Δευτέρα 30 Ιουνίου 2008

Αλέξανδρος, Ηλέκτρα, Ελένη

Dante Gabriel Rossetti, Helen of Troy, 1863, Hamburger Kunsthalle, Γερμανία


Αλέξανδρος και Ηλέκτρα, ονόματα εύηχα με την αρμονία των υγρών συμφώνων και των φωνηέντων, τα άλφα και τα ε στη θέση τους, σ το συρριστικό, σα σφύριγμα, προσκρούον στο κάππα, που πνίγεται μεταξύ λάρυγκα και χειλέων.
Στο μεταξύ, ο Αλέξανδρος τους άνδρες διώχνει και τους ανταγωνιστές απ’ το πεδίο της μάχης, ομοίως όπως και η Ηλέκτρα (αυτή όμως απ’ το κρεβάτι της).
Κι έτσι απωθώντας τους ανθρώπους απεβίωσαν και οι δυο δυστυχείς, παρά την υστεροφημία που κέρδισαν εκ του ευήχου των ονομάτων και της μυθοπλασίας των.
Ελένη – Σελήνη – Σελάνα, η Κυρία της ψυχής, Ελένωρ, Ελέναυς, Ελέπτολις, η καταστρέφουσα, η αείποτε αποβιώσασα, καίτοι θνησιγενής. Γιατί και πώς; Άγνωστο. Ίσως λόγω της ανάποδης νοοτροπίας της με τους παραπάνω, διότι τούτη εδώ ενδίδει.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 30 Ioυνίου 2008

buzz it!

Κυριακή 29 Ιουνίου 2008

H Παντοχαρά

Είμαι του ολίγου και του ακριβούς. Δεν υπήρξα ποτέ του τρίτου προσώπου. Τρέφομαι από το δ υ σ και το ε υ που κατά περίσταση προσφέρω. Αρνούμαι όμως τροφή στους χορτάτους που ζητούν ολοένα κι άλλη, κι άλλη πείνα. Θα ‘τανε σα να επεδίωκα να ιδιοποιηθώ τα ίδια μου τα υπάρχοντα. Κατά τα άλλα, συχνάζω εκεί όπου κάθε θολούρα, ως κι ο καπνός του τσιγάρου μου ακόμη εξουδετερώνεται απ’ το θαλασσάκι που φυλάγει καλού-κακού για χάρη μου στο βορειοδυτικό της ντουλαπάκι η Παναγιά η Παντοχαρά», Οδυσσέας Ελύτης, Ο κήπος με τις αυταπάτες. ]


Gerry Uelsmann, Sky Ceiling


Ήταν γριά πολύ[1], δε θυμούμαι πια το όνομά της, το κουβεντιάζαμε με την Αμαλία χρόνια πολλά πριν, στο σπίτι που είχα στην Αλυκή της Βοιωτίας κάποιο καλοκαίρι, ίσως το ’94 ή και το ’95. Δε θυμούμαι καν το χωριό της, σε κάποιο νησί, θαρρώ. Πάντως έζησε χρόνους πολλούς, δεν είχε ποτέ της παντρευτεί, είχε όμως τη γλύκα ενός ανθρώπου που έχει δικό του όλο τον κόσμο, όμοια με τον άνθρωπο που τα είχε όλα – όλα – όλα στο βιβλίο του Αστούριας, κι ας μην είχε στην ουσία τίποτα. Είχε τον ήλιο, είχε το φεγγάρι δικό της, είχε δικούς της τους ουρανούς, τις γλάστρες με τους κατηφέδες και τους βασιλικούς και τις κότες της.

Κάθε κότα είχε και το δικό της όνομα. Τις έβγαζε το πρωΐ απ’ το κοτέτσι, φωνάζοντάς τες με τα ονόματά τους.

-Έλα Ασπρούλα, έλα Κοκκίνω, Μαυρούλα και Πιτσίλω.

Και οι κότες μπαίνανε σε σειρά. Πρώτα η Ασπρούλα, μετά η Κοκκίνω, η Μαυρούλα κι η Πιτσίλω και βγαίνανε με τάξη. Κατά τη σειρά που φώναζε τα ονόματά τους.

Το βράδυ πάλι με τ’ όνομά τους τις καλούσε για να μπουν και πάλι στο κοτέτσι, κι οι όρνιθες υπακούγανε, πειθαρχώντας στο όνομα που τους είχε δώσει.

Η γριά πάντα γελούσε, δεν υπήρχε κάτι που να μην την κάνει να χαμογελά, όλη ένα χαμόγελο.

Κάποια στιγμή γύρισε και είπε σε μια γειτόνισσα:

-Έζησα πολύ κι ο Θεός με αξίωσε να ζήσω και καλά, μάλλον ήρθε η ώρα μου να πεθάνω. Κουράστηκα να ζω. Καιρός να δώσω τη θέση μου και σε κανέναν άλλον.

Οι άλλες αρχίσανε τα «έλα καημένη, τόσο σου γράφει, κουνήσου απ’ τη θέση σου, κούφια η ώρα».

Δεν είπε τίποτα.

Την Κυριακή κάλεσε κι όλα της τ’ ανήψια για φαγητό. Έσφαξε κοτούλες και κουνέλια, ζύμωσε ψωμί, έβαλε τα καλά της, στόλισε το σπίτι με δαντέλες και τα καλά πεσκίρια, είχε και καλό κρασί.

Πήγε σε νοτάριους, κανόνισε τα χρέη της όλα, καταπώς έπρεπε.

Ξημέρωσε. Έβγαλε τις κότες απ’ το κοτέτσι. Φωνάζοντάς τες με τα ονόματά τους. Πότισε.

Πλύθηκε και λούστηκε. Έβαλε τα καλά της.

Πήγε στο κρεβάτι της. Ξάπλωσε. Και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος.

Το βράδυ οι γειτόνισσες είδαν πως δεν έβαλε τις κότες πάλι στο κοτέτσι, ανησύχησαν.

Μπήκαν στο σπίτι της. Στολισμένο. Στα βάζα λουλούδια. Και τη βρήκαν στο κρεβάτι της με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος να χαμογελάει.

Φώναξαν γιατρό να πιστοποιήσει το θάνατο. Εκείνος δεν πολυκοίταξε τη γριά. Είπε:

-Πού να έχει άραγε βάλει την ταυτότητα και το εκλογικό της βιβλιάριο, για να της βγάλω πιστοποιητικό θανάτου;

Οι γειτόνισσες δεν ήξεραν, αν και τα πάντα στο σπίτι της γερόντισσας ήταν τοποθετημένα με τάξη θαυμαστή.

Στη δεύτερη - τρίτη ερώτηση «πού να κοιτάξουμε άραγε;» ακούστηκε αδύναμη η φωνή της γριούλας απ’ το κρεβάτι. Δεν είχε ακόμη πεθάνει:

-Στη κομόντα, Μαρία. Στην κομόντα. Πρώτο συρτάρι.

Και ξεψύχησε.
__________


[1] Αληθινή Ιστορία. Για την Κατερίνα Μανουσάκη από τη Mεσαριά Θήρας, που με συγκίνησε σήμερα βαθειά.


© Ελένη Καλλιανέζου, 29 Ιουνίου 2008, Vejen (55 º 29΄ 02.12΄΄ Βόρειο, 9 º 02΄53.04΄΄ Ανατολικό)

buzz it!

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

Ιστολογώντας Κενώς και Κοινοτύπως

Mail στερεοτυπικά: «Είμαι αυτός και μου αρέσει η τάδε μουσική και διαβάζω τα τάδε βιβλία, μπλα – μπλα – μπλα». Αυτόματη σκέψη: «Μπράβο σου, εύγε, αλλά τι μας το λες;». Απάντηση που δίνεις βάσει savoir vivre: «Xάρηκα πολύ». Δεύτερο mail «Τι άλλα;». Χαμογελάς. Αυτόματη σκέψη: «Τώρα που έμαθες καλά τα αυτά, ενδιαφέρεσαι για τα άλλα; Ε, ωραία. Διάβασε το ιστολόγιό μου, προσωπικό είναι, ίσως μάθεις και τα αυτά και τα άλλα». Εντούτοις, δεν το λες. Σκέφτεσαι μία πρόταση. Να απαντήσεις.
... Δε βαριέσαι... Και γιατί να απαντήσεις;
Οι κανόνες ευγένειας επιβάλλουν βέβαια απαντητική επιστολή, αλλά από τη δεύτερη πρόταση ή την ενδεχόμενη απάντηση που θα λάβεις σε μία απλή ερώτηση, οι προθέσεις είναι εμφανείς. Το διαδικτυακό νταραβέρι. Κι εγώ τώρα οφείλω να κάνω τι; Να απαντήσω; Με τι; Με λίστα όλων των βιβλίων που έχω διαβάσει ή με μανιφέστο των πολιτικών και θρησκευτικών μου θέσεων και με το ρεύμα Τέχνης που με αγγίζει περισσότερο;
Επόμενη λογική ερώτηση που προκύπτει απ’ τα παραπάνω: Αφού είσαι άνθρωπος τόσο ευαισθητοποιημένος και ανήσυχος και αμφισβητίας, όταν σου θέτω μία ερώτηση σε ανάρτηση, γιατί δε μου απαντάς με επιχείρημα, αλλά με καλημεροκαλησπέρες ή με το τίποτα; Τι είναι ιστολόγιο; Ευκαιρία κοινωνικοποίησης; Ανταλλαγή φιλοφρονήσεων; Φλερτ;
Τι καιρό κάνει εδώ που βρίσκομαι; Βροχερό. Να δώσω και ταχύτητα ανέμων; Να το ξέρω να δίνω καθημερινώς δελτίο καιρού από το σχετικό site της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας Δανίας.
Δηλαδή το κοινωνικό μου καθήκον μου επιβάλλει, αν κάποιος έρθει στο ιστολόγιό μου, να ανταποδώσω την υποχρέωση και να γράψω δέκα ευγενικές φράσεις στο δικό του ιστολόγιο, ακόμη κι αν λέει παπαριές; Βάσει ποιας λογικής;
Ιστολόγια με φράσεις βαρύγδουπες. Εκατόν πενήντα σλόγκαν: Να σώσουμε το περιβάλλον, να μποϋκοτάρουμε, να καταργήσουμε τα φακελλάκια, να κάνουμε, να ράνουμε. Να υποθέσω εν ολίγοις ότι στην Ελλάδα που έζησα 38 χρόνια, δεν υπάρχουν φαύλοι ή μη μόνον οραματιστές, ευαίσθητες υπάρξεις, ακτιβιστές και αμφισβητίες και άνθρωποι των Γραμμάτων, των Τεχνών και της Ποίησης, αφού τέτοιοι μου δηλώνουν από ένα αντιγεγραμμένο ποστ. Σωστά; Ε, τότε γιατί δεν έμεινα στην Ελλάδα και πήρα των ομματιών μου;
Και η συνέπεια λόγου και πράττειν;... Πάει αυτή. Περίπατο. Αφού τα περισσότερα γίνονται στα πλαίσια ενός φτηνιάρικου εντυπωσιασμού.
Σχόλια ηθικοφανή, σχεδόν θυμίζουν Κατηχήτριες και τον Εκκλησιαστή. «Δεν πρέπει να κάνουμε αυτό, πρέπει να κάνουμε το άλλο, υπάρχει φαυλότης και σαπίλα … μπλα – μπλα». Ασχέτως με το αν ο ηθικολόγος – σχολιαστής στη ζωή εκτός δικτύου μπορεί να έχει ξεθάψει και τη μάνα του για να παίξει με τα κόκαλά της τα κότσια.
Βεβαίως, ποια είμαι να εμποδίσω τον οποιονδήποτε απ’ το δικαίωμα στο νταραβερίζεσθαι, επειδή ίσως και λανθασμένα θεωρώ το ιστολογείν ως απόπειρα πολιτισμικής και κοινωνικής διά – δράσης σε επίπεδο ιδεών, ακόμη και μέσα από το να μοιράζομαι μια δική μου εμπειρία ή σκέψη ή εκτονώνω εν κατακλείδι το ψώνιο μου με το γράψιμο; Δικά σας τα γένεια, δικά σας και τα χτένια. Δικαίωμά σας, κάντε το.
Εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ, δε θα πάρω. Έχω τοποθετήσει πολύ ψηλά τον έρωτα για να τον ευτελίζω κι ακόμη και στο παιχνιδίζειν τα κριτήριά μου είναι πολύ υψηλά. Απεχθάνομαι τη χοντροκοπιά και την έλλειψη γούστου και μου αρέσουν οι άνθρωποι που είναι ευφυείς. Μη μου πουλάτε φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Άλλο το παραμύθι, άλλο το παραμύθιασμα κι άλλο η υποκρισία. Και κόψτε τους βαρύγδουπους τίτλους. Βαφτίστε τα ιστολόγια «Ο Οντάς του Τάδε» και «Το Μπουντουάρ της Δείνα», να τελειώνουμε.
Όποιος θέλει στο δικό μου ιστολόγιο λοιπόν να παίξει μπάλα, ας παίξει μπάλα. Όχι πινγκ πονγκ στην αίθουσα της ενορίας για νεανίες.
Δεν έχω κανένα λόγο να επικοινωνώ με μέιλ με κάποιον που δεν έχω δει να εκφράζει απόψεις δημόσια. Αν ενθουσιαστώ μέχρι τρέλας απ’ τα λόγια κάποιου ή κάποιας και το προσωπικό του τραγούδι, ίσως να θελήσω και να τον γνωρίσω δια ζώσης, αλλιώς δεν κόπτομαι και ιδιαιτέρως.
Και ναι, ζω με τη φαντασία μου, γράφω παραμύθια και δεν επιθυμώ να γνωρίσω μεταλλαγμένα ορκ ή μη μόνον πλάσματα αιθέρια. Υπάρχει πρόβλημα;


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 27 Ioυνίου 2008

buzz it!

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

Του Θεού το Τυροκομειό


John August Swanson, Peaceable Kingdom, 1994

Πάνω στο τυροκομειό του Θεού εβόσκανε πρόβατα πολλά, η σοδειά ήτονα καλή και τα γάλατα μπόλικα. Είπε λοιπόν ο Θεός να φκιάσει τραχανά, διά να ζεστοκοπιέται τους χειμώνες. Τον άπλωσε για να στεγνώσει στους ουρανούς και γι’ αυτό και οι ανθρώποι απ’ τη γη βλέπουνε τον ουρανό ν’ ασπρίζει σα μια ζώνη τα καλοκαίρια. Το χειμώνα πάλε, αυτό που βλέπουμε ψηλά δεν είναι ο τραχανάς, διότι ο Θεός τον μαγειρεύει, αλλά η φέτα που ρίχνει μέσα διά να νοστιμεύσει, γιατί τραχανάς χωρίς φέτα δε λογίζεται. Η λευκή αυτή ζώνη στον ουρανό καλείται Γαλαξίας από τα γάλατα. Γιατί και φέτα και τραχανάς με γάλα φκιάχνονται.


© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 26 Ioυνίου 2008

buzz it!

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Η Γάτα και το Φεγγάρι

Όταν ο Θεός αποφάσισε να φκιάσει τον κόσμο, ήτανε στους ουρανούς πίσσα σκοτάδι. Πάει το λοιπόν κι αρμέγει την αγελάδα του κι ήφκιαξε ένα μεγάλο κεφάλι τυρί και το ‘πε Φεγγάρι και το ‘βαλε στον ουρανό για να φέγγει. Αλλά του Διαόλου οι ποντικοί πααίνανε και τρώγανε το φεγγάρι κι αυτό λιγόστευε. Τότε ο Θεός ήφκιασε τη Γάτα. Όταν η Γάτα τρώγει πολλά ποντίκια, τότε προλαβαίνει κι ο Θεός να φκιάσει καινούργιο τυρί και το Φεγγάρι γεμίζει. Όταν η Γάτα όμως κοιμάται, τρέχουν οι ποντικοί του Οξαποδώ και τρώνε - τρώνε και το Φεγγάρι αδειάζει.


Για τη Γάτα και το Φεγγάρι έγραψε ποίημα ο Yeats[1]. Aς χορέψει η γάτα του Yeats λοιπόν με το φεγγάρι. Στη δικιά μου επιφυλάσσω ρόλο πρωταγωνίστριας στη Γένεση. Ίσως προτιμήσει το έργο (αν βεβαίως δεν ενδιαφέρεται για υψηλό κασέ, κάτι που θεωρώ μάλλον απίθανο, αλλά άβυσσος η ψυχή μιας Ντίβας και μιας Γάτας).

________________


[1] William Butler Yeats, Τhe Cat and the Moon

The cat went here and there
and the moon spun round like a top,
and the nearest kin of the moon,
he creeping cat, looked up.
Black Minnaloushe stared at the moon,
for, wander and wail as he would,
the pure cold light in the sky
troubled his animal blood.

Minnaloushe runs in the grass
lifting his delicate feet.
Do you dance, Minnaloushe, do you dance?
When two close kindred meet,
what better than call a dance?
Maybe the moon may learn,
tired of that courtly fashion,
a new dance turn.

Minnaloushe creeps through the grass
from moonlit place to place,
the sacred moon overhead
has taken a new phase.
Does Minnaloushe know that his pupils
will pass from change to change,
and that from round to crescent,
from crescent to round they range?

Minnaloushe creeps through the grass
alone important and wise,
and lifts to the changing moon
his changing eyes.

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 24 Iουνίου 2008

buzz it!

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008

Η Μοδιστρούλα

Ζούσε στην Αθήνα στη δεκαετία του ’30, είχε μάθει μοδιστρική[1] και πήγαινε σε σπίτια κι έραβε. Τότε ήταν συνηθισμένο οι μοδίστρες να περνούν μιαν ολόκληρη ημέρα στα σπίτια· ράβανε ή μεταποιούσαν ρούχα, κι ύστερα τρώγανε όλοι μαζί, κι έφευγε η μοδίστρα το βράδυ. Συνήθεια που επιβίωσε για πολλά χρόνια, θυμούμαι κι εγώ τη Σεβαστή, τη μοδίστρα μας, που ερχόταν στο σπίτι μας κι έραβε.

Ανάμεσα στα πλουσιόσπιτα που πήγαινε ήτανε κι ένα αντρόγυνο χωρίς παιδιά. Είχαν γυρίσει όλο τον κόσμο τότε, μέχρι και στην Ελβετία είχαν πάει, το πρόβλημα ήταν της γυναίκας.

Επειδή όμως ο πόθος τους για παιδί ήταν διακαής, αφού το συζήτησαν, κατέληξαν στην απόφαση να κάνει ο άντρας παιδί με όποια προσφερόταν (στη ζούλα φυσικά) κι ύστερα να το υιοθετούσαν ή να το παρουσίαζαν για δικό τους.

Η μοδιστρούλα ήταν νέα, ωραία και χυμώδης, να η ευκαιρία.


Φωτογραφία Vincent de Groot


Το κόλπο στήθηκε. Ο σύζυγος την ξεμονάχιασε, και η γυναίκα του τού έκανε τη ζωή μαύρη, αλλά τη λυπάται, που είναι φιλάσθενη, και τι ωραία που είναι η μοδιστρούλα και τι πονόψυχη και τι ωραία μάτια και τι ωραίο το τούτο της και το κείνο της.

Με τα πολλά τη ρίχνει. Και δώστου πάλι και ξανά, και μια ωραία πρωΐα μένει η μοδιστρούλα έγκυος... Καταστροφή!

-Και τι θα πει ο κόσμος και τι θα γίνει τώρα, που είσαι παντρεμένος και τι θ’ απογίνω εγώ;

Ο κύριος της δείχνει όλο του τον ιπποτισμό. Ναι μεν δεν μπορεί να χωρίσει για να τη στεφανωθεί, αλλά το παιδί τους είναι ο καρπός του έρωτά τους. Ούτε κουβέντα να το ρίξει εκείνη. Αυτός θα το κρατήσει τάχα μου ότι είναι δικό του και της γυναίκας του και θα τη στείλει μετά τη γέννα στους καλύτερους γιατρούς για παρθενορραφή και θα την προικίσει.

Η μοδιστρούλα πείστηκε. Έφυγε για κάμποσο καιρό στην εξοχή, γέννησε και το παιδί, τραβάει από πάνω και δυο βελονιές στα σκέλια της κι ούτε γάτα ούτε ζημειά.

Σούσουρο βέβαια στη γειτονιά έγινε ότι τα έχει με τον τάδε, αλλά εκείνη καμωνόταν πως δε συνέβαινε τίποτα.

Κάποια στιγμή της κάνουν και προξενιό ένα παλικάρι και παντρεύονται. Ο γαμπρός είχε ακούσει κι αυτός τα κουτσομπολιά, αλλά συγκινημένος που βρήκε τη γυναίκα του παρθένα, γυρίζει και της λέει:

-Άει, σιχτίρ, τι παλιόκοσμος υπάρχει! Φαντάσου ότι οι κακές γλώσσες λυσσάξανε ότι εσύ τα είχες μ’ αυτόν τον παντρεμένο!
__________


[1] Αληθινή ιστορία, που μου διηγήθηκε το 1991 η γιαγιά Μαρίνα Λιόση.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 23 Iουνίου 2008

buzz it!

Σάββατο 21 Ιουνίου 2008

Η Μαρμαρωμένη Κόρη

Στα χρόνια τα παλιά πάνω στο λόφο του Άη Λια ένας τσοπάνης, εκεί που έβοσκε τα πρόβατα και τα γίδια του, ηύρε το άγαλμα μιας κόρης.

Η κόρη ήτονα έμορφη πολύ με το πρόσωπο πετρωμένο και τους πόδες της να λείπουσι, μα εκειός απόμεινε να τη θαυμάζει και καθόλου δεν ενοιαζόντανε που δεν είχε το άγαλμα πόδια. Το έκρυψε στα σχοίνα και την άλλη μέρα επήγε με το γαϊδαράκο του, το εφόρτωσε και το ήφερε στη στάνη του, το καθάρισε από τα χώματα και το έστησε καταμεσίς να το βλέπει και ν’ αγάλλεται.

Κάθε πρωί στο άγαλμα έλεγε ο τσοπανάκος καλημέρα κι ύστερις έβγανε όξω το κοπάδι για βοσκή. Και κάθε βράδυ στο άγαλμα της κόρης έλεγε την καληνύχτα του και πάλε τη μαρμαρωμένη έβλεπε τις νύχτες στον ύπνο του να του μιλεί και να του γελά.

Περάσανε μέρες πολλές κι ο τσοπανάκος έλυωνε απ’ το μαράζι που το άγαλμα δεν εμπόραε να του ομιλήσει με ανθρώπινη λαλιά, όπως και στα όνειρά του, και τ’ αποφάσισε να πάει να βρει την Κατίγκω τη μάισσα.

-Το και το, τηνε βλέπω, της μιλώ, μα να μου μιλήσει δε γίνεται, θ’ αποθάνω. Αυτήνα βλέπω στον ύπνο μου, άλλη γυναίκα δεν υπάρχει για με, μόνον η μαρμαρωμένη κόρη.

-Μαρέ, γιε μου, το εσκέφτης καλά; Τόσες κοπέλες στο χωριό σαν τα κρύα τα νερά, ζωντανές, τι να τηνε κάμεις τη μαρμαρωμένη;

-Όχι, εγώ αυτήνα θέλω κι άλλη καμιά κι αν αυτή δε γίνει γυναίκα μου, θ’ αποθάνω.

Πέφτει η μάισσα σε περισυλλογή και του λέγει:

-Καλά, έλα πάλε με το νέο φεγγάρι, να δω τι θα με φωτίσει το πνεύμα της πέτρας.

Σαν έφυγε το τσοπανόπουλο, βγάνει η Κατίγκω δυο πέτρες, κι αρχίνισε υπομονετικά να τις σμιλεύει, μέχρι που τους έδωσε σχήμα ανδρός και γυναικός. Πάει και στο εικονοστάσι, τις ραντίζει και μ’ αγιασμό και τις ρωτάει:

-Πε μου μου πνεύμα του αντρός, πε μου κόρη σμιλεμένη
πώς θα σμίξει ζωντανός με μια μαρμαρωμένη;

Τα στόματα που εσμίλεψε η Κατίγκω στην πέτρα εσαλέψανε κι είπανε:

-Αν άντρας κόρην αγαπά που ‘ναι μαρμαρωμένη,
να σμίξει μ’ αυτήν γίνεται, μα είναι μαγεμένη.

Η Κατίγκω πάλε τις ξαναρωτάει, μα οι πέτρες άλλη απόκριση δεν εδίνανε, πάρεξ την ίδια:

-Αν άντρας κόρην αγαπά που ‘ναι μαρμαρωμένη,
να σμίξει μ’ αυτήν γίνεται, μα είναι μαγεμένη.


Edward Burne-Jones, Από τη σειρά Pygmalion, The Soul Attains 1878, Birmigham Museum and Art Gallery


Στο μεταξύ πλησίαζε και το νιο φεγγάρι, τι να κάμει κι η Κατίγκω, ετοιμάζει μάγια για την αγάπη.

Έρχεται το τσοπανόπουλο, του δίνει η Κατίγκω τα βοτάνια και του λέγει:

-Το νου σου, γιε μου, γιατί τα πνεύματα μου ‘πανε τούτο:

«Αν άντρας κόρην αγαπά που ‘ναι μαρμαρωμένη
να σμίξει μ’ αυτή γίνεται, μα είναι μαγεμένη».

Σκέψου το καλά, κι αν το πάρεις απόφαση, το βράδυ βράσε το βοτάνι, πιες το μισό και με τ’ άλλο μισό να ραντίσεις τη μαρμαρωμένη.

Του τσοπανόπουλου όμως το μάτι είχε τόσο πολύ μαυρίσει απ’ το σεβντά για το άγαλμα, που δεν εκάθησε να σκεφτεί καθόλου κι επερίμενε πώς και πώς το βράδυ να εφαρμόσει τα μαγικά της Κατίγκως.

Βράζει το βοτάνι, πίνει μάνι – μάνι το μισό, ραντίζει και με το άλλο μισό τη μαρμαρωμένη κι εζωντάνεψε εκείνη κι έτρεξε εκειός και την αρπάει στην αγκάλην του και σμίξανε κι αποκοιμήθηκε το τσοπανόπουλο στην αγκαλιά της μαρμαρωμένης κόρης.

Τα πρόβατα βελάζανε μέρες κλεισμένα στο μαντρί και τ’ ακούσανε απ’ το χωριό κι ανεβήκανε πέντε – έξι νοματαίοι στη στάνη.

Κι ηύρανε κάποια πρόβατα ψόφια κι άνθρωπο τριγύρω κανένανε, μόνε ένα άγαλμα με πόδια αντρικά και κορμό γυναίκειο κι εφοβηθήκασι τόσο πολύ, που το σπάσανε και το εκάμανε χίλια κομμάτια.

© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 21 Iουνίου 2008

buzz it!

