Παρασκευή, 2 Μαΐου 2008

Φλάουτο και Πέρλες σε Αναγεννησιακή πολυγαμία.


Johannes Vermeer, Meisje met fluit (Το κορίτσι με το φλάουτο), 1665 -1667, Νational Gallery of Art, Washington DC
Aπό τα αμφιλεγόμενα έργα του Vermeer, αν και η κοπέλα φορά τα ίδια σκουλαρίκια με την άλλη στο γνωστό έργο του καλλιτέχνη “Het meisje met de parel” (To κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι). Η επανάλειψη μοτίβων στους πίνακες του Vermeer είναι από τα τυπικά χαρακτηριστικά του ζωγράφου. Περισσότερα στο άρθρο του
Norbert Schneider “Vermeer, Veiled Emotions, Leitmotifs in Vermeer’s Art”.


Johannes Vermeer, Het meisje met de parel (Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι), γνωστό και ως ‘η Μόνα Λίζα του Βορρά’ 1665, Mauritshuis, Χάγη

***

Femme de Renaissance με σωματότυπο των γυναικείων μορφών του Gustav Klimt.

Το θάνατο τον εχθρεύομαι. Γιατί μια ζωή είναι πολύ μικρή για να γνωρίσεις όλα τα χρώματα, ν’ αφουγκραστείς όλους τους ήχους, να γευτείς όλα τα κρασιά.
Γιατί πότε θα προλάβεις να ανακαλύψεις αυτά που ανακάλυψαν άλλοι και πότε θα προλάβεις να κάνεις τις δικές σου ανακαλύψεις, να ζωγραφίσεις τους δικούς σου πίνακες, να συνθέσεις τη δική σου μουσική...
Γιατί ο χρόνος είναι λιγοστός για πράξη ‘σπουδαία και τελεία, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω...’ ως άτομο δρων ‘και ου δι’ απαγγελίας’...
Από το εγχειρίδιο ως την πρακτική οποιασδήποτε πράξης μεσολαβεί κάματος και πολύς, υπερβολικά πολύς χρόνος, για να σου περισσέψει αρκετός και για να ζήσεις.

Πάντα μου φλέρταρα με τις υπερβάσεις. Ίσως απωθημένο απ’ τα παιδικά μου χρόνια˙ ο έπαινος της μάνας μου πάντοτε φειδωλός...
Κάθε φορά που αρίστευα στο σχολείο, γυρνούσε και μου ‘λεγε «Μπορείς και καλύτερα». Μέχρι που κάποτε στην τελευταία τάξη του Λυκείου έφερα στο τρίμηνο μέσο όρο 20 καθαρό. Από κεκτημένη ταχύτητα μου είπε «Μπορούσες και καλύτερα». Γύρισα και την κοίταξα. Εντούτοις, αν και ο παραλογισμός ήταν εμφανής, εγώ ήξερα μέσα μου ότι πράγματι «μπορούσα και καλύτερα». Κι αυτό με στοίχειωσε στη ζωή μου τόσο, ώστε να βλέπω το δέντρο και να χάνω το δάσος.
Για να μεγαλουργήσεις σ’ έναν τομέα χρειάζεται έρωτας και προσήλωση σ’ έναν σκοπό σε βαθμό μονομανίας. Όταν όμως το πρότυπό σου είναι ο Aναγεννησιακός homo universalis, πολυσχιδής και πολύπλευρος, δεν μπορείς να είσαι στους έρωτές σου πιστός. Γιατί το πρότυπο του Αναγεννησιακού ανθρώπου προϋποθέτει γνωστική πολυγαμία. Όχι το είδος της Δονζουανικής πολυγαμίας· οι έρωτες δε σου περνούν ποτέ όταν ερωτεύεσαι κάτι άλλο. Επανέρχεσαι στις παλιές σου αγάπες πάντα με νοσταλγία. Κι αν έχεις και θρησκευτικό παρελθόν, τότε τα πράγματα χειροτερεύουν. Γιατί στους νόστους σου προστίθενται και οι χριστιανικές ενοχές. Απίστησες, αμέλησες, κι ας είσαι στο βάθος φιλέρημος περιπατήτρια. Αλλά κανείς επιστήμονας δεν έβαλε μέχρι τώρα το χεράκι του για να διαστέλλεται ο χρόνος, εκτός κι αν ταξιδεύεις στο διάστημα με την ταχύτητα του φωτός ή σαν το μάντη Επιμενίδη κοιμηθείς τη νύχτα στο ναό του Επικουρίου Απόλλωνος για να ξυπνήσεις 50 χρόνια μετά. Και στον ύπνο σου δε δρας· παρακολουθείς μοναχά σα σε κινηματογραφική ταινία ό,τι το υποσυνείδητό σου περισυνέλεξε όταν δρούσες.

