Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

Πρώτα τον βρήκα... μετά τον έχασα

Λατρεμένε μου θείε,

Θυμάσαι τότε που με ρώταγες πού πήγε ο κούκος του παππού, που πέταξε και πάει, όταν πέταξε κι ο παππούς ο Στέλιος μακριά απ’ τη γη; Τον κούκο που έψαχνες κι εσύ να βρεις, τότε που πήγες στο βουνό;
Θάρρεψα για λίγο πως τον βρήκα στο χωριό τη μέρα που έβρεχε κάστανα. Όταν βρέχει κάστανα, λίγο να μην προσέξεις και να μην κρατάς ομπρέλα μεταλλική, να ‘σου και δέκα καρούμπαλα στην κεφαλή σου απ’ τα κάστανα που πέφτουν απ’ τον ουρανό, και μανούλα μου, είναι χειρότερα απ’ το χαλάζι! Κι εγώ είχα ξεχάσει την χάλκινη καστανοομπρέλα μου σπίτι.
Τα καστανοσύννεφα τα ξεχωρίζεις εύκολα: αν το σύννεφο έχει σχήμα φουφούς, τρέχα να κρυφτείς όπου μπορείς.
Όταν ξεσπάει καστανοβροχή, σκέφτομαι πολλές φορές πως είναι κόλπο αβανταδόρικο των καστανάδων˙ κλείνουν συμφωνίες με τους ουρανούς να σου θυμίζουν ότι τα κάστανα είναι ό,τι πρέπει στη θράκα. Μετά γεμίζουν κοφίνια με κάστανα και τα ψήνουν και βγάζουν καναδυό φραγκάκια.
Με το που μου πέφτει λοιπόν το πρώτο κάστανο στο κεφάλι, κάνω έτσι και σηκώνω τα μάτια ψηλά.
Φρρρτ πέταξε τότε πάνω απ’ το κεφάλι μου ένα πουλί.
-Κούκου, πιάσε με, μου κάνει με αναίδεια
-Σε τσάκωσα, μπαγάσα, μουρμουρίζω και τρέχω στο κατόπι του.
Στο μεταξύ η καστανοβροχή όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Ο κούκος κούρνιασε στο σπιτάκι της γωνίας, κάτω απ’ το λούκι. Αλλά φοβήθηκα να πλησιάσω. Γιατί στο σπίτι μένουν μάγισσες και είναι στοιχειωμένο χρόνια τώρα. Το λέει και η επιγραφή του: ”Hekses hus”, δηλαδή το σπίτι των Μαγισσών.
Όταν τα παιδιά τύχει να είν’ απέξω απ’ το σπίτι των Μαγισσών, δε γυρίζουν το βλέμμα τους. Περνούν τη γωνία τρέχοντας και τραγουδούν το τραγουδάκι - ξόρκι:


Heksen Agnethe
er blevet så frisk
med en ny energi.
Det er, fordi
kosten har været
på værksted og fået
en jetmotor i. [1]


Ευτυχώς που ήταν μέρα μεσημέρι και καμιά μάγισσα δε φαινόταν τριγύρω.
-Κούκου, λέει τότε μια φορά το πουλί και η καμπάνα του ρολογιού της εκκλησίας χτύπησε δώδεκα φορές.
«Αποσυντονισμένος ο κούκος» σκέφτηκα. «Αλλά και πάλι, ποιος μου λέει ότι είναι ο δικός μου κούκος;»
-Δώσε σημάδια, κούκε, του λέω με νόημα
-Κούκου, κούκου, κούκου... κελαηδάει ο κούκος.
Μετράω τα κούκου και βγήκαν εννέα.
-Σε καλό δρόμο είμαστε, μονολογώ και περιμένω και πάλι το καινούργιο σήμα
-Κούκου - κούκου....
Να κι άλλες οκτώ φορές.
Εννέα απ’ την πρώτη φορά, κι οχτώ απ’ τη δεύτερη, η έννατη μέρα κι ο όγδοος μήνας, νάτη κι η ημερομηνία: 9 Αυγούστου, η μέρα που πέθανε ο παππούς!
Η χαρά μου δεν περιγραφόταν. Ζούσε ο κούκος μου! Γιατί τον κούκο δεν τον είχα συναντήσει ποτέ προσωπικά. Τον είχα ακούσει μονάχα μέσα απ’ την κοιλιά της μάνας μου πριν 40 χρόνια. Όταν αυτός άφησε το σπίτι μας, εγώ δεν είχα δει ακόμη πώς μοιάζει απ’ έξω ο κόσμος. Ο κούκος, που λες, αυτός ήταν κούκος της Σουμάτρας. Με σταχτιά και καφελιά ριγωτά φτερά από κάτω, πράσινα από πάνω και κύκλους γύρω από τα μάτια του γαλαζωπούς και βιολέ απ’ τα πολλά ξενύχτια.
Και να βρέχει κάστανα, και να γίνεται χαμός... Καστανοποντή! Πλημμύρα! Πανικός! Και οι διαβάτες εξαφανισμένοι, εξόν από δυο. Δυο αυτοί και μία εγώ -τρεις κι ο κούκος!
Πατ – πατ τα κάστανα στο πλακόστρωτο, μα τι ηλίθια κι εγώ να βγω χωρίς ομπρέλα!
Κι εκεί που προσπαθούσα να προστατέψω το κεφάλι μου και να γλιτώσω απ’ τα καρούμπαλα, πέταξε ο κούκος προς το γειτονικό νεκροταφείο.
«Μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει μια ώρα αρχύτερα», λέω και κινώ κι εγώ μια και δυο προς το νεκροταφείο.
Τον κούκο δεν τον βρήκα. Τον βρήκα... και τον έχασα. Το λάθος ήταν όλως διόλου δικό μου. Ποτέ δε βγαίνουν έξω απ’ το σπίτι χωρίς τη χάλκινη ομπρέλα τους, όταν φθινοπωριάζει.
Έψαξα ένα - ένα τα μνήματα. Ο κούκος άφαντος. Μόνο μια ταφόπλακα που έγραφε «Κούκος» R.I.P., μια ημερομηνία γέννησης: 11 Οκτωβρίου 1967, μια μισοσβησμένη ημερομηνία θανάτου και την επιγραφή:


ΕΝΑΣ ΚΟΥΚΟΣ ΔΕ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ


Παρεπιμπτόντως, η ημερομηνία γέννησης είναι ίδια με τη δικιά μου. Κι απόμεινα κι εγώ να κοιτάω την ταφόπλακα μοναχή μου – σαν τον κούκο.

________________

[1] Η μάγισσα Αγνίτε
ανανεώθηκε
κι είναι γεμάτη με νέα ενέργεια.
Κι αυτό γιατί
η σκούπα της βρέθηκε
στο εργαστήριο, όπου και της έβαλαν
τη μηχανή ενός τζετ αεροπλάνου.
(Παιδικό δανέζικο τραγουδάκι του Thorstein Thomsen)

Να το νεκροταφείο όπου πέταξε ο κούκος.

© Eλένη Καλλιανέζου


buzz it!

Δεν υπάρχουν σχόλια: