Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πασατέμπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πασατέμπος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

O άνδρας γεννά, η δε γυναίκα τίκτει ή από πού έρχονται τα μωρά.


Ήταν που η μητέρα μου αποφάσισε να μου δώσει εξήγηση επιστημονική. Άφησε κατά μέρος λοιπόν τους πελαργούς και τα λάχανα και μου λέει:
-Κάθε γυναίκα έχει μέσα στην κοιλιά της ένα σποράκι σαν πασατέμπο. Μόλις λοιπόν παντρευτεί, ο πασατέμπος μεγαλώνει και μεταμορφώνεται σε παιδάκι.
Όλα καλά μέχρις εκεί. Κάμποσο καιρό αργότερα παντρευόταν η ξαδέρφη μου, η Λίλα στα δεκαοχτώ της, κόρη στρατιωτικού, τον Ανδρέα, τον καθηγητή που της έκανε μαθηματικά στο φροντιστήριο και την περνούσε και καμμιά εικοσαριά χρόνια.
Δεν τέλειωσε καλά καλά ο γάμος, εγώ μπροστά – μπροστά να βλέπω τη νύφη, γυρίζω και ρωτώ τη μητέρα μου δυνατά:
-Δηλαδή, μαμά, τώρα η Λίλα είναι έγκυος, έτσι;
Γυρνάνε όλοι και με κοιτάνε και μετά σκουντιώνται με νόημα: «Από παιδί κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Γι’ αυτό η λεγάμενη τόσο μικρή, είπαν κι αυτοί πώς κι έτσι;»
Φαίνεται όμως πως ο πασατέμπος της Λίλας ήταν ζούφιος, γιατί φούσκωσε μετά από πέντε χρόνια. Κι εμένα η μαμά μου μού είπε ότι ο πασατέμπος είναι έτοιμος μετά από εννιά μήνες. Ποιον να πιστέψεις πια σ’ αυτόν τον κόσμο;


***

Η γενεαλογία του Κυρίου Ιησού.


«Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ, Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιούδαν και τους αδερφούς αυτού, Ιούδας δε εγέννησε τον Φαρές και τον Ζαρά εκ της Θάμαρ...» [1] κτλ, κτλ., όλα αυτά τα ήξερα απέξω νεράκι, πριν ακόμη φτάσω στην Δ’ Δημοτικού, εξάλλου είχα ξεσκονίσει όλη τη Βίβλο εικονογραφημένη ήδη απ’ τη Β’ Δημοτικού. Φαίνεται όμως ότι το πολύ πατριαρχικό με είχε ενοχλήσει, γιατί διερωτήθηκα εύλογα, γιατί δεν έλεγε «Σάρα εγέννησε τον Ισαάκ, Ρεβέκκα δε εγέννησε τον Ιακώβ, κι ύστερα ο Ιακώβ πήρε τέσσερις γυναίκες κι έκανε δώδεκα γιους και τη Δείνα».