Mαύρο μαργαριτάρι στο όστρακο, (Φωτογραφία: Mila Zinkova)

Πέρλες.


Θα ήμουν γύρω στα 24, όταν έπιασαν τη μάνα μου ασυνήθιστες χουβαρντοσύνες κι αποφάσισε να μου αγοράσει
πέρλες. Τις πέρλες δεν τις βρήκα ποτέ παλιομοδίτικες. Εξάλλου ταίριαζαν με το στυλάκι του Μεσοπολέμου που είχα. Φέρνανε κάτι από τη belle époque, τα φουστάνια του 1918, με τα μποτίνια από μέσα να διακρίνονται, το κατσαρωμένο με το σίδερο μαλλί, και τις σταρ του βωβού κινηματογράφου. Πάντα δε, κούρευα τα μαλλιά μου καρεδάκι σε διάφορα μεγέθη, με μύτες ή άνευ, κολπάκια ή αυστηρά, εκτός μιας εποχής γύρω στα 30 μου που αποφάσισα να αλλάξω στυλ και κουρεύτηκα αυτή τη φορά τσάρλεστον. (Όχι Γιάννης, Γιαννάκης).
Κάναμε περατζάδα απ’ όλα τα μαγαζιά της Αγίου Μάρκου, το ένα κολλιέ μου ξίνιζε, το άλλο μου βρώμαγε, τελικά βρήκα κάτι της αρεσκείας μου
–και το μάτι μου έχει μια ιδιοτροπία να φλερτάρει πάντα το πιο ακριβό, παπαί!
Τελικά μου αγόρασε δυο σειρές πέρλες
κι ένα ζευγάρι σκουλαρίκια. Ένωσα τα δυο κολλιέ και τα έκανα μια τεράστια σειρά, που τις έδεσα αλά Channel, στο χέρι μου φορούσα ήδη ένα κολλιεδάκι με πολύ μικρότερες σε μέγεθος πέρλες, σα βραχιολάκι. Το image ολοκληρώθηκε.
-Πάμε τώρα στου Floca για καφέ ή παγωτό, μου λέει.

Μάλλον είχε θυμηθεί τα νιάτα της στη δεκαετία του ’50 και το ανεκδοτάκι μ’ έναν νέο της παρέας της, θαυμαστή της κι επίδοξο εραστή. Πήγανε, λέει στου Floca. Απέναντι καθόταν μια κυρία με καπελαδούρα, και σε άλλα τραπέζια κάποιοι σνομπ με μονόκλ... Ο σερβιτόρος έρχεται και ο καβαλλιέρος της μαμάς τον ρωτάει τι προτείνει. Εκείνος άρχισε ένα κατεβατό από γλυκά στα ιταλικά και στα γαλλικά, τα οποία η μαμά μου αγνοούσε. Κάποια στιγμή πιάνει το αυτί της παγωτό κασσάτο. Παραγγέλνει λοιπόν κασσάτο. Της το φέρανε σε ένα επίπεδο μπαφόν τετράγωνο πιατάκι με μαχαίρι και πηρούνι. Πάει ελαφρώς να το αγγίξει, αυτό ήταν σκληρό σαν μπετόν αρμέ. Η μαμά έπεσε σε περισυλλογή:
«Άραγε περιμένουμε λίγο να λυώσει και μετά το χτυπάμε λίγο με το μαχαίρι, ενώ πριν το έχουμε καρφώσει με το πηρούνι;», αναρωτιέται.
Κάποια στιγμή, ενώ προσπαθεί να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο, πολεμώντας ταυτόχρονα να μη χάσει και την αυτοκυριαρχία της μπροστά στο συνοδό της, πάει να καρφώσει το παγωτό....
La catastrophe! To παγωτό αυτομολεί και βρίσκεται απέναντι στα πόδια της κυρίας με την καπελαδούρα! Ντροπή! Κοκκινίσματα! Ρεζίλι σε ζαχαροπλαστείο αριστοκρατικό και παρουσία του ωραίου νέου (που ήταν κι από σπίτι)... Καταβαραθρώθηκαν όλα της τα όνειρα για μελλοντικό ειδύλλιο. Δε θέλησε να τον ξαναδεί απ’ την ντροπή της.

Όταν όμως πήγαμε εμείς στου Floca με τη μαμά, είχε παρέλθει η εποχή με τις καπελαδούρες και τα μονόκλ. Καθήσαμε και παραγγείλαμε καφέ viennois. Έβγαλα κι εγώ μια πίπα μακριά, τελευταίο μου λάφυρο από κάποιο παλαιοπωλείο κι άναψα τσιγάρο. Απέναντί μας καθόταν ένας καλοντυμένος τύπος γύρω στα 30 με 35 που με είχε καρφώσει. Εποίησα τη νήσσα. Κάποια στιγμή ο τύπος βγάζει ένα σημειωματάριο και μια πέννα κι άρχισε κάτι να γράφει. Τελειώνει τον καφέ του, πληρώνει και κατευθύνεται προς το τραπέζι μας.
-Μαντάμ, μου επιτρέπετε, λέει στη μαμά μου και στρέφει σε μένα.
-Δεσποινίς, η παρουσία σας με ενέπνευσε να γράψω αυτό. Και μου δίνει το χαρτί από το σημειωματάριο. Πιθανόν να μη λέει τίποτα ως ποίημα, συνέχισε, αλλά αυτό αισθάνθηκα και αυτό έγραψα. Σας ανήκει. Δε ζητώ τίποτε από σας. Ονομάζομαι Στέφανος.
Η μαμά μου έλυωσε με τον ιπποτισμό. Το ποίημα, αν θυμάμαι καλά,
έλεγε κάτι για τα μάτια μου, πώς φαίνονται μαβιά στην αντανάκλαση από τις πέρλες πάνω στα μαύρα που φορούσα. Όμορφο σαν ποίημα. Δεν πρόλαβα να το χαρώ. Μου το βουτάει η μαμά μου και κατασυγκινημένη όταν επιστρέψαμε σπίτι διηγείται το περιστατικό απ’ το τηλέφωνο σ’ όλες της τις φιλενάδες κι όλους τους συγγενείς, διαβάζοντας τους στίχους του άγνωστου Στέφανου. «Και η Λένα μου ενέπνευσε έναν κύριο και της έγραψε ποίημα!» «Και τι ιππότης! Και πόσο αξιοπρεπής!» κλπ, κλπ. Ποιος ξέρει πού καταχώνιασε μετά το χαρτάκι· δεν το βρήκα. Στην πραγματικότητα και ποιήματα και τραγούδια μου αφιέρωσαν κι άλλοι. Αλλά αυτούς η μάνα μου δεν τους ήξερε.

Αλλά οι πέρλες έχουν όντως κάτι το μαγικό. Ένα βράδυ τις φόρεσα κι αποφάσισα να κάνω μπάνιο στη θάλασσα με Πανσέληνο. Φορώντας μόνο τις πέρλες. Θεία αίσθηση, ηδονική πάνω στο κορμί. Πλημμύρισα με ερωτικά συναισθήματα, κι ας μην ήμουν εκείνο τον καιρό ερωτευμένη με κανένα πρόσωπο υπαρκτό, κι ας μην ήταν κανείς παρών σ’ εκείνη τη στιγμή της απόλαυσης.

Οι πέρλες του Vermeer έχουν κάτι που μαγνητίζει. Ο ίδιος ο ζωγράφος φαίνεται υπνωτισμένος σ’ ένα στολίδι τόσο θελκτικό, καρπό της θάλασσας, σεληνιακό, όσο σεληνιακό είναι και το ίδιο το φεγγάρι, η Εύα, η Λίλιθ, η Ελένη, η Βερενίκη, η Βραυρωνία Άρτεμις, η Πότνια Θηρών, η Εκάτη, η Ιφιγένεια, η Φοίβη, η
Ελεντάρι –η Κυρά των ξωτικών στο Silmarillion του Τolkien ή η Μadeleine, σκελετωμένη και μισότρελη στο βιβλίο του Pascal Quignar ‘Τοus les matins du monde’, που βηματίζει πάνω κάτω σε υπερδιέγερση κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, πριν κρεμαστεί με τα κορδόνια των παπουτσιών της στην κρεβατοκάμαρά της.

Κι ο Vermeer πάντρεψε στον πίνακά του ‘To κορίτσι με το φλάουτο’ δυο σύμβολά μου αγαπημένα.

Φλάουτο.


Το φλάουτο είναι ένας απ’ τους μεγάλους μου έρωτες. Όχι μόνο γιατί επέλεξα να πάρω μαθήματα σ’ αυτό το μουσικό όργανο.

Μ’ αρέσει ο ήχος του φ και του λ μαζί, του α και του ου. Λες φλά-ου-το, και τα φωνήεντα με τα σύμφωνα ακολουθούν το δικό τους πολυφωνικό κανόνα. Κι είναι το άκουσμά τους γλυκύ σαν μια Pavane του Gabriel Fauré, οξύ και συνάμα διονυσιακό σαν το Chant de Linos [1] του André Jolivet, όταν το πιάνο απαντά στο διάλογο που το φλάουτο αρχινάει.

Το φλάουτο το αγαπώ, γιατί είναι το μουσικό όργανο ορχήστρας που πλησιάζει περισσότερο την ανθρώπινη φωνή.

