γκραβούρα της Catholic Encyclopedia, έκδοση 1908


Όταν έγραφα τον Ιππόκαμπο ( βλέπε Ο Ερωτευμένος Ιππόκαμπος), εκείνο που μου ερχόταν αβίαστα στο νου ήταν η απάντηση από το πουθενά στο δίλημμα της ηρωΐδας:

-Όταν τα φώτα του μυαλού σου έχουν σβηστεί
και ψάχνεις δρόμο νά ‘βρεις στη ζωή σου,
στο δίλημμά σου δε θα σου απαντήσει ο νους,
ζήτα και βρες τις απαντήσεις στην ψυχή σου...


Kαι μου ήρθε με τρόπο απλό, σαν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Για να κάνουμε δηλαδή τη σωστή επιλογή ελέγχουμε τι δίνει στην ψυχή ελαφράδα, τι μας δίνει φτερά, τι σκεφτόμαστε αυθόρμητα δίχως να το ενδύσουμε με μια δεοντολογία συχνά ξένη προς τα δικά μας ζητούμενα. Και μου φαίνεται ακόμη σωστό οκτώ χρόνια μετά τη συγγραφή εκείνου του βιβλίου. Για περιπτώσεις απλές είναι ίσως η πιο φυσική ανθρώπινη επιλογή.

Ας βάλουμε όμως μέσα στο παιχνίδι μιαν ακόμη παράμετρο. Ας αντικαταστήσουμε τη λέξη «καθήκον» και «τιμή» που ηχούν ξύλινες και ενίοτε ανούσιες με τη λέξη «αγάπη».

Αγάπη του Ελ Σιντ για τον πατέρα. Και αγάπη του Ελ Σιντ για τη Σιμένη. Σε μια κοινωνία που δεν είναι πρόθυμη να κατανοήσει ή και να συγχωρήσει. Και πώς άλλωστε αυτό θα ήταν δυνατό σε μια μεσαιωνική κάστα ή ακόμη και την ίδια την κοινωνία της εποχής του Corneille, της Γαλλίας του 17ου αιώνα, όταν ακόμη και στις μέρες μας έννοιες παρόμοιες παραμένουν ακόμη ασαφείς και συγκεχυμένες. Καθήκον- τιμή και φυσική κλίση – αβίαστη ροπή. Λέμε «στο λόγο της τιμής μου» κι έχει ο λόγος αυτός βαρύτητα και κύρος. Αν λέγαμε «στο λόγο του έρωτά μου», πιθανόν και κανείς να μη μας έπαιρνε στα σοβαρά.
_________
Σημειώσεις:

[1] Βιογραφικό του Pierre Corneille στα αγγλικά εδώ

[2] Ολόκληρο το έργο Le Cid του Pierre Corneille online στα αγγλικά εδώ
[3] Το έργο Las Mocedades del Cid του Guillén de Castro y Bellvís στα ισπανικά εδώ και στα αγγλικά εδώ



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 6 Ιουνίου 2008

buzz it!