Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2008

Oι Αρχικοί Σπόροι

Εκείνη.

Χειραφετημένη, ανεξάρτητη, femme fatale, με ταλέντο στην πένα και πολυγραφότατη, θυμική και παράφορη, η ψυχή των πάρτυ, ευφάνταστη, διαζευγμένη από τον κατά τουλάχιστον τριάντα χρόνια μεγαλύτερο σύζυγό της, τον οποίο και παντρεύτηκε στα 35 της, όχι από πρεμούρα για το γάμο, αλλά γιατί στη δεκαετία του ’50 οι συγγενείς και οι φίλοι την έφαγαν ότι «προορισμός της γυναίκας είναι να παντρεύεται και να κάνει παιδιά». Είχε ενδώσει στις προτροπές, μήνα Οκτώβρη του 1959 και τον παντρεύτηκε στον Ορθόδοξο Μητροπολιτικό Ναό της Βιέννης, αφού πρώτα έκανε πολιτικό γάμο στο Ρατχάουζ. Γιατί Βιέννη; Γιατί γνωρίστηκαν στη Βιέννη, εκείνος κοσμοπολίτης συνταξιούχος δημοσιογράφος, καλής οικογένειας, πρόσφυγας απ’ τ’ Aϊβαλί με τα γαλλικά του και παρέες με διανοούμενους της εποχής, bon viveur. Όταν γνωρίστηκαν, εκείνος είχε δεσμό με μια χήρα, την οποία και εχώρισε αυθωρί για τα μάτια και τα κάλλη της μαμάς μου. Επιπλέον, σε μια εκδρομή στις Αυστριακές Άλπεις, εκείνος παρολίγο να χάσει τη ζωή του σε κάτι γκρεμνά στην προσπάθεια να κόψει ένα εντελβάις για να της το προσφέρει. Εγκαταστάθηκαν στην Εκάλη και είχαν και σκυλί, τη Λάικα. Ο γάμος δεν τους φτούρησε πάνω από τρία χρόνια. Η μαμά ήθελε νύχτες χρωματιστές, που ο εις απόσυρσιν σύζυγος δεν μπορούσε να της προσφέρει. Εξάλλου, είχε μάθει να είναι το επίκεντρο της προσοχής, να σφάζονται για χάρη της, να πηγαίνει εκδρομές, να της γράφουν ποιήματα, γλύπτες να της φτιάχνουν την προτομή και ζωγράφοι το πορτραίτο, και κανταδόροι να της κάνουν καντάδες κάθε βράδυ, όταν εκείνη δεν έλειπε σε κάποιο γλέντι ή πάρτυ ή εκδρομή για να δει την ανατολή του ήλιου και κοιμόταν σπίτι της νωρίς.

***

Εκείνος.

Κατά δεκατρία χρόνια μικρότερός της. Από την επαρχία[1], απολυμένος από την Αστυνομία κατά τα Ιουλιανά, όταν τα έβαλε με τον Καραπαναγιώτη[2]. Περιοδεύων βιβλιοπώλης. Πλασιέ. Με λατρεία στα βιβλία και πολυδιαβασμένος· από αρχαίους συγγραφείς, Ιστορία, Φιλοσοφία, Λογοτεχνία, Αστρονομία, Φυσική. Άσχημος ως άντρας, ψηλός, με μεγάλο μέτωπο και μύτη γαμψή, υπέροχα χέρια, βλέμμα διεισδυτικό, δεινός ρήτορας που ήξερε να μαγνητίζει το κοινό του, εξαιρετικά ευφυής και με συνδυαστική φαντασία, ετοιμόλογος, γοητευτικός και απίστευτα ερωτικός.

***

Γνωρίστηκαν σε πάρτυ στα τέλη του ’65. Έγιναν εραστές. Το ειδύλλιο παράφορο, κάποια στιγμή αποφάσισαν να παντρευτούν.

Ο γάμος θα έβρισκε αντίθετη την οικογένειά του (κυρίως λόγω της διαφοράς ηλικίας τους) και θα αντιμετώπιζε προβλήματα, αν και φημολογείται ότι εκείνο τον καιρό διατηρούσε και ερωτική σχέση με μεγαλοεκδότρια, η οποία δε θα έπρεπε να μάθει κάτι για τη γυναίκα η οποία επρόκειτο να γίνει η μητέρα μου.