Το φλάουτο είναι σα σχήμα αρσενικό και σαν ύλη θηλυκό - Σεληνιακό (γιατί ένα καλό φλάουτο είναι φτιαγμένο συνήθως από ασήμι). Υπάρχουν κι εβένινα ή χρυσά φλάουτα, αλλά προτιμώ τ’ ασημένια. Και με το ασήμι έχω ιδιότυπη σχέση. Μου αρέσει περισσότερο απ’ το χρυσό, γιατί μου θυμίζει νύχτα και φεγγάρια. Και τη νύχτα λειτουργώ καλύτερα απ’ όσο με το φως της ημέρας. Η νύχτα έχει ήχους μυστικούς, η νύχτα έχει μαγεία και μέθη. Η νύχτα έχει γρίφους και παράδοξα και χαμόγελα που παραμένουν στον αέρα όταν αυτοί που χαμογελούν χάνονται απ’ τον ορίζοντα ή τη ζωή σου. Της νύχτας τα χαμόγελα είναι σαν το χαμόγελο της γάτας του Cheshire. Και τη νύχτα βλέπεις τ’ άστρα καλύτερα κι αντιλαμβάνεσαι ότι ο Ήλιος του δικού μας Ηλιακού Συστήματος δεν είναι παρά μια ψείρα στο Γαλαξία, που ωστόσο τυγχάνει και γονιμοποιητής ζωής στον πλανήτη Γη.

Το φλάουτο είναι πνευστό. Παίζει με τις ίδιες σου τις ανάσες. Εσύ είσαι σαν το φυτό που φωτοσυνθέτει για να δώσει στο φλάουτο οξυγόνο. Κι είναι, Θεέ μου, τόσο – μα τόσο ναρκισσιστικό! Παίρνει μόνο το 40% του αέρα που του δίνεις. Το υπόλοιπο το πετάει περιφρονητικά στο μεγάλο αποθέτη της ατμόσφαιρας του μη-φλάουτου. Κι ας είναι ο αέρας του μη-φλάουτου μεστός αρωμάτων μυρεψών ταλαντούχων...

Ονειρεύομαι ένα ασημένιο φλάουτο, ένα λιτό τραπέζι, με φρούτα μεσογειακά και κρασί σε ποτήρι κρυστάλλινο κολωνάτο εποχής Μπαρόκ. Μια καρέκλα, ένα αναλόγιο ξύλινο, κεριά κι έναν καθρέφτη οβάλ επιδαπέδιο απ’ αυτούς που είχαν οι μόδιστροι παλιά, σε μια καλύβα σαν κι αυτή του Christoph de St. Colombe στην ταινία ‘Όλα τα Πρωϊνά του κόσμου’. Καθρέφτη Βενετσιάνικο αγόρασα. (Δεν βρήκα οβάλ, αλλά ορθογώνιο. Έστω! Αποτελεί μέρος της προίκας μου, κι είναι απ’ τα υλικά πράγματα στο σπίτι μου που αγαπώ). Κι ο καθρέφτης είναι απαραίτητος σ’ ένα φλαουτίστα, για να ελέγχει τη στάση του σώματός του. Άλλο ένα επιχείρημα υπέρ του ναρκισσισμού του οργάνου. Όσο για το ασημένιο φλάουτο, ε, ίσως κάποτε κερδίσω το λαχείο και το πάρω ή ίσως ξαφνικά αποκτήσω ενδιαφέρον στο να βγάζω και χρήματα...

Το φλάουτο να παίζει, κι οι ήχοι του να δονούν τις σφαίρες του Πυθαγόρα στη σκιά του κώνου της Γης, όπου πάνε μετά θάνατον οι μάκαρες και οι σοφοί... Και ν’ ακούν οι ψυχές τη μουσική του φλάουτου και να γίνεται το φως τους μαζί ήχος κι αρμονία...

____________________


[1] Le Chant de Linos, του Αndré Jolivet (1905-1974). Φλάουτο παίζει ο Robert Aitken. Στο πιάνο ο Robin MacCabe. (Από την προσωπική μου μουσική συλλογή).



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 23 Απριλίου 2008

buzz it!

2 σχόλια:

Amelie~Dimitra είπε...

Ααααααααααχ τι ωραία! Δεν μπορώ να σου περιγράψω τι νιώθω τώρα που διάβασα το άρθρο αυτό.
Έχω ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Και νομίζω πως τα μάτια μου λαμπυρίζουν. Μακάρι να μπορούσες να με δεις!
ΟΜΟΡΦΙΑ! (Όχι εγώ, αλλά αυτά που γράφεις)

Lily είπε...

Καλά αυτό και αν πήγε μονορούφι! Δεν έχω διαβάσει κάτι ωραιότερο βρε Λενάκι μου. Τώρα πάω να το ξαναδιαβάσω.