Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σίβυλλες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σίβυλλες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Απριλίου 2009

Βαβυλωνίες



Ήταν που το 1679, ο τελευταίος Αναγεννησιακός Άνθρωπος, ο Athanasius Kircher [1] αποφάσισε να δώσει εξήγηση επιστημονική στο έργο του Τurris Babel, για το εγχείρημα του Νιμρώδ να φτιάξει έναν πύργο που να φτάνει το κοντινότερο στη Γη ουράνιο σώμα, το Φεγγάρι, απέτυχε -γιατί ο Πύργος θα έπρεπε να είναι περίπου 286.000 χιλιόμετρα ψηλός και να έχει μάζα που να ξεπερνά τα τρία εκατομμύρια τόνους. Όμως, η ανομοιογενής κατανομή της γήινης μάζας θα διατάρασσε την ισοροπία του πλανήτη που θα του άλλαζε και τις συντεταγμένες στο σύμπαν, οπότε και το αποτέλεσμα στο εγχείρημα θα ήταν ένας καταστροφικός κατακλυσμός.

Αν και στη Βίβλο ο κατακλυσμός του Νώε προηγείται του καπρίτσιου του Θεού να μπερδέψει τις γλώσσες των ανθρώπων, μία και μόνη γλώσσα -lingua franca- θα ήταν, θαρρώ, υπεραρκετή ώστε να προκύψει η ίδια ασυνενοησία στους εντολοδόχους του πρώτου ουρανοξύστη, αφού η κατανόηση της γλώσσας των άλλων είναι πρακτικά ανέφικτη, ακόμη κι αν παιδεία και νοητικό δυναμικό των ανθρώπων ήταν λίγο - πολύ ομοιογενή και η βούλησή τους η ίδια.


"Όταν χρησιμοποιώ μια λέξη", είπε ο Χάμπτυ Ντάμπτυ μ' έναν μάλλον περιφρονητικό τόνο, "σημαίνει αυτό που επιλέγω γι' αυτήν να σημαίνει. Τίποτε περισσότερο, τίποτα λιγότερο."

"Το θέμα είναι", είπε η Αλίκη, "αν μπορείς να φτιάξεις λέξεις που να σημαίνουν τόσο διαφορετικά πράγματα".

"Το θέμα είναι", είπε ο Χάμπτυ Ντάμπτυ "ποια θα είναι η κυρίαρχη. Αυτό είναι όλο". [2]





Πάντως, ακόμη και μετά από έναν Κατακλυσμό, σαν αυτόν του Kircher, η Βασίλισσα, η Μάγισσα[3] μάλλον δε θα θελήσει να μας πει αυτό που γνωρίζει κι εμείς αγνοούμε. Το να ανάβεις τη χόβολή σου στο καζάνι παρουσιάζει περισσότερο ενδιαφέρον απ' το να αυτομεταφράζεσαι....

Κι ύστερα είναι και τ' άλλο: Αν είναι να περιγράψεις το πρόσωπο του Ιανού, ποιο απ' τα τουλάχιστον δυο αποφασίζεις κάθε φορά να αποκαλύψεις στους αμύητους. Υπάρχουν τόσες γλώσσες, όσες και άνθρωποι και ο καθείς μας μιλάει και μια διαφορετική στην κάθε στιγμή του.[4]


_____________________________________________

Σημειώσεις

[1] Σύμφωνα με άλλους μελετητές ο τελευταίος αναγεννησιακός άνθρωπος ήταν ο Leibniz

[2] [...'When I use a word,' Humpty Dumpty said, in a rather scornful tone,' it means just what I choose it to mean, neither more nor less.''The question is,' said Alice, 'whether you can make words mean so many different things.''The question is,' said Humpty Dumpty, 'which is to be master - that's all.' ...] Lewis Carroll, "Through the Looking Glass and what Alice found there". Mτφρ. δική μου.