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2008

Sensualisisimo

Όσες φορές σκεφτόμουν το θάνατο ή ο θάνατος χτύπαγε την πόρτα του σπιτιού μου, η αυτόματη επιθυμία μου και σκέψη ήταν: θέλω να κάνω έρωτα. Τώρα. Χωρίς να με νοιάζει ούτε το ερωτόλογο ούτε αν η ιστορία θα είχε συνέχεια. Όμοια όπως ένας άντρας.

Φωτογραφία Waclaw Wantuch


Δεν μπόρεσα ποτέ μου να καταλάβω τις γυναίκες που σ’ όλα τους τα ζευγαρώματα απαιτούν ως προϋπόθεση το τριαντάφυλλο ή το να κάτσουν και ν’ ακούσουν ή να πουν την ιστορία της ζωής τους ή να εκθέσουν τις ευαισθησίες τους... Προς τι; Χάσιμο χρόνου. Έχει ο άλλος ευαισθησίες; Ωραία. Κι εγώ έχω. Δεν είμαι ψυχαναλύτρια κανενός. Κι ούτε χρειάζεται όλες τις φορές να ανοίξεις κουβέντα για την ποίηση ή τη φιλοσοφία. Δε θα συνουσιαστείς για να λάβεις μέρος σε συμπόσιο για την ποίηση του Μαγιακόφσκι, διάολε! Ούτε για την «αίσια έκβαση», που τις περισσότερες φορές συνεπάγεται με το στεφάνι.

Τα στεφάνια τα αποφεύγω επιμελώς. Στην πραγματικότητα το στεφάνι της κηδείας μου είναι αυτό που θέλω ν’ αποφύγω, για το δάφνινο της δόξας δε θα έλεγα όχι· δε γίνεται σ’ όλα τα στεφάνια όχι να λες κι έχω κι εγώ, όπως όλοι, τη δόση ματαιοδοξίας μου.

Κάποια ζευγαρώματα είναι άγευστα, ανούσια, περνούν και τα χρόνια, λες δε γίνεται και να σκορπίζομαι, ακούς δυο κουβέντες λες μέσα σου, τώρα να δεις που θα μου πει αυτό... Και το λέει. Και μετά πάλι λες, τώρα θα κάνει ετούτο και περιμένει από εμένα να κάνω το άλλο. Και κάνει ετούτο και κάνεις κι εσύ το άλλο. Ακριβώς όπως το σκέφτηκες, χωρίς καμιά παραλλαγή. Και μέσα σου γελάς και λες, κοίτα να δεις! Αν είμαι δα κι ο προφήτης του βαθμού του οργασμού μου, άστον να πάει στα κομμάτια, αν είναι να μοιάζει με της αγελάδας. Καλύτερα να μουγκρίσω σαν άνθρωπος κι ένας άνθρωπος μουγκρίζει καλύτερα, όταν παραμιλάει από έρωτα.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 18 Iουνίου 2008

buzz it!

Στη Χώρα του Καθρέφτη με το Νίκο Γκάτσο και τι Είδα Εκεί

Αχ, Νίκο Γκάτσο δε μου τα λες καλά!

Είπες:
Όποιος χωρίς δαιμόνους δαιμονίζεται, [1]
πάει μια δεξιά, μια αριστερά,
ποτέ δεν πάει μπροστά.

Σου λέω:
Όποιος θέλει δαιμόνους να δαιμονίζεται
είναι ανθός στους κλώνους
που όλο σκορπίζεται.

Είπες:
Όποιος χωρίς ανέμους ανεμίζεται, [2]
πάει μια ψηλά, μια χαμηλά,
ποτέ δεν πάει σωστά.

Σου λέω:
Όποιος με τους ανέμους μόνο ανεμίζεται
στης Άρτας το γιοφύρι
στο τέλος χτίζεται.

Είπες:
Όποιος χωρίς φεγγάρια φεγγαριάζεται, [3]
πάει μια κρυφά, μια φανερά,
ποτέ δεν πάει στρωτά.


Σου λέω:
Όποιος θέλει φεγγάρια να φεγγαριάζεται
απ’ τη ζωή στον τάφο
περνάει σα να βιάζεται.


Τoni Frissel, Lady in the Water, 1947



Είπες:
Μαζί μου θέλω σεμνά να περπατάς [4]
αλλού να μην κοιτάς
ο κόσμος σου να είμαι εγώ.

Σου λέω:
Πάντα αλλού θε να κοιτώ,
στου φεγγαριού τις στράτες
να τρέχω και να περπατώ.
___________

Σημ.
[1], [2],[3], [4] Από το ποίημα του
Νίκου Γκάτσου «Ο Κόσμος σου να είμαι εγώ», που μελοποιήθηκε από το Μάνο Χατζηδάκι στους Aντικατοπτρισμούς.


© Νίκος Γκάτσος – Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 18 Ιουνίου 2008, Για την Πανσέληνο.

buzz it!

Τρίτη 17 Ιουνίου 2008

Memorabilia

Θυμάσαι τότε που γυρνάγαμε απ’ το σχολείο, έξω απ’ το στοιχειωμένο σπίτι με τις τσουκνίδες, που όποιος άγγιζε τον αυλότοιχό του θα πέθαινε και πήγα και τον άγγιξα, να δω αν πιάνει η κατάρα;

Θυμάσαι το σπίρτο που σου πλησίαζαν στο πρόσωπο, όντας βρέφος, να σβήσεις τη φλόγα;

Θυμάσαι εκείνο το στενό δρομάκι με τις πλήθρες στην Κύθνο, την Παναγιά την Κανάλα, (δε μου άρεσε το «Κανάλα», θα προτιμούσα το Παναγιά η Θαλασσινή).

Θυμάσαι στην Ικαρία την κοιλάδα του Να, που εσείς ανεβήκατε ψηλά σκαρφαλώνοντας στα βράχια κι έμεινα εγώ πίσω μοναχή μου, βέβαιη πως με λίγη αυτοσυγκέντρωση θα μιλούσα στα αερικά; Έπιασε το κόλπο, άκουσα τα θροΐσματα, άκουσα και κουδουνίσματα και γέλια και σας το ‘πα, αλλά εσείς γελάσατε. Θυμάσαι;

Θυμάσαι τότε που αποφάσισα ένα ολόκληρο καλοκαίρι να μη φάω τροφή μαγειρεμένη κι έτρωγα μόνο φρούτα, μέλι και γιαούρτι κι ανέβαινα σε μια καρέκλα στο γραφείο κι έκανα ασκήσεις πτήσης; Κι αυτό το μαγικό έπιασε. Κάθε φορά που το πόδι μου άγγιζε το πάτωμα ο χρόνος διαστελλόταν, η κίνηση γινόταν slow motion, στ’ αλήθεια πετούσα.

Θυμάσαι το κηπάκι με τις γαρδένιες και τα λόγια της γριάς «Οι γαρδένιες είναι φυτό ερωτιάρικο. Ποτέ μην έχεις μια γλάστρα, πάντα δυο, όλες σε ζευγάρια, αλλιώς μαραίνονται»;

Θυμάσαι το κρασί που ήπιαμε στην παραλία σε κολωνάτα ποτήρια κι η θάλασσα τρεμούλιαζε και τα κορμιά μας τρεμούλιαζαν και το φεγγάρι τρεμούλιαζε κι έφευγε διακριτικά και χανόταν πέρα απ’ τα βουνά για να μας αφήσει να σμίξουμε;

Θυμάσαι τη σκονισμένη λυγαριά, τα «χαίρε» και τα «όχι», τα νερά, τις πλατωσιές του ορίζοντα, τα μαγικά σουσάμια, τους κλέφτες τις νύχτας, που όλα τ’ άλεσα στο μεγάλο μου γουδί, μυκτηρισμούς κι απόηχους του Γκρίζου και του Τότε;

Θυμάσαι εκείνο το ταψί με τα γεμιστά που έφτιαξα στο ξενοδοχείο και το κουβαλούσα στο λιμάνι σκεπασμένο μ’ εφημερίδες για να το μοιραστούμε με την παρέα στο καφενείο;

Θυμάσαι που περπατούσα μονάχη μου με το φλάουτο στο σακίδιο στα δάση στον Ταΰγετο, για να παίξω χωρίς να μ’ ακούει κανείς στις όχθες του Κνακύωνα;

Θυμάσαι εκείνο τον αδέσποτο σκύλο, το Mr Brown, που τον βάλαμε μέσα στο αυτοκίνητο να μας κάνει παρέα σ’ εκείνη την ταβέρνα που είχε δεμένες δίπλα της σχεδίες και πλατσουρίζαμε στα νερά για να ανεβούμε στη σχεδία να τρώμε και να λικνιζόμαστε με το κύμα και φοβόταν ο σκύλος και γάβγιζε; Φουκαρά, Mr Brown, σε φόλιασαν μπαμπέσικα...

Θυμάσαι στη Σίφνο τον Αράπη, το Σκύλο, το Μαύρο, τον Ταμ – Ταμ, ταμ, ταμ, ταμ, κι η βρόχα έπεφτε στρέιτ θρου;

Θυμάσαι εκείνον τον Αλβανό στην ανασκαφή, που φοβόταν το μιλλένιουμ κι έλεγε ότι το 2000 οι άνθρωποι θα γεννιούνται Κοντορεβυθούληδες και θα περπατάνε κάτω απ’ τις μαργαρίτες; «Εσύ, ντεν είσαι γκυναίκα», έλεγε. «Γκυναίκα, μέσα στο σπίτι, μαγκειρεύει, πλένει, σιντερώνει, ντεν είναι έξω στις λάσπες, ντεν σκάβει, ντεν πίνει, ντεν καπνίζει, κάνει παιντιά, εσύ είσαι άντρας» κι εγώ γελούσα;

Θυμάσαι εκείνο το καφενεδάκι στη Βαυαρία με τις μπύρες που συναντιόμαστε; «Πίνω για να κάνω το μυαλό μου να σωπάσει, σου έλεγα, γιατί οι εικόνες με κατακλύζουν, οι ήχοι μου τριβελίζουν το μυαλό, πατ - πατ - πατ, όλο φτιάχνω ιστορίες, κουράστηκα, θέλω λίγο να ησυχάσω, να δω πώς είναι να είναι κανείς ‘φυσιολογικός’».

Θυμάσαι εκείνη τη μυρωδιά από τζάκι σ’ εκείνο το χωριουδάκι στον Παντοκράτορα στην Κέρκυρα; Το κρασί και το τραγούδι στο Κανόνι, που σταματούσε η ορχήστρα για να τραγουδήσω a capella:

Σύρτε μάτια, σύρτε φρύδια, σύρτε στο καλό
της αγάπης μου να πείτε πως παντρεύτηκα.
Πήρα μάγισσα γυναίκα, μάγισσας παιδί,
που μαγεύει τα πουλάκια και δεν κελαηδούν,
που μαγεύει τα ποτάμια και δεν τρέχουνε,
που με μάγεψε κι εμένα και δεν έρχουμαι. [1]

Ε, ακόμη υπό την επιρροή εκείνου του μαγέματος τελώ. Να, γιατί δεν έρχομαι.

_________

[1] Παραδοσιακό τραγούδι της Θράκης.

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 17 Ιουνίου 2008

buzz it!

Δαχτυλήθρα

Ίσως φταίει το φεγγάρι, ίσως οι ερημιές όπου ζω, ίσως το ότι έγινα αλαφροΐσκιωτη κι έκοψα το φαΐ, φταίει και το αηδονάκι που λαλεί εδώ κοντά... Δεν περίμενα ποτέ ότι θα κάνω στο τέλος παρέα μόνο στ’ αηδόνια, λένε ότι τ’ αηδόνια είναι μοναχικά, είμαι κι εγώ, λίγο στον κόσμο και μετά πάλι στη φωλιά μου, να μετρώ τα κόκαλά μου, να εξαφανίζομαι σαν τον Τιθωνό, μα εκείνον τον ερωτεύτηκε η Αυγή, εμένα όχι, εκείνου του χαρίστηκε η αθανασία, εμένα πάλι όχι ή ίσως και ναι, εξαρτάται, λένε απ’ την οπτική γωνία που βλέπεις τα πράγματα και μου ‘ρχεται στο μυαλό εκείνο το αστείο ποιηματάκι που μαθαίναμε στο Δημοτικό:

«Είπε στη μητέρα της η Κυρά Σελήνη
-Κάνε μου ένα φόρεμα, χάρη να μου δίνει
Κι η γριά αποκρίθηκε, πώς να σου το κάνω;
Με το ράβε ξήλωνε, κόπο μόνο χάνω
»

Και δίπλα η εικόνα, η Σελήνη με το φόρεμα κι η μάνα της με γυαλιά πρεσβυωπίας να ράβει. Η μάνα της Σελήνης φορούσε, θυμούμαι και δαχτυλήθρα, όπως κι η μάνα μου.

Η δαχτυλήθρα της μάνας μου έπαιρνε τη θέση της στο μεταλλικό κουτί από μπισκότα δίπλα στο ξύλινο αυγό, τις κόπιτσες και τις κουβαρίστρες.





Δαχτυλήθρα από χρυσό, χρονολογούμενη γύρω στο 1750. Nationalmuseet, Koπεγχάγη, Δανία. .

