Παρασκευή 5 Μαΐου 2017
Τα Πουλιά - Ε, ουανσιντά!
Σάββατο 9 Αυγούστου 2008
Τον Κοντορεβυθούλη τον Βράζουμε, ο Λύκος Έτρωγε την Κοκκινοσκουφίτσα, Τα Τρία Καλά Γουρουνάκια καταστρέφουν το Οικοσύστημα και Μια Λακκούβα
Χειμώνας στο καθιστικό στο σπίτι μας στη Νέα Σμύρνη, ήταν η σόμπα αναμμένη, μια Thermaklim με μπουριά. Επάνω πορτοκαλόφλουδες και λεμονόφλουδες, μία κατσαρόλα με νερό κι ένα τσαγιερό. Με το καφτό νερό έπλενε αργότερα η γιαγιά τα πιάτα. Ταυτόχρονα και το τζάκι ήταν αναμμένο για περισσότερη ζέστη. Η γιαγιά σκάλιζε τη φωτιά.
Στην αρχή ήμουν τυλιγμένη σε μια ροζ κουβέρτα να χαζεύω εικόνες από παραμύθια. Όμορφες νεράιδες, νεαρές πριγίπισσες και βοσκοπούλες, ωραίοι και νέοι πρίγκιπες και ωραίοι και γενναίοι ραφτάκοι. Ο Κοντορεβυθούλης. Ο Κοντορεβυθούλης ήταν ένα μυστήριο. Το φανταζόμουν μικρό σα ρεβύθι, που μια μέρα η μαμά του, μην έχοντας τι να μαγειρέψει, άνοιξε το καπάκι της κατσαρόλας με το νερό που έβραζε κι αποφάσισε να τον μαγειρέψει για να τον φάνε, επειδή ήταν φτωχοί και πεινούσαν. Πάει ο Κοντορεβυθούλης. Τον φάγανε μια μέρα.
Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν ένα κοριτσάκι που φορούσε κόκκινο φουστάνι, κόκκινα παπούτσια, κόκκινο καλτσόν, κόκκινο βρακί, κόκκινο καπέλο κι ήταν Ολυμπιακός – Κουρέλας. Μια μέρα έβαλε σ' ένα καλαθάκι γλυκό και σπανακόπιτα με φύλλο σπιτικό να την πάει στη γιαγιά του. Στο δάσος συνάντησε το λύκο. Ο λύκος έτρωγε την Κοκκινοσκουφίτσα. Στην επαναδιήγηση δεν έλεγα ποτέ «την έφαγε». Χρησιμοποιούσα πάντα χρόνο Παρατατικό: «την έτρωγε», γιατί το να φας μια Κοκκινοσκουφίτσα ήταν μια πράξη διαρκείας. Τι σόι λύκος θα μπορούσε να είναι αυτό το θηρίο, που κάνει την Κοκκινοσκουφίτσα μια χαψιά;
Η Σταχτοπούτα, όπως μου έλεγε και η μαμά μου, ήταν ένα κοριτσάκι έξυπνο και με ωραία γαλαζοπράσινα μάτια (σαν τα δικά μου). Η μαμά του πέθανε. Ο μπαμπάς του ξαναπαντρεύτηκε μια κακιά γυναίκα που μισούσε τη Σταχτοπούτα. Της πήρε όλα τα παραμύθια και τα έκρυψε, της έσπασε όλα τα παιχνίδια και την έκοψε απ' το σχολείο. Μετά ο μπαμπάς της και η κακιά της μητριά την έστειλαν να δουλέψει σε εργοστάσιο. Όταν επέστρεφε κουρασμένη έπρεπε να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, καθάριζε το τζάκι, μαγείρευε, σκούπιζε, σφουγγάριζε και μετά έγινε και baby sitter στα αδέρφια της, που τα στέλνανε στα καλύτερα σχολεία. και της πήρανε και όλα της τα βιβλία με τις ωραίες εικόνες.
Η Χιονάτη ήταν μια πανέμορφη πριγκίπισσα με μια κακιά μητριά, που όταν έβλεπε μπροστά της τη Χιονάτη, γινόταν πράσινη απ' το κακό της, να, σαν την κουρτίνα του καθιστικού μας, και της δηλητηρίαζε τα μήλα της.
...
-Θέλω να δω το παιδί.
-Δεν μπορείς να δεις το παιδί, έχει 41 πυρετό.
Το εμπύρετο παιδί, σκυλί ατάιγο, καίτοι σχεδόν ετοιμοθάνατο απ' τον υψηλό πυρετό έπαιζε ανέμελα με τα περιεχόμενα του «Παλαιοπωλείου».