[3] Αrthur Rimbaud, Illuminations, Après le Déluge (Eκλάμψεις, Μετά τον Κατακλυσμό: [...et la Reine, la Sorcière qui allume sa braise dans le pot de terre, ne voudra jamais nous raconter ce qu'elle sait, et que nous ignorons.]


© Ελένη Καλλιανέζου ~☺~ Kolding 25 Απριλίου 2009

buzz it!

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2008

Σίβυλλες ή Η Ερωτική μου Ζωή με Ανατριχιαστικές Λεπτομέρειες

Περσική Σίβυλλα. Η Προφήτις.

Πίνει καφέ, διαβάζει Καβάφη και Louis Aragon, παρατηρεί τα μαμουνάκια που όταν τ' αγγίξεις μ' ένα άχυρο γίνονται μπαλλίτσες. Αγαπά τις γάτες, τις κληματαριές, τα κατσαρωμένα με σίδερο μαλλί – στυλ δεκαετίας του '30 και τρώει φασολάδες. Δίνει ραντεβού στους πρόποδες της Ακρόπολης, βλέπει προφητικά όνειρα, ενώ συνήθης ατάκα της είναι: «Ζωή είναι μια ισορροπία πόθου και τρόμου». Ζωγραφίζει με σινική μελάνη φιγούρες στο στυλ του Erté και γράφει χάι – κου όπως:

Τι καλό να ιδουν οι γυναίκες,
όταν το φεγγάρι γίνεται μια κίτρινη μάσκα;



Σίβυλλα της Λιβύης. Η Φημονόη, κόρη του Δία και της Λάμιας.


Ψάχνει την όαση της Σίβας. Φοράει μυτερά παπούτσια μάγισσας, τρώει κρέπες, ζουλάει το βυζί της. Την ερωτεύτηκαν πολλοί. Παιδιά καλών οικογενειών, συλλέκτες κραγιόν, φοιτητές, χορτοφάγοι, νταλικιέρηδες, τραγουδοποιοί, φωτογράφοι, ώριμοι επιστήμονες, δόκιμοι επιστήμονες και άλλα πτηνά και ζωάκια του δάσους. Συνηθίζει να μαδάει τριαντάφυλλα, να σκεπάζεται με ροδοπέταλα, να τρώει μπάμιες και φέτα, ενώ παζαρεύει τιμή απ' το Χαρίλαο, τον αγιογράφο της Ρώσικης Σχολής, για μια εικόνα της Παναγίας της Ανέμης. Εκείνη επιμένει να είναι σε βυζαντινό στυλ, αλλά η συμφωνία σπάει, γιατί εκνευρίζεται, όταν οι αυστηρές φιγούρες της βυζαντινής ανατολής γεμίζουν αναγεννησιακές στρογγυλάδες (που καθόλου δε συνάδουν με τις ντοστογιεφσκικές θεωρήσεις των στάρετς). Διαβάζει Georges Bataille και Baudelaire, Rimbaud, Gide, Lorca και Hermann Esse. Tα Χάι – Κου αντικαθίστανται με μια χελώνα ονόματι Κασσιόπεια.



Εβραϊκή Σίβυλλα με πεθερό το Νώε.

Ο Νώε ήταν πρότυπο ανθρώπου ευσεβούς και ζωόφιλου. Οι γνωστοί γιοι του ήταν ο Σημ, ο Χαμ και ο Ιάφεθ. Ο Νώε έφτιαξε κατά παραγγελία του Θεού την Κιβωτό κι έβαλε μέσα όλα τα ενάρετα παντρεμένα ζώα, που έπρεπε να σωθούν από τις πλημμύρες. Τα αμαρτωλά θα πνίγονταν σε έναν κατακλυσμό που θα κρατούσε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Η κυρία Νώε ήταν επίσης πολύ ευσεβής, το ίδιο και οι νυφάδες της. Γι' αυτό και διασώθηκαν μέσα στην κιβωτό, την οποία είχαν μετατρέψει σε κοινόβιο και όλοι ήταν πάρα πολύ χαρούμενοι και παρέμεναν ενάρετοι. Η Σίβυλλα όμως αφού περίμενε υπομονετικά να προσαράξει η κιβωτός στην κορυφή του όρους Αραράτ, πήγε μια μέρα στη γωνιακή ΕΒΓΑ για τσιγάρα κι έκτοτε κανείς δεν άκουσε γι' αυτήν τίποτα. Μόνο κάτι φήμες ότι εγκατέλειψε τις προσευχές και διάβαζε Τρότσκι και Bettelheim.