Μα εμένα μου άρεσε η δαχτυλήθρα, όχι γιατί είχα ποτέ καλή σχέση με το ράψιμο, αλλά γιατί μου άρεσε το σχήμα της, γιατί την εικόνα της την έβλεπα και στα παραμύθια του Άντερσεν, που τα χάζευα με τις ώρες. Ο Τομ ο Δαχτυλάκης και η δαχτυλήθρα, η Τοσοδούλα και η δαχτυλήθρα, τα αλφαβητάρια και οι δαχτυλήθρες τους, οι νεράιδες κι οι δαχτυλήθρες να τις γεμίζουν νερό για να ποτίζουν τους κήπους τους, οι δαχτυλήθρες να γεμίζουν νέκταρ κι αμβροσία στον Κόσμο των Μικρών ή ακόμα και για να χρησιμεύουν σαν καρδάρες στο άρμεγμα ενός κοπαδιού με μελίγκρες που ζει σε μια τριανταφυλλιά...

Ε, ρε γλέντια, τι εικόνες μου ‘φερναν οι δαχτυλήθρες... Φετίχ κι αυτές, όμοια όπως τ’ άδεια μπουκαλάκια από άρωμα που τα ύψωνα στον ουρανό να δω τις αντανακλάσεις του φεγγαριού από μέσα τους ή και τα μάτια των γύρω μου παραμορφωμένα.

Μια δαχτυλήθρα στην τσέπη, ο θησαυρός, το φυλαχτό από κάθε τι κακό, κι από καιρό σε καιρό το χέρι στην τσέπη, να την πασπατεύω, να βεβαιωθώ ότι όλα είναι στη θέση τους και όλα τα μαγικά θα πιάσουν.

Τα παιδικά ξόρκια: τη φορώ κρυφά στο χέρι και δε με παίρνει χαμπάρι κανείς, γίνομαι αόρατη, γίνομαι νεράιδα, πάω στην Κίνα, ερωτεύομαι το Τέρας, πάω στις Ινδίες. Στις Ινδίες είμαι η Άουντα και με σώζει ο Φιλέας Φογκ κι ύστερα το σκάμε πάνω σ’ έναν ελέφαντα. Τη δαχτυλήθρα την τρίβω και βγαίνει το τζίνι της δαχτυλήθρας:

-Στις προσταγές σου, αφέντρα, τι επιθυμείς;

-Μακριά ξανθά μαλλιά και να γίνω αθάνατη.

Το τζίνι της δαχτυλήθρας πραγματοποιούσε την επιθυμία μου πρώτα μ’ ένα πανί στο κεφάλι, που ήταν τα μακριά μαλλιά μου κι ύστερα με μια βελόνα πλεξίματος, που ήταν το μαγικό ραβδί μου.

Με το μαγικό ραβδί άγγιζα τις γλάστρες γίνονταν δάση, άγγιζα σαλιγκάρια και μεγάλωναν, άγγιζα και το φράχτη και δεν πλησίαζε πια ο κακός
Μεσημεράς να με βάλει στη σακούλα του.

Ή με τη δαχτυλήθρα πάλι στην τσέπη (χωρίς όμως να έχω προσδιορίσει τη χρήση της) ταξιδεύω με μια βοϊδάμαξα στη Νότιο Αμερική και κάνω ένα νόθο γιο, που τον βαφτίζω Φρεδερίκο Γκαρθία Λόρκα Β’. Ο Φρεδερίκο Γκαρθία Λόρκα Β’ είναι ένα μελαχροινό αγόρι που δεν έχει πάει ποτέ στο σχολείο, τον έχω διδάξει λέει εγώ κατά το πρότυπο του Αιμίλιου του Ρουσσώ και με μαζεύει απ’ τα καπηλιά όπου εγώ μεθάω με τεκίλα. Η δαχτυλήθρα πάντα στην τσέπη, ίσως στον Αμαζόνιο χρειάζεται μια δαχτυλήθρα, όμοια όπως χρειάζεται και σ’ ένα ταξίδι στον ουρανό τη νύχτα...

Μικραίνεις, μικραίνεις, μπαίνεις στη δαχτυλήθρα, φουσκώνεις από πάνω κι ένα μπαλόνι και γίνεται η δαχτυλήθρα αερόστατο. Πετάς την έρμα, απογειώνεσαι, ένα αστέρι, δεύτερο αστέρι, τρίτο, να και κομήτες, να και βροχή από περσίδες, μα δε με νοιάζει, μέσα στη δαχτυλήθρα μου είμαι ασφαλής.

Η δαχτυλήθρα παντός καιρού και πανταχού παρούσα, η δαχτυλήθρα βάζο σ’ ένα λουλουδάκι γιασεμιού κι από δίπλα εγώ να παίζω μουσική στο γιασεμί και στη δαχτυλήθρα με μια στρακαστρούκα.

Και να από δίπλα κι η γιαγιά, «Ωχ, το κεφάλι μου, σταμάτα πια, με ζάλισες» κι εγώ σταματούσα, η δαχτυλήθρα να γίνεται κουβάς για ένα κεράσι κι η γιαγιά να μου κρεμάει κεράσια στ’ αυτιά και να τα κάνω σκουλαρίκια, Κυρία του Κόσμου, Κυρία των Κερασιών, Κυρία των Γιασεμιών, των Ελεφάντων, των Άστρων και Κυρία της Δαχτυλήθρας.

© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 17 Ιουνίου 2008

buzz it!

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008

Ιλαροτραγωδίες και ο Κλαυσίγελως της Ξενητεμένης

O εις εξ’ αυτών τάσσεται υπέρ της συνθήκης της Λισσαβόνας και προτείνει δημοψήφισμα για την επικύρωση ή απόρριψή της από τον ελληνικό λαό.
Ο έτερος Καππαδόκης και πρώην πρωθυπουργός (και αυτός υπέρ της συνθήκης) κάνει συστάσεις. «Κακό παιδί», του λέει. «Ο μπαμπάς σου δε θα το έκανε αυτό». Και με την ίδια τη φρασεολογία του πρώην πρωθυπουργού και νυν εκτός της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ: «Με έκπληξη πληροφορήθηκα ότι μετά από απόφασή σου το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την κύρωση της Νέας Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διαφωνώ. Η πρακτική των κυβερνήσεων τόσο του πατέρα σου όσο και των δικών μου ήταν η κύρωση των Συνθηκών από τη Βουλή. Τούτο γιατί η Ελλάδα χρειάζεται να ισχυροποιήσει τη θέση της στην Ένωση και να είναι χώρα που επηρεάζει τις εξελίξεις».
Και αφού ο Γιώργος Παπανδρέου δήλωσε στη Βουλή μεγαλοφώνως ότι ο ηγέτης του 21ου αιώνα επιθυμεί την ενεργή συμμετοχή ενημερωμένων πολιτών σε μια συνθήκη που αναιρεί στην ουσία την ίδια τη δημοκρατία, (ενημέρωση και ενεργή συμμετοχή σε τι; «Ελεύθερα αποφασίζω και ψηφίζω να σταματήσω εφεξής να ψηφίζω», θέση αρχής που βεβαίως διαφέρει από τις θέσεις Σημίτη του «δε σου πέφτει λόγος να ενημερωθείς και να ψηφίσεις για το ότι θα πάψεις να ψηφίζεις»), δηλώνει αργότερα από τη Βάλμη Ηλείας σε επερώτηση για τη διαγραφή Σημίτη:
«Μοναδικός στόχος και μοναδική μου έγνοια, μοναδική έγνοια ολόκληρης της παράταξης, είναι να απαλλάξουμε τη χώρα από ένα άθλιο κατεστημένο συγκεκριμένων οικονομικών και πολιτικών παραγόντων, που έχουν ως προστάτη τον κ. Καραμανλή και την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας». Πρόταση τουλάχιστον πιο αληθοφανής απ’ τις άλλες του δηλώσεις: «Μοναδικός μας στόχος είναι να αλλάξουμε την Ελλάδα και να ξαναφέρουμε το χαμόγελο και την ελπίδα στα πρόσωπα των Ελλήνων και των Ελληνίδων. Να κάνουμε την Ελλάδα χώρα Δικαιοσύνης, ευημερίας, ανάπτυξης, αλληλεγγύης και ανθρωπιάς», παραλείποντας βέβαια να δηλώσει το ευκόλως εννοούμενο «ακολουθώντας ακριβώς την ίδια πολιτική του προστάτη του άθλιου κατεστημένου των συγκεκριμένων οικονομικών παραγόντων ή έτι αθλιοτέρα, αφού ο τρισάθλιος πρωθυπουργός δε δηλώνει και την αλληλεγγύη του στους συντρόφους βιομηχάνους, όπως εμείς, με στόχο το χαμόγελο και την ελπίδα στα πρόσωπα των Ελλήνων και των Ελληνίδων ή κάποιων εξ’ αυτών».
Δε γνωρίζω αν οι προθέσεις Παπανδρέου, όπως διαφαίνονται μέσα από τις δηλώσεις του, έφεραν χαμόγελα στα πρόσωπα των Ελλήνων. Στο δικό μου όμως πρόσωπο, της Ελληνίδας ξενητεμένης, χαμόγελο θυμηδίας έφεραν για την πασιφανή ηλιθιότητα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και την ψευδεπίφαση δημοκρατικότητας στο νέο ανανεωμένο ΠΑΣΟΚ και κλαυσίγελω για τον ομαδικό αβδηρητισμό των Ελλήνων που χάσκοντες και μουρμουρίζοντες για τα ενίοτε οικονομικά καπελώματα, πνίγουν τον πόνο τους μπροστά στις οθόνες της τηλεόρασης, αλλαλάζοντες για το ποδόσφαιρο. Και επί χούντας εξάλλου αυτό γινόταν.

© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 16 Ιουνίου 2008

buzz it!

Σάββατο 14 Ιουνίου 2008

Γάμοι ορθόδοξοι, ανορθόδοξοι και άλλα αιρετικά

Γάμος: εκ του συνηρημένου ρήματος γαμέω – γαμώ. H νόμιμη σύζευξη άντρα και γυναίκας, ορίζει το λεξικό του Τεγόπουλου- Φυτράκη και είμαι βέβαιη ότι αν ψάξω και άλλα λεξικά, θα βρω παρεμφερείς ορισμούς.
Η φράση αυτή καθαυτή είναι αντιδραστική, αφού καθίσταται «παράνομη» η σύζευξη άντρα και γυναίκας εκτός γάμου, για τους ενθέρμους δε χριστιανούς είναι πορνεία.

Παράμετρος Πρώτη: Νoμιμοποιημένες συζεύξεις, φοροαπαλλαγές και ανησυχίες για το δημογραφικό.

Η πολιτεία θα επιδοτήσει τις νόμιμες συζεύξεις και θα εκφράσει την ευαρέσκειά της στις καταγεγραμμένες και νομιμοποιημένες συνουσίες με φοροαπαλλαγές, τις οποίες δε χαίρουν οι άγαμοι. Από το ποσόν δε της φοροαπαλλαγής ενός έγγαμου σε σχέση με έναν άγαμο στην ίδια θέση και με τα ίδια προσόντα μ’ έναν άγαμο, βλέπουμε και κατά πόσον χρεώνεται ο άγαμος τη μη νομιμοποιημένη συνουσία του ή τον αυνανισμό του.
Αρθρογράφοι των ελληνικών εφημερίδων θα εκφράσουν τις ανησυχίες τους για δημογραφικές μεταβολές στην Ελλάδα, βλέπε αναδημοσιευμένο άρθρο του Γεράσιμου Κοντού στον Ελεύθερο Τύπο εδώ,
ενώ ταυτόχρονα θα αναφέρει και το ασύνδετο με το υπόλοιπο κείμενο «Σε χώρα γερόντων, με φθίνοντα πληθυσμό και ολοένα μικρότερη προσήλωση στις ‘παραδοσιακές αξίες’ όπως ο θρησκευτικός γάμος» που θα εμφανιστεί και πάλι προς το τέλος του κειμένου «Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι από το 1995 ως το 2006 οι εκτός γάμου γεννήσεις σχεδόν διπλασιάστηκαν φθάνοντας τα 52,8 παιδιά ανά χίλιες γεννήσεις», χωρίς να μας διευκρινίσει ωστόσο, αν οι δικές μας ανησυχίες πρέπει να επικεντρωθούν στη μείωση των γεννήσεων ή το φθίνoν ενδιαφέρον μας στις παραδοσιακές αξίες, όπως ο θρησκευτικός γάμος.
Αν λοιπόν κύρια μέριμνα της πολιτείας είναι η αύξηση των γεννήσεων, θεωρώ υποκριτική και ανερμάτιστη την όποια ανησυχία μας γιατί χάνονται ταυτόχρονα οι παραδοσιακές αξίες, όπως η πίστη μας στο θεσμό του γάμου, αφού οι εκτός γάμου τεκνοποιούντες φέρονται και ως a priori περιφρονούντες την τυπολογία των παραδοσιακών αξιών.

Παράμετρος Δεύτερη: Ελληνορθόδοξος χριστιανικός γάμος.