Η εποχή που αποφάσισαν να παντρευτούν, Μάρτης του 1966, έπεφτε μέσα στη Σαρακοστή, κι εκείνη την εποχή η εκκλησία δεν πάντρευε σε περίοδο Σαρακοστής. Έπειτα λοιπόν από κάποιες αποτυχημένες προσπάθειες να παντρευτούν στην Αθήνα, κανονίζουν να παντρευτούν στην Ελασσόνα, όπου και ο άντρας ο οποίος επρόκειτο να γίνει πατέρας μου θα ταξίδευε για δουλειές μ’ έναν συνάδελφο και με κοινό αυτοκίνητο, το αυτοκίνητο του συναδέλφου.

Η μαμά έβαλε σε μια βαλίτσα ένα κοντό λαμέ φόρεμα και παράγγειλε γόβες κεντητές με ασημοκλωστές –με τα παπούτσια είχε ψύχωση, αγόραζε τουλάχιστον δύο ζευγάρια την εβδομάδα ή παράγγελνε να της τα φτιάξουν με ειδικό καλαπόδι που ήταν φτιαγμένο στο πόδι της- και πήγε και τον βρήκε.

Ο άνδρας που επρόκειτο να γίνει ο πατέρας μου λέει στο συνάδελφό του:

-Μπορώ να έχω το αυτοκίνητο μόνος μου για σήμερα;

-Ψώνισες καμιά Λαρισινή;

-Ναι, του απαντάει εκείνος.

Πηγαίνουν στην εκκλησία, εκείνη με τα λαμέ της, εκείνος με τζην. Σ’ ένα λουστράκι του δρόμου γυάλισε τα παπούτσια του εκείνος για να είναι ευπρεπής.

Ο παπάς άρχισε τις εικασίες:

-Η κοπέλα πρέπει να είναι πλουσιοκόριτσο κι εσύ φτωχό παιδί και δε σε θέλουν;

Κρυφογέλασαν, αλλά ένευσαν «ναι», για να ξεμπερδεύουν. Βρήκαν και μια τυχαία, τη Λόλα και την έκαναν κουμπάρα.

Κάποιοι άσχετοι παριστάμενοι τους πέταξαν ρύζι και τους ευχήθηκαν καλούς απογόνους. Έριξαν και μπόλικο ρύζι μέσα στο αυτοκίνητο.

Το ρύζι όμως θα ήταν προδοτικό, και ο άνδρας ο οποίος επρόκειτο να γίνει πατέρας μου κρατούσε το γάμο κρυφό απ’ τους πάντες, άρα κι απ’ το συνάδελφο (ίσως λόγω της πιθανής του σχέσης με την εκδότρια). Πηγαίνει λοιπόν σε ένα μπακάλικο και αγοράζει σπόρους[5] διάφορους: φασόλια, φακές και ρεβύθια, πήρε μια χούφτα απ’ το κάθε είδος και τα σκόρπισε στο αυτοκίνητο.

Η γυναίκα που επρόκειτο να γίνει μητέρα μου τον ρώτησε γιατί.

-Αν με ρωτήσουν, επειδή δεν προλαβαίνω να καθαρίσω το αμάξι απ’ τα ρύζια, θα δικαιολογηθώ ότι ψώνισα τρόφιμα και μου έσπασαν οι σακούλες, της αποκρίνεται.

Εκείνη γέλασε.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα συνέχισαν τη ζωή τους κανονικά. Εκείνη δήλωσε στη δουλειά της το γάμο, και συνέχισε να μένει με τους γέρους γονείς της. Εκείνος συνέχισε να μένει στο σπίτι που είχε νοικιάσει με τ’ αδέρφια του και προσποιήθηκε ότι δε συνέβαινε τίποτα.


Aνεβασμένη σε εξωμειωτή πλώρης, ντυμένη νάυαρχος. Η «θάλασσα» πρέπει να είχε φουρτούνα, γιατί το δεξί χέρι της μαμάς μου με στηρίζει. (Ίσως από φόβο μη με πάρουν τα κύματα).

Κάθε βράδυ, ο άνδρας ο οποίος επρόκειτο να γίνει ο πατέρας μου και η γυναίκα η οποία επρόκειτο να γίνει η μητέρα μου έβγαιναν με την κοινή τους παρέα. Στο μεταξύ εκείνος είχε αποκτήσει και δικό του αυτοκίνητο, ένα Τάουνους.

Μετά από την έξοδο, εκείνος, ως ο διαθέτων αμάξι, επέστρεφε στα σπίτια τους όλες τις κυρίες (μαζί και την εκδότρια), το ίδιο όπως πρώτα, και ομοίως πήγαινε τη μητέρα μου στο σπίτι της, πρώτη απ’ όλους, κατ’ απαίτησιν της εκδότριας, που κάτι είχε αρχίσει και ψυλλιαζόταν.

