Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Όταν πεθαίνει μια Παναγιά, βγάλε τα φασόλια απ' το ψυγείο...

Σαν παιδί ήμουν πολύ ήσυχο και μοναχικό, αν και συχνά πυκνά τις έτρωγα με «το πατ»[1]. Εξαίρεση τότε που έχωσα φασόλια σ' όλες τις κλειδαρότρυπες του σπιτιού[2] ή όταν πειραματιζόμουν με τον ηλεκτρισμό με κάποια φουρκέτα της γιαγιάς μου στις πρίζες.

Φασόλια και φασολάδες έτρωγα πάντα, καμιά μιζέρια, κι ας απέφευγα το φαγητό, όπως ο διάολος το λιβάνι (ας όψεται η θανατηφόρα μαγειρική της μαμάς μου, στην οποία έκανα την εφηβική μου επανάσταση μαθαίνοντας να μαγειρεύω).

Η μάνα μου μαγείρευε ένα καζάνι φαγητό μια φορά την εβδομάδα, που τις περισσότερες φορές δεν τρωγόταν και το έβαζε στο ψυγείο για να έχουμε να τρώμε.

Και πέρασε καιρός κι έφτασα στα δεκαοχτώ και γνώρισα τον Αντρέα και τον ερωτεύτηκα τρελά[3]. Στο ψυγείο υπήρχε μια τεράστια τσανάκα με φασολάδα για εκείνη τη βδομάδα κι έπειτα ήρθε η Κυριακή. Πήγα στον πατέρα μου.

-Έχουμε φοβερό φαγητό, μου λέει θριαμβευτικά. Φασολάδα!

Φυσικά χάρηκα πάρα πολύ που το μενού της εβδομάδας πλουτίστηκε: απ' τη φασολάδα στη φασολάδα.

Και πέρασε η Κυριακή και η Δευτέρα και η Τρίτη, που επέστρεψα στη μάνα μου κι έφαγα φασολάδα. Κι ήρθε η αποφράς Τετάρτη, που ενέδωσα στον Αντρέα και πήγα για πρώτη φορά στο σπίτι του. Δίπλα στο σπίτι του ήταν το σπίτι των δικών του.

-Περίμενε, μου κλείνει το μάτι ο Αντρέας. Πάω να φέρω φαγητό απ' τα γερόντια.

Θρίαμβος! Φασολάδα!

Μετά η μητέρα μου κονόμησε ένα φοβερό κουνέλι. Κατάφερε να ακολουθήσει πιστά μια συνταγή και το έκανε στιφάδο. Επειδή πάλι δε φαγώθηκε και το 'χε αμαρτία να πετάξει φαγητό, κάθησε και το ξεκοκάλισε κι έβαλε το στιφάδο να βράσει μαζί με φασόλια. Το φασουλαδοκούνελο πάλι έμεινε. Στο ζουμί του έβρασε ρύζι. Έτσι είχαμε πια στο ψυγείο φασουλαδοκούνελο πιλάφι.




Eικονογράφηση του Warwick Goble στο παραμύθι Ο Τζακ κι η Φασολιά (Jack and the Beanstalk)

Η μητέρα μου έγινε όψιμα χριστιανή, παλιά ήταν άθεη. Τις τρεις τελευταίες μέρες της ζωής της έπεσε σε κώμα. Άνοιξε τα μάτια μια φορά, κι οι τελευταίες λέξεις της ήταν «Παναγία μου!» με απόγνωση. Λίγο πριν την κηδεία, επέστρεψα στο σπίτι που είχα νοικιάσει στου Γκύζη να βρω μαύρο φουστάνι. Πέταξα και τη φασολάδα που είχα αφήσει έξω απ' το ψυγείο, όταν έτρεξα αλαφιασμένη στο πατρικό μου, γιατί είχε χαλάσει. Δεν πρόλαβα να φάω μπουκιά.

Η Παναγία κάθε Δεκαπενταύγουστο πεθαίνει. Έτσι, πέθανε φέτος το καλοκαίρι κι ο πατέρας μου, την επομένη που πέθανε η Παναγιά.

Το πρωΐ της Παναγίας του λέει η αδερφή του:

-Πάω ν' ανάψω ένα κεράκι. Σήμερα είναι της Παναγίας.

Χαμογέλασε αδύναμα κι είπε με δυσκολία μελαγχολικά:

-Πάει κι η Παναγία. Πέθανε...

Το μεσημέρι του έκαναν μορφίνη, για να μην υποφέρει πολύ. Ήταν που είχε και διαβολεμένη διαύγεια ως το τέλος... Έπεφτε σε λήθαργο, αλλά και πάλι ξυπνούσε κοιτάζοντας το κενό. Κι οι τελευταίες του λέξεις ήταν:

-Βγάλε τα φασόλια απ' το ψυγείο.

Τα χαράματα της επομένης πέθανε, ενώ απ' το στόμα του έβγαινε αίμα με αφρούς. Έπειτα, δυο ανάσες. Και τέλος.

Αχ, αυτά τα φασόλια!


__________________________

Σημειώσεις:

[1], [2] Βλέπε ανάρτηση Σπόρια

[3] Βλέπε ανάρτηση Hippocampus Guttulatus σε μια μαύρη Ford.


© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 25 Νοεμβρίου 2008

buzz it!

2 σχόλια:

Σπίθας είπε...

Τέσσερα ποστ,τρείς κηδείες και ένας ποντικός!
θα επιζήσει κανείς, άραγε?

υ.γ.
Οχι στα φασόλια!

Αστερόεσσα είπε...

Ωχ! Κι έχω έτοιμο το επόμενο παραμύθι, που έχει κι αυτό φασόλια! Φτου!
Αλλά έχει κι άλλα.