Η Εκκλησία συγκαταλέγει το γάμο μέσα στα επτά μυστήρια. Το ζεύγος άρα που θα ευλογηθεί από ιερέα σε μια ελληνορθόδοξη εκκλησία είναι «ευλογημένο», οι λοιποί ζούμε μέσα στην αμαρτία υποπίπτοντας στο αμάρτημα της λαγνείας.
Οι απανταχού Έλληνες γονείς καλούν το αγοράκι τους να νοικοκυρευτεί και το κοριτσάκι τους να ντυθεί νυφούλα για να επιτελέσουν και τα παιδιά τον προορισμό τους και να κάνουν οικογένεια και να δουν κι αυτοί επιτέλους εγγονάκια. Τα εγγονάκια βεβαίως θα μπορούν και να τα δουν χωρίς να ντυθεί το κοριτσάκι νυφούλα και το αγοράκι γαμπρός και να πληρώσουν τα μαλλιοκέφαλά τους για νυφικά, δεξιώσεις, κόκκινα χαλιά, χορωδίες και πολυελαίους σε μια εκκλησία, με πλήθος ασχέτων και συχνά μοχθηρών συγγενών, που αφού έκαναν το χρέος τους να καταθέσουν ένα σεβαστό ποσόν στη λίστα γάμου που άνοιξε το ζεύγος στο πολυκατάστημα της αρεσκείας του, επιθυμούν να αποπληρώσουν το ποσόν και την περιέργειά τους με ολίγο κουτσομπολιό. Πώς είναι η νύφη, αν το νυφικό ήταν φτηνιάρικο, σε τι κέντρο τους δεξιώθηκαν, αν οι γαρίδες ήταν πρώτης ποιότητος και η σαμπάνια γαλλική.
Τα ίδια βεβαίως μπορούν να έπονται κι ενός πολιτικού γάμου. Και τα νυφικά κι οι δεξιώσεις και οι λίστες γάμου. Αλλά, καλώς ή κακώς για τα ελληνικά δεδομένα ο πολιτικός γάμος έχει λιγότερη γκλαμουριά.
Ομοίως, ο πιστός χριστιανός θα γυρίσει και θα μου πει: «Ο γάμος είναι ευλογία, και μπορείς, αν θες, να πας να παντρευτείς σ’ ένα ξωκκλήσι στο Αιγαίο χωρίς νυφικά, με γαϊδουράγκαθα για ανθοδέσμη. Το τελετουργικό είναι που μετράει»
Και αυτή η τελευταία άποψη αποκτά όλο και περισσότερους οπαδούς. Που όντως θεωρούν το γάμο μυστήριο γιατί «ους ο Θεός συνέζευξεν άνθρωπος μη χωριζέτω» κλπ, κλπ και θα παραβλέψουν τη φράση του Παύλου «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα» και θα θεωρήσουν αναξιοπρεπή τη στάση της πληβείας νύφης που εκείνη την ώρα θα πατήσει στον κάλλο τον άνδρα, τον οποίο οφείλει να φοβείται –άντε και να χαμογελάσουν ειρωνικά, αλλά ομοίως θα παραβλέψουν ή δε θα κατανοήσουν ποτέ την ευχή του παπά και την ευλογία του «ως ο Θεός ηυλόγησεν τον Αβραάμ και τη Σάρα, τον Ισαάκ και τη Ρεβέκκα».
Ο Αβραάμ λοιπόν και ο Ισαάκ συγκαταλέγονται στους πατριάρχες και στα πρότυπα οικογενειαρχών και τα πρότυπά τους δε χωρούν αμφισβήτιση, αφού η φράση αποτελεί και μέρος του τελετουργικού ενός από τα θεσπισμένα μυστήρια. Βεβαίως, οι ένθερμοι αυτοί χριστανοί δεν έχουν διαβάσει τη Βίβλο στα αντίστοιχα κεφάλαια, πώς αυτοί οι ευλογημένοι πατριάρχες πάσαραν ο μεν πρώτος τη γυναίκα του πρώτα στο Φαραώ της Αιγύπτου (Γένεση, κεφ. ΙΑ, 14-20) και πήρε αντάλλαγμα δούλους κι ύστερα στον Αβιμέλεχ, το βασιλιά των Φιλισταίων στη Γεράρα (Γένεση, κεφ. Κ, 1-14) και πήρε αντάλλαγμα κι άλλους δούλους, δούλες, πρόβατα και βόδια και η Σάρα επιπλέον 1000 αργύρια), ο δε γιόκας του ακολουθώντας το παράδειγμα του ευλογημένου του πατέρα ομοίως πήγε κι αυτός στη Γεράρα εκεί που η μανούλα του χάρηκε κι άλλους άντρες με τις ευλογίες και προτροπές του ανδρός της και πήρε κι αυτός με τη σειρά του κοπάδια και δούλους και χρήματα.
Άρα, αν εγώ ευλογηθώ διά του μυστηρίου του γάμου, «ως ο Θεός ηυλόγησεν» τους προαναφερθέντες πατριάρχες, θα πρέπει να θεωρώ τον εαυτό μου πολύ ευτυχή, αν ο άντρας μου με βγάλει στο κλαρί. Γιατί για μια θεοκρατική κοινωνία η μοιχαλίς τιμωρείται με λιθοβολισμό, μόνο αν δεν έχει καλό νόμιμο νταβαντζή και δη πατριάρχη.

Παράμετρος Τρίτη. Νόμιμη σύζευξη άνδρα και γυναίκας;

Μεγάλη δημοσιότητα είδαν τις τελευταίες ημέρες στον τύπο τα δημοσιεύματα για την τέλεση πολιτικών γάμων ομόφυλων ζευγαριών στην Τήλο και ακολούθησε και οργασμός αναρτήσεων σε δημοφιλή ιστολόγια. Αν και από τη Δανία δεν παρακολουθώ ελληνική τηλεόραση, είμαι βέβαιη ότι αντιστοίχως πληθώρα πάνελ πρέπει να έγινε ιδιαίτερα αισθητή και στα ελληνικά τηλεοπτικά μέσα. Τον απόηχο της δημοσιότητας τον γεύτηκα μέσα από ποικίλα δημοσιεύματα και ιστολόγια, ανάμεσα δε σ’ αυτά και του Πιτσιρίκου. Ο Πιτσιρίκος λοιπόν, υπακούοντας στις επιταγές των καιρών, που δεν ορίζουν πλέον την ομοφυλοφιλία ως ασθένεια ή σεξουαλική παρέκκλιση ή ανωμαλία, κάνει την παραχώρηση να ονομάσει τους ομοφυλόφιλους απλώς «ομόφυλους», θα στιγματίσει με το γνωστό του τρόπο τη μη ανεκτική ελληνική κοινωνία σε γάμους ομοφύλων, αλλά θα το τραβήξει και στα άκρα: «Ο δήμαρχος της Τήνου αποφάσισε να κτίσει την εκκλησία της Παναγιάς της Τζιβιτζιλούς -ώστε να προσελκύσει για προσκύνημα λεσβίες απ' όλο τον κόσμο-, ενώ τα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων έχουν αποφασίσει να φτιάξουν εκκλησίες προς τιμήν του Άγιου Νικόλα του Ντιγκιντάνγκα» Και λίγο πιο κάτω: «Το πρόβλημα στην Τήνο είναι πως η εκκλησιά της Παναγιάς της Τζιβιτζιλούς θα χτιστεί κοντά στην Παναγιά την Ευαγγελίστρια» και «Σύμφωνα με το δήμαρχο, οι κάτοικοι της Τήλου θα παραμείνουν αναγκαστικά στρέιτ -με αποκλειστικό σκοπό την αναπαραγωγή- αλλά θα ψηφιστεί νόμος που θα επιβάλλει να ντύνουν τα κορίτσια ναυτάκια και τα αγόρια κοκκινοσκουφίτσες».
Ενδιαφέρουσα ανάρτηση, τολμώ να πω. Γιατί οι θέσεις του γράφοντος δεν είναι καθόλου εμφανείς. Στιγματίζει την ελληνική κοινωνία που δέχεται, αποτροπιάζει ή απορρίπτει γάμο μεταξύ ομοφύλων ή απλώς θέλει καλά και σώνει να γράψει ένα άρθρο υποβιβάζοντας αυτούς που επιλέγουν ομόφυλους για ερωτικούς συντρόφους σε «ντιγκιντάνγκες» και «τζιβιτζιλούδες»;

Ως ετεροφυλόφιλη γυναίκα και πολίτης να δηλώσω ότι:

1. Ουδέποτε με απασχόλησαν οι ερωτικές επιλογές του οιουδήποτε, ιδίως αν οι εν λόγω οιοιδήποτε δεν αποτελούν δικό μου αντικείμενο ερωτικού πόθου.
2. Δε θα μπορούσα ποτέ να διανοηθώ να αποκαλέσω αυτούς που δεν μοιράζονται τις ίδιες σεξουαλικές προτιμήσεις με εμένα, τουτέστιν δεν είναι ετεροφυλόφιλοι, «ντιγκιντάνγκες», «κραγμένες» ή «τζιβιτζιλούδες». Καθένας έχει δικαίωμα να επιλέξει τους ερωτικούς του συντρόφους με αξιοπρέπεια και σεβασμό της προσωπικότητάς του και συνακολούθως, εάν η πολιτεία επιδοτεί τους ετεροφυλόφιλους νομιμοποιώντας τη σύζευξή τους, έχουν και οι διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού φορολογούμενοι πολίτες δικαίωμα σε αυτήν την επιδότηση.
3. Όχι, η ομοφυλοφιλία δεν είναι κολλητική ασθένεια που φθείρει ήθη χρηστά. Ένας ομοφυλόφιλος ενδέχεται να είναι πολύ πιο ηθικό στοιχείο από έναν ετεροφυλόφιλο θρηκευόμενο απατεώνα.
4. Όχι, η υιοθεσία παιδιού από ομοφυλόφιλο ζευγάρι δε μυεί τα υιοθετημένα παιδιά στην ομοφυλοφιλία, ομοίως όπως η υιοθεσία παιδιών από ετεροφυλόφιλα ζευγάρια δεν είναι και αναγκαία συνθήκη για να προσανατολίσει τα παιδιά σε ερωτικούς συντρόφους του άλλου φύλου.
5. Δεν είναι ο γάμος των ομοφυλοφίλων που αμφισβητώ, ανεξαρτήτως αν ο δήμαρχος Τήλου ενδέχεται να προέβη σ’ αυτόν τον εκσυγχρονισμό για να ενισχύσει τον τουρισμό στο νησί του και όχι γιατί ίσως και πιστεύει ότι οι καιροί είναι ώριμοι για κάτι τέτοιο. Εξάλλου, δε δύναμαι να αμφισβητήσω τις προθέσεις ενός ανθρώπου που δε γνωρίζω, άρα δεν είμαι σε θέση να κρίνω τα κίνητρά του.
Είναι ο όλος θεσμός του γάμου που αμφισβητώ είτε μεταξύ ετεροφυλοφίλων είτε μεταξύ ομοφύλων και η υποκριτική και ρατσιστική στάση κοινωνίας και πολιτείας ως προς αυτόν καθώς και απέναντι σε αυτούς που τον αμφισβητούν.

© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen 14 Iουνίου 2008

buzz it!

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2008

Μηδέν Παραμύθι ή του Μηδενός το Μη-Παραμύθι

Mια φορά και στους αρχαίους χρόνους γεννήθηκε ένα μηδέν. Γεννήθηκε ένα τίποτα, που δεν ήταν ένα, που ήταν και δεν ήταν... γιατί το μηδέν είναι το ούτε καν έν.

Γιατί το μηδέν δεν είναι. Αλλά το κάναμε να είναι και δώσαμε υπόσταση στο τίποτα κι έτσι το τίποτα έγινε κάτι και δεν ήταν πια ουδέν και το μηδέν απ’ τη στιγμή που γεννήθηκε δεν ήταν πια μηδέν.

Κι ήταν το μηδέν παιχνιδιάρικο, ουυυ...

Και κόλλαγε στο ένα πότε εκ δεξιών, πότε εξ ευωνύμων, πρόβατο μαζί κι ερίφης στο Θεό της Αποκάλυψης.

Κι όταν πήγαινε μπροστά απ’ το ένα γινόταν αόρατο, κι όταν πήγαινε πίσω του έφτιαχνε το δέκα, που είναι μια καινούργια αρχή, γιατί οι αριθμοί τελειώνουν στο εννιά.

Κάποτε το μηδέν υπέφερε από κρίσεις ανορεξίας. Ξάπλωνε και φανταζόταν τον εαυτό του σα μια στάρλετ με μέση δαχτυλίδι. Κι έσφιγγε τη μέση του και γινόταν οκτώ κι εκτοξευόταν πέρα απ’ τα σύνορα του Κόσμου, στο άπειρο.

Ξυπνούσε απ’ το πέρα κι απ’ το αλλού μεθυσμένο και περπατούσε σε οκτάρια.

Κι ύστερα πάλι ξανάβρισκε τη φόρμα του σαν τον ήρωα στα κινούμενα σχέδια, που συνέρχεται αφού τον έχει πατήσει ο οδοστρωτήρας κι έχει γίνει χαλκομανία και ξαναφουσκώνει αργότερα. Γινόταν σαν τη Γη. Γινόταν σαν το Φεγγάρι. Γινόταν μια έλλειψη σαν το σύμπαν, κι όντως ένοιωθε και να του λείπει κάτι...

Και βασανιζόταν το μηδέν απ’ αυτή την έλλειψη κι ένοιωθε ένα κενό. Αλλά, αν το τίποτα νοιώθει κενό, το τίποτα δε νοιώθει τίποτα και πουθενά δεν υπάρχει κενό, όλα είναι πλήρη και τακτοποιημένα.

Άρα, το μηδέν δε βασανίζεται από κρίσεις κατάθλιψης. Το μηδέν αισθάνεται πληρότητα. Το μηδέν αισθάνεται την πληρότητα του μηδενός. Είναι δηλαδή άδειο.

Αν το μηδέν ερωτευτεί το άπειρο, το άπειρο δε γνωρίζει όριο και παραμένει άπειρο. Όμορφο το ζευγάρωμα του μηδενός με το άπειρο. Αλλά το άπειρο έχει αυτάρκεια, δεν έχει ούτε και το μηδέν ανάγκη.

