Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζ. Μελέαγρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζ. Μελέαγρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

Η Μαρίδα και το Βλίτο

Eρυθρόμορφος κιονωτός κρατήρας του ζ. του Μελεάγρου, αθηναϊκής προέλευσης. Χρονολογείται μεταξύ 400 και 300 π.Χ και βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο του Δουβλίνου, α.ε. 217956. Εικονίζεται σκηνή συμποσίου με συμποσιαστές, κάποιοι εκ των οποίων παίζουν κότταβο[1], μοτίβα με τροφή, Μαινάδα, σατύρους, και Έρωτα. Η φωτογραφία προέρχεται από το Αρχείο Βeazley, Classical Art Research Centre.


Ζούσε πολύ παλιά στην Αρχαία Αθήνα μια κοπελιά που τηνε λέγανε Μαρίδα και ήτονα έξυπνη πολύ και τσαχπίνα κι αρεσκόντανε να κόβει τσάρκες στο Φάληρο, μ' ένα τσούρμο μικρά παιδιά που τηνε παίρνανε αποπίσω και την εβάζανε στη μέση, γιατί τότες δεν ήτο πρέπον οι γυναίκες να βγαίνουνε μόνες τους όξω, εξόν κι αν ήτανε για δουλειά παστρική.

Στη Μαρίδα άρεζε πολύ το κολύμπι. Πέταγε τα ρούχα της και δώστου βουτιές στ' ανοιχτά, μαζί κι η πιτσιρικαρία.

Μια μέρα την επήρε χαμπάρι ένας άντρας βλάκας κι επαρμένος, ο Βλίτος κι ούλο ετριγύριζε στις παραλίες, γιατί του εμπήκαν στο μυαλό σκέψεις πονηρές.

Τούτη όμως πάντα του ξεγλίστραγε σαν το ψάρι μαζί με τα παιδιά.

Μια και δυο πάει ο Βλίτος και ζητάει απ' τους ψαράδες ένα δίχτυ κι ανοίγεται με το βαρκάκι του μια νύχτα κι αμόλησε το δίχτυ κρυφά.

Πάει η Μαρίδα με τα παιδόπουλα την άλλη μέρα για κολύμπι και πιάνεται στα δίχτυα του Βλίτου του τρισκατάρατου. Και πολεμώντας να λευτερωθεί με τα μικρά επνίγηκε, μαζί και τα πιο πολλά παιδιά.

Τότες οι θεοί τη μεταμορφώσανε με τα παιδιά σε ψάρια. Κάποια απ' τα μικρότερα γλιτώσανε, γιατί καταφέρανε να το σκάσουν κολυμπώντας, ανάμεσα απ' τις τρύπες του διχτιού μεταμορφωμένα σε ψάρια. Το Βλίτο για την κακία του το μεταμορφώσανε οι θεοί σε χορτάρι με κοτσάνι σκληρό.


Οι ψαράδες ηύρανε την επαύριο στ' ανοιχτά ένα δίχτυ γεμάτο ψάρια και τα πουλήσανε στο λιμάνι της Ζέας και τα δοκιμάσανε οι νοματαίοι στο τηγάνι και τα βρήκανε νόστιμα πολύ.

Κι εβγήκανε κι οι γυναίκες παγανιά σε χωράφια και μαζέψανε το χόρτο, το βλίτο. Το δοκιμάζανε ωμό, αλλά δε μασιόντανε. Το καθαρίσανε απ' το χοντρό βλαστάρι και το βράσανε κι εβάλανε από πάνου λαδόξυδο κι είδανε ότι πάει με τις τηγανητές μαρίδες. Ακόμη όμως και σα χορτάρι ο Βλίτος τιμωρήθηκε σκέτος να είναι άνοστος, αν δεν υπάρχει στο τραπέζι και μαρίδα τηγανητή.


Η θάλασσα του Φαλήρου εγέμισε απ' τα καινούργια ψάρια, τις μαρίδες, που πολλαπλασιαστήκανε από εκείνα τα παιδιά που γλιτώσανε παλιά απ' το δίχτυ του Βλίτου.

Από τότες οι ψαράδες βγαίνανε συχνά και ψαρεύανε μαρίδες, που γίνανε τόσο ονομαστές, ώστε δε λογιζόντανε γλέντι, αν δεν υπήρχε στο τραπέζι και μαρίδα του Φαλήρου.

____________________________

[1] Για τον κότταβο βλέπε πληροφορίες εδώ


-Aφετηρία κι έμπνευση για το παρόν παραμύθι το γεγονός ότι χθες, 24 Οκτωβρίου 2008, τηγάνησα μαρίδες! Το γεγονός είναι κοσμοϊστορικό για δυο λόγους:

α) Ότι ξανάρχισα να μαγειρεύω ύστερα από σχεδόν δύο χρόνια.

β) Ότι τηγάνησα ψάρια για τρίτη φορά μέσα σ' ένα δίμηνο.

Μέσα σ' όλα τ' άλλα, γνωστό ότι αδυνατώ να διαχειριστώ την καθημερινότητά μου χωρίς να είμαι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο φευγάτη, κι έπειτα θεώρησα ότι ήταν πρέπον κάποιος να γράψει ένα παραμυθάκι για τη μαρίδα, γιατί αδικείται απ' τη μυθοπλασία.



© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 25 Οκτωβρίου 2008


giati de me 8es ku...

buzz it!