[«Είμαι του ολίγου και του ακριβούς. Δεν υπήρξα ποτέ του τρίτου προσώπου. Τρέφομαι από το δ υ σ και το ε υ που κατά περίσταση προσφέρω. Αρνούμαι όμως τροφή στους χορτάτους που ζητούν ολοένα κι άλλη, κι άλλη πείνα. Θα ‘τανε σα να επεδίωκα να ιδιοποιηθώ τα ίδια μου τα υπάρχοντα. Κατά τα άλλα, συχνάζω εκεί όπου κάθε θολούρα, ως κι ο καπνός του τσιγάρου μου ακόμη εξουδετερώνεται απ’ το θαλασσάκι που φυλάγει καλού-κακού για χάρη μου στο βορειοδυτικό της ντουλαπάκι η Παναγιά η Παντοχαρά», Οδυσσέας Ελύτης, Ο κήπος με τις αυταπάτες. ]
Ήταν γριά πολύ[1], δε θυμούμαι πια το όνομά της, το κουβεντιάζαμε με την Αμαλία χρόνια πολλά πριν, στο σπίτι που είχα στην Αλυκή της Βοιωτίας κάποιο καλοκαίρι, ίσως το ’94 ή και το ’95. Δε θυμούμαι καν το χωριό της, σε κάποιο νησί, θαρρώ. Πάντως έζησε χρόνους πολλούς, δεν είχε ποτέ της παντρευτεί, είχε όμως τη γλύκα ενός ανθρώπου που έχει δικό του όλο τον κόσμο, όμοια με τον άνθρωπο που τα είχε όλα – όλα – όλα στο βιβλίο του Αστούριας, κι ας μην είχε στην ουσία τίποτα. Είχε τον ήλιο, είχε το φεγγάρι δικό της, είχε δικούς της τους ουρανούς, τις γλάστρες με τους κατηφέδες και τους βασιλικούς και τις κότες της.
Κάθε κότα είχε και το δικό της όνομα. Τις έβγαζε το πρωΐ απ’ το κοτέτσι, φωνάζοντάς τες με τα ονόματά τους.
-Έλα Ασπρούλα, έλα Κοκκίνω, Μαυρούλα και Πιτσίλω.
Και οι κότες μπαίνανε σε σειρά. Πρώτα η Ασπρούλα, μετά η Κοκκίνω, η Μαυρούλα κι η Πιτσίλω και βγαίνανε με τάξη. Κατά τη σειρά που φώναζε τα ονόματά τους.
Το βράδυ πάλι με τ’ όνομά τους τις καλούσε για να μπουν και πάλι στο κοτέτσι, κι οι όρνιθες υπακούγανε, πειθαρχώντας στο όνομα που τους είχε δώσει.
Η γριά πάντα γελούσε, δεν υπήρχε κάτι που να μην την κάνει να χαμογελά, όλη ένα χαμόγελο.
Κάποια στιγμή γύρισε και είπε σε μια γειτόνισσα:
-Έζησα πολύ κι ο Θεός με αξίωσε να ζήσω και καλά, μάλλον ήρθε η ώρα μου να πεθάνω. Κουράστηκα να ζω. Καιρός να δώσω τη θέση μου και σε κανέναν άλλον.
Οι άλλες αρχίσανε τα «έλα καημένη, τόσο σου γράφει, κουνήσου απ’ τη θέση σου, κούφια η ώρα».
Δεν είπε τίποτα.
Την Κυριακή κάλεσε κι όλα της τ’ ανήψια για φαγητό. Έσφαξε κοτούλες και κουνέλια, ζύμωσε ψωμί, έβαλε τα καλά της, στόλισε το σπίτι με δαντέλες και τα καλά πεσκίρια, είχε και καλό κρασί.
Πήγε σε νοτάριους, κανόνισε τα χρέη της όλα, καταπώς έπρεπε.
Ξημέρωσε. Έβγαλε τις κότες απ’ το κοτέτσι. Φωνάζοντάς τες με τα ονόματά τους. Πότισε.
Πλύθηκε και λούστηκε. Έβαλε τα καλά της.
Πήγε στο κρεβάτι της. Ξάπλωσε. Και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος.
Το βράδυ οι γειτόνισσες είδαν πως δεν έβαλε τις κότες πάλι στο κοτέτσι, ανησύχησαν.
Μπήκαν στο σπίτι της. Στολισμένο. Στα βάζα λουλούδια. Και τη βρήκαν στο κρεβάτι της με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος να χαμογελάει.
Φώναξαν γιατρό να πιστοποιήσει το θάνατο. Εκείνος δεν πολυκοίταξε τη γριά. Είπε:
-Πού να έχει άραγε βάλει την ταυτότητα και το εκλογικό της βιβλιάριο, για να της βγάλω πιστοποιητικό θανάτου;
Οι γειτόνισσες δεν ήξεραν, αν και τα πάντα στο σπίτι της γερόντισσας ήταν τοποθετημένα με τάξη θαυμαστή.
Στη δεύτερη - τρίτη ερώτηση «πού να κοιτάξουμε άραγε;» ακούστηκε αδύναμη η φωνή της γριούλας απ’ το κρεβάτι. Δεν είχε ακόμη πεθάνει:
-Στη κομόντα, Μαρία. Στην κομόντα. Πρώτο συρτάρι.
Και ξεψύχησε.
__________
[1] Αληθινή Ιστορία. Για την Κατερίνα Μανουσάκη από τη Mεσαριά Θήρας, που με συγκίνησε σήμερα βαθειά.
© Ελένη Καλλιανέζου, 29 Ιουνίου 2008, Vejen (55 º 29΄ 02.12΄΄ Βόρειο, 9 º 02΄53.04΄΄ Ανατολικό)