Δελφική Σίβυλλα. Η Πυθία.

Η Πυθία τάχθηκε στην υπηρεσία του Απόλλωνα, του μέτρου, της μουσικής, του φωτός. Ο Απόλλων είναι όμορφος θεός αλλά οι κοινοί θνητοί δε γνωρίζουν ότι συχνά εμφανίζεται και ως ποντικός – Σμινθεύς που αποδεκατίζει με πανούκλα το στρατόπεδο των Αχαιών κατά την πολιορκία της Τροίας. Η Πυθία, ως Πυθία και με μαντική δύναμη το είδε αυτό νωρίς. Επειδή όμως το να κοντράρεις άμεσα τον Απόλλωνα είναι μεγίστη ύβρις, αφού μάσησε φύλλα δάφνης κι έπεσε σε έκσταση, αποφάσισε να διαβάσει Marcel Proust και να μελετήσει την τέχνη των Kandinski, Paul Klee και Egon Schiele, ενώ δίδασκε την γαλλικήν και μελετούσε την ιταλική. Ταυτόχρονα οι ζωγράφοι τους οποίους και συναναστρεφόταν τα έφτιαξαν με τη Σίβυλλα της Λιβύης, την κόρη του Δία και της Λάμιας. Αδιάφορον! Η Πυθία άρχισε να μαθαίνει την τέχνη του πλαγιαύλου, οι μουσικοί ήχοι του αυλού προσέλκυσαν θιασώτες του θεού Διονύσου και οι ημέρες έκλεισαν με Μπέκετ, Γκολντόνι, Ντάριο Φο, χρυσάνθεμα, αρνιά στην Κρύα Λιβαδειάς, δίπλα στο Μαντείο του Τροφωνίου Διός και απαγγελία του ποιήματος «Φεγγαράκι μου λαμπρό» με παρήχηση όλων των φωνηέντων, κάπως έτσι:

Φαγγαράκα μα λαμπρά
φαγγαμά να παρπατά
να παγάνα στα σχαλά
να μαθάνα γραμματά
γραμματά σπαδαγματά
τα Θαά τα πραματά.

Φεγγερέκε με λεμπρέ
φεγγεμέ νε περπετέ
νε πεγένε στε σχελέ
νε μεθένε γρεμμετέ
γρεμμετέ σπεδεγμετέ
τε Θεέ τε πρεμετέ

κ.ο.κ.


Σίβυλλα των Κιμμερίων, η επονομαζομένη Πισώ.