Το άπειρο είναι ναρκισσιστικό. Αν το άπειρο όμως ερωτευτεί το μηδέν, τότε το άπειρο γίνεται ένα τίποτα. Γίνεται μηδέν. Γνωρίζει το όριο του μηδενός κι αποκτά το άπειρο πέρας.

Το άπειρο λοιπόν περατούται στο μηδέν, αλλά το πέρας του μηδενός είναι μη-πέρας, όπως και το μηδέν είναι μηδέ έν.

Αν απ’ το μηδέ-ένα αφαιρέσουμε ένα, δεν έχουμε κανένα. Ή μπορεί να έχουμε κι ένα κάτι απ’ την ανάποδη. Το μηδέν στις αφαιρέσεις του μοιάζει με την Αλίκη στη Χώρα του Καθρέφτη. Ο αριθμός που το προσεγγίζει, για να αφαιρεθεί πρέπει να σκαρφαλώσει στο γείσο κάτω απ’ τον καθρέφτη και να περάσει στο χώρο των αντικατοπτρισμών. Αλλά και οι αντικατοπτρισμοί έχουν τη δική τους αυτάρκεια. Άρα, και στον κόσμο των ανθρώπων, ένας ματαιόδοξος ή ένας Νάρκισσος στον καθρέφτη απλώς κοιτάει κάτι που δεν είναι αυτός κι όχι τον ίδιο του τον εαυτό.

Ας υποθέσουμε ότι το ένα είναι ματαιόδοξο. Και πώς να μην είναι άλλωστε, όταν ο Πυθαγόρας το θεωρεί γεννήτορα όλων των αριθμών. Όλα ξεκινούν απ’ το ένα και καταλήγουν στο ένα. Και πάει λοιπόν το ένα να καθρεφτιστεί στον καθρέφτη του μηδενός, το μη-καθρέφτη. Θα έλεγε κανείς ότι όταν το ένα πάει να αφαιρεθεί απ’ το μηδέν, έχει κρίσεις αυτοκτονίας. Το πάει φιρί - φιρί να αυτοαναιρεθεί. Και το μηδέν τότε γυρίζει και του λέει:

«Διάλεξε, τι θες; Θες να καταλήξεις στο μηδέν ή να πας στη Χώρα των αρνητικών αριθμών;»

Ε, εκεί το ένα οφείλει να κάνει τις επιλογές του: Να δηλώσει μηδενιστικό ή άθεο και να πάει στο μηδέν και να γίνει ένα τίποτα ή να εκφράσει δημόσια μεταμέλεια και να κερδίσει την αιώνια ζωή ενός άλλου απειροσυνόλου.


Το 0 του Erté (Romain de Tirtoff)


Το μηδέν στη φύση φέρνει χιόνι. «Κάνει κρύο, κάνει τσίφι για το δόλιο το κοτσύφι». Πού να κελαηδίσει πουλί πετούμενο με το μηδέν; Τουρτουρίζει. Αν το κοτσύφι θελήσει κι αυτό να πάει στο βασίλειο των αρνητικών αριθμών, μπορεί και να ψοφήσει πρώτα. (Κρίμα που οι Παράδεισοι των Αριθμών δεν είναι ίδιοι με τους Παραδείσους των έμβιων όντων).

Είναι άβιο το μηδέν; Όμως πριν από οκτώ μήνες και δύο ημέρες μου χτύπησε την πόρτα τέσσερις φορές. Δηλαδή τέσσερις φορές το μηδέν ίσον με μηδέν, αλλά όλως τυχαίως μέσα απ’ την πόρτα υπήρχε κι ένα τέσσερα κι έγινα σαράντα χρονών. Απόδειξη ότι οι αριθμοί είναι έμβιοι. Κι οι αριθμοί γεννάνε και κάνουν κι άλλους αριθμούς που δεν έχουν τέλος. Εσύ όμως κι εγώ έχουμε και τέλος και αρχή. Ένα Άλφα κι ένα Ωμέγα. Και τα γράμματα είναι πεπερασμένα. Οι αριθμοί δεν είναι. Είναι καλό κοντολογίς να γεννιέσαι αντί άνθρωπος αριθμός. Αν όμως τείνεις στο μηδέν; Μάλλον καλύτερο να τείνεις στο άπειρο.

Ε, βρε αδερφέ! Κι αν γεννηθείς μηδείς ή μηδέν παίρνεις και μια ζώνη και σφίγγεις τη μέση σου και γίνεσαι οκτώ ή άπειρο. Ή μια μη-ζώνη και δεν γίνεσαι τίποτα. Και πώς να γίνεις και γιατί να γίνεις δηλαδή, όταν είσαι στο μηδέν κι έχεις μηδέν βούληση, μηδέν σκέψη, μηδέν συναίσθημα; Να ξέρουμε και τι θέλουμε!

Ξέρουμε;

Ιδίως αν είμαστε στο μηδέν;

Ξεκίνησα να γράφω του μηδενός το παραμύθι, αλλά προέκυψε μη-παραμύθι. Με δυο λόγια βγήκε αλήθεια. Η αλήθεια του μηδενός ή αλήθεια του τίποτα.

Και ζήσαμε εμείς καλά και το μηδέν καλύτερα. Ή και χειρότερα. Ή δεν έζησε καθόλου, γιατί δε γεννήθηκε ποτέ.



__________________

Τούτη η ανάρτηση αφιερώνεται στο zero, που μου ζήτησε εδώ ένα παραμύθι για το μηδέν.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 13 Iουνίου 2008

buzz it!

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2008

O Γιος της Βερυκοκιάς

Μια φορά κι έναν καιρό στους χρόνους του παλιούς ζούσε μια γυναίκα η Μαριωρή, π’ αγάπαγε πολύ τα παιδιά, μα ο Θεός δεν την αξίωνε να κάμει κι εκείνη παιδί δικό τση. Κάθε βράδυ παρακάλαγε η Μαριωρή στην προσευκή τση να δει κι αυτή ένα παιδάκι, κι ας μην ήτανε κι ολόδικόν τση.

Τον πόνο της ήκουεν η βερυκοκίτσα που είχε στην αυλή κι ετίναζε τα κλαδιά τση και της έστελνε τ’ άνθια τση, για να τηνε παρηγορήσει.

Σαν ήλθε ο Ιούνης κι έδεσε η βερυκοκιά βερύκοκα ευωδιαστά, τα μάζεψε η Μαριωρή κι άλλα τα κράταγε για να φαγωθούν φρέσκα, κι άλλα πάλι για να γίνουνε γλυκό, μαρμελάδα και κομπόστα για τις μέρες του χειμώνα και ξεχώριζε και τα κουκούτσια τους για να κάμει ποτό.

Ένα βράδυ που ‘χε τα κουκούτσια ξεχωρισμένα σε μια μεγάλη τσανάκα, σκάει ένα κουκούτσι κι απομέσα ξεπρόβαλε ένα αγοράκι.

Χαρά την άλλη μέρα η Μαριωρή που πάγει στην κουζίνα τση κι είδε το Κουκουτσόπαιδο!

Το ‘ντυσε, το χτένισε, το τάιζε τα πιο εκλεκτά κι ύφαινε στον αργαλειό τση τα πιο όμορφα ρούχα για να το ντύσει.

Το Κουκουτσόπαιδο μεγάλωσε και σ’ ούλα του ξεχώριζε απ’ τ’ άλλα παιδιά, στη γνώση και τη λεβεντιά, στο μπόι και τη θωριά, στη σοφία και τη φρονιμάδα.

Ούλες οι κοπελιές τονε θέλανε γι’ άντρα τους κι ούλες οι μανάδες ονειρευόντανε να τονε κάμουνε γαμπρό τους, μα κείνος, γιοκαρίνι μου, ούτε να γυρίσει να τις κοιτάξει!

-Άει, γιόκα μου, δεν κάμει να ‘σαι τόσο ακατάδεκτος, πρέπει κι εσύ να νοικοκυρευτείς μια μέρα και να φκιάσεις το σπιτικό σου, του ‘λεγε η Μαριωρή.

-Μάνα, καμώνου, δεν ήρθε η ώρα, της αντιγύριζε τότενες της Μαριωρής το Κουκουτσόπαιδο.

Μιαν ημέρα επήγε ο γιος της βερυκοκιάς, το παλικάρι της Μαριωρής, το ξακουστό το Κουκουτσόπαιδο στο δάσος, να μάσει βατόμουρα.


Robert Burns, Dianα and her Nymphs (H Άρτεμις κι οι Νύμφες της), περί το 1926 © Estate of Robert Burns, National Galleries of Scotland, Ηνωμένο Βασίλειο.

Έμασε κι έμασε και γέμισε μια μεγάλη καλαθούνα και κάθησε λιγάκι να ξαποστάσει καταμεσίς στο δάσος δίπλα στο μεγάλο πλάτανο και πιάνει και να τραγουδεί:

-Είμαι το κουκουτσόπαιδο, της Μαριωρής καμάρι
και θεν να με παντρέψουνε με των ανθρώπων θρέμμα
μα είμαι και του δέντρου μας ο γιος και το βλαστάρι
και πώς εγώ να παντρευτώ από θνητών το αίμα;

Δεν πρόκαμε ν’ αποσώσει το λόγο του κι άνοιξε ο κορμός της πλατανιάς κι από μέσα ξεπρόβαλε μιαν ανεραΐδα, που τρελαινόσουνα να τηνε βλέπεις.

Και του ‘τεινε του Κουκουτσόπαιδου η ανεραΐδα το χέρι και του εγέλασεν και το ήπιασεν το χεράκι της εκείνος κι ύστερις τηνε πήρε στην αγκάλην του.

Κι έκλεισε πάλε ο κορμός του δέντρου και μέσα του εκράτησε το γιο της Βερυκοκιάς και την κόρη του Πλάτανου και τους έσμιξε.

Σαν πας καταμεσίς στο δάσος κι ακούσεις τραγούδια γυναίκεια κι αντρικά είναι του Κουκουτσόπαιδου και της Πλατανοκόρης, που τραγουδούν ο ένας στον άλλον τα μάγια, τα στοιχειά των δέντρων και της αγάπης τις ευωδιές.

______________________

Σήμερα το απόγευμα στο παραμύθι Ο Κωστής, η Λεμονιά και το Στοιχειό της Φωτιάς η Αmεliε * Dήmηtρa μου ζήτησε ένα παραμύθι για βερυκοκιά. Χατήρια δε χαλώ, όταν πρόκειται για παραμύθια και περπατώντας προς το χωριό για τσιγάρα φανταζόμουν την υπόθεση ενός παραμυθιού που να έχει μέσα βερυκοκιά. Αμ’ έπος αμ’ έργον, το παραμύθι γράφτηκε και της το αφιερώνω.

© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 12 Iουνίου 2008

buzz it!

Η Χελιδόνα κι ο Λυράρης

H χελιδόνα, ψυχούλα μου, κάθε που ερχόντανε η άνοιξη, στο σπίτι του Γιωργή, του γιου του δάσκαλου επήαινεν κι εφώλιαζε, γιατί ο Γιωργής ήτονα ο καλύτερος λυράρης σε δεκαοχτώ χωριά. Ούλοι είχανε να το λένε για την τέχνη του κι οι κοπελιές εστέναζαν απ’ το φυλλοκάρδι τους κι επέφτανε στο σεβντά του.

Μα η χελιδόνα αυγά δεν εγένναγε μηδέ χελιδόνο επέταεν να βρει. Μόνον ετσουρτσούριζε κάθε που ο Γιωργής έπιανεν το δοξάρι.

Μιαν ημέραν του ‘ριξε ένα βοτσαλάκι πάνω στη λύρα του κι αμέσως ο Γιωργής αρχινάει και γράφει ένα τραγούδι για ένα βότσαλο που ερωτεύτηκε το φεγγάρι.

Μιαν άλλην πάλε του πετάει ένα άχυρο κι ευθύς έπλεξε εκείνος στιχάκια για το θερισμό και για μια κοπελιά που εσκίστηκε το φουστανάκι της με το δρέπανο και φανήκανε τα ποδάρια τση κι ούλοι θαυμάζανε τα μεριά τση.

Όταν ο Γιωργής εχαμπέριασεν πως η χελιδόνα τρόπους πολλούς εβρήκε για να τονε κάμει να πλέκει καινούργια τραγούδια, αρχίνησε να γράφει στιχάκια και για τη χελιδόνα. Πως ήτανε τάχατες μια κόρη λυγερή με μαύρα μαλλιά, που μάισσες την εμάγεψαν κι ήχασε τη μορφήν τση, και θα την έβρισκε μοναχά από κείνονα που θα την έκαμε να γεννήσει το χρυσό αυγό.

Μόλις ο Γιωργής έγραψε αυτό το τραγούδι κι εταίριασε και τη μελωδία του και τηνε τραγούδησε κάτω απ’ την αστρέχα, πιάνει η χελιδόνα και γεννάει ένα χρυσό αυγό και βάλθηκε να το κλωσσάει, μα χελιδόνος πουθενά.

Βλέπει ο Γιωργής τη χελιδόνα πάνω απ’ τ’ αυγό και της επήαινεν φαγί καθημερνώς. Κι ετσουρτσούριζεν η χελιδόνα κι έπαιζεν ο Γιωργής τη λύρα του.

Τότε γράφει δεύτερο τραγούδι ο Γιωργής για το χρυσό αυγό που δεν είχε μέσα του πουλί, μα μιαν ωραία φορεσιά, που την υφάνανε αερικά για μια κόρη πανώρια και τηνε βλέπεις την κοπελιά μοναχά αν γράψεις την καλύτερη μελωδία.