Το «Παλαιοπωλείο» ήταν ένα καλάθι με σκέπασμα, βαμμένο κίτρινο και καφέ με λαδομπογιά. Μέσα είχε φύρδην – μύγδην τους θησαυρούς μου. Οι θησαυροί ήταν κρίκοι πλαστικοί, που μου τους έφερνε η νονά μου απ' τη φαρμακευτική εταιρεία που δούλευε. Τους έκανα βραχιόλια ή τους έβαζα στο πάτωμα σε σειρά, σε σχήμα μαργαρίτας πάνω σ' ένα χαρτί και μέσα ζωγράφιζα κύκλους. Είχε αυτοκινητάκια της Matchbox, στρατιωτάκια πλαστικά ή μικροσκοπικά σήματα της Τροχαίας, που τα βάζανε δέλεαρ για την πιτσιρικαρία στο κουτί με το μουρουνέλαιο. Το «Παλαιοπωλείο» είχε ακόμα γκαζές, κουτιά από φάρμακα, άδεια μπουκαλάκια από κολώνιες, στρακαστρούκες, μια κιθάρα πλαστική με σπασμένα τέλια, ένα τυμπανάκι, ένα κουδούνι προβάτων, και σπασμένες καραμούζες.
Υπήρχαν βέβαια και οι κούκλες στα ράφια, μου ήταν όμως αδιάφορες. Όταν αποφάσιζα να «παίξω » με τις κούκλες, απλώς τις κάθιζα σε σειρά. Είχαν και ονόματα: η Κατερίνα, η Ρένα, η Κλαίρη, η Δανάη, η Έλλη. Παίρνανε το όνομα του ατόμου που μου τις δώριζε. Μόλις η κούκλα έβγαινε απ' το κουτί, η μητέρα μου έπαιρνε έναν μαύρο ανεξίτηλο μαρκαδόρο κι έγραφε στην πλάτη της κάθε κούκλας το όνομά της. Επαναστατούσα στην κακοποίηση, το έβρισκα βάρβαρο. Ποιος ο λόγος να σταμπαριστεί η κάθε κούκλα με το όνομα στην πλάτη της, αφού εγώ θυμόμουν μια χαρά τα ονόματα της καθεμιάς; Αρνιόμουν να παίξω λοιπόν με κούκλες - τροφίμους φυλακών με αριθμούς ή κρατούμενους σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Εξάλλου, να τις ντύσω δε δικαιούμουν κι έπρεπε να είναι πάντα ταχτοποιημένες στα ράφια τους.
Το ντουλάπι που είχε τα ραφτικά είχε κουτιά: Πινακάκια με γράμματα σφηνωτά, τουβλάκια της LEGO, πιανάκια, κύβους με ζωγραφιές, και κάποια κουτιά ακόμη με επιπλάκια σε μικρογραφία, κουζινίτσες, πλυντήρια από αλουμίνιο. Τα επιπλάκια τα απέρριπτα. Οι αλουμινένιες κουζινίτσες ήταν κάτι πιο οικείο με μικρά αλουμινένια σκεύη, τηγανάκια και κατσαρολίτσες και σουρωτήρια, σαν κι αυτά της γιαγιάς μου, όταν μαγείρευε το πρωί και τριγύριζα ανάμεσα στα πόδια της, για να με παίξει, να μου φτιάξει πατάτες τηγανητές, να μου κόψει ρόδια απ' τη ροδιά μας στην αυλή και να παίξουμε το «ανέβα μήλο – κατέβα ρόδι, πόσα θα πιάσω, πόσα θ' αφήσω;»
Τα πιανάκια βέβαια, τα κυβάκια και τα γράμματα ήταν άλλη υπόθεση. Στους κύβους με ενοχλούσε κάτι ακόμη: Οι εικόνες που έφεραν από γουρουνάκια. Τα γουρουνάκια ήταν ο εφιάλτης μου. Δώρο τις περισσότερες φορές της μητέρας μου. Όταν μιλούσαν με τη γιαγιά για το «λεγάμενο», είχε μια συνήθεια η μητέρα μου να γλείφει με τη γλώσσα της το πάνω χείλος, σημάδι πως θα μιλούσαν συνθηματικά. Φευ, τη συνθηματική γλώσσα έμαθα να την κατανοοώ πολύ νωρίς, αν και έκανα το κορόιδο. Ήξερα λοιπόν καταλεπτώς, πώς ο «λεγάμενος έπρεπε να φτύσει