Ήταν Ιέρεια κοντά σε νερά. Λέγεται ότι ο γιος της ίδρυσε στη Ρώμη την πηγή του Πανός ή πηγή της Λύκαινας. Η Πισώ επιδιδόταν σε παγανιστικές τελετές, σύχναζε σε σκονισμένα παλαιοπωλεία, τραγουδούσε άριες από την Κάρμεν, έτρωγε σε ταβέρνες στον Καρέα κουνέλι με πατάτες τηγανητές και σαλιγκάρια, σπούδαζε τα σχέδια από σαρακατσάνικες ποδιές, σηκωνόταν πρωΐ με την αυγή μελετώντας σολφέζ, έλυνε θέματα αρμονίας της μουσικής, σύχναζε σε κοντσέρτα, νήστευε το κρέας, παρακολουθούσε τις πασχαλιάτικες λειτουργίες της Ανάστασης σε μετόχια της Μονής Σιμωνόπετρας μέχρι την πέμπτην πρωϊνήν -αρνούμενη να σταματήσει μετά τη νηστεία και μονολογώντας τον Κατηχητικό Λόγο του Ιωάννου του Χρυσοστόμου: «Ο Άδης επικράνθη. Επικράνθη και γαρ κατηργήθη. Επικράνθη και γαρ ενεπαίχθη. Επικράνθη και γαρ καθηρέθη. Επικράνθη και γαρ εδεσμεύθη... Πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, άδη το νίκος;»

Επειδή λοιπόν ο άδης επικράνθη και κατηργήθη, καταργήθηκε και η μητέρα της Σίβυλλας των Κιμμερίων, υποκύπτοντας στη μακροχρόνια ασθένειά της, που την κρατούσε παράλυτη στο κρεβάτι να σαπίζει από σαπροφυτικό χαμαιλεοντικό μικρόβιο ονόματι Πρωτέας. Και ο Άδης επικράνθη και γαρ ενεπαίχθη.



Σίβυλλα των Ερυθραίων, η επονομαζομένη και Ερωφίλη.


Λέγεται ότι προφήτευσε τον Τρωϊκό πόλεμο κι αρεσκόταν να γράφει τους χρησμούς της σε ακροστοιχίδες πάνω στα φύλλα δέντρων. Ήταν πάρα πολύ αδύνατη κι είχε έναν σκύλο Δαλματίας που άκουγε στο όνομα Πειρατής. Ο Πειρατής ήταν βιβλιοφάγος και μουσικόφιλος. Αυτή του η μανία σημάδεψε και τη μοίρα του κι εξορίστηκε σε οικογένεια λιγότερο καλλιεργημένη και μετονομάστηκε σε Έκτορα (Έκτωρ εκ του αλέκτωρ) και μάλιστα πριν αλέκτωρ λαλήση τρις. Αυτό όμως διόλου δε σήμαινε ότι άλλοι αλέκτορες δε λάλησαν τρις. Στο τρίτο κικιρίκου σφάχτηκαν κι έγιναν κρασάτοι, συνοδεύοντας μακαρόνια χοντρά – σωλήνες με κατσικίσια μυτζήθρα.



Σίβυλλα της Σάμου.


Η Σίβυλλα της Σάμου πήγε στην Αρκαδία, στον Ταΰγετο, στην Πάρο, στη Δήλο, στους Φιλίππους, στην Επίδαυρο, στη Σίφνο, στη Σύρο. Δοκίμαζε μεζέδες, πήγαινε σε πανηγύρια, διάβαζε μετά μανίας αρχαιολογία, δεν άφηνε συνέδριο για συνέδριο. Από καιρού εις καιρόν ζωγράφιζε, έβγαζε φωτογραφίες με κλιμακόμετρα, μελετούσε όστρακα, έμενε στο κοινοτικό ιατρείο των Άνω Καρυών, κοιμόταν σε ράντζο και απέφευγε τα βράδια να ανοίξει τα παράθυρα για να μην μπουν μέσα νυχτερίδες. Σύντροφος ο σκελετός του γιατρού και χάρτες ανθρώπινης ανατομίας, αλλά γιατρός δεν υπήρχε. Υπήρχαν όμως: σκορπιοί στα παπούτσια, στεριανοί βάτραχοι στις συστάδες, αγριόσκυλα έξω απ' το χωριό, αστρίτες στο σκάμμα. Και πολλοί σιχαμένοι γυμνοσάλιαγκες παντού. Et ego in Arcadia, είπε η Σίβυλλα της Σάμου, ψάχνοντας στα δάση τον Πάνα, καθώς είχε διαβάσει σε νεοπλατωνιστές φιλοσόφους – Αρκαδιστές, όπου Παν σχηματίζει τη γενική του όχι του Πανός, αλλά Παν, του Παντός.







Η Σίβυλλα της Κύμης της Κάτω Ιταλίας.

Ο Παυσανίας και ο Λακτάντιος την ονόμασαν και Ερωφίλη, αλλά ήταν γνωστή και ως Διηφόβη, Δημοφίλη, Αμάλθεια και Ταραξάνδρα. Περιπλανήθηκε στην Επίδαυρο, έστελνε επιστολές στην Ποτίδαια και την Αμφίπολη, κατέληξε σε μέρος ηφαιστειογενές και μελετούσε μαθηματικά, αστρονομία και τα παράδοξα του Ζήνωνα. Ίππευσε ιππόκαμπους κι εκπαιδεύτηκε να ομιλεί με limericks, προσπαθώντας να βρει νόημα στους φυσικούς σχηματισμούς των πετρών. Συνήθιζε να τρώει γεμιστά θράψαλα, γεμιστές ντομάτες και πιπεριές, που μαγείρευε στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου σε μικρό φουρνάκι και κατόπιν μετέφερε το ταψί στο λιμάνι -σκεπασμένο με εφημερίδες- ενώ ο αδέσποτος σκύλος Mr. Brown ζητιάνευε φυστίκια. Ταυτόχρονα έπλεκε το εγκώμιο στον πλανήτη Ουρανό, δούλευε στη Ρολλίνα στην Κέρκυρα και τα Σαββατοκύριακα έκανε το γύρο του νησιού τρώγοντας μπιάνκο, μπουρδέτο, παστιτσάδες, σοφρίτο και τσίχλες με μαϊδανό και σκόρδο, ενώ τραγουδούσε:

Ντο-τσι ντο, τσι- ντο, τσι ντο,
το φουστάνι σου είναι κοντό
κι από πίσω κάνει ζάρες
του κορμιού σου οι νοστιμάδες

Όταν επισκεπτόταν το Χαλικούνα με το κεδροδάσος και τις ελιές από την Ενετοκρατία με τους χοντρούς κορμούς, ο σκύλος της ταβέρνας έπαιζε με τη γάτα, κι εκείνη του έκανε χίλια – δυο κολπάκια. Τότε ο σκύλος την έβαζε στην πλάτη και την πήγαινε βόλτα στο δασάκι με τα κυπαρίσσια και τις μυρτιές και η μάινα απ' το κλουβί της μια έλεγε «Γεια σου, τι χαμπάρια, πώς από δω;» και μια νιούριζε ή γαύγιζε ή φαντασιωνόταν ότι ήταν κινητό τηλέφωνο.

Από τη Σίβυλλα της Ιταλίας δε θα έλειπαν και τα ιταλικά τα οποία εξασκούσε με σπουδή.

Εμπνεόταν για χρησμοδοτήσεις τα μεσάνυχτα, γιατί τα μεσάνυχτα είναι και η ώρα μηδέν και το μηδέν είναι και το μηδέ – εν ή το κανένα, σημείο κομβικό για το συν άπειρο και το πλην άπειρο, οπότε και ο κανένας (άρα και ο καθένας) την κορτάριζε ακριβώς τα μεσάνυχτα και μέχρι που οι δείχτες του ρολογιού έδειξαν έξι παρά δέκα.

Μέχρι όμως να ξημερώσει τραγούδησε το:

Τράβα, ρε μάγκα και αλάνι
Tράβα για το Πασαλιμάνι

Πέρασε κι από την Ικαρία, και στην κοιλάδα του Να, σε μέρος απόμερο και μυστικό ακόμη κι απ' τους Γκρούβαλους του νησιού, συνομίλησε με κάτι νεραϊδάκια.




Σίβυλλα του Ελλησπόντου.

Γεννήθηκε στην εποχή του Σόλωνα και του Κύρου του Μεγάλου. Φημολογείται όμως ότι έζησε πολύ και ταξίδεψε στην Κένυα, τη Τζαμάικα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με τη μηχανή τηλεμεταφοράς του παππού, εφεύρεση που την κρατά ακόμη φυλαγμένη στο ντουλάπι, μακριά από βέβηλα μάτια. Τότε η Λίζα τη ρώτησε:

-Και πότε θα πας στη Δανία;

Η Λίζα ήταν Δανέζα, αλλά έχοντας σπουδάσει γλωσσολογία και Ιστορία των Σκανδιναβικών Γλωσσών ενδιαφερόταν να μάθει και Ισλανδικά.

Στο μεταξύ, κοντά στη χρονομηχανή, η Σίβυλλα του Ελλησπόντου είχε πέσει σε μια κρίση ναρκισσισμού, κι όλο καθρεφτιζόταν στο μαγικό καθρέφτη της, ο οποίος όμως δεν της απαντούσε ποτέ με το γνωστό ποιηματάκι ότι αυτή είναι ωραία, αλλά η Χιονάτη που ζει με τους επτά νάνους είναι ωραιότερη. Απλώς της σφύριζε συμφωνίες του Dmitri Shostakovich και του Mahler με ιντερλούδια Purcell, Scarlatti, Couperin, Telemann, Rameau, Blavet και Μonteverdi.



Σίβυλλα της Φρυγίας.

Aν και με ρίζες απ' την Ανατολία μετανάστευσε στο Βορρά έξω από δυο χωριά τόσο δα μικρούλια! Ζούσε σ' ένα μεγάλο σπίτι με δύο οικόσιτα που γέμιζαν τρίχες τον καναπέ. Όταν έπεσαν πείνες και λιμοί και η Σίβυλλα δεν είχε πλέον χρήματα να αγοράζει τις καλύτερες τροφές (Proplan και Eukanuba), τα ζώα έφυγαν, εξάλλου δεν ήταν μαθημένα να ζουν σε σπίτι. Τι μ' αυτό; Έξω στον κήπο φώλιαζαν αηδόνια και χελιδόνια, που πάντα κελαηδούσαν το χάραμα γλυκά.

Η Σίβυλλα έπεσε σε ύπνο και πρίγκιπες προσφέρθηκαν να την ξυπνήσουν μ' ένα φιλί. Ένας μάλιστα απ' αυτούς σέλωσε και το άλογό του και βγήκε να πολεμήσει κι έναν δράκο. Όμως το άλογό του το έλεγαν Ροσινάντη και ο δράκος ήταν ανεμόμυλος.



Σίβυλλα του Τίβολι, η επονομαζομένη Αλμπουνέα.

Λατρεύεται ως θεά και ζει κοντά στις όχθες του Τίβερη. Κρατάει στο χέρι της ένα βιβλίο και οι χρησμοί της βοηθούν τους Συγκλητικούς. Λέγεται μάλιστα ότι η Σύγκλητος σε λίγο θα μεταφερθεί και στην πρωτεύουσα.

Πόσες ακριβώς είναι οι Σίβυλλες δεν έμαθε ποτέ κανείς. Αναφέρονται τα ονόματα: Άγδεστις, Άλμα, Ανταία, Αυγούστα, Μπερεκούντια, Βρυμώ, Μίσα και Δινδυμένη. Πότε κρατά πένα, άλλοτε σπαθί, άσπρο τριαντάφυλλο, αναμμένο πυρσό να δείχνει το δρόμο, κι άλλες φορές στεφάνι από λουλούδια ή δάφνες, κερί, σταυρό ή κουβαλά στις πλάτες ένα σακί με πέτρες.

__________________





© Ελένη Καλλιανέζου, Αθήνα 12 Νοεμβρίου 2008

buzz it!