Σκάει τότενες τ’ αυγό της χελιδόνας και πέφτει στα γόνατα του Γιωργή ένα φουστάνι κεντητό μ’ αστέρια και φεγγάρια.

William Blake, Όνειρο Καλοκαιριάτικης Νύχτας, περίπου 1785, Tate Gallery


Εθάμπωσαν τα μάτια του Γιωργή, του λυράρη και πιάνει παρευθύς τραγούδι πως η πανώρια κόρη που της πρέπει το φουστάνι είναι η κόρη του Φεγγαριού.

Ενύχτωσε και το φεγγάρι εφάνηκε στον ουρανό. Κι ετσουρτσούρισεν η χελιδόνα κι επέταξεν και μεταμορφώθη σε κόρη λυγερή μ’ ολόμαυρα μαλλιά κι αρπάει και το φουστάνι το κεντητό μ’ αστέρια και φεγγάρια και το φορεί.

Κι αγαπήθηκε τότες η χελιδόνα με το λυράρη με το φεγγάρι να λάμπει πάνω απ’ την αστρέχα. Και κάθε βράδυ το ίδιο γινόντανε κι έσμιγε ο λυράρης με τη χελιδόνα.

Κι ετρελάθηκεν ο Γιωργής απ’ τα μάγια κι άλλο πλιο τραγούδια δεν έγραφεν ουδέ το δοξάρι της λύρας του άγγιζε, μόνο τη χελιδόνα αναλογίζουνταν και πώς θα ξανασμίξει και πάλε με δαύτηνα.

Κι εχάθη το φεγγάρι απ’ τον ουρανό κι εκείνο το βράδυ η χελιδόνα δεν εφάνη στο Γιωργή που την περίμενε. Και δίνει μια εκείνος στη λύρα του και την έκαμε χίλια κομμάτια κι ήσπασε και το δοξάρι στα δυο.

Και σχίστηκαν τότες οι ουρανοί κι ήφτασε η φωνή του Αυγερινού στο Γιωργή:

Τα μάγια και τα θάματα, του φεγγαριού οι κόρες
τ’ αστέρια και ο ουρανός, τα χρώματα της δύσης,
που ’ρχονται απ’ το Πουθενά και του Ποτέ τις χώρες
χάνονται, όταν λησμονείς ξανά να τραγουδήσεις.


© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 12 Ιουνίου 2008

buzz it!

Τρίτη 10 Ιουνίου 2008

Ο Κωστής, η Λεμονιά και το Στοιχειό της Φωτιάς

Φωτογραφία Ben Cody

Ζούσε μια φορά στα παλιά τα χρόνια μια κοπελιά που τηνε λέγαν Λεμονιά κι ήφτασε κι αυτή σε ηλικία γάμου. Σαν ήρθε η παραμονή τ’ Άη Γιάννη του Κλήδονα ξεκίνησε και τούτη με τις άλλες κοπελιές του χωριού να γεμώσει το σταμνίν της με τ’ αμίλητο νερό, αφού σ’ εκείνανα έπεσε ο κλήρος να κάμει την μπροστάρισσα. Τραβάει το λοιπόν για την πηγή, το γεμώνει ως απάνω, κι από πίσω της ούλο το χωριό ν’ ακολουθεί κι ούλο να προσπαθεί να τηνε κάμει να μιλήσει ως είχανε το έθιμο. Αυτή μιλιά.

Φτάσανε πίσω στο χωριό, πιάνουνε να ζυμώσουνε τις αλμυρόπιτες. Τις πλάσανε, τις ψήσανε, τραγουδήσανε και χορέψανε. Το βράδυ ανάβουνε τις φωτιές.

Βγαίνει κι η Λεμονιά να πηδήξει τη φωτιά τρεις φορές. Ξάφνου μια χέρα μέσα απ’ την φωτιά την αρπάει και χάθηκε.

Στο χωριό γίνηκε σούσουρο μεγάλο, γιατί δεν εκάη, δεν απέθανε στις φλόγες, μόνον εχάθη.

Ο Κωστής όμως, ο γιος του σιδερά, π’ αγάπαγε τη Λεμονιά κρυφά, αλλά δεν ετόλμαγε να της το μολογήσει πέφτει σε βαθύ συλλογισμό, ποιος τάχα να τηνε πήρε και πώς θα την έφερνε πίσω.

Συνήθειο ήτανε τις αλμυρόπιτες να τις τρώνε μόνον οι κοπελιές κι ύστερις να πίνουνε το αμίλητο νερό και να κοιμούνται και το πρωί τ’ Αγιού, όποιο όνομα ανδρός ακούγανε πρώτο να καλείται, τούτο να ‘ναι και το όνομα του άντρα που θα παίρνανε.

Ο Κωστής πήρε απόφαση να ντυθεί γυναίκεια και να φάει κι ετούτος αλμυρόπιτα, μπας και τονε φωτίσει ο Θεός να βρει τρόπο να φέρει πίσω την καλή του.

Μια και δυο, πάει στο μπαούλο της μάνας του, βρίσκει τη νυφιάτικη φορεσιά της, τη φορεί και βάνει και στο κεφάλι του μια μπόλια.

Τραβάει στην πλατεία, τρώγει και την αλμυρόπιτα, πίνει τ’ αμίλητο νερό κι ύστερις γύρισε πίσω και πέφτει να κοιμηθεί με την ελπίδα κάτι να του ονειρέψει ο Άγιος στον ύπνο του.
Προτού ακόμη χαράξει, ξυπνάει ο Κωστής με μια φωνή:

-Τη Λεμονιά την κλέψανε, τη Λεμονιά την πήραν
κι είναι της φλόγας του στοιχειού η νύφη και γυναίκα.

Πάγωσε μόλις άκουσε τη φωνή ο Κωστής, πως αλλουνού έγινε νύφη η κοπελιά που αγαπούσε, αλλά αποφάσισε να πάει να τηνε βρει. Με τι τρόπο δεν ήξερε, πάει στο σπίτι της Κατίγκως, της μάγισσας.

-Το και το, η Λεμονιά είναι νύφη του στοιχειού της φωτιάς.

-Μην τηνε ψάχνεις τότε, γιέ μου, τον ορμηνεύει η μάγισσα.

-Όχι, εγώ τη θέλω.

Του δίνει τότε κι η Κατίγκω ένα διμάνικο μαχαίρι και του λέγει:

-Με τούτο να χαράξεις το βράδυ έναν κύκλο στην αυλή κι άναψε στη μέση μια φωτιά. Όταν φουντώσει, πήδα μέσα. Κλέψε την και χάραξε πάλι έναν κύκλο με τη μαχαίρα στην αυλή του στοιχειού και θα βρεθείς ξανά πίσω στο χωριό.

Το βράδυ ο Κωστής χάραξε τον κύκλο, ανάβγει και την φωτιά κι όταν εφούντωσε καλά, δίνει έναν πήδο στη μέση και βρέθηκε στην κάμαρη του ζευγαριού που κοιμόντανε.

Αρπάει τη Λεμονιά, όπως ήτονα κοιμισμένη, ξαναμανανάβγει δεύτερη φωτιά στην αυλή του παλατιού του στοιχειού, νάτονα πάλι πίσω στο χωριό.

Σαν εξημέρωσε στο χωριό γινήκανε χαρές και πανηγύρια που ήρθε πίσω η Λεμονιά.

Έρχεται κι ο παπάς και τους παντρεύγει και σφάξανε κι αρνιά να ψήσουνε και φέρανε και λαγούτα και βιολιά να χορέψουνε.

Όμως η Λεμονιά ήτονα θλιμμένη, γιατί θυμόντανε τον πρώτο της άντρα, το στοιχειό της φωτιάς κι ούλο αναστέναζε.

Σαν ήπιανε το πρώτο κρασί, άρχισαν τα όργανα και σηκώθηκε η νύφη να σύρει το χορό. Σηκώθηκε κι ο γαμπρός. Δεν πρόκαμε τ’ αντρόγυνο να φέρει τον πρώτο γύρο και πρασινίζει η Λεμονιά, κι έβγαλε ρίζες και φύλλα κι ανθούς και γίνηκε δέντρο.

Ήμουνα κι εγώ εκεί και το ‘δα με τα μάτια μου, κι ακόμα βρίσκεται η λεμονιά στη μέση της πλατείας κι από τότε ούλες οι νύφες απ’ εκειά παίρνουνε ανθούς να στολίσουνε τα μαλλιά τους, σαν παντρεύονται.

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen, 10 Ιουνίου 2008.

buzz it!

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008

Χρόνος

Κρόνος, ο Τιτάνας. Ο πατέρας των θεών του Τρίτου Καιρού και Κύριος του Χρόνου. Ο μέγας όφις των αλχημιστών, ο κυκλώνων το αυγό του Κόσμου. Ο ποικιλόμυθος, η γέννα, ο παγγενήτωρ. Ο ορίζων τα πεπρωμένα των θνητών. Ο τολμήσας να σημάνει το τέλος των αθανάτων, ευνουχίζοντας τον πατέρα του και τους παλιούς καιρούς. Αυτός που και στα μελλούμενα θέλησε να δώσει τέλος καταπίνοντας την ίδια του τη σπορά.
Κι όμως... Έστω κι αν το μέλλον του αντιτάχθηκε μ’ εκείνη τη
φοβερή Τινανομαχία, όταν ο γιος του, ο Δίας ανέλαβε δράση καλώντας τ’ αδέρφια του και τους θνητούς σε πόλεμο εναντίον του, κι αν νικήθηκε και τιμωρήθηκε κι όπως ο Χρόνος πάγωσε, βασιλιάς της Νήσου των Μακάρων έγινε, της Μοίρας Κλειδούχος. Ο Χρόνος, ο Κυρίαρχος, ο αδάμαστος, ο αήττητος.

Το χρόνο μου πάγωσα και βάλθηκα να πολεμήσω στοιχειά των παλιών και των νέων καιρών. Κι άλλοτε νικούσα. Κι άλλες φορές πάλι νικιόμουν. Κι αρνήθηκα τη γέννα στα μελλούμενα μένοντας άτεκνη. Μα δεν μπορεί... Όλο και κάτι θα έχω γεννήσει. Και θα με πολεμήσει κι ίσως ηττηθώ. Το πιθανότερο θα είναι να ηττηθώ.



Κρόνος – Χρόνος [1]


Γιατί ο χρόνος παίζει σ’ όλους ένα περίεργο παιχνίδι. Συστέλλεται και διαστέλλεται. Λες: «είμαι αδρανής και τον αφήνω να κυλά», αλλά άλλες φορές πάλι τα γεγονότα κυλούν πυκνά, όλα σε τόσο σύντομο χρόνο, που από την αφετηρία τους σου φαίνεται ότι πέρασε μια αιωνιότητα. Χάνεις την αίσθηση του χρόνου.

Η ήττα όμως τ’ ανθρώπου είναι αναπόφευκτη. Γιατί ο χρόνος, ο μέγας κατεργάρης, δεν υπόκειται μόνο στους νόμους της συστολής και διαστολής. Γιατί ο χρόνος κυρίως περιστέλλεται. Γύρω απ’ το κοσμικό αυγό, γύρω από σένα, γύρω από μένα, γύρω από κάθε ζώντα οργανισμό. Μέχρι να σε συνθλίψει και το κέλυφός σου να σπάσει. Και δίνεται η μάχη στα μαρμαρένια αλώνια. Και δίνουμε όλοι, με τη σειρά μας ο καθείς, τον οβολό μας στον αμίλητο βαρκάρη.

Το χρόνο μου πάγωσα και βάλθηκα να πολεμήσω στοιχειά των παλιών και των νέων καιρών. Κι άλλοτε νικούσα. Κι άλλες φορές νικιόμουν. Κι αρνήθηκα τη γέννα στα μελλούμενα μένοντας άτεκνη. Μα δεν μπορεί... Όλο και κάτι θα έχω γεννήσει. Και θα με πολεμήσει και θα ηττηθώ. Κι ίσως συναντήσω τον ίδιο το Κρόνο, αν ο βαρκάρης αντί στα Τάρταρα στα Ηλύσια πεδία με οδηγήσει. Κι ίσως συναντήσω κι εγώ το Χρόνο. Κι ίσως γίνω η ίδια χρόνος – άχρονος, στα Ηλύσια πεδία η κυρίαρχος.

Όμως Ηλύσια πεδία υπάρχουν; Αν δεν υπάρχουν, τότε θα γίνω η κυρίαρχος του Πουθενά. Κι ίσως πουθενά και Ηλύσια πεδία είναι ένα και το αυτό: ου-τόπος· η Ουτοπία που είναι μαζί και προορισμός. Η Ιθάκη μου.

«Κλύουσα ικετηρίδα φωνήν, πέμποις εύολβον βιότου τέλος αιέν άμεμπτον»[2]

________________


[1] Ο Κρόνος με το δρεπάνι του, πατέρας του χρόνου. Τα φίδια ή δράκοι ενδεχομένως συμβολίζουν και την αλυσίδα του DNA κι είναι σε σχήμα Ω, που δείχνει το τέλος. Τα φτερά των ερπετών ερμηνεύτηκαν από κάποιους που μελετούν την ψυχολογία του υποσυνείδητου στα βήματα της Αλχημείας του Jung, ως η επιστροφή της συνείδησης σε ανώτερες σφαίρες ύπαρξης, πάνω απ’ τα σύννεφα. Η ερμηνεία ωστόσο της εικόνας επιδέχεται πολλή συζήτηση, γιατί το έργο προηγείται της αποκωδικοποίησής του και δε μου φαίνεται σωστό να κρίνουμε με βάση τη γνώση των καιρών μας κάτι προγενέστερο, μιας και όταν φιλοτεχνήθηκε η εικόνα κανείς δε μιλούσε για αλυσίδα DNA. Eντούτοις, φιλοσοφικά παρουσιάζει ενδιαφέρον.