αίμα», πώς ο δικηγόρος θα τα κανόνιζε, τι καινούργια μήνυση θα σχεδιαζόταν αυτή τη φορά: απαγωγή νηπίου, γιατί ο «λεγάμενος», άργησε να με επιστρέψει την Κυριακή για δεκαπέντε λεπτά; Αντικαθεστωτικός, γιατί στο δημοψήφισμα του Παττακού, προσπαθούσε να την πείσει να ψηφίσει άλλα απ' αυτά που οι συνταγματάρχες όριζαν; Εξύβριση γιατί με τα πολλά ο «λεγάμενος» αγανακτούσε κι έριχνε πού και πού κανένα καντήλι και τους έβρισε τα θεία τους; Ή μήπως μοιχεία, γιατί δεν είχε καμιά απολύτως σημασία που δε συμβίωναν πλέον, διαζύγιο πάντως δεν είχαν. Τα γουρούνια λοιπόν συνεργάζονταν πάντα με τη μητέρα μου στον ύπνο μου για να με δηλητηριάσουν. Η μάνα μου τους προμήθευε Αεροζόλ για κατσαρίδες, αφού έγλειφε με τη γλώσσα της το πάνω χείλος κι αυτά με φλιτάριζαν. Πνιγόμουν, ξύπναγα.
Κάποιο πρωί η μητέρα μου με πήρε στο δικηγόρο της.
-Ποιον αγαπάς, πουλάκι μου πιο πολύ; Τη μαμά ή το μπαμπά; Ρωτάει ο δικηγόρος.
Δεν έβγαλα κουβέντα.
-Εμένα αγαπάει! Πετάχτηκε η μητέρα μου. Αφού κάθε βράδυ λέει «σ' αγαπώ μανούλα».
Η μάρτυς εσιώπησε κι η ετυμηγορία βγήκε με δύο ψήφους ενηλίκων έναντι μιας σιωπής νηπίου. Απεδόθη δικαιοσύνη.
Μετά είχαν ραντεβού, η μάνα μου και ο πατέρας μου για να με κρατήσει ο πατέρας μου για το Σαββατοκύριακο. Ήπια μια πορτοκαλάδα μπλε. Ύστερα περπάτησαν κι οι δυο τους μ' εμένα στο μέσον, με το ένα χέρι να κρατάω εκείνην με το άλλο τον άλλον. Μπροστά μου ήταν μια λακκούβα με λασπόνερα. Η πρώτη και μοναδική φορά που χωρίς να πουν λέξη με σήκωσαν αυτόματα κι οι δυο τους να μην βουτήξω στα νερά. Ένα σήκωμα στον αέρα, ένα πέταγμα, γέλασα, πρόλογος κι επίλογος στο παραμύθι μιας οικογένειας που δεν είχε κυρίως θέμα κι αποτελείτο από δυο μονάχα λέξεις: «Έι, χοπ!»
Οικογένεια είναι ένα «Έι, χοπ!». Σ' άλλους για να περάσουν μια λακκούβα με βρωμόνερα, σ' άλλους για να πηδάνε σε τραμπολίνο, αν και οι περισσότεροι το θέλουν για να εκτοξευτούν απ' το Καννάβεραλ μέχρι το φεγγάρι. Μερικές φορές βέβαια τα διαστημόπλοια που βαφτίζονται Challenger συντρίβονται με όλο το πλήρωμα πριν ακόμα βγουν απ' τη στρατόσφαιρα.
© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 9 Αυγούστου 2008
Πέμπτη 1 Μαΐου 2008
Των νεφών οι Ντελβέδες
Αν πατήσεις στο πρώτο μαλακό μαξιλαράκι, να κι ο ιπτάμενος δίσκος, να λαμπυρίζει χρυσίζων απ’ τα φώτα της ανατολής. Φοράς τη διαστημική σου κασκούλα, που έχει κι αυτή turbo μηχανισμό και βρρρρουμ! φεύγεις κι αφήνεις πίσω σου εξατμίσεις σε γκρίζο-μπλε και ημι-ροζ. Μπροστά και το ιπποκαμπάκι να μπει σε κύκλο ατελή, δυο τρυγώνες κι επάνω ο Φοβερός Μέγας Σπίνος του διαστήματος. Μόλις όμως πετάξει κι αυτός και αναπτύξεις και ταχύτητα.... ε, ρε γλέντια! Μόνο γαλάζιο!
© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 23 Νοεμβρίου 2007