-Διότι ο άνδρας γεννά, η δε γυναίκα τίκτει, μου λέει η μαμά μου εμβριθώς.
Δε μου καλοκόλλησε, αλλά δεν την αμφισβήτησα, εξάλλου πιο πολύ με απασχολούσαν εκείνο τον καιρό «Τα Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα και η Ελληνική Μυθολογία και ειδικότερα πώς θα καταφέρω να γίνω θεά και να παραμείνω αθάνατη, πάντα νέα και ωραία και να φοράω και περικεφαλαία σαν την Αθηνά, που μαζί με τη Θέμιδα ήταν οι αγαπημένες μου θεότητες.
...
Το Πάσχα πήγα στο Μεσολόγγι στον παππού και τη γιαγιά. Ως μικρό τερατάκι, που ναι μεν δεν έπαιζε ποτέ, αλλά βιβλιοφάγος, ήμουν το καμάρι των μεγαλύτερων, που δεν έχαναν ευκαιρία να με βάζουν να αγορεύω και μετά σχολίαζαν «μα, τόσο μικρό, τόσο διαβασμένο» και τα ρέστα κι εγώ καμάρωνα σα γύφτικο σκεπάρνι κι αποζημιωνόμουν, που δε με παίζανε τα άλλα παιδάκια.
Πάμε και στον κύριο Γιάννη τον οδοντογιατρό, που ήταν θρησκευάμενος και ψάλτης.
Άρχισα θυμάμαι την αγόρευση με μια εισαγωγή στα πολιτεύματα της Αρχαίας Αθήνας, κλείνοντας ότι τελειότερο πολίτευμα όλων είναι η δημοκρατία. (Καμάρι η γιαγιά).
Συνέχισα με Μπάυρον και Σολωμό, βεβαίωσα για την αφοσίωσή μου στη γενέτειρα του πατέρα μου, εξέφρασα το θαυμασμό μου στο Μπότσαρη και το Χρήστο Καψάλη, αφού έκανα παρένθεση για το Γιάννη Γούναρη που έσωσε την πόλη στην πρώτη πολιορκία του, πριν οι Τούρκοι του σφάξουν την οικογένεια και γίνει καλόγερος στην Αγία Ελεούσα. (Καμάρι η γιαγιά).
Μετά αποφάσισα να λάμψω με τις γνώσεις μου στα θρησκευτικά και πιάνω τη Γένεση. «Αβραάμ δε εγέννησε τον Ισαάκ... κλπ, κλπ...».
-Και γιατί, τσούπα μου λέει Αβραάμ δε εγέννησε τον Ισαάκ; Ρώτησε ο κύριος Γιάννης για να με εξετάσει να δει αν τα ξέρω καλά.
-Διότι ο άνδρας γεννά, η δε γυναίκα τίκτει, του απαντώ με στόμφο. (Δέος και θαυμασμός του κυρίου Γιάννη. Ντροπή της γιαγιάς).
Όταν γυρίσαμε σπίτι με πέρασε γενεές δεκατέσσερις. Δεν κατάλαβα γιατί.