[2] Ελαφρώς παραφρασμένο, από τον ύμνο Ες Κρόνον, από τους Ορφικούς Ύμνους. Άλλαξα την κατάληξη του κλύων σε κλύουσα για ευνόητους λόγους.




© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 9 Ioυνίου 2008

buzz it!

Σάββατο 7 Ιουνίου 2008

Kαλοκαιρινή σαλάτα με σπαγγέτι και ντομάτα

© Karla, Summer’s Kitchen

Για να φτιάξεις μια σαλάτα
εύκολη το καλοκαίρι
που να έχει και ντομάτα,
σκόρδο, αλάτι και πιπέρι
μακαρόνια και λαδάκι,
φύλλα από βασιλικό,
κοντοστάσου αν θες λιγάκι
σ’ ένα πιάτο ιταλικό.

Ψιλοκόβεις δυο ντομάτες,
μ’ ένα κοφτερό μαχαίρι
όπως στις κοινές σαλάτες
που τις τρως το καλοκαίρι,
σε κομμάτια μικρουλάκια
που θα μοιάζουν μ’ ένα ζάρι
κόκκινα μικρά κυβάκια
Μαμαλάκη το καμάρι.

Λυώνεις σκόρδο δυο σκελίδες
και το ρίχνεις στη ντομάτα
αναλόγως τις μερίδες
που θα βγάλει η σαλάτα.
Ψιλοκόβεις και καμπόσα
φύλλα από βασιλικό
που θα δώσουνε στη γλώσσα
κάτι το μυριστικό.

Ρίχνεις μέσα στο τσουκάλι
σε νερό που ‘χει κοχλάσει
μακαρόνια απ’ το μπακάλη
έως ότου πάρουν βράση.
Τα σουρώνεις, τα κρυώνεις,
τα προσθέτεις στις ντομάτες,
αλατίζεις, πιπερώνεις
και με λάδι ανακατώνεις.

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 7 Iουνίου 2008

buzz it!

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

To δίλημμα του Corneille

Όταν ο Γάλλος δραματουργός Pierre Corneille[1] έγραψε το 1636 την τραγικοκωμωδία του Le Cid[2] σίγουρα κατέρριψε πολλούς από τους παραδεδομένους κανόνες για το θέατρο. Το έργο απάντησε τεράστια επιτυχία από το κοινό, αλλά αντιμετώπισε και τη δριμεία πολεμική του Καρδιναλίου Ρισελιέ, ο οποίος ήταν και επικεφαλής της Γαλλικής Ακαδημίας.

Πρώτα απ’ όλα, ο σκόπιμα προτεινόμενος από τον Corneille νεολογισμός ‘τραγικοκωμωδία’ (ιλαροτραγωδία) κατέρριπτε τον παραδεδομένο έως τότε αυστηρό διαχωρισμό του θεατρικού έργου σε αμιγώς κωμωδία ή τραγωδία. Το θέατρο αποκτούσε και άλλες διαστάσεις πέραν του μαύρου – άσπρου των οιμωγών του δράματος και της κωμικής, συχνά γκροτέσκας φάρσας ή φαρσοκωμωδίας.

Αλλά ο όρος ‘τραγικοκωμωδία’ (tragi-comédie) δεν ήταν ο μόνος λόγος που ο Corneille σόκαρε την υπό τη σκιά του Καρδιναλίου Ρισελιέ Ακαδημία, λογικό -μιας και ήταν ο ιδρυτής της. Ανέσυρε στην επιφάνεια κι άλλα ακανθώδη ερωτήματα θεολογικής υφής για την αθανασία λογουχάριν της ψυχής, τη στιγμή που η παραδεδομένη αντίληψη ήταν ότι το θέατρο οφείλει να διδάσκει ήθος.

Οι ενστάσεις ωστόσο της Γαλλικής Ακαδημίας δεν επικεντρώθηκαν σ’ αυτά τα δύο βασικά ερωτήματα. Το ζήτημα Σιντ, όπως ονομάστηκε, προτάσσει επισήμως ως αιτιάσεις για τη δριμεία κριτική του έργου το γεγονός ότι δραματουργικά ο Corneille δε σεβάστηκε τους τρεις βασικούς κλασσικούς κανόνες ενότητας στο δράμα: Την ενότητα κοντολογίς του Χρόνου, του Τόπου και της Δράσης. Σύμφωνα με αυτούς, η υπόθεση έπρεπε να εξελίσσεται μέσα σ’ ένα εικοσιτετράωρο, στον ίδιο τόπο και χρησιμοποιώντας ένα μόνο σκηνικό, ενώ η υπόθεση θα έπρεπε να επικεντρώνεται σε ένα και μοναδικό ερώτημα ή εσωτερική διαμάχη. Kαι το έργο του Corneille σίγουρα εξελίσσεται σε πολλαπλά επίπεδα.

Κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι ο Rodrigo Díaz de Vivar, θρυλικός ήρωας της Ισπανίας του Μεσαίωνα, γνωστός ως El Cid el Campeador (Ο Κύριος, ο Δάσκαλος των πολεμικών τεχνών). Ο Rodrigo Díaz υμνήθηκε από τους Ισπανούς σε σημείο που η ύπαρξή του να θεωρείται μυθική από κάποιους μελετητές του, όπως ο Masdeu. Θα εμπνεύσει από τον ανώνυμο ποιητή του 13ου αιώνα στο Cantar de Mio Cid ή El Poema del Cid (Το τραγούδι του Σιντ μου ή Το Ποίημα του Σιντ) μέχρι και το Θερβάντες που θα αντλήσει έμπνευση για το Ροσινάντη, το άλογο του Δον Κιχώτη από το άλογο του Ελ Σιντ, τον Μπαμπιέκα. Ο Jules Massenet θα γράψει όπερα τιτλούμενη Le Cid, μέχρι και ο Ezra Pound θα αναφέρει τον θρυλικό ήρωα στο Cantos III από τη συλλογή του The Cantos. Θα γυριστεί σε ταινίες, θα εμπνεύσει ακόμη και παιχνίδια του υπολογιστή, όπως το Age of Empire II. O Pierre Corneille όμως θα στηρίξει την υπόθεση του έργου του πάνω στο έργο Las Mocedades del Cid του Guillén de Castro y Bellvís[3], που γράφτηκε το 1621.

Συνοπτικά η υπόθεση του έργου αναφέρεται στον έρωτα του Δον Ροντρίγκο (Ελ Σιντ) και της Σιμένης, ο οποίος όμως κωλύεται απ’ τη διαμάχη του πατέρα του Δον Ροντρίγο, του στρατηγού Δον Ντιέγκο και του πατέρα της Σιμένης, κόμη του Γκορμάς. Η διαμάχη των δύο οικογενειών είναι σχεδόν Σαιξπηρική: Ο πατέρας της Σιμένης θα προσβάλλει τον πατέρα του Ελ Σιντ. Διχασμένος ανάμεσα στο καθήκον να υπερασπιστεί τον πατέρα του και στον έρωτά του για τη Σιμένη, ο Δον Ροντρίγκο τελικά θα λαβώσει θανάσιμα σε μονομαχία τον πατέρα της καλής του. Η Σιμένη από την άλλη, χωρίς να αρνηθεί την αγάπη της, ζητά την κεφαλή του φονιά του πατέρα της επί πίνακι («απαιτώ δικαιοσύνη»).

Αργότερα ο Ροντρίγκο θα δώσει νικηφόρες μάχες με τους Μαυριτανούς, το κύρος και η υπόληψή του θα επανακτηθούν, και η Σιμένη θα ζητήσει τελικά από το βασιλιά κάποιος από τους ιππότες του να μονομαχήσει για χάρη της με το Δον Ροντρίγκο, για να της φέρει το κεφάλι του, ενώ συμφωνεί να παντρευτεί το νικητή, όποιος κι αν είναι αυτός. Ο Ροντρίγκο διστάζει και συνομιλώντας μαζί της ιδιαιτέρως της δηλώνει ότι δε θα μονομαχήσει με κανέναν για το χέρι της («μη χαραμίζεις το αίμα μου, δοκίμασε χωρίς αντίσταση τη χαρά της καταστροφής μου και δικής σου εκδίκησης»).

Τελικά η Σιμένη θα τον πείσει με το επιχείρημα ότι αν νικήσει, θα παντρευτούν. Η αγωνία της Σιμένης θα κορυφωθεί, όταν προς στιγμήν νομίζει ότι ο αγαπημένος της σκοτώθηκε βλέποντας το μονομάχο του βασιλιά να κουβαλά ένα ματωμένο σπαθί. Αυτός όμως θα της πει ότι ο Δον Ροντρίγκο στην πραγματικότητα τον αφόπλισε και του χάρισε της ζωή.

Αν και οι δυο ήρωες αγαπιούνται, μένουν αναποφάσιστοι προκειμένου να παντρευτούν, λόγω της προϊστορίας τους. Ο βασιλιάς τους επισημαίνει ότι οι συνθήκες απέδειξαν ότι είναι πλασμένοι οι δυο τους ο ένας για τον άλλον, κατανοεί εντούτοις, ότι χρειάζονται χρόνο για να προσαρμοστούν. Η Σιμένη θα ορίσει τις ημερομηνίες του γάμου τους για τον επόμενο χρόνο, ενώ στο μεταξύ ο Ροντρίγκο με το προσωνύμιο πλέον Ελ Σιντ – Ο Κύριος θα ξεκινήσει μάχες για να υπερασπιστεί την Ισπανία από τους Μαυριτανούς.

Το δίλημμα του Corneille.
Aυτό που είναι πρόδηλο μέσα στο έργο του Γάλλου δραματουργού είναι το δίλημμα του Corneille ή η επιλογή του Corneille σ’ ένα θανάσιμο στοίχημα, όπου δεν υπάρχει νικητής. Ο ήρωας παραπαίει ανάμεσα στον έρωτα και το καθήκον ή την τιμή και τη φυσική του αβίαστη κλίση. Δυο αγωνιώδη ερωτήματα: θα υπερασπιστεί ο Δον Ροντρίγκο την τιμή του πατέρα του εκδικούμενος για την προσβολή που του έγινε κινδυνεύοντας να χάσει για πάντα τη γυναίκα που αγαπά ή θα αγνοήσει το καθήκον του προς την οικογένεια για την αγάπη μιας γυναίκας στηλιτεύοντας το όνομά του;


Ο Ελ Σιντ με το άλογό του Μπαμπιέκα από γκραβούρα της Catholic Encyclopedia, έκδοση 1908


Όταν έγραφα τον Ιππόκαμπο ( βλέπε Ο Ερωτευμένος Ιππόκαμπος), εκείνο που μου ερχόταν αβίαστα στο νου ήταν η απάντηση από το πουθενά στο δίλημμα της ηρωΐδας:

-Όταν τα φώτα του μυαλού σου έχουν σβηστεί
και ψάχνεις δρόμο νά ‘βρεις στη ζωή σου,
στο δίλημμά σου δε θα σου απαντήσει ο νους,
ζήτα και βρες τις απαντήσεις στην ψυχή σου...


Kαι μου ήρθε με τρόπο απλό, σαν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Για να κάνουμε δηλαδή τη σωστή επιλογή ελέγχουμε τι δίνει στην ψυχή ελαφράδα, τι μας δίνει φτερά, τι σκεφτόμαστε αυθόρμητα δίχως να το ενδύσουμε με μια δεοντολογία συχνά ξένη προς τα δικά μας ζητούμενα. Και μου φαίνεται ακόμη σωστό οκτώ χρόνια μετά τη συγγραφή εκείνου του βιβλίου. Για περιπτώσεις απλές είναι ίσως η πιο φυσική ανθρώπινη επιλογή.

Ας βάλουμε όμως μέσα στο παιχνίδι μιαν ακόμη παράμετρο. Ας αντικαταστήσουμε τη λέξη «καθήκον» και «τιμή» που ηχούν ξύλινες και ενίοτε ανούσιες με τη λέξη «αγάπη».

Αγάπη του Ελ Σιντ για τον πατέρα. Και αγάπη του Ελ Σιντ για τη Σιμένη. Σε μια κοινωνία που δεν είναι πρόθυμη να κατανοήσει ή και να συγχωρήσει. Και πώς άλλωστε αυτό θα ήταν δυνατό σε μια μεσαιωνική κάστα ή ακόμη και την ίδια την κοινωνία της εποχής του Corneille, της Γαλλίας του 17ου αιώνα, όταν ακόμη και στις μέρες μας έννοιες παρόμοιες παραμένουν ακόμη ασαφείς και συγκεχυμένες. Καθήκον- τιμή και φυσική κλίση – αβίαστη ροπή. Λέμε «στο λόγο της τιμής μου» κι έχει ο λόγος αυτός βαρύτητα και κύρος. Αν λέγαμε «στο λόγο του έρωτά μου», πιθανόν και κανείς να μη μας έπαιρνε στα σοβαρά.
_________
Σημειώσεις:

[1] Βιογραφικό του Pierre Corneille στα αγγλικά εδώ

[2] Ολόκληρο το έργο Le Cid του Pierre Corneille online στα αγγλικά εδώ
[3] Το έργο Las Mocedades del Cid του Guillén de Castro y Bellvís στα ισπανικά εδώ και στα αγγλικά εδώ



© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 6 Ιουνίου 2008

buzz it!