Όταν τελείωνε με τις διανομές ερχόταν έξω απ’ το σπίτι της και κόρναρε. Εκείνη, συνεννοημένη από πριν, έβγαινε, έμπαινε στο αμάξι και πάταγαν γκάζι. Σταθμός κάποιο ξενοδοχείο στη Ραφήνα ή τη Χαλκίδα όπου έβγαζαν τα μάτια τους. Εκείνη μετά πήγαινε κατευθείαν για δουλειά.

Η γιαγιά, η Μαρίκα[3] αγόρασε κουφέτα να τρατάρει τις αδερφάδες της για το γεγονός, να της ευχηθούν.

Η Σμαρώ[4] γκρίνιαζε:

-Αμάν με την κόρη σου! Εμείς να μην τηνε φιλήσομε νύφη, μπρε; Τη μια μας παντρεύεται στη Βιέννη, την άλλη Ελασσόνα;

Κάθε βράδυ πάρτυ κι εκδρομή και ξενοδοχείο.

Κάποια στιγμή αποφασίζουν να κάνουν και διακοπές μαζί. Τις πρώτες τους. Πήγανε λοιπόν το καλοκαίρι του 1966 στη Σάμο κι ύστερα από μερόνυχτα πάθους αποφάσισαν, παντρεμένοι όντες, να συμβιώσουν.

Κι ήρθε εκείνος που επρόκειτο να γίνει πατέρας μου στο σπίτι εκείνης που επρόκειτο να γίνει η μητέρα μου «με ένα τρύπιο σώβρακο και τρεις κάλτσες», όπως έλεγε αυτή η οποία επρόκειτο να γίνει η γιαγιά μου. Κι όταν χειμώνιασε για τα καλά, κάποιο βράδυ, τέλη του ’66 ή αρχές του ‘67 ένα σπερματοζωάριό του συνάντησε ένα ωάριό της κι ύστερα από μήνες εννέα, ένα απόγευμα του Οκτώβρη ήρθα στον κόσμο και αντίκρυσα αυτόν που έγινε πατέρας μου και εκείνην που έγινε η μητέρα μου.
_________________________________________________________
[2] Βλέπε ανάρτηση Ο Πατέρας από το Μέλλον
[3] Βλέπε ανάρτηση Εξ Ιωνίας

© Ελένη Καλλιανέζου, Vejen 17 Ioυλίου 2008

buzz it!

4 σχόλια:

b|a|s|n\i/a είπε...

τώρα κατάλαβα για την μύτη που έλεγες τις προάλλες. λολ.
και είναι τρομερό γιατί μερικές φορές κάθομαι και σκέφτομαι πώς θα ήταν αν ένα σπερματοζωάριο και ένα ωάριο, από τις ίδιες πηγές, συναντιόντουσαν άλλη χρονική στιγμή, άλλο μήνα, σε άλλο χώρο
μην σου πω από άλλες πηγές την ίδια χρονική στιγμή, τον ίδιο μήνα, στον ίδιο χώρο

Αστερόεσσα είπε...

@ b|a|s|n\i/a ~☺~
Από τις ίδιες πηγές; Δεν ξέρω. Προσωπικά πάντως χαίρομαι, γιατί βγήκα απ' τις εμπνευσμένες τους στιγμές. Δεν είχαν την ίδια έμπνευση και αργότερα. Μισήθηκαν με το ίδιο πάθος που αγαπήθηκαν.
Από άλλες πηγές ίδιο χρόνο; Μου θυμίζεις την ταινία La double vie de Véronique του Kieslowski. Από τις αγαπημένες μου ταινίες.

Ανώνυμος είπε...

"απίστευτη" ιστορία. μου αρέσει αυτό που διάβασα και μου αρέσει που βγαίνει μια περηφάνεια για τη μάνα σου και τον άντρα που έγινε πατέρας σου.
οι μεγάλες αγάπες έχουν μέσα τους το στοιχείο του αγαπο-μίσους ειπε κάποιος.

Αστερόεσσα είπε...

@ Aνώνυμε,
Δεν είμαι πια σίγουρη για την αξία του πάθους. Θεοποιείται συνήθως, και καλώς, όταν είναι κάποιος πολύ νέος ή τον συνεπαίρνει η ποίηση, σίγουρα έχει διονυσιασμό που οδηγεί σε υπερβάσεις, αλλά οι κατά συρροήν ύβρεις για να υπερβείς τα όριά σου έχουν τόσο μεγάλο κόστος, που δεν ξέρω αν αξίζει τελικά τον κόπο. Η κατάληξη όλων μας είναι ο θάνατος, υπάρχει ένας για όλους, για ποιο λόγο να ζεις και τη ζωή σου στη limbo... Δεν ξέρω πια...