_______________
[1] Ματθαίος, Α, 2-3

Συναφείς Αναρτήσεις:


© Eλένη Καλλιανέζου, Vejen, 26 Mαρτίου 2008

buzz it!

Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

Σπόρια

Στην αυλή του σπιτιού μας, Μάιος 1970


Πασατέμπος.

Μέχρι τα έξι μου χρόνια παραθερίζαμε τα καλοκαίρια δυο μήνες σερί στην Αγία Μαρίνα στην Αίγινα. Υποτίθεται ότι ήταν συμβουλή του παιδίατρου στη μάνα μου, επειδή είχα τις αμυγδαλές μου, άρα επιβαλλόταν και τοπίο που να συνδυάζει πεύκο και θάλασσα, κι εκείνο τον καιρό η Αγία Μαρίνα πεύκα είχε ακόμη και μπόλικα. Το πρωί έπαιζα με το Μιχαλάκη, το γιο του ζαχαροπλάστη, ένα στρουμπουλό κατσαρομάλλικο αγοράκι και πρώτο μου έρωτα.
Μετά θάλασσα με τις ώρες, κάποια κοριτσάκια λίγο μεγαλύτερα με χώνανε στη μέση και παίζαμε τις δασκάλες, δασκάλες φυσικά αυτές κι από κάτω εμείς η ταλαίπωρη μαρίδα, να προσπαθεί να απαντήσει στο φοβερό μυστήριο του πόσο κάνει 1 + 1. Είχα μάθει να μετράω πολύ νωρίς μέχρι το 100, η απάντηση λοιπόν που μου φαινόταν λογική ήταν ότι 1 + 1 = 11, 1 + 2 = 12, 2 + 2 = 22 και τίποτε δεν μπορούσε να με πείσει ότι 1 + 1 θα πρέπει καλά και σώνει να κάνει 2. Η Βασούλα, που έπαιζε συνήθως τη δασκάλα, μου έσπαγε τα νεύρα, γιατί είχε μια μανία να μου ξεκουμπώνει το φόρεμα και να μου χαϊδεύει την πλάτη. Μ’ άρεσε, δε λέω, αλλά δεν μπορούσα να το κουμπώσω μόνη μου και πάλι, οπότε τριγύριζα με το φουστάνι ανοιχτό από πίσω κι από μέσα να φαίνεται το βρακί μου, και ντρεπόμουν και το Μιχαλάκη.
Η χαρά μου ήταν τα βράδια, όταν θα έτρωγα ένα σουβλάκι καλαμάκι παρέα με τη μάνα μου στο λιμάνι. Το ένα χέρι λιγδωμένο, στο άλλο να κρατάω μια γυάλινη γκαζά, που δε μ’ άρεσε όμως να παίζω με παρέα τ’ άλλα παιδιά. Ήταν ο θησαυρός μου και το καλειδοσκόπιό μου. Την πλησίαζα στο μάτι και μέσα απ’ αυτήν έβλεπα το φεγγάρι ή τις φάτσες των γύρω μου.
Μια στις τόσες το μέγα πανηγύρι: Σ’ έναν από τους δυο τοπικούς σινεμάδες, το «Νεράιδα» ή το «Μαρίνα» και τα απαραίτητα σποράκια. Βούταγα από τη μάνα μου μια φούχτα πασατέμπο κι άρχιζε η διαδικασία και το βάσανο πώς να τονε καθαρίσω. Τις περισσότερες φορές έχανα και το έργο. Πάλευα να ανοίξω το σπόρι με τα νύχια μου, αγκυλωνόμουν, στο τέλος νεύριαζα και έβαζα καμιά δεκαριά σποράκια στο στόμα με τα φλούδια, μάσαγα, λυσσούσα απ’ τ’ αλάτι και στο τέλος τα έκανα μπάλα και τα έφτυνα. Όταν ευδοκούσε να μου τους καθαρίσει η μαμά μου ήταν η καλύτερή μου, αλλά εκείνη μ’ αγνοούσε κι έτρωγε μόνη της κι άλλα. Και δώστου τσίκι – τσίκι, μέχρι που τέλειωνε η σακούλα κι έμενα με την απογοήτευση.
Κάποια στιγμή κι ο θρίαμβος. Όταν έμαθα το κόλπο να τους καθαρίζω μοναχή μου. Η απόλυτη ευδαιμονία. Δεν είχα πια κανέναν ανάγκη, πέρα από τα ίδια τα σπόρια.
Χειμώνας, καθισμένη στο καθιστικό, πάνω στο ντιβάνι, με μια κουβέρτα και κλασσικά εικονογραφημένα, το τζάκι να καίει και τριγύρω μου τα φλούδια. Και κουβέντες μεταξύ της γιαγιάς και της μαμάς μου πάλι για τα σποράκια. Λέγανε για «προκομένες που τα μπλέκανε με λεγάμενους και οι λεγάμενοι δεν είχαν δεύτερο σώβρακο και τις βγάζανε στο παγκάκι μ’ ένα σακουλάκι σποράκια». Ή «μα καλά.... τι τραβιέται κι αυτή μ’ αυτόν, που δεν έχει λεφτά ούτε για πασατέμπο;»
Τον πασατέμπο τον ξαναθυμήθηκα χρόνια πολλά αργότερα, όταν σε κάποια ταβέρνα θρηνούσα για τον πρώην μου έρωτα, μετά από κάμποσα ποτήρια κρασί που με πιάνουν τα μεράκια κι αρχίζω να τραγουδάω. Ένα από τα τραγούδια αυτά το «δεν το κατάλαβα πως ήμουνα για σε ο πασατέμπος σου για να περνά η ώρα».


Φασόλια.

Η γιαγιά με έπαιρνε μαζί της όταν πήγαινε για ψώνια στο μπακάλικο της γειτονιάς, πάντα με το μπακαλοτεφτέρι, ο λογαριασμός πληρωνόταν μια φορά το μήνα. Ένας από τους λόγους που μου άρεσε να συνοδεύω τη γιαγιά ήταν ότι η Ανθούλα, η γεροντοκόρη μπακάλαινα, με τράταρε δυο μπισκότα Petit Beurre, τα οποία και έτρωγα με τρόπο ειδικό: Πρώτα τις τέσσερις γωνίες που προεξείχαν, μετά τα δοντάκια και τελευταίο το υπόλοιπο μπισκότο που είχε γίνει στο μεταξύ μια αηδία απ’ τα σάλια.
Το μπακάλικο είχε τσουβάλια με όσπρια χύμα, μια μέρα μου γυάλισαν τα φασόλια, σούφρωσα μια χούφτα και τα έβαλα στις τσέπες μου.
Όταν γυρίσαμε σπίτι, στη ζούλα, έβγαλα από κάθε κλειδαρότρυπα το κλειδί κι έχωσα μέσα από ένα φασόλι. Δεν άφησα ούτε μισή κλειδαρότρυπα παραπονεμένη. Η μαμά μου ήθελε κάτι έγγραφα από το ντουλάπι της βιβλιοθήκης για το γραφείο, η κλειδαρότρυπα είχε κι αυτή μέσα φασόλι. Φώναξε κλειδαρά και άλλαξε όλες τις κλειδαριές του σπιτιού και μου 'δωσε και βρωμόξυλο με τη μυγοσκοτώστρα -μ’ αυτήν έπεφτε πάντα η αγία ράβδος- που την έλεγα «το πατ» από το θόρυβο που έκανε όταν με χτυπούσε. Αλλά και πάλι δεν κατάλαβα. Τι έκανα στο κάτω κάτω; Κάποιες τρύπες τις γέμισα με φασόλια. Ε, δεν πρέπει να συμπληρώνονται τα κενά;


Φακές.

Από τα λίγα φαγητά που έτρωγα χωρίς τσιριμόνιες και μ’ αρέσανε. Έριχνα μέσα και ψωμιά και δε χρειαζόμουν και πολλά κολπάκια για να με πείσουν ποιος θα κερδίσει απόψε και θα φάει το φαΐ του γρηγορότερα, ώστε να κρεμάσει στους άλλους το κουτάλι. Μητέρα και γιαγιά επιβράδυναν ρυθμούς, η αφεντιά μου επιτάχυνε και φυσικά το κουτάλι το κρεμούσα εγώ.
Έμαθα να διαβάζω πολύ νωρίς, κι από φόβο ότι θα μείνω μόνη στον κόσμο μ’ έπιασε να παίζω μόνη μου ένα φανταστικό παιχνίδι: Ότι ήμουνα τάχα σ’ ένα έρημο νησί ναυαγός κι έπρεπε να επιβιώσω μ’ ελάχιστα πράγματα, χωρίς το καράβι του Ροβινσώνα Κρούσου και χωρίς τον Παρασκευά. Τι θα έπρεπε να είχα μαζί μου απαραιτήτως; Μα και βέβαια ένα μαχαίρι να πελεκήσω ξύλα, να φτιάξω τόξο και βέλη να κυνηγάω, καλάμια να ψαρεύω, καλύβα να προστατεύομαι. Μέσα σ’ όλα τα αντικείμενα που θα έπρεπε να διασώσω από το ναυάγιο κι ένας κεσές του γιαουρτιού με βαμπάκι στον πάτο και φακές, να τις μεταφυτέψω στο νησί να γίνω και αγρότης.
Μετά περάσαμε στη φάση των εξερευνήσεων. Θα γύριζα λέει τον κόσμο πάνω σ’ έναν ελέφαντα κρατώντας στο χέρι μια γλάστρα με φακές.
Κι ο πρώτος μου γλωσσοδέτης ήταν το «ο παπάς μας ο παχύς έφαγε παχιά φακή με τη βραστή – σκαστή κουτάλα. Γιατι παπά παχύ έφαγες παχιά φακή με τη βραστή σκαστή κουτάλα;» Κάθε φορά που έβλεπα παπά παχύ είχα και το ερωτηματικό πόσο παχιά να ήταν τάχα η φακή του και τον πάχυνε έτσι.


Vejen, 7 Σεπτεμβρίου 2007, © Eλένη Καλλιανέζου

